22 Νοεμβρίου 2017

Berthe Morisot - 2012

Αποφάσισα να γράψω για την ταινία για δυο λόγους. Πρώτον, θα ήθελα να κάνω γνωστή σε όσους δεν την γνωρίζουν την Berthe Morisot, και δεύτερον να μιλήσω για τις αδικίες που υφίστανται οι γυναίκες. Να ληφθεί υπόψη ότι στα ελληνικά, στο διαδίκτυο, δεν υπάρχουν πληροφορίες γι αυτήν. Παρ όλο που η σκηνοθέτης, Caroline Champetier ήταν γυναίκα, και μάλιστα ξεκίνησε ως κινηματογραφίστρια, δούλεψε με διάσημους σκηνοθέτες όπως ο Godard,o Rivette, o Carax και η Margarethe Von Trotta, και συνέχισε ως σκηνοθέτης, δεν ξέφυγε από τα στερεότυπα. Ηθελημένα ή μη παρέμεινε στον άνδρα, ακόμη και μαυρίζοντάς τον. Ήθελα να δω την δουλειά της, μια και το θέμα με προκαλούσε Είχα δει στο Παρίσι μια έκθεση αφιέρωμα στο μουσείο Musée Marmottan Monet. Σε εκείνη την έκθεση εντυπωσιάστηκα από αυτήν την πρωτοπόρο και δυναμική ζωγράφο που όμως ενώ όλοι έχουμε δει πίνακές της αγνοούμε την δημιουργό. Προσωπικά θεωρούσα ότι είναι κάποιος Μοrisot από τους ιμπρεσιονιστές, όταν συναντούσα έργα της.
Οι πληροφορίες σε μη εξειδικευμένα έντυπα ή διαδικτυακούς τόπους λένε ότι ήταν ζωγράφος, νύφη του Eduard Manet, μοντέλο, και συμμετείχε στην ομάδα των ιμπρεσιονιστών.
Με την ταινία της η Caroline Champetier επιχειρεί να μας γνωρίσει την ζωγράφο. Μόνο που εκτιμώ ότι δεν το έκανε. Ήταν πιο σημαντικό να μας τονίσει την σχέση της με τον Manet και λιγότερο να αναδείξει το ταλέντο της, την επιμονή της και όνειρό της να αιχμαλωτίσει το φως στον καμβά, να ζωγραφίσει εκ του φυσικού στο ύπαιθρο, να πάει κόντρα, στους γονείς της, τον κοινωνικό περίγυρο, να σταθεί ισότιμα δίπλα σε αυτούς, τους άνδρες ομότεχνους της, αυτούς που η παγκόσμια κοινότητα υμνεί, να εκθέσει μαζί τους σε μια επαναστατική για τα δεδομένα έκθεση με τους. Paul Cézanne, Edgar Degas, Claude Monet, Camille Pissarro, Pierre-Auguste Renoir και Alfred Sisley.το 1874. Κι όμως ,όχι μόνο υπήρξε, αλλά και δημιούργησε. Πούλησε και πουλάει ακόμη σε δημοπρασίες με αστρονομικές τιμές. (Higonnet, Anne (1990). Berthe Morisot. New York: Harper & Row, Publishers, Inc. p. 124). 
Έργα της φιλοξενούνται στα μεγαλύτερα μουσεία.
Τι είδαμε εμείς στην ταινία; Μία ερωτευμένη που θέλει και να ζωγραφίζει. Αν η συμπεριφορά του εγωκεντρικού Manet, που αγνοούσε ή περιφρονούσε το ταλέντο της, ήταν ο τρόπος για να καταλάβουμε το πως η κοινωνία αντιμετώπισε τις γυναίκες καλλιτέχνες, ίσως δεχθώ ότι μίλησε για τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες στο τέλος του 19 ου αι.
Τον ενδιέφερε ως μοντέλο και έτσι έχουμε πολλά πορτραίτα της από αυτόν τον κατά τα άλλα μεγάλο καλλιτέχνη.
Οι ηθοποιοί εξαιρετικοί στο ρόλο τους, με έντονη την θεατρικότητα των κινήσεων τους.
Φυσικά και η φωτογραφία ήταν ποιητική. Χρώμα, πλάνα, γωνίες, επιλεγμένες τοποθεσίες, πως θα μπορούσε άλλωστε με την σκηνοθέτη να έχει υπάρξει η διευθύντρια φωτογραφίας σε διακεκριμένες ταινίες και μάλιστα μαζί με πλέον αναγνωρισμένους σκηνοθέτες;
Εικαστικά ένας πίνακας κινούμενος, μεταλλασσόμενος. Σκηνικά κουστούμια βοηθούν στο να συμμετέχετε στην εποχή, στην ματιά την δική της αλλά και του Manet, διάλεγε ακόμη και τα ρούχα των μοντέλων, εκτός από το στήσιμο, την θέση, έκφραση. Η μουσική ήταν προσεγμένη και αξιοπρόσεκτη.
Σημείωση, η ταινία πραγματοποιήθηκε για την τηλεόραση.
Θα αναρωτηθεί κανείς μα πως με τόσα θετικά στοιχεία δεν κέρδισε τον θαυμασμό μου, όχι μόνο τον δικό μου, αλλά πολλοί θεατές αντέδρασαν αρνητικά;
Τους λόγους τους εξήγησα στην αρχή μόνο που παρέλειψα να πω, πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος αυτών που προετοιμάζουν και στήνουν μια έκθεση. Αυτοί που την παρουσίασαν στο Musée Marmottan Monet, οι ιστορικοί τέχνης Claire Durand-Ruel Snollaerts και η Marianne Mathieu, διευθύντρια του Μουσείου. Πως μπόρεσαν μόνο με τους πίνακες και τις σημειώσεις, ενημερώσεις της έκθεσης να παρουσιάσουν όχι μόνο την διεκδικητικότητα της στο χώρο της τέχνης, την αντίδραση του περιβάλλοντος, το μοναδικό ταλέντο της αλλά και τις διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις της;
Είτε βρείτε την ταινία είτε όχι, ανατρέξτε στο διαδίκτυο ή στα βιβλία ιστορίας τέχνης να χορτάσει το μάτι σας ομορφιά, φως, χρώμα, τρυφερότητα, εν ολίγοις τέχνη. 

Σκηνοθέτης:Caroline Champetier
Σενάριο:Beth Archer Brombert,Jean Francois Allain,Sylvie Meyer,Philippe Lasry.
Φωτογραφία:Stephane Bourgoin, Stephen Mack,Caroline Champetier
Editing:Jean Francois Elie
Μουσική:Eric Demarsan
Ενδυματολογία:Pascaline Suty

Ηθοποιοί

Marine Delterme, Malik Zidi, Alice Butaud, Berangere Bonvoisin, Francois Dieuaide


15 Νοεμβρίου 2017

Το Τελευταίο Σημείωμα - 2017

Άφησα την μεγάλη οθόνη γεμάτη αντιφατικά συναισθήματα.
Ενθουσιασμένη που για ακόμη μία φορά δεν με απογοήτευσε ο Παντελής Βούλγαρης ως σκηνοθέτης, αλλά και η και η Ιωάννα Καρυστιάνη, ως σεναριογράφος συγγραφέας, δεν είναι σπάνιο. Στην εποχή μας σχεδόν καθημερινά σβήνουμε και κάποιον από τους αγαπημένους. Συγκινημένη, αναστατωμένη και θυμωμένη.
Ιστορία από μόνη της επώδυνη.
Η εκτέλεση 200 Ελλήνων ως αντίποινα των Γερμανών, στην Καισιαριανή την 1η του Μάη 1944. Ήταν Έλληνες της Εθνικής Αντίστασης. Ίσως όμως στεναχωρήσω κάποιον, τον κ Σαραντάκο, τον οποίο θαυμάζω και παρακολουθώ τα γραφόμενά του, όχι γιατί ξέρω περισσότερο αλλά γιατί έτσι πιστεύω. Ήταν και κομμουνιστές.
Σημασία είχε το θάρρος, η αγωνιστικότητα, το ήθος, η ομοψυχία, η αλληλεγγύη των αγωνιστών που για ακόμη μία φορά είχα την ευκαιρία, μέσα από την ταινία, να θαυμάσω.
Ζούμε σε εποχές που αυτά έχουν εκλείψει.
Κανείς, κι εγώ επίσης, δεν εκχωρούμε σήμερα την προσωπική μας ηρεμία, καθημερινότητα, βόλεμα για άλλους, για προκύπτοντα θέματα, θέματα που αφορούν την κοινωνία μας, πιθανόν ελάσσονος σημασίας σε σχέση με το θέμα της ταινίας, την ήττα του κατακτητή, την απόκτηση της ελευθερίας, την ζωή, αυτή όπως την ορίζουν οι αρχές μας και το δίκαιο, η ίση ευκαιρία για όλους.
Πολλούς από τους χαρακτήρες τους συνάντησα, ας το πω έτσι, στο βιβλίο,που διάβασα πρόσφατα, “Εξόριστοι στο Αιγαίο”, του Αυστραλού δημοσιογράφου Bert Birtles. Τους συνάντησε και μας τους παρουσίασε στην Αθήνα, στην Ανάφη, στην Γαύδο, το 1935,1936. Ήταν τόσο οικείοι, στην ταινία, για μένα, τόσο αληθινοί που έμοιαζε σαν να συναντούσα παλιό γνώριμο. Η συναισθηματική φόρτιση ως ήταν φυσικό ακόμη μεγαλύτερη. Βίωσα την βία, τον πόνο, τον εξευτελισμό, την αγωνία, το αδιέξοδο μαζί τους. Ταυτίστηκα με τους ήρωες.
Σαν να ζήλεψα και ήθελα ένα κομμάτι από το μεγαλείο τους και την ανδρεία τους.
Δεν ξεχνώ ότι ήταν εικόνα, μία ιστορία στο πανί με αληθινό θέμα.
Το χειρίστηκε καλά ο Παντελής Βούλγαρης;
Ναι. Χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Εστιάζοντας στην προσωπική ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και την σχέση του με το Γερμανό διοικητή, ήταν διερμηνέας, εξιστορήθηκε το γεγονός.Το μέρος μίλησε για το όλο. Τα πρόσωπα αλλάζουν όπως και οι λεπτομέρειες της ζωής των όμως αυτό που η ταινία αφηγήθηκε ήταν αυτό που ένωνε τους ανθρώπους και ήταν κοινό για όλους. Ο αγώνας τους και η θυσία για την ελευθερία, η ομοψυχία, ο αλτρουισμός, η ιδέα, το όραμα, η δύναμη του συνόλου.
Εξαιρετικές ερμηνείες, συναρπαστικές των Ανδρέα Κωνσταντίνου (Ναπολέων Σουκατζίδης) και Andre Hennicke (Karl Fischer). Ακόμη και η λιγόλογη παρουσία κάποιων όπως της Μελία Kreling  (Χαρά Λιουδάκη) αξιοσημείωτη.
Η φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή έκανε θαύματα και κάλυψε αδυναμίες όπως των σκηνικών και ίσως του χαμηλού προϋπολογισμού.
Η μουσική τόσο ενδιαφέρουσα που αναζήτησα το όνομα του δημιουργού στους τίτλους του τέλους και αργότερα πληροφορήθηκα ότι είναι μέλος της οικογενείας Βούλγαρη, υιός, Αλέξανδρος με το όνομα “The Boy”. Άρχισα να την προσέχω από τα γαβγίσματα των σκυλιών που άκουγα ενώ έβλεπα την ταινία. Αναρωτήθηκα. Πως είναι δυνατόν να  ακούγονται μέσα στην αίθουσα απ έξω, μέχρι που αντιλήφθηκα ότι δεν είναι έξω από την αίθουσα αλλά είναι μέρος της ταινίας. Αν τίθεται θέμα παραλληλισμού ή αληθοφάνειας σκηνικού, ο ίδιος μπορεί να απαντήσει. Δεν ήταν μόνο αυτή η μικρή αλλά όχι ασήμαντη λεπτομέρεια. Ακολουθούσε τις εντάσεις και τις εκφράσεις. Με κορύφωση τους κρητικούς και ποντιακούς χορούς.
Η νύχτα πριν την εκτέλεση δεν είναι μόνο η αποθέωση της δουλειάς όλων γι αυτήν την υπέροχη ταινία αλλά και η απάντηση στο ποιο είναι το μήνυμα της.
Θέλω να βλέπω με αισιοδοξία το αύριο και δουλειές όπως αυτή με βοηθούν να μην κλονίζεται η εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και τους σύγχρονους δημιουργούς.

Σκηνοθέτης : Παντελής Βόυλγαρης
Σενάριο : Ιωάννα Καρυστιάνη, Παντελής Βούλγαρης.
Φωτογραφία : Σίμος Σαρκετζής
Μουσική : Αλέξανδρος Βούλγαρης,The Boy
Editing : Τάκης Γιαννόπουλος
Ενδυματολογικά : Γιούλα Ζωιοπούλου
Σκηνικά : Σπύρος Λάσκαρης

Ηθοποιοί
Ναπολέων Σουκατζίδης : Ανδρέας Κωνσταντίνου
Karl Fischer : Andre Hennicke
Χαρά Λιουδάκη : Μελία Kreling
Kovats : Λουκάς Κυριαζής
Κώστας Τάσος Δήμας
Βασίλης Κουκαλάνι,
Αινείας Τσαμάτης,
Κωνσταντίνα Χατζηαθανασίου,
Λευτέρης Λαμπράκης,
Μιχάλης Αεράκης,
Χρήστος Κωνσταντακόπουλος,
Μανώλης Ψαρουδάκης,
Γιώργος Καραμαλέγκος,
Βασίλης Σύρρος,
Δημήτρης Καλογεράκης,
Μανώλης Μαυράκης,
Μηνάς Μισύρης,
Τάσος Καϊσαρλής,
Αντώνης Παλιεράκης,
Νίκος Ράμμος,
Μιχάλης Τακτικάκης,
Μανώλης Πούλης,
Θεώνη Κουτσουνάκη

1 Νοεμβρίου 2017

Look Who's Back (Netflix) - 2015

Η ταινία “Look who is Back” (Er ist wieder da, αρχικός τίτλος) βασίσθηκε στο βιβλίο του Timus Vermes, “Adolf Hitler”, που όταν κυκλοφόρησε είχε τεράστια επιτυχία και πούλησε 1.3 εκατ αντίτυπα μόνο στην Γερμανία, και που μεταφράστηκε σε 41 άλλες γλώσσες. Εν μέρει ντοκυμαντερ, τάραξε τα ήσυχα νερά της σύγχρονης γερμανικής κοινωνίας και όχι μόνο.
Ένας ηθοποιός, ο Oliver Masucci ως Adolf Hitler, έχοντας βάλει 26 κιλά για τις ανάγκες του ρόλου και με το ανάλογο μακιγιάζ, ξυπνά από λήθαργο 70 ετών στην κατοικημένη, τώρα, περιοχή, εκεί που ήταν το καταφύγιο του Hitler. Ένας άνεργος σκηνοθέτης, ο Fabian Sawatzki (Fabian Busch) θα τον ανακαλύψει και θεωρώντας ότι είναι η ευκαιρία της ζωής του, αποφασίζει να κάνει τηλεοπτική εκπομπή με αυτόν σαν θέμα. Για την εκπομπή θα επισκεφθεί μαζί του όλη την σύγχρονη Γερμανία από τον Βορρά ως το Νότο. Ο ένας έχει στόχο την εκπομπή που θα τον κάνει διάσημο, o δε άλλος επιδιώκει την σωτηρία και αναμόρφωση της Γερμανίας. Έτσι, φθανουν να συνομιλούν με Γερμανούς πολίτες όλων των τάξεων. Ο Fabian Sawatzki, νομίζει ότι έχει να κάνει με κάποιο που μιμείται τον Hitler, ο δε Oliver Masucci υπηρετεί την εκδοχή του “σκέψου και να ερχόταν πίσω”. Αυτή είναι η υπερβατική σύλληψη του συγγραφέα και του σκηνοθέτη. Για τις ανάγκες της ταινίας ο σκηνοθέτης David Wnendt κατέγραψε επίσης 300 ώρες κινηματογράφησης συνεντεύξεων.

Ο Oliver Masucci είναι εξαιρετικός και πειστικός στο ρολο του, αφοπλιστικός για τους θεατές, αλλά και για τους συνομιλούντες μαζί του. Λέγεται μάλιστα ότι είναι ο 120ος Ηitler που πέρασε από τις οθόνες μέχρι σήμερα! Εξαιρετικοί στο ρόλο τους και οι άλλοι ηθοποιοί. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τους πραγματικούς ηθοποιούς από τους μη, αφού και η ταινία η ίδια κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο κατασκευασμένο. Όμως εκτιμώ ότι έγινε πολύ έξυπνα και πετυχημένα, μια και ο στόχος της ήταν το “τι θα σήμαινε μία επιστροφή του Hitler στη Γερμανία”. Οι άνθρωποι που τον συναντούν εκπλήσσονται, θεωρούν ότι πρόκειται για κακόγουστο αστείο, πολλοί γελούν, τραβούν selfies μαζί του κι ελάχιστοι εξαγριώνονται.

Η ταινία προβλήθηκε την εποχή που μεγάλα κύματα προσφύγων έφθαναν στην Ευρώπη, όπως και στην Γερμανία, αναζητώντας άσυλο και μία καλύτερη ζωή. Γροθιά στο στομάχι δέχεται ο θεατής όταν ακούει και αντιλαμβάνεται τι σκέφτονται οι Γερμανοί για τους άλλους, όπως δηλαδή και για λαούς σαν εμάς. Η ανωτερότητα της φυλής τους είναι βαθιά ριζωμένη μέσα τους. Η υπεροχή αυτής της χώρας αναμφισβήτητη.

Το χειρότερο είναι όταν, μιλώντας ο επαναεμφανιζόμενος Hitler μαζί τους, ακόμη και σε σατυρικές εκπομπές, διαπιστώνεις ότι μετά τα γέλια, πολλοί δείχνουν να συμφωνούν μαζί του.
Είναι σαν να τους είπε αυτό που ήθελαν ν’ ακούσουν. Είναι γεγονός ότι πολλές δικτατορίες στηρίζονται σ’ αυτό. Όπως έλεγε και η Joan Didion, Αμερικανίδα συγγραφέας και αρθρογράφος, “επιλέγουμε ηγέτες που ξέρουν να μιλούν. Που μας χαϊδεύουν τα αυτιά και το εγώ μας. Ουσιαστικά είμαστε εμείς δια του στόματος των.” 

Ενώ θα γελάσετε αρχικά, σιγά σιγά θα ξεβολευτείτε μέχρι που θα αρχίσετε να ανησυχείτε με το τι συμβαίνει. Οι μελετητές της γερμανικής κοινωνίας λένε ότι κάποια γεγονότα αθώα, όπως ποδοσφαιρικές συναντήσεις και διεθνείς αγώνες, φέρνουν στο προσκήνιο βαθιά κρυμμένα "πιστεύω", ενίοτε επικίνδυνα. Συσπειρώνονται πίσω από το “εμείς” απέναντι στο “οι άλλοι” και ένα θέμα απλό μεταμορφώνεται από τις μάζες σε αχαλίνωτο δήθεν πατριωτισμό. Τότε ‘βγαίνουν’, εκτός από ‘τα νύχια’ και τα μαχαίρια.

Αλλ δεν είναι μόνο η Γερμανία. Η μετακίνηση πληθυσμών ταρακούνησε την ήσυχη φαινομενικά και ταχτοποιημένη ζωή μας. Με το που τίθεται το θέμα 'δίνω χώρο και στον άλλον', ξεπηδούν μέσα μας φόβοι, συμφέροντα, εγωισμοί, κυριαρχικές τάσεις, επιθετικότητα, συσπειρώσεις, καταγγελίες, βία.  Αμφιβάλλετε; Βλέποντας την ταινία θα πεισθείτε εύκολα για το τι συμβαίνει. Εξάλλου, η ταινία προείπε αυτό που οι μετέπειτα γνωστές εξελίξεις έφεραν στην Ευρώπη.

Σκηνοθέτης: David Wnendt
Σενάριο: Johannes Boss, Minna Fischgartl, Timur Vermes, David Wnendt,
Συγγραφέας του βιβλίου Adolf Hitler στο οποίο βασίσθηκε η ταινία: Timur Vermes 
Φωτογραφία: Hanno Lentz:
Μουσική: Enis Rotthoff
Editing: Hans Funck

Ηθοποιοί
Oliver Masucci: Adolf Hitler
Fabian Busch Fabian Sawatzki
Katja Riemann: Katja Bellini
Fred Aaron Blake: ιδιοκτήτης σκύλων
Franziska Wulf Franziska Krömeier 
Michael Kessler: Michael Witzigmann
Thomas Thieme:  Senderchef Kärrner
Michael Ostrowski: Rico Mancello
Lars Rudolph: Ιδιοκτήτης Περίπτερου
Ramona Kunze-Libnow Mutter Sawatzki
Gudrun Ritter Oma Krömeier
Stephan Grossmann Staatsanwalt Göttlicher
Christoph Maria Herbst: Christoph Sensenbrink
Bernardo Arias Porras

25 Οκτωβρίου 2017

The Meyerowitz Stories (Netflix) - 2017

Τα πρόσωπα της ιστορίας, η ταινία: Ένας ισχυρογνώμων εγωκεντρικός μπαμπάς, o Harold, τρία παιδιά, ο Dannny και η Jean ετεροθαλή αδέλφια με τον Matthew, μία νεαρή, η Eliza κόρη του Danny, και η Maureen, τέταρτη σύζυγος του μπαμπά και μητριά των τριών, προσπαθούν να βρουν τις άκρες τους, να κλείσουν πληγές και να συνυπάρξουν.Οι σχέσεις μεταξύ τους ανύπαρκτες έως εχθρικές. Μια και ο μπαμπάς έχει φανερή αδυνα-μία και απροκάλυπτο θαυμασμό προς το ένα εκ των τριών παιδιών του και αδιαφορία, θα έλεγα αναισθησία, για τους γύρω του. Ένα γεγονός θα τους φέρει γρήγορα σε αυτό που αργούσε τόσα χρόνια, να βρουν ο ένας τον άλλον, τα αίτια της αποξένωσής τους, των πληγών τους.

Θα περίμενε κανείς να είναι βαριά και καταθλιπτική η ταινία καθώς το θέμα της μας θυμίζει την νέα μορφή οικογένειας που δυστυχώς ήδη έφθασε και στα μέρη μας. Δύο ή τρεις γάμοι, παιδιά από μία ή δύο μητέρες συγκατοικούν, αποκόβονται, συναντιούνται περιστασιακά, μεγαλώνουν ή γερνούν, ξένοι ενίοτε εχθροί, διεκδικητές του κοινού πατέρα ή μητέρας. Το σπίτι σημείο αναφοράς δικαίωμα ή μη στην κατοχή και οικειο-ποίηση του.

Οι ηθοποιοί Adam Sandler(Danny), Ben Stiller (Matthew), Dustin Hoffman (Harold), Emma Thompson (Maureen), με κωμικές υπερβολές αλλά με εξαι-ρετική υποκριτική ικανότητα σε καλούν μέσα από το γέλιο να κοιτάξεις μέσα σου και γύρω σου. Να αναρωτηθείς για την δική σου οικογένεια, αυτήν που άφησες αυτήν που δημιούργησες. Ποιους η νέα σου επιλογή τραυμάτισε. Τι συμβαίνει αν τόσο πολύ προσέχεις τον εαυτό σου που ξεχνάς τα παιδιά σου και τις ανάγκες τους. Γρήγορα θα απαντήσεις, μα αυτός, ο κ Meyerowitz (Dustin Hoffman) ήταν καλλιτέχνης, άνδρας, Αμερικανός. Δεν συμβαίνουν εδώ αυτά. Σαν την Ελληνική οικογένεια δεν έχει. Εγώ είμαι μία απλή μάνα ένας μεροκα-ματιάρης πατέρας. Γεγονός είναι ότι θα υπερασπίσεις τον εαυτό σου μια και σου θυμίζει, αν είσαι γονιός, τις ευθύνες σου απέναντι στα παιδιά σου, κι αν δεν είσαι γονιός, είσαι το παιδί κάποιων γονιών. Λιγότερη δουλειά το να κοιτάς μόνο πίσω στην δεύτερη περίπτωση.

Έξυπνο σενάριο, γρήγορο, ευρηματικό, ζωντανεύει με εξαιρετικές ερμηνείες όπως ανέφερα. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιον ή κάποια, στο ρόλο τους, αξιολάτρευτοι όλοι. Διακριτική ως έπρεπε η μουσική του Randy Newman. Η ταινία είχε τέτοια δομή που έδινε την αίσθηση ότι κρατάς ένα βιβλίο και περνάς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, το καθένα αφιερωμένο στους χαρακτήρες του. Τα εύσημα για αυτό σε σκηνοθέτη και editor. Noah Baumbach και Jennifer Lame.

Μας είχε προετοιμάσει ο Noah Baumbach με το The Squid and the Whale και αργότερα με το Μargot at the Wedding; ότι τον ενδιαφέρoυν οι ενδοοικο-γενειακές σχέσεις, τις οποίες, όπως δηλώνει, τις διακωμωδεί μέχρι την λύτρωση, τη δική του και τη δική μας: (Συνέντευξη: Lethem, Jonathan 'Noah Baumbach', BOMB Magazine, Fall, 2005)  
“Μερικές φορές, όταν σκέφτομαι όλη την εμπειρία αυτού, αρχίζει να γίνεται αστείο, μέσα σε ένα αστείο, μέσα σε ένα αστείο. Η ταινία δεν εμπνέεται μόνο από την παιδική μου ηλικία και το διαζύγιο των γονιών μου, αλλά ήταν επίσης το πρώτο σενάριο που δεν έδειξα στους γονείς μου ενώ εργαζό-μουν σε αυτήν. Δεν θέλω να τους προστατεύσω από τίποτα. Απλώς ήθελα να διατηρήσω τη δική μου εμπειρία.”
Αν αφαιρέσεις κάποιες σκηνές όπου παρουσιάζεται το εξεζητημένο φιλμάκι της εγγονής του κ Meyerrowitz, Eliza(Grace Van Patten), μια παρατραβηγμένη θα έλεγα εκδοχή των νέων αναζητήσεων των νεαρών καλλιτεχνών, η θέαση της ταινίας είναι μια αφορμή να πάει όλη η οικογένεια μαζί στο κινηματογράφο.

Σκηνοθέτης:Noah Baumbach
Σενάριο:Noah Baumbach
Φωτογραφία:Robbie Ryan
Μουσική:Randy Newman
Editor:Jennifer Lame
Ηθοποιοί
Adam Sandler: Danny Meyerowitz,
Ben Stiller: Matthew Meyerowitz, 
Dustin Hoffman: Harold Meyerowitz
Elizabeth Marvel: Jean Meyerowitz
Emma Thompson: Maureen η τέταρτη και νυν σύζυγος του Harold
Grace Van Patten: Eliza, εγγονή του Meyerowitz
Candice Bergen: Julia, 3η σύζυγος  του Harold μητέρα του Matthew
Rebecca Miller: Loretta Shapiro
Judd Hirsch: L.J. Shapiro,καλλιτέχνης φίλος του Harold
Sigourney Weaver: ο εαυτός της.

19 Οκτωβρίου 2017

Victoria and Abdul ( 2017)

Το να είσαι γυναίκα, λευκή, ηλικιωμένη και να συναναστρέφεσαι άνδρα, άλλου χρώματος και επιπλέον νέο, είναι μία φορά παράξενο, δύσκολο έως ακατόρθωτο στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες. Το να είσαι βασίλισσα και μάλιστα του 19ου αι μοιάζει σχεδόν με παραμύθι.
Και όμως, παρ όλο που έγινε βίαιη και συστηματική εξαφάνιση των αποδεικτικών στοιχείων αυτής της ιδιαίτερης σχέσης, η Shrabani Basu με το ομότιτλο βιβλίο της μετά,από μακροχρόνια έρευνα, την αποκάλυψε και εξιστόρισε.

Τώρα, γιατί ο Stephen Frears επιμένει να ασχολείται με την βασιλική οικογένεια είναι άξιο απορίας. Το λέω γιατί γι αυτόν τον σκηνοθέτη είχα προσδοκίες. Απέδειξε όμως με τις τελευταίες του ταινίες ότι μόνο επιδερμικά αγγίζει τα θέματά του και τα καθιστά εύπεπτα για το ευρύ κοινό, Plilomena(2013) The Queen(2006), Florence Foster Jenkins(2016).

Για όσους δεν γνωρίζουν την ιστορία της ταινιάς: Για τον εορτασμό των 50 χρόνων βασιλείας της βασίλισσας Βικτωρίας μεταβαίνουν δύο Ινδοί για να της προσφέρουν ένα νόμισμα ως δώρο και ένδειξη εκτίμησης και σεβασμού προς το πρόσωπό της. Μην ξεχνάμε ότι η Ινδία ήταν μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας μετά την κατάπαυση της ανταρσίας. Η βασίλισσα εντυπωσιάζεται από τα μάτια και εμφάνιση αρχικά του Abdul, ενός εκ των δύο Ινδών, και από την στιγμή εκείνη ξεκινά η προσωπική τους σχέση. Η θέση του Abdul διαρκώς αναβαθμίζεται, ο άμεσος βρετανικός κύκλος της προσβάλλεται, αναταράζεται και δυσανασχετεί, έως που επαναστατεί και δολοπλοκεί για την απομάκρυνση του. Ο Αbdul παραμένει μέχρι τον θάνατό της ο έμπιστός της, ο δάσκαλος της, ο Μούνσι όπως τον αποκαλεί και επιβάλει. Βίαια εκδιώκεται αυτός και η οικογένεια του, που εν τω μεταξύ είχε κληθεί, μετά από διαταγή της Βικτώριας, και εγκαταστάθηκε σε οίκημα εντός του παλατιού προς μεγάλη δυσφορία και αγανάκτηση όλων. Ήταν πράξεις αδιανόητες για την νοοτροπία και τα ήθη όχι μόνο των μελών της Αυλής αλλά και του υπηρετικού προσωπικού.

Η ταινία, παρ όλη την λαμπρή και αβίαστη ερμηνεία της Judi Dench ως Βικτώρια, την καλή παρουσία του Ali Fazal ως Abdul Κarim, και την θεατρικότητα της αγγλικής σχολής με την οποία οι διαλεγμένοι ηθοποιοί απέδωσαν τους ανθρώπους του παλατιού, παραμένει μέτρια. Η καρτουνίστικη προσέγγιση των χαρακτήρων δεν βοήθησε γιατί δεν είχε συνέπεια. Ήταν έντονη μέχρι τη μέση της ταινίας και κατόπιν εμφανιζόταν επιλεκτικά, προς ελάφρυνση της βαρύτητας του θέματος που προέκυπτε κάνοντας τον θεατή να γελά.
Ανάλαφρη θα την έλεγα και αξιαγάπητη ιδιαίτερα από κοινό που το γοητεύουν οι ιστορίες των βασιλικών θρόνων χωρίς ιδιαίτερη εμβάθυνση και σύνδεση των διαδραματιζομένων με ιστορικά και πολιτικά γεγονότα.

Ο κινηματογράφος δεν είναι αθώος. Απευθυνόμενος σε αυτούς και κυρίως αυτές (ήταν γυναίκες οι περισσότερες μέσα στην αίθουσα προβολής), χαλάρωσε, χάιδεψε και αποσιώπησε τεχνηέντως. Δεν μου αρκεί η σύντομη μαρτυρία, σχολιασμοί του Mohammed (Adeel Akhtar) του Ινδού που ήρθε στην Αγγλία μαζί με τον Abdul για τον ίδιο σκοπό, αλλά μην έχοντας την εμφάνιση του συμπατριώτη του δεν δέχτηκε την προτίμηση της βασίλισσας και έτσι υπηρετούσε σε κατώτερες θέσεις, τόσο που κατέληξε υπηρέτης του Abdul. Ήταν ελάχιστη και μάλιστα γραφική. Τους θυμίζω μια και εκστασιασμένες εξήλθαν ποια ήταν η Βικτώρια αν το ξεχάσαν ή δεν το γνώριζαν.

Η βασίλισσα που επί της βασιλείας της εξαπλώθηκε η βρετανική αυτοκρατορεία σε τέτοιο μέγεθος που όπως λεγόταν «ο ήλιος δεν έδυε ποτέ», παραχωρήθηκε το Hong Kong στην Βρετανία μετά την ήττα της Κίνας, στον πόλεμο του Οπίου, ήταν η αιτία του 4ετούς λιμού της Ιρλανδίας, εξ ού και ο χαρακτηρισμός της ως «βασίλισσα του λιμού». Απέκλεισε το λιμάνι του Πειραιά με τεράστια ζημιά για το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος δήθεν για τα συμφέροντα ενός άγγλου πολίτη. «Χάρισε» την Ζάκυνθο στην Ελλάδα κατά την ενθρόνιση του συγγενούς της, μονάρχη της Ελλάδας Γεωργίου με αντάλλαγμα την υποστήριξη του προς τα συμφέροντα των Άγγλων στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο. Πήρε ως δώρο, για την συμμετοχή της και υποστήριξη της Τουρκίας στο Ρώσοτουρκικό πόλεμο, τη Κύπρο. Τι είναι ένα νησί;Το παίρνεις και το δίνεις.  Προέτρεψε την εμπλοκή της Βρετανίας στον πόλεμο των Boeren. 

Πόσο να με ικανοποιήσει η ταινία αν είχε καλή μουσική, Τhomas Newman, μοντάζ, Melanie Ann Oliver, φωτογραφία, Danny Cohen, απόδοση ενδυμασίας, Consolata Boyle, εθιμοτυπικών, σκηνικών εποχής, Sarah Finlay, Adam Squires; Πόσο να με ικανοποιήσει αν κατά την ταινία η βασίλισσα αποδεικνύεται προοδευτικότερη της Αυλής της σε θέματα καταγωγής, τάξης; Ήταν τολμηρή σε κάτι που της έδινε ευχαρίστηση. Δεν ήταν (και είναι ιστορικά αποδεδειγμένο) τολμηρή και οικουμενική σε ότι αφορά την αμφισβήτηση και μόνο των συμφερόντων της αυτοκρατορείας, πόσο μάλλον για κατάργηση κεκτημένων.
Μα δεν έκανε το πορτραίτο της Βικτώριας, θα ισχυριζόνταν κάποιος. Ακόμη κι αν είναι έτσι, γιατί δεν κράτησε την αρχική προσέγγιση, αυτή της διακωμώδησης;

Θα ήταν τουλάχιστον δίκαιο. Στο παρελθόν, ομόεθνοι του όπως ο David Lean, κατέδειξαν εξ απαλών ονύχων πάντοτε, με πολύ βρετανικό τρόπο, πολύ περισσότερα θέματα σε ότι αφορά την βρετανική παρουσία στις Ινδίες και την σχέση Άγγλων Ινδών, o λόγος για τη μη πολιτική ταινία «Α Passage to India».

Σκηνοθέτης: Stephen Frears
Σενάριο: Lee Hall
Συγγραφέας ,βιβλίο: Shrabani Basu, Victoria and Abdul
Φωτογραφια: Danny Cohen
Μουσική: Thomas Newman
Editing: Melani Ann Oliver
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Sarah Finlay, Adam Sqires
Ενδυματολόγος: Consolata Boyle
Ηθοποιοί
Judi Dench: Queen Victoria
Ali Fazal: Abdul Karim
Eddie Izzard: Bertie
Tim Pigott-Smith: Sir Henry Ponsonby
Adeel Akhtar: Mohammed
Simon Callow: Puccini
Michael Gambon: Λόρδος Salisbury
Julian Wadham: Alick Yorke
Olivia Williams: Jane Spencer, Βαρώνη Churchill
Fenella Woolgar: Δεσποινίς Phipps
Jonathan Harden: The Kaiser
Paul Higgins: Sir James Reid, γιατρός της Βασίλισσας

27 Σεπτεμβρίου 2017

King Arthur: Legend of the Sword - 2017

Είδα τους δύο King Arthur σε μία μέρα, ενώ τους χωρίζουν 13 έτη και 1500 περίπου από αυτό που ήταν, αν ήταν, σύμφωνα με την μία εκδοχή ή δεν ήταν, με την άλλη. Για όσους δεν γνωρίζουν:

O Αρθούρος (ουαλικά: Y Brenin Arthur, αγγλικά; King Arthur), ο μυθικός βασιλιάς της Ουαλίας είναι ένα πρόσωπο αμφίβολης ιστορικής αυθεντικότητας, του 6ου αιώνα μ.Χ., πάνω στο οποίο συγκεντρώνονται τα αρχετυπικά ιδανικά της βρετανικής μοναρχίας, που συμβολίζεται από την ένωση του λευκού και του κόκκινου τριαντάφυλλου. Κατά τη παράδοση ήταν γιος της Ιγκράιν και του Ούθερ Πεντραγκον, αρχηγού των Βρετανών

Ο μεν ένας, ο Antoine Fuqua, το 2014 σκηνοθέτησε ένα επικό δράμα από αυτά που έχουμε συνηθίσει. Ήρωες, μάχες, αίγλη, οι κακοί και οι καλοί, έβαλε κι έναν έρωτα και στο τέλος αναγνώρισαν ένα βασιλιά για να τους βγάλει από την ανυπαρξία να τους δώσει πατρίδα.

Ο δε άλλος, ο Guy Ritchie, πήρε έναν μύθο έτσι τον θεώρησε και με τον τρόπο που ξέρει και τον αφηγήθηκε σαν να είναι ο έφηβος του 21ου αι.
Μύθος και πραγματικότητα προσαρμόστηκαν και ειπώθηκαν με παρούσες προσλαμβάνουσες.

Οι διάλογοι με φράσεις, ατάκες, λεκτικές ή σωματικές εκφράσεις μιας σύγχρονης κοινωνίας, τα τέρατα και οι σκοτεινοί χώροι προϊόντα οργιώδους φαντασίας αποδόθηκαν με πολλή τέχνη, με τις δυνατότητες της υπάρχουσας τεχνολογίας και εννοείται αρκετό χρήμα, Αν κρίνω από τον προϋπολογισμό που ήταν $175 εκατ.

Δεν σ’ αφήνει να εγκαταλείψεις την οθόνη. Το νευρικό μοντάζ, έως κουραστικό, μαζί με την υπέροχη μουσική του Daniel Pemberton, ίσως ένα από τα καλύτερα soundtracks, σε συναρπάζουν. Μου άρεσε η ηθοποιία του Charlie Hunnam ως King Arthur, αλλά μέτρια του Jude Law. Καλοί, αλλά όχι κάτι ξεχωριστό οι υπόλοιποι.

Οι γυναίκες ανύπαρκτες, αλλά εκείνη την εποχή τι άλλο ρόλο θα μπορούσαν να παίξουν εκτός από αυτό της μάγισσας και αυτό σε περίπτωση που ήταν ξεχωριστές. Ξεχώριζε η Àstrid Bergès-Frisbey ως Mage με τον δικό της διακριτικό τρόπο.

Δεν θα έλεγα το ίδιο και για την Keira Knightley ως Guinevere. Πείστηκα ότι η κυρία δεν είναι ηθοποιός. Η συχωρεμένη, η Αλίκη μας, καλύτερη. Αυτή η νέα εκδοχή του King Arthur ξεπέρασε πολλούς  παλαιότερους και καινοτόμησε. Στους ιππότες, αν τους ονομάσουμε έτσι, περισσότερο προς gang έφερναν οι συνεργάτες του Arthur, προστέθηκαν κι άλλες φυλές, περίεργο για την εποχή, αλλά και ποιος το αποκλείει;

Βέβαια, αφήνοντας την οθόνη και το 2004, κυρίως το 2017 αναρωτιέσαι αν υπήρξε ο Αρθούρος, κι αν ναι, τι ακριβώς ήταν. Ο Antoine Fuqua επιχείρησε να το απαντήσει και γύρω από μία ιστορικά γνωστή μάχη. Οι ιστορικοί κατάφεραν να αναγνωρίσουν δύο από τις μάχες (Chester, Νότια Σκωτία) περίπου στο 450 μ.Χ., αλλά τα Χρονικά τοποθετούν την τελευταία μάχη (σύγκρουση του Camlann) στο 539 μ.Χ. (ή 537 κατά μία άλλη εκδοχή), τον μύθο και τον ήρωα

O Guy Ritchie αποφάσισε να προβάλλει τον χαρακτήρα του Arthur περισσότερο, την γενναιότητα, την λογική του, το αίσθημα δικαίου, την ομαδικότητα, σε αυτή που ανατράφηκε και την υιοθέτησε, τις αρχές του. Τον χαρακτήρα αυτόν που υφάνθηκε ανά τους αιώνες, αλλά μας κάλεσε να τον δούμε με σύγχρονα μάτια.
Στον θρύλο και μύθο τα υπαρκτά θεριά και το κακό, ως πειρασμός, ως συστατικό των κοινωνιών καλούνται οι ήρωες να αντιμετωπίσουν. Για να γίνει δε περισσότερο σημαντικός ο αγώνας, πιο δύσκολος, τα εμπόδια και οι θυσίες ανυπέρβλητα για καλομαθημένους θεατές ακροατές και αναγνώστες πήραν την μορφή σκότους, μάγων, φανταστικών τεράτων ,ανύπαρκτων ζώων.

Τον μύθο το CGI στην ταινία του Guy Ritchie τον απέδωσε ικανοποιητικά. Ο King Arthur πάλεψε με φανταστικά, τρομακτικά όντα ,αυτά,που στην ταινία του Antoine Fuqua ήταν διαπλοκές, κυνήγι εξουσίας, άγριες συνθήκες διαβίωσης, αγριότητες και φρικαλεότητες συναλλαγές πάνω και κάτω από το τραπέζι, κυνήγι αλλόθρησκων, εγκλήματα στο όνομα του Θεού. Όμως τι υπέροχο ένα δίωρο θέασης να σου δίνει τόση πληροφορία και προβληματισμό όταν μάλιστα δεν ανήκουν σε αυτό που αποκαλούμε εκπαιδευτικό υλικό.

Δεν ήταν έργο των Monty Python, όμως διέκρινα τον σαρκασμό στον Guy Guy Ritchie. Ό,τι  ήθελε να πει το είπε κι εμείς αν θέλαμε το ακούσαμε και είδαμε. Μας κάλεσε σε ένα παιχνίδι μύθου και ιστορίας, ακριβό αλλά γοητευτικό. Εξάλλου, οι εποχές αλλάζουν και ο λόγος δεν φθάνει. Απαραίτητη η εικόνα και η υπερβολή, ακόμη κι αν δεν μας αρέσει.

Σκηνοθέτης: Guy Ritchie
Σενάριο: Joby Harold, Guy Ritchie, Lionel Wigram
Φωτογραφία: John Mathieson
Μουσική: Daniel Pemberton
Editing: James Herbert

Ηθοποιοί
Aidan Gillen: Goosefat Bill
Kingsley Ben-Adir: Sir Tristan "Wet Stick"
Tom Wu: Sir George
Neil Maskell: Back Lack
Freddie Fox: Rubio
Mikael Persbrandt: Greybeard

24 Μαΐου 2017

Το Κοινόβιο (Kollektivet, The Commune) - 2016

Βρισκόμαστε στη Δανία, αρχές του 70, ένα ζευγάρι ο Erik (Ulrich Thomsen) η Anna(Trine Dyrholm) και η έφηβη κόρη τους Freja (Martha Sofie Wallstrom Hansen) κληρονομούν ένα μεγάλο σπίτι, το πατρικό του. Αποφασίζουν να ζήσουν σε αυτό και με την προτροπή της Αnna να το μετατρέψουν σε κοινόβιο προκειμένου να καλύψουν τα έξοδα και να τονώσουν την σχέση  τους που εξαιτίας του χρόνου έχει χάσει το αρχικό της ενδιαφέρον. Έτσι καλούν για να συγκατοικήσουν φίλους αλλά κι αγνώστους.
Φιλία αγάπη και αλληλεγγύη επικρατεί σε αυτό το κοινόβιο μέχρι που ένας έρωτας θα διαταράξει την ατμόσφαιρα.
Προσωπικές εμπειρίες του σκηνοθέτη Thomas Vinterberg που συνυπογράφει το σενάριο μαζί με τον Tobias Lindholm, λένε οι συνοδευτικές πληροφορίες της ταινίας, ήταν και η αρχική ιδέα.
Για μας άγνωστος ο τρόπος συμβίωσης, απ ότι τουλάχιστον γνωρίζω.
Η Σκανδιναβία και η ιδιαίτερα η Δανία είχαν πρωτοπορήσει σε ένα αντισυμβατικό τρόπο ζωής σε πολλούς τομείς όπως κοινόβια, εκπαίδευση με όρους και ύλη καθ’ υπαγόρευση της ομάδας που ιδρύει το σχολείο κα.
Είχε προκαλέσει ταραχή και προβληματισμό η πρώτη φορά που άκουσα και συνομίλησα αρχές της δεκαετίας του 80 με ανθρώπους που βίωσαν ή βίωναν παρόμοια εμπειρία.
Η ταινία κυλάει σταθερά και δεμένα με την βοήθεια ενός καλοδουλεμένου σεναρίου, ενός σκηνοθέτη που ξέρει τι θέλει και έχει υπό τον έλεγχο την εξέλιξη της. Οι εξαιρετικά καλές ερμηνείες, ένας ακόμη λόγος για να μην εξελιχθεί σε ένα δακρύβρεχτο δράμα.
Παρ’ ότι δεν εστιάζει για πολύ στις πτυχές και χαρακτηριστικά, δυσκολίες και τα θετικά ενός κοινοβίου, κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον της θέασης. Πολύ πριν το μέσον της ταινίας το κέντρο βάρος της μετατοπίζεται από το κοινόβιο στο ζευγάρι και την πιθανή διάσωσή του όταν αυτό γίνεται τρίγωνο.
Έντονος ο προβληματισμός εντός του κοινοβίου αλλά κι αυτός του θεατή. Σώζεται και τι;
Τι μας κρατάει μαζί και τι είναι ο άλλος, ή άλλη; Τι θέλουμε από αυτόν ή αυτούς; Η συμβίωση και οι όροι της.
Δεν τα απαντά. Τα ερωτήματα τίθενται και καταγράφονται. Ένα μικρό παράθυρο ανοίγει στην δεκαετία που υιοθέτησε την μη συμβατικότητα στην χώρα του ο Thomas Vinterberg. Η αντισυμβατικότητα της Δανίας φαίνεται στα νούμερα.Το 50% των παιδιών που γεννιούνται είναι από μη συνηθισμένες για μας μορφές γάμου. Ο δε αριθμός των παντρεμένων ανά χίλιους κατοίκους, για το 2012 τουλάχιστον, ήταν 5.1 από το 7.1 του 2000. Τα δε διαζύγια σταθεροποιήθηκαν στο 42.7%
Καταθέτω ένα μικρό δείγμα για την κατανόηση της ταινίας δεν κάνω κοινωνική ανάλυση.
Ευτυχώς ο κινηματογράφος, περισσότερο κατά την γνώμη μου από τις άλλες τέχνες, μας εξοικειώνει με τους άλλους πολιτισμούς και ίσως βοηθά να είμαστε αυστηρότεροι στην ματιά μας προς εμάς.
Επανέρχομαι στην ταινία. Θα σας κρατήσει μαζί της ως το τέλος, θα σας θυμίσει την Οικογενειακή Γιορτή του ίδιου του σκηνοθέτη, σε ότι αφορά τον προβληματισμό του τι είναι οικογένεια. Μόνο που δεν είναι σκληρή σαν εκείνη.
Μία εξαιρετική δουλειά, απ όλους τους συντελεστές, φωτογραφία, μοντάζ, μουσική, τελειώνει αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση στο τέλος.
Δεν χαϊδεύει αλλά τέρπει όπως το καλό σινεμά.

Σκηνοθέτης: Thomas Vinterberg
Σενάριο: Thomas Vinterberg,Tobias Lindholm
Φωτογραφία: Jesper Toffner
Μουσική: Fonsmerkies
Editing: Janus Billeskov,Jansen,Anne Osterud
Ηθοποιοί:
Ulrich Thomsen: Erik
Trine Dyrholm: Anna
 Fares Fares: Allon
Julie Agnete Vang: Mona
 Lars Ranthe: Ole 
Helene Reingaard Neumann: Emma
Martha Sofie Wallstrom Hansen: Freja
Magnus Millang: Steffen
Anne Gry Henningsen: Ditte
Sebastian Gronnegaard Milbrat: Vilads