21 Μαρτίου 2018

Αόρατη Κλωστή (Phantom Thread) - 2017


Λονδίνο δεκαετία του 50. O Reynolds Woodcock (Daniel Day-Lewis) είναι γνωστός και ακριβοπληρωμένος σχεδιαστής ρούχων για την υψηλή κοινωνία, του οποίου η ταπεινή ζωή διαταράσσεται από μια νεαρή, δυναμική γυναίκα, την Alma (Vicky Krieps), που γίνεται η μούσα και σύντροφός του.
Αυτή είναι η Phantom Thread, η πολυαναμενόμενη και πολυσυζητημένη ταινία του Paul Thomas Anderson. Οι χαρακτηρισμοί ίσως για τον πρωταγωνιστή, που δήλωσε ότι θα είναι το κύκνειο άσμα του προς μεγάλη λύπη των απανταχού θαυμαστών του.
Κι έχουμε λύπη μια και ήταν μία ακόμη εξαιρετική ερμηνεία του μεγάλου ηθοποιού, που παλιώνει και ευχαριστεί σαν το πολύχρονο καλό κρασί.
Αυτή την φορά είχε μαζί του την εξαιρετική και πολλά υποσχόμενη  ηθοποιό Vicky Krieps.

Η ταινία, ενώ θα μπορούσε να είναι ένα ακόμη δράμα οιδιποδείου τύπου, κατόρθωσε ο σκηνοθέτης, μέσα από εξαιρετικές ερμηνείες, φωτογραφία (βασικά το ρόλο του διευθυντού κινηματογραφίας ανέλαβε ο ίδιος ο Paul Thomas Anderson, αλλά δεν δέχτηκε επίσημα να του αποδοθεί το credit) και τη μουσική του Jonny Greenwood, να κάνει μία αξιοθαύμαστη ταινία. Η φωτογραφία μπόρεσε να τον αποδώσει, και ο ασφυκτικός 5όροφος χώρος, το ατελιέ, να εσωκλείσει και εμάς.
Η σιωπή των μοδιστρών κάτω από το αυστηρό βλέμμα της αδελφής του μόδιστρου, Cyril (Lesley Manville) και τις ανείπωτες αλλά αυτονόητες γι αυτές απαιτήσεις του δημιουργού, να μας πείσουν για το αυστηρά προκαθορισμένο περιβάλλον. Λέγεται ότι οι κυρίες του εργαστηρίου ήταν αληθινές μοδίστρες και όχι κομπάρσοι.

Διαβάζοντας την συνέντευξη της Vicky Krieps, εντυπωσιάζομαι με το μέγεθος της λεπτομέρειας της ταινίας. Δεν τον είχε συναντήσει από πριν για να είναι πραγματικά αληθοφανής όσο το δυνατόν περισσότερο η πρώτη τους συνάντηση, και να αιχμαλωτίσει ο φωτογράφος τη λάμψη της ματιάς τους στο αντίκρυσμα του έρωτα. Έρωτας που μέχρι σε ένα σημείο καθορίζεται από τον άνδρα. Έναν άνδρα, που η σχέση με την μάνα του, και στη συνέχεια με την αδελφή του, τον κρατουν έρμαιο του φαντάσματος της πρώτης και της επιβολής της δεύτερης. Μέσα σε τέτοιους δεσμούς αναπτύσσεται ο καλλιτέχνης αλλά και η δυστροπία του χαρακτήρα του.Τώρα, αν αυτά είναι συννυφασμένα μεταξύ τους, οι ειδικοί μπορούν να το απαντήσουν.

Η λατρεία έως υποταγή στην τελειότητα θα μπορούσε να είναι ένας λόγος στο αδιαπραγμάτευτο, στην ποιότητα ζωής, διαμονής, διατροφής. Ένας νάρκισσος, που ενώ τον έλκει η φυσική και ακατέργαστη ομορφιά, δεν μπαίνει ως Πυγμαλίων στον κόπο να την σμιλεύσει. Απλά απαιτεί. Απαιτεί συμπεριφορές και στάσεις, επιλογές και αποτέλεσμα. Αυτός επιθυμεί, διαλέγει, περιφρονεί, αγνοεί, προσβάλλει χωρίς επίγνωση του άλλου, ακόμη κι αν είναι άνθρωπος ή ο έρωτας.
Οι μούσες αφήνεται να εννοηθεί ότι έχουν ημερομηνία λήξης. Ακυρώνονται όταν αυτός κουρασθεί, βαρεθεί, εκνευριστεί.
Όμως τ' αγρίμια, παράδειγμα η Alma, όταν ερωτεύονται έχουν δικούς τους νόμους και τεχνικές να διεκδικήσουν το ποθητό. Επιστρατεύουν αυτό που ξέρουν καλά, μάχη μέχρι τελικής πτώσεως ή παραδόσεως. Η αγάπη της και οι μη σμιλευμένοι τρόποι της, η ατίθαση και ανυπότακτη φύση της θα δώσουν την λύση.

Ο Mark Kermode της εφημερίδας Guardian αναφερόμενος στον τίτλο λέει: “Όσο για την ‘Αόρατη Κλωστή’ του τίτλου, η φράση προφανώς αναφέρεται στα αόρατα νήματα που στοιχειώνουν τις ράπτριες, μια και τα εξαντλημένα δάκτυλά τους επαναλαμβάνουν υποχρεωτικά κινήσεις ραψίματος πολύ καιρό μετά την εργασία τους. Αλλά θα μπορούσε επίσης να επικαλεστεί κανείς την μπούκλα των μαλλιών της μητέρας του, που ο Reynolds έχει ραμμένο στον καμβά του παλτού του, κρατώντας την πάντα κοντά στην καρδιά του. Του δίδαξε την τέχνη του σε ηλικία μόλις 16 ετών, κι εκείνος δημιούργησε ένα γαμήλιο φόρεμα για αυτήν. Πρόκειται για ένα καθήκον που ο Reynolds φαίνεται να έχει επαναλάβει από τότε - κάνοντας φορέματα κατάλληλα για τη μητέρα του, περιμένοντας κάποιον να τα γεμίσει και να πάρει τη θέση της."  Θα μπορούσε να είναι η παράγραφος αυτή και το κλειδί που θα ανοίξει τη ταινία.

Αυστηρότητα, αυταρχισμός, πειθαρχία, αψεγάδιαστη δημιουργία, η αναμφισβήτητη υπεροχή του άνδρα, το οιδιπόδειο, ο έρωτας, το ρομάντζο, το δράμα, χωρίς εσένα αλλά και με σένα, τα μάγια και οι αστικές υπερβολές, κενότητα και ματαιοδοξία, υστερία, όλα αυτά θα μπορούσαν να αποδοθούν στη ταινία. Είναι όμως ένας κόσμος μετά το πόλεμο, που αφορά μια συγκεκριμένη τάξη, όπως οι περισσότερες ταινίες εποχής, είτε σου αρέσει είτε όχι. Ο Paul Thomas Anderson περιγράφει κι εσύ διαλέγεις. Φροντίζει όμως να σου αρέσει.

Σκηνοθέτης: Paul Thomas Anderson
Σενάριο: Paul Thomas Anderson
Μουσική: Jonny Greenwood
Editing: Dylan Tichenor
Φωτογραφία: Paul Thomas Anderson
Ηθοποιοί
Daniel Day-Lewis: Reynolds Woodcock
Lesley Manville: Cyril Woodcock
Vicky Krieps: Alma Elson
Camilla Rutherford: Johanna
Gina McKee: Κόμησσα Henrietta Harding
Brian Gleeson: Γιατρός Robert Hardy
Harriet Sansom Harris: Barbara Rose
Luiza Richter: Πριγκίπισσα Mona Braganza
Julia Davis: Σύζυγος Λόρδου Baltimore
Nicholas Mander: Λόρδος Baltimore
Philip Franks: Peter Martin
Phyllis MacMahon: Tippy
Silas Carson: Rubio Gurrerro
Richard Graham: George Riley
Martin Dew: John Evans
Ian Harrod: The Registrar
Jane Perry: Mr. Vaughan

7 Μαρτίου 2018

Η μορφή του νερού (The Shape of Water) - 2017


Περίμενα την απονομή των Oscar και φυσικά η ταινία «Η μορφή του νερού» του Guillermo del Toro πήρε το αγαλματίδιο πολλαπλώς.
Για να είμαι ειλικρινής κι εγώ άφησα την οθόνη εκστασιασμένη. Καθώς όμως ο χρόνος κυλούσε, διαπίστωσα ότι λειτουργούσε εις βάρος της ταινίας.
Αναρωτιόμουν τι ακριβώς μου άρεσε.
Για όσους δεν γνωρίζουν το τι διαπραγματεύεται, παρακάτω η περίληψη του έργου:
Η Elisa (Sally Hawkins) είναι μία μουγκή, απομονωμένη γυναίκα που εργάζεται ως καθαρίστρια σε ένα κρυφό κυβερνητικό εργαστήριο υψηλής ασφάλειας το 1962 στη Βαλτιμόρη, εποχή του Ψυχρού πολέμου. Η ζωή της αλλάζει για πάντα, όταν ανακαλύπτει το απόρρητο του εργαστηρίου, ένα μυστηριώδες, ανθρωποειδές, αμφίβιο πλάσμα από τη Νότια Αμερική που ζει σε δεξαμενή νερού. Καθώς η Elisa αναπτύσσει ένα μοναδικό δεσμό με τον νέο της φίλο, σύντομα μαθαίνει ότι η μοίρα και η επιβίωσή της βρίσκονται στα χέρια ενός εχθρικού κυβερνητικού πράκτορα και ενός βιολόγου θαλάσσης.
Στα θετικά της ταινίας. Έχει εξαιρετική μουσική, όχι γιατί είναι μισός Έλληνας, αλλά γιατί ο Αlexandre Desplat έχει την ικανότητα να σε βάζει στο κλίμα και να σε καθηλώνει χωρίς εξάρσεις και πομπώδεις εισαγωγές. Επίσης, δεν σου αφηγείται ή προειδοποιεί από τα πριν, αλλά ακολουθεί διακριτικά την αφήγηση.
Είχε ατμόσφαιρα και ποιότητα στην εικόνα. Το πράσινο επικράτησε και λειτούργησε ενωτικά, δεν θα έλεγα συμβολικά, όπως λέχθηκε για το περιβάλλον.
Κάποια στιγμή αναφέρεται ότι ο πλάσμα λατρευόταν ως Θεός στη Νότια Αμερική όπου βρέθηκε, ίσως αυτός των νερών;
Οι ηθοποιοί πολύ καλοί με διάκριση οι Sally Hawkins, Michael Shannon, Richard Jerkins, Doug Jones, Michael Stuhlbarg, και Octavia Spencer.

Όμως έχω ενστάσεις για πολλά. Πως ερωτεύεσαι κάποιον;
Ακόμη κι ο βάτραχος του παραμυθιού, που ακούσαμε παιδιά, συνομιλούσε με την πριγκίπισσα. Έτσι αναπτύχθηκε σχέση που οδήγησε μέχρι το περίφημο και ζητούμενο, λυτρωτικό για τον βάτραχο, φιλί. Στο δε άλλο παραμύθι, «Η Πεντάμορφη και το Τέρας», το Τέρας, πίσω από την αγριότητα της εμφάνισης, είναι ένας ευγενικός στοργικός άνθρωπος, έτοιμος να θυσιαστεί. Και στις δύο εκδοχές, αυτήν της αληθινής ιστορίας αλλά και του παραμυθιού, υπάρχει ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα πέρα από την εμφάνιση.
Αν αναφερθούμε ή συσχετίσουμε τον μύθο της ταινίας με αυτό της ελληνικής μυθολογίας, «Έρως και Ψυχή», ακόμη και εκεί το αποκαλούμενο τέρας και αόρατος εραστής είναι τρυφερός και στοργικός.
Η Elisa τρέφει αισθήματα και προβαίνει σε πράξεις αυτοθυσίας, ενώ το άλλο μισό παραμένει ανέκφραστο, αφήνεται στις δικές της επιλογές προκειμένου να σωθεί, με εξαίρεση τις ερωτικές τους περιπτύξεις.
Η ομοιότητα της Elisa με το πλάσμα ως προς την αφωνία, ξεχωριστοί και μη αποδεκτοί αμφότεροι, ίσως να πυροδοτεί την έλξη.
Όπως και στον μύθο, πρέπει να υπερβεί θεόρατα και δυσβάσταχτα εμπόδια για να διασώσει το πλάσμα, να συνυπάρξει και να ενωθεί με τον αθάνατο και να γίνει και αυτή όπως και η Ψυχή αθάνατη. Όλα αυτά προέκυψαν σαν σκέψεις στη προσπάθεια να ερμηνεύσω τον σκηνοθέτη. Ο ίδιος δήλωσε ότι η παρούσα είναι η ταινία της ενηλικίωσης του (Marotta, Jenna (November 19, 2017). "Guillermo del Toro: 'The Shape of Water' Saved My Life". IndieWire. Retrieved December 10, 2017).
Η άλλη ερώτηση είναι, αλήθεια πόσοι μύθοι, παραμύθια, ταινίες έχουν έναν άνδρα να ξεπερνάει την εμφάνιση της γυναίκας και να φιλάει έναν θηλυκό βάτραχο, ένα δασύτριχο τέρας, ένα πλάσμα με νύχια γαμψά, αμφίβιο αλλά και άνθρωπο; Που ξεπερνάει ο έρωτας του την εμφάνιση; Μήπως μου διέφυγε κάτι;
Η κοινωνία, εκτός του ότι θέλει τις γυναίκες να είναι υπεράνω της εμφάνισης του έτερου μισού τους, είναι απορριπτική και απομονωτική για το διαφορετικό. Είναι σκληρή για εκείνους «εκτός κουτιού». Έγινε φανερό απο τον σκηνοθέτη.
Έχω ενστάσεις και για την υπεραυξημένη ερωτική διάθεση της πρωταγωνίστριας. Η καθημερινή αυτοϊκανοποίησή της είναι μέρος της μοναχικότητας, της ρουτίνας, της απομόνωσης, ή της προετοιμασίας του θεατή για τον παράφορο έρωτα που θα προκύψει οσονούπω, ένας έρωτας του είδους «ο έρωτας μάτια δεν κοιτά» για να παραποιήσουμε την παροιμία;
Έχει εκλεκτικότητα γιατί, αν ήθελε, είχε τις ευκαιρίες, θα ήταν ο αντίλογος.
Απορώ πως δεν διαμαρτυρήθηκαν δια τις συνευρέσεις με μη ανθρώπινα πλάσματα οι ευαίσθητες για παρόμοια θέματα ομάδες.
Όμως, ακολουθώντας μία καλή, παλιά πλέον, συνταγή ο δημιουργός λαμβάνει όλες τις τάσεις της κοινωνίας ως παραμέτρους του έργου του και οδηγείται στην επιτυχία. Ολίγη φαντασία, ολίγον περιβάλλον, ολίγη πολιτική, ολίγον σεξ, ολίγη διαφορετικότητα, καλή και προσεγμένη ομάδα συνεργατών και στεφανώνεσαι.  

Όλοι 'απολαύσαμε' αυτή τη νεώτερη εκδοχή παραμυθιού.

Σκηνοθέτης: Guillermo del Toro
Σενάριο: Guillermo del Toro, Vanessa Taylor, Guillermo del Toro.
Φωτογραφία: Dan Laustsen
Μουσική: Alexandre Desplat
Editing: Sidney Wolinsky
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Nigel Churcher
Σκηνικά: Jeffrey A Melvin
Ηθοποιοί
Sally Hawkins: Elisa Esposito
Michael Shannon: Richard Strickland
Octavia Spencer a: Zelda
Michael Stuhlbarg: Dimitri Mosenkov,
Doug Jones: το πλάσμα
 Martin Roach: Fuller, σύζυγος της Zeld
 John Kapelos: κ Arzoumanian, ιδιοκτήτης του κινηματογράφου

26 Φεβρουαρίου 2018

Το Τετράγωνο (The Square) - 2017


Ένας επιμελητής, o Christian, ενός σύγχρονου μουσείου θα βρεθεί αντιμέτωπος με μία σειρά ανατροπών κυρίως αντιμέτωπος με μία ισχυρή υπαρξιακή κρίση με αφορμή την κλοπή προσωπικών του αντικειμένων, κινητό, πορτοφόλι, μανικετόκουμπα, ενώ ετοιμάζεται για την εγκατάσταση και έκθεση ενός νέου έργου, “Το Τετράγωνο”.
Εντός του Τετραγώνου σύμφωνα με τον δημιουργό όλοι έχουμε ίσα δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις. Όπως θα έπρεπε να είναι η κοινωνία μας. Μόνο που το τετράγωνο είναι τέχνη και εκεί όλα δύναται να συμβούν. Έξω από αυτό; Εκεί αρχίζει η ταινία του Ruben Östlund.
Για την εγκατάσταση του έργου, χάραξη, θα απομακρυνθεί ένα άγαλμα ογκώδες εμβληματικό, που κάποτε ήταν το ίδιο άξιο επίσκεψης και θαυμασμού, πριν από την ανακαίνιση του μουσείου. Κυριολεκτικά αποκεφαλίζεται καθώς απομακρύνεται από τον εικαστικό κόσμο οδεύοντας προς μία αποθήκη. Μία σκηνή συμβολική ίσως αδικημένη από τους θεατές αλλά τελείως εύλογη για κάποιον που ήθελε να θίξει τον ρόλο της τέχνης σήμερα.
Βέβαια τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο, Ruben Östlund, τον απασχολούν και άλλα θέματα, όπως η πολιτική και κοινωνική ορθότητα της δυτικής κοινωνίας μας, εστιάζοντας σε αυτήν που ξέρει καλά, την βόρεια Ευρώπη.
Μεγάλη σε διάρκεια, 151 λεπτά, αλλά όχι κουραστική.
Προσεγμένη και δεικτική.
Δεν γέλασα παρ’ όλο τον χαρακτηρισμό της.
Σκηνές παράλογες και ίσως ακραίες έδωσαν, εκτιμώ, την κατηγοριοποίηση της ως κωμωδία, όπως η εμφάνιση ενός γορίλα ως κατοικίδιο, η διένεξη για το προφυλακτικό, η επικοινωνία με μία ζητιάνα κα.
Σε ένα κόσμο που σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού ξεριζώνεται ή πρόκειται να ξεριζωθεί, επιτακτικά προκύπτει το ερωτηματικό ποιος ο ρόλος της τέχνης, και πως εμείς, θεωρητικά ως ανήσυχοι και έχοντας ευήκοα ώτα, ανταποκρινόμαστε όταν τα προβλήματα εκείνα, που αυτή, η τέχνη, διαπραγματεύεται είναι με σάρκα και οστά μπροστά μας.
Όταν ξεπηδούν από τον καμβά, το video art, ή την συνέντευξη ενός ευαισθητοποιημένου καλλιτέχνη. Ευκατάστατοι φίλοι του μουσείου, φιλότεχνοι, απροετοίμαστοι για το τι της χορηγίας τους, αναστατώνονται από την αγριότητα της πραγματικότητας, όχι την εικονική, αυτή που χρηματοδοτούν ή θαυμάζουν. Βεβαίως αναστατώνεσαι όταν στο κάθε μέρα σου προκύπτουν επιλογές, που θα πρέπει να κάνεις και ενδεχομένως θα ακυρώσουν αυτά που υποτίθεται είχες απαντήσει, όπως διαφορετικότητα, πολυπολιτισμικότητα, πρόσφυγες, ανισότητα, διαφορά τάξεων. Ποιο από τα προβλήματα ενός επαίτη λύνει η ελεημοσύνη;
Ο σκηνοθέτης επιχειρεί και αγγίζει με τον δικό του τρόπο, θα έλεγα ευχάριστο, θέματα του σύγχρονου πολιτισμού μας.
Τα προσεγγίζει, βλέπουμε την έκρηξη τους και τα αφήνει να εξελιχθούν εν αγνοία μας. Θα έλεγες δεν ξέρει την απάντηση. Ίσως.
Το σίγουρο είναι ότι κι εμείς δεν τη γνωρίζουμε.
Συμβαίνουν γεγονότα στην οθόνη χωρίς την συμμετοχή μας στο μέλλον τους. Είναι η εποχή ή σύμπτωμα μιας κοινωνίας της βόρειας Ευρώπης στην ταινία;
Εξαιρετική η ερμηνεία των Claes Βang, Elisabeth Moss, Dominic West, Terry Notary. Αφοπλιστική η φωτογραφία του Fredrik Wenzel που δίνει την καθαρότητα και στιλπνότητα, σε όλη την ταινία, αυτή του χειρουργείου. Μήνυμα περί της ορθότητας μιας κοινωνίας; Τάξη, καθαριότητα, οργάνωση.
Απαλλαγμένα τα κάδρα από το περιττό, φωτεινά, αψεγάδιαστα ακόμη και στα κτίρια των παρυφών της πόλης.
Ξαφνιάζεται ο θεατής στην εξέλιξη της ταινίας και έτσι δεν είναι ασήκωτη η διάρκεια της, αλλά ούτε ανυπόφορο το στενάχωρο του θέματος.
Σαρκάζει χωρίς να είναι κυνική. Προβληματίζει χωρίς να ενοχοποιεί, τουλάχιστον όσο θα έπρεπε.

Σκηνοθέτης: Ruben Östlund
Σενάριο: Ruben Östlund
Φωτογραφία: Fredrik Wenzel
Editing: Ruben Östlund,Jacob Secher,Schulsinger

Ηθοποιοί
Claes Bang: Christian
Dominic West: Julian
Terry Notary: Oleg Rogozjin
Elijandro Edouard: το αγόρι με το γράμμα

14 Φεβρουαρίου 2018

1968 (2017)

Σε μια Ελλάδα που ήδη έχει μπει στην χειρότερη περίοδο μετά τον εμφύλιο, ένα αθλητικό γεγονός θα ενώσει τους Έλληνες και Ελληνίδες σε ένα μικρό διάλειμμα ευτυχίας. Θα ενώσουν τις φωνές τους ζητωκραυγάζοντας τους παίχτες, μια κραυγή κάλεσμα στην ελπίδα.
Πρόκειται για τον αγώνα κατάκτησης του Ευρωπαικού Κυπέλου Μπάσκετ το 1968 από την ΑΕΚ με τον τελικό με την Σλάβια Πράγας στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ένα θρυλικό αγώνα στο Καλλιμάρμαρο που παρακολούθησε ολόκληρη η Ελλάδα από το ραδιόφωνο, και πάνω από 80.000 άνθρωποι από κοντά («σπάζοντας» το ρεκόρ Γκίνες ως η μεγαλύτερη συνάθροιση σε αγώνα μπάσκετ).
Ο Μπουλμέτης πήρε ένα αθλητικό ντοκουμέντο και το μετέτρεψε σε μία docufiction ταινία.
Μια ταινία συγκίνησης, υπερηφάνειας, με χιούμορ, αλλά και πικρία.
Πως άλλωστε θα βουτήξεις σε μια ιστορική περίοδο της χώρας μας χωρίς να πικραθείς; Σε συνεπαίρνει η αγωνία του πριν και μετά του αγώνα, είτε είσαι φίλαθλος, είτε όχι. Είτε είσαι ΑΕΚτζής, όπως συνήθως αποκαλούμε τους οπαδούς της εν λόγω ομάδας, είτε όχι.
Ο σκηνοθέτης, συνδυάζοντας το υπάρχον υλικό του γεγονότος, εφημερίδες, κινηματογραφικό υλικό με συνεντεύξεις αθλητών και συγγενών τους, φιλάθλων, παραγόντων και το λόγο του θρυλικού εκφωνητή και σχολιαστή των αγώνων Βασίλη Γεωργίου, να κάνει μια ταινία που, ναι μεν αναφέρεται σε αθλητικό γεγονός, όμως είναι και μια ταινία για μία άλλη ακόμη εποχή της Ελλάδας.
Μέσα σε αυτό το υλικό υφαίνει με δεξιοτεχνία μικρές ιστορίες μυθοπλασίας και ίσως όχι, για να αποδώσει την εποχή, την Ελλάδα, την ιστορική δημιουργία της ΑΕΚ, να κρατήσει τον θεατή μπροστά στην οθόνη, άλλοτε με μάτια βουρκωμένα, κι άλλοτε με γέλιο.
Την αγάπη του για την Ελλάδα δεν την κρύβει ο Μπουλμέτης. Δεν αγνοεί την καταγωγή του, δεν αγνοεί τις ασχήμιες της και τα κακώς κείμενα, αλλά δεν παραλείπει να την χαϊδέψει και να σε καλέσει να πράξεις το ίδιο. Θαύμασα και τους παίχτες της Τσέχικης ομάδας. Χαρήκαμε όλοι για τον καλό λόγο αλλά και γοητευτήκαμε από την αξιοπρέπεια και την στόφα του αθλητή που διέθεταν.
Εξαιρετικές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς που επιλέχτηκαν να αποδώσουν τον μύθο. Διαλεγμένοι με μεγάλη προσοχή.
Η μουσική, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του Μπουλμέτη, της Ρεμπουτσικα, Ευανθίας για μας που την λατρεύουμε. Μια μουσική που θα ακούγεται για καιρό. Για καιρό θα παραμείνει στα χείλη και το σουξεδάκι με τη βαλίτσα, κάτι σαν τα ακυρωμένα μας όνειρα φορτωμένη.
Αναπόφευκτη η συγκίνηση όταν οι παίχτες, θρύλοι που χάρισαν το Κύπελο, ηλικιωμένοι μπροστά στην κάμερα, θυμούνται και αφηγούνται. Η σπίθα που τρεμόσβηνε μέσα τους, ξαναφουντώνει και έχεις την αίσθηση ότι θα ορμήξουν στο γήπεδο.
Οι δε αφοσιωμένοι παράγοντες της ομάδας, με την περηφάνια των εχόντων ζήσει το μεγαλείο της νίκης, μοιράζονται μαζί μας με ενθουσιασμό και σοβαρότητα ειδικού, λεπτομέρειες του αγώνα. Ένας άνθρωπος με πάθος αλλά και ακρίβεια ο εκφωνητής Βασίλης Γεωργίου.
Ένας κόσμος που χάνεται. Πολλοί από εμάς τον συνομήλικό τους συγγενή μας τον έχουμε χάσει. Όμως ξαναζωντάνεψε μπροστά μου ο γονιός, θείος αδελφός, μητέρα, άνθρωποι εκείνης της εποχής. Άνθρωποι από ένα διαφορετικό κοινωνικό χώρο, που όμως μια κλωστή τους συνδέει. Ο ίδιος λόγος οι ίδιες κινήσεις του σώματος, τα ρούχα. Συγκινήθηκα όταν τους άκουγα. Άγνωστοι, με ένα θέμα που δεν ενδιέφερε ούτε την οικογένεια μου, ούτε κι εμένα, κι όμως τόσο οικείος ο τρόπος αφήγησης, οι περιγραφές, οι διαφωνίες, ακόμη και ο τρόπος καθίσματος, η στιχομυθία του ζευγαριού!
Αυτές οι ελκυστικές παρουσίες έγιναν και οι χαρακτήρες της ταινίας. Όλοι οι συντελεστές της ταινίας συνέβαλλαν.
Με δυσκολία ξεχώριζες το αληθινό από τον μύθο. Δυσκολευόσουν να πεις αν ο εισπράχτορας ήταν ηθοποιός ή κομμάτι αρχείων. Οι συνομιλίες στο προποτζίδικο, ο του γραφείου τελετών, οι μουσικοί.
Το κλίμα της εποχής αποδόθηκε, το γεγονός άριστα καταγράφηκε θα μπορούσα να πω με μία, δύο φράσεις, όμως μου μοιάζει λίγο μπροστά σε αυτό που έζησα. Η επανάληψη της λέξης συγκίνηση και συγκινούμαι στο κείμενο είναι η  απόδειξη. Θα χάσουν αυτοί που οι αθλητικές τους ή μη δεσμεύσεις δεν τους επιτρέπουν να την δουν.
Δεν ήταν η ΑΕΚ. Η ΑΕΚ ήταν η αφορμή. Δεν θέλω κανείς να μου ακυρώσει την ευχαρίστηση με σχόλια του τύπου ότι λείπει ο πολιτικός λόγος.
Λέχθηκε τόσο όσο χρειαζόταν για το θέμα της. Υπάρχουν τουλάχιστον στον κινηματογράφο τόσοι τρόποι να κάνεις το σχόλιο και αυτοί που θέλουν το εισπράττουν.

Σκηνοθεσία: Τάσος Μπουλμέτης
Σενάριο: Τάσος Μπουλμέτης
Φωτογραφία: Γιάννης Δασκαλοθανάσης
Μουσική: Ευανθία Ρεμπούτσικα
Editing: Λάμπης Χαραλαμπίδης

Ηθοποιοί:

Ιεροκλής Μιχαηλίδης, Αντώνης Καφετζόπουλος, Γιώργος Μητσικώστας, Στέλιος Μάινας, Μανώλης Μαυροματάκης, Βασιλική Τρουφάκου, Γιάννης Βούρος, Ορφέας Αυγουστίδης, Θέμης Πάνου, Ταξιάρχης Χάνος, Αντώνης Αντωνίου, Ερρίκος Λίτσης, Θοδωρής Κατσαφάδος, Γιώργος Σουξές, Αλέξανδρος Αμερικάνος, Αλέξανδρος Μουκανος, Μαρία Αντουλινάκη, Γιώργος Βουρδάμης.

7 Φεβρουαρίου 2018

Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι 920170

Μέχρι πού φθάνει η οργή και η αγανάκτηση ενός πολίτη, ο πόνος μιας μάνας, η απαίτηση για δικαιοσύνη; Η αυτοδικία είναι λύση; Φθάνει ένα γεγονός να μεταλλαχθεί η κτηνωδία σε ανθρωπιά, να μεταλλαχθεί ένας άνθρωπος; O Martin McDonagh γράφει και σκηνοθετεί το 
Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι.
Μια μάνα, η Mildred Hayes (Frances McDormand) η κόρη της οποίας δολοφονήθηκε και βιάστηκε ενώ ψυχορραγούσε, με τα ελάχιστα χρήματα που διαθέτει, νοικιάζει τρεις διαφημιστικές πινακίδες στον αυτοκινητόδρομο που οδηγεί στην επαρχιακή πόλη όπου μένει και με τρεις προτάσεις, “Βιαζόταν ενώ πέθαινε”, “Καμία σύλληψη ακόμη;” και “Πώς και έτσι, αστυνόμε Γουίλομπι;” καταγγέλλει και απαιτεί να βρεθεί ο δολοφόνος ενοχοποιώντας την τοπική αστυνομία και συγκεκριμένα τον αρχηγό της.
Μία αστυνομία που λειτουργεί τόσο, όσο να δικαιολογεί τον μισθό που παίρνει βουλιάζοντας στην ρουτίνα και αδιαφορία, με κάποιο από τα στελέχη της βίαιο και παράλογα εξουσιαστικό. Είναι εξαίρεση; Ανοιχτό το θέμα για τον θεατή. Έχουν περάσει αρκετοί μήνες, ο φάκελος θα κλείσει όχι όμως η πληγή εκεί που άνοιξε.
Με ένα όχι απλά αριστουργηματικό τρόπο, αλλά με ένα πανέξυπνο και μεστό σενάριο του Martin McDonagh, προχωράει η ταινία, κορυφώνεται η αγωνία της λύσης κάθαρσης, αποκαλύπτονται οι πτυχές ακόμη και οι βαθιά κρυμμένες μιας απομονωμένης και παρακμάζουσας επαρχίας.
Όπως και στην δική μας γνωρίζουμε κι αποσιωπούμε. Υποκρινόμαστε ότι συμπονούμε αλλά γρήγορα βγάζουμε μαχαίρια όταν η επικρατούσα τάξη αναταραχτεί και διακυβεύεται η φήμη μας, το καλό πρόσωπο της κοινωνίας.
Οι εμπλεκόμενοι μας συστήνονται από τον σκηνοθέτη ένας ένας. Μέσα από τους χαρακτήρες τους αποκαλύπτεται ο κοινωνικός και ηθικός ιστός της πόλης, οι ενοχές και η τρυφερότητα, η αδικία, η παρακμή, η συνέργεια, οι παγιωμένες έχθρες και τα βαθιά κρυμμένα μυστικά της.
Όλα αυτά δεν θα τα εισπράτταμε αν δεν υπήρχαν εξαιρετικές ερμηνείες με καλύτερη αυτή της Frances McDormand.
Θα έλεγα το μόνο ψεγάδι υποκριτικής η επιλογή της γυναίκας του αστυνομικού, Anne (Abbie Cornish).
Με σαρκασμό και με μη αναμενόμενες δράσεις, ο μύθος και η άποψη δίνονται προς τέρψιν και προβληματισμό του θεατή.
Μοιάζει να έχει βιώσει τις μικρές πόλεις ο σκηνοθέτης ή να τις μελέτησε πολύ.
Με υπερβολές, θα έλεγε κάποιος υπερασπιστής της επαρχίας, που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου αλλά πως αλλιώς θα διαμήνυε αυτό που συμβαίνει; Χρειάζεται ένα δυνατό ταρακούνημα ο εφησυχασμός.
Είμαστε ένοχοι ακόμη κι όταν απλά γνωρίζουμε και δεν καταγγέλλουμε. Μπορεί να γίνουμε αθώα θύματα μιας εν δυνάμει έκρηξης ψυχής και ενός ενδεχόμενου εμπρησμού που ίσως δεν στόχευε απαραίτητα εμάς.
Η εξέλιξη του μύθου και το καλοδουλεμένο σενάριο μαζί με τις εξαιρετικές ερμηνείες δεν αφήνει χρόνο να εκτιμήσεις τα άλλα δεδομένα της ταινίας. Δεν προλαβαίνεις ή μάλλον δεν ξεχωρίζεις την μουσική, την φωτογραφία, το μοντάζ της, την αληθοφάνεια.
Είναι μέρος του όλου που προβάλλεται με στόχο το αποτέλεσμα να είναι τέτοιο που βγαίνοντας από τον μύθο λες "ναι, ήταν πολύ καλή, καιρό είχα να ευχαριστηθώ τέτοια ποιότητα.”
Άσε που άφησα την Mildred να πάρει την εκδίκηση στα χέρια της για τον μεγάλο πόνο τον δικό της και τα μικρά και καθημερινά τα δικά μου που ζώντας τα σε διαρκή επανάληψη πάνε να με οδηγήσουν στην έκρηξη που η συμβατικότητα μου καταπνίγει.
Ο Martin McDonagh σαν καλός σκηνοθέτης θέλει και αφήνει τον θεατή το μεγάλο που διαπραγματεύεται η ταινία του να το δεις στο μικρό της προσωπικής σου πραγματικότητας.
Δεν είναι κατά την γνώμη μου η αστυνομία, ούτε έχουμε εμείς τέτοιας συμπεριφοράς αστυνομία.
Το κάθε μέρα, ακόμη και η απλή συνάντηση ενός καφέ, αποκαλύπτει τους τρεις χαρακτήρες της ταινίας σε σμίκρυνση. Ο φόνος μπορεί να είναι τα μικρά αθώα και κατ’ επίφαση εγκλήματα που βιώνουμε και αποσιωπούμε.
Διαλέγοντας το ακραίο μιλάς για το σύνηθες.

Σκηνοθέτης: Martin McDormand
Σενάριο: Martin McDormand
Φωτογραφία: Ben Davis
Μουσική: Carter Burwell
Editing: Jon Gregory

Ηθοποιοί
Woody Harrelson: Willoughby
Sam Rockwell: Dixon
Caleb Landry Jones: Red Welby
Kerry Condon: Pamela
Lucas Hedges: Robbie
Željko Ivanek: Desk Sergeant
John Hawkes: Charlie
Samara Weaving: Penelope

Clarke Peters: Abercrombie

7 Δεκεμβρίου 2017

Stefan Zweig: Αποχαιρετισμός στην Ευρώπη - 2017

Η ταινία της Maria Shrader επιχειρεί να αναδείξει την προσωπικότητα του Stefan Zweig, αλλά στην ουσία ο θεατής βιώνει μέσα από αυτήν την οδυνηρή εμπειρία των ανθρώπων που δεν είναι ελεύθεροι να ζήσουν στον τόπο τους, είτε γιατί εξορίζονται από άλλους, είτε αυτοεξορίζονται. Ανεξάρτητα από το αν ο τόπος της εξορίας είναι δελεαστικός και προσφέρει φιλοξενία, είναι το αίσθημα του «δεν είμαι ευπρόσδεκτος εκεί που νόμιζα ότι ανήκω». Αν δεν μιλώ την γλώσσα, αν τα ήθη και έθιμα, ο τρόπος σκέψης και οι συμπεριφορές είναι διαφορετικές, είναι ακόμη πιο δύσκολη η συνέχιση της ζωής, της δημιουργίας, της ύπαρξης.
Σε ακολουθεί το «γιατί», το αίσθημα αδικίας.
Αν η έλλειψη ελευθερίας, η βία και η απειλή θανάτου σε καταδιώκουν και σε υποχρεώνουν να εκλιπαρείς μια θέση σε άλλο κόσμο, είναι απάνθρωπο κάτι τέτοιο και προκαλεί οργή. Οδηγεί στην καταρράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Είναι μέγιστη η ποινή. Είτε είναι επιλογή, είτε εξαναγκασμός.
Αν στους τόπους εξορίας υπάρχει άλλος επώδυνος, ατελείωτος, ανέλπιδος γολγοθάς, μόνο μία μεγάλη ιδέα θα σε βοηθήσει να ανταπεξέλθεις το σωματικό και ψυχικό άλγος. Όπως ακριβώς συνέβη στους δικούς μας εξόριστους στα ξερονήσια την ίδια εποχή, ενώ άλλοι έφευγαν κρυφά, παίρνοντας με κίνδυνο της ζωής το πλοίο για άλλες χώρες, αρχικά πρόθυμες να δώσουν άσυλο. Τουλάχιστον, στην αρχαία Αθήνα, έπρεπε 6000 Αθηναίοι να ψηφίσουν για να θεωρηθεί έγκυρος ο οστρακισμός, δηλαδή η εξορία, η αναγκαστική και βίαιη απομάκρυνση από τη γενέθλια γη.
Το έγκλημα εναντίον των Εβραίων έχει καταγραφεί, αλλά δεν έχει δοθεί απάντηση που να ικανοποιεί την ανθρώπινη λογική. Όσοι δεν θανατώθηκαν, διέφυγαν από την καταδίωξη, γλύτωσαν από του χάρου τα δόντια, αυτοεξορίστηκαν μόνοι ή με την βοήθεια άλλων.
Μία τέτοια περίπτωση ο δεύτερος στη σειρα πολυδιαβασμένος γερμανόφωνος συγγραφέας, Stefan Zweig. 
Η σκηνοθέτης χωρίζοντας την ταινία σε ενότητες προσπάθησε και κατά την γνώμη μου πέτυχε να αποδώσει το χαρακτήρα, τις σκέψεις, τη θλίψη, το αδιέξοδο του ανθρώπου, του συγγραφέα, του πετυχημένου. Να γνωρίσει ο θεατής μέσα από τις συνομιλίες του με τους δημοσιογράφους, τους πολιτικούς, τις αρχές, τους φίλους του, τους συναδέλφους του, την πρώην σύζυγο, την οικογένεια, αυτούς που τον φιλοξενούν, που τον αγαπούν και θαυμάζουν, που επιθυμούν τη γνώση του, τη βοήθεια του, τον άνθρωπο.
Να καταλάβει ο θεατής τι τον οδήγησε στο τέλος του. Είναι λιγομίλητος, θα έλεγα σιωπηλός. Μιλάει με τα μάτια. Η κάμερα ακολουθεί το βλέμμα του. Βλέπουμε μαζί του, στον ιππόδρομο, καθώς τα ποδοβολητά των αλόγων έρχονται καταπάνω μας, να τσαλαπατούν οι βάρβαροι την Ευρώπη, εμάς. Χάνεται στις φλόγες των χωραφιών και ξέρουμε ότι τις φλόγες που άφησε πίσω σκέφτεται, αυτά που κάηκαν και θα καούν.
Δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερη επιλογή από αυτήν του Josef Hader για το πρωταγωνιστικό ρόλο. Εξαιρετικές οι δύο σύζυγοι.
Χείμαρρος με ορμή η Barbara Sukowa στο ρόλο της Friderike. Παρ όλο τον πόνο που βιώνει, κατορθώνει και στέκεται δυναμικά και με αξιοπρέπεια μπρος την «τα θέλω όλα» συμπεριφορά του, την αδυναμία του να πορευτεί με το ασήκωτο βάρος της ύπαρξής του, την έκκλησή του να σταθεί πλάι του, την άρνηση του να βοηθήσει άλλους, τη κούραση του, την ανάγκη να γράψει.
Βλέποντάς την, είναι αντιμέτωπος με αυτό που άφησε, με αυτό που δεν έχει, την άλλη πλευρά του ωκεανού, αυτό που δεν ήθελε αλλά αναγκαστικά άφησε.
Η ταινία είναι  έξυπνη, σε αφήνει να σκεφθείς χωρίς να φωνάζει. Θα πάρεις όσα εσύ θέλεις. Έχουν δουλέψει όλοι πολύ, καλά και συνυπάρχουν διακριτικά η μουσική, η φωτογραφία, το editing για να ακολουθήσεις αυτό που ήθελε η Maria Shrader να αφηγηθεί.
Ήξερε τι ήθελε να πει και το θέμα δεν της ξέφυγε. Ο Stefan Zweig αποχαιρέτισε την Ευρώπη όπως και χιλιάδες άλλοι κυνηγημένοι από το θηρίο του ναζισμού. Αυτό που δεν μπόρεσε να πάρει ήταν η ψυχή του. Έμεινε εκείνη εκεί και το κορμί του αλλού. Κάηκε στις φλόγες και αυτός αναρωτήθηκε για το τι θα κάνει με το σαρκίο του.
Αν σημείωνα ψεγάδι, θα έλεγα ότι το τέλος δεν υποστηρίχτηκε αρκετά, όπως και το μέρος με τον υπερβολικό και ως καρικατούρα δήμαρχο θα μπορούσε να ελαχιστοποιηθεί, αν ήταν αναγκαίο. Παρ όλα αυτά δεν μπορούν να μειώσουν την αξία της ταινίας.

Σκηνοθέτης:Maria Shrader
Σενάριο:Maria Shrader Jan Schomburg
Φωτογραφία:Wolfgang Thaler
Editing:Hansjoerg Weissbrich
Μουσική:Tobias Wagner
Διανομή ρόλων:Karen Wendland,Lisa Olah,Youna de Peretti

Ηθοποιοί
Josef Hader:Stefan Zweig 
Barbara Sukowa: Frederike Zweig 
Anne Scharz: Lotte Zweig
Matthias Brandt: Ernst Feder 




29 Νοεμβρίου 2017

Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές (Murder on the Orient Express) - 2017

Η Fox δια χειρός Kenneth Branagh λέγεται ότι θα έχει την πρωτιά στις εισπράξεις απ ότι μέχρι στιγμής λένε τα νούμερα. Το Έγκλημα στο Orient Express της Agatha Christie είναι συναρπαστικό είτε ως βιβλίο είτε ως ταινία. Η πολυδιαβασμένη κυρία των αστυνομικών κατορθώνει να κρατάει τα σκήπτρα και τον τίτλο της. Το βιβλίο δημοσιεύτηκε το 1934 και έκτοτε έχει γίνει ταινία το 1974 από τον  Sidney Lumet, μία σειρά τηλεοπτική με τον Alfred Molina ως Poirot το 2001 και το 2010 η σειρά με τον David Suchet ως Poirot.

Είναι δύσκολο εγχείρημα να κάνεις ταινία αστυνομικού ενδιαφέροντος όταν ο δράστης είναι γνωστός τουλάχιστον στους περισσότερους θεατές. Πως θα κρατήσεις το ενδιαφέρον;  Είναι ακόμη πιο δύσκολο να ικανοποιήσεις τους φανατικούς λάτρεις της Christie. Έχουν αναμονές και μάλιστα αδιαπραγμάτευτες σε ότι αφορά τους χαρακτήρες, τους διαλόγους, την ευρηματικότητα ως προς την αντιμετώπιση διαφόρων δυσκολιών προκειμένου να αποδοθεί η ιστορία με εικόνα. Παρ' όλα αυτά γοητευμένοι εξήλθαν της αίθουσας οι περισσότεροι θεατές. 

Η ταινία ξεκινά στην Ιερουσαλήμ το 1934, όπου μας συστήνεται ο περίφημος ντετέκτιβ Hercule Poirot και συνεχίζει με την επιβίβαση του στο τραίνο που διέσχιζε όλη την Ευρώπη, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι το Calais. Επιβάτες πλούσιοι, με ή χωρίς τίτλο, επώνυμοι ή μη, θα ταξιδέψουν με χλιδή έως τον προορισμό τους, και θα συνυπάρξουν για κάποιες ημέρες στον ίδιο χώρο.

Κάπου στην ορεινή Ευρώπη μία χιονοστιβάδα θα εκτροχιάσει την μηχανή του τραίνου και θα εμποδίσει το ταξίδι μέχρι την αποκατάσταση της γραμμής και την επαναφορά του τραίνου στις γραμμές. Σε αυτό το ειδυλλιακό τοπίο θα δολοφονηθεί ένας αντιπαθητικός επιχειρηματίας και θα κληθεί ο Poirot να ανιχνεύσει το έγκλημα ενώ το τραίνο παραμένει ακινητοποιημένο. Γνωστοί και αγαπημένοι ηθοποιοί δίνουν όλη τους την τέχνη για να αφηγηθούν την ιστορία. Είναι δύσκολο γιατί πολλοί από τους θεατές έχουν απολαύσει σε αυτούς τους ρόλους άλλα τρανταχτά ονόματα της μεγάλης οθόνης όπως ο Albert Finney, η Lauren Bacall, η Ingrid Bergman ...

Κι όμως είναι ισάξιοι και με την φρεσκάδα του νεώτερου είδους ηθοποιίας, λιγότερη δραματικότητα και στομφώδη θεατρικότητα.
Ο Κenneth Branagh μάγεψε με την κομψότητα, το οξυδερκές και αλάνθαστο βλέμμα, το φλέγμα, τις μη άσκοπες κινήσεις, τους επιτηδευμένους τρόπους και συνήθειες του. Για μας τους πληβείους και έχοντας υπόψη το ελληνικό τραίνο, η πολυτέλεια και η ποιότητα των αμαξοστοιχιών μας καθήλωσαν και μας άφησαν ευχόμενους να βιώσουμε μία παρόμοια εμπειρία χωρίς τον απαραίτητο φόνο, ή μήπως αυτά πάνε μαζί;

Κουστούμια, αξεσουάρ, αντικείμενα εποχής και μάλιστα το υπερπολυτελές κομμάτι της. Μικρές λεπτομέρειες όπως ο astrachan γιακάς του Poirot, το υπέροχο μεταξωτό της πανέμορφης Caroline Hubbard, η υπερφορτωμένη πριγκίπισσα Dragomiroff βοηθούσαν βάζοντας πινελιές στα κάδρα του σκηνοθέτη. Δεν θα άφηνα ασχολίαστη την φωτογραφία. Όχι γιατί είναι Έλληνας ο φωτογράφος, Haris Zιmbarloukos, αλλά ποιος δεν αναφώνησε στο αντίκρυσμα της Κωνσταντινούπολης, του σταθμού της, των οροσειρών, της πτώσης  χιονοστιβάδας, τα πλάνα με φως, λίγο φως, φως πίσω από τους ηθοποιούς;

Καθώς το τραίνο περνούσε κι από την πόλη μου φαντάζομαι τα δεκάχρονα προσφυγόπουλα του τότε να στέκονται πλάι στις γραμμές ενώ οι επιβάτες της Christie και του Branagh τα χαιρετούν από το παράθυρο κρατώντας χαμογελαστοί το κρυστάλλινο ποτήρι του κοκτέιλ. Είναι γοητευτικό έστω και δύο ώρες να σου χαρίζουν ένα παραμύθι τόσο καλοφτιαγμένο. Έκανε καλή δουλειά ο σεναριογράφος Μichael Green. Πρόσθεσε διαλόγους ιδιαίτερα προς το τέλος της ταινίας περί της ψυχής του ανθρώπου όμως κράτησε την ιστορία κοντά στο βιβλίο.
Έχω απορία βέβαια πως συνέλεξε τόσες πληροφορίες ο Poirot ενώ ήταν απομονωμένος στην μέση του πουθενά χωρίς την υποστήριξη μιας υπηρεσίας. Βέβαια αυτό το ερώτημα απευθύνεται στην συγγραφέα και όχι στο σεναριογράφο ή τον σκηνοθέτη.

Σκηνοθέτης: Kenneth Branagh
Σενάριο: Michael Green
Βιβλίο: Murder on the Orient Express της Agatha Christie 
Φωτογραφία: Haris Zambarloukos
Editing: Mick Audsley
 Μουσική: Patrick Doyle
Ενδυματολογία: Alexandre Byrne
Σκηνικά: Rebecca Alleway

Ηθοποιοί:
Kenneth Branagh, Penelope Cruz, Willem Dafoe, Judi Dench, Johnny Depp, Michelle Pfeiffer, Daisy Ridley, Josh Gad and Leslie Odom Jr.


22 Νοεμβρίου 2017

Berthe Morisot - 2012

Αποφάσισα να γράψω για την ταινία για δυο λόγους. Πρώτον, θα ήθελα να κάνω γνωστή σε όσους δεν την γνωρίζουν την Berthe Morisot, και δεύτερον να μιλήσω για τις αδικίες που υφίστανται οι γυναίκες. Να ληφθεί υπόψη ότι στα ελληνικά, στο διαδίκτυο, δεν υπάρχουν πληροφορίες γι αυτήν. Παρ όλο που η σκηνοθέτης, Caroline Champetier ήταν γυναίκα, και μάλιστα ξεκίνησε ως κινηματογραφίστρια, δούλεψε με διάσημους σκηνοθέτες όπως ο Godard,o Rivette, o Carax και η Margarethe Von Trotta, και συνέχισε ως σκηνοθέτης, δεν ξέφυγε από τα στερεότυπα. Ηθελημένα ή μη παρέμεινε στον άνδρα, ακόμη και μαυρίζοντάς τον. Ήθελα να δω την δουλειά της, μια και το θέμα με προκαλούσε Είχα δει στο Παρίσι μια έκθεση αφιέρωμα στο μουσείο Musée Marmottan Monet. Σε εκείνη την έκθεση εντυπωσιάστηκα από αυτήν την πρωτοπόρο και δυναμική ζωγράφο που όμως ενώ όλοι έχουμε δει πίνακές της αγνοούμε την δημιουργό. Προσωπικά θεωρούσα ότι είναι κάποιος Μοrisot από τους ιμπρεσιονιστές, όταν συναντούσα έργα της.
Οι πληροφορίες σε μη εξειδικευμένα έντυπα ή διαδικτυακούς τόπους λένε ότι ήταν ζωγράφος, νύφη του Eduard Manet, μοντέλο, και συμμετείχε στην ομάδα των ιμπρεσιονιστών.
Με την ταινία της η Caroline Champetier επιχειρεί να μας γνωρίσει την ζωγράφο. Μόνο που εκτιμώ ότι δεν το έκανε. Ήταν πιο σημαντικό να μας τονίσει την σχέση της με τον Manet και λιγότερο να αναδείξει το ταλέντο της, την επιμονή της και όνειρό της να αιχμαλωτίσει το φως στον καμβά, να ζωγραφίσει εκ του φυσικού στο ύπαιθρο, να πάει κόντρα, στους γονείς της, τον κοινωνικό περίγυρο, να σταθεί ισότιμα δίπλα σε αυτούς, τους άνδρες ομότεχνους της, αυτούς που η παγκόσμια κοινότητα υμνεί, να εκθέσει μαζί τους σε μια επαναστατική για τα δεδομένα έκθεση με τους. Paul Cézanne, Edgar Degas, Claude Monet, Camille Pissarro, Pierre-Auguste Renoir και Alfred Sisley.το 1874. Κι όμως ,όχι μόνο υπήρξε, αλλά και δημιούργησε. Πούλησε και πουλάει ακόμη σε δημοπρασίες με αστρονομικές τιμές. (Higonnet, Anne (1990). Berthe Morisot. New York: Harper & Row, Publishers, Inc. p. 124). 
Έργα της φιλοξενούνται στα μεγαλύτερα μουσεία.
Τι είδαμε εμείς στην ταινία; Μία ερωτευμένη που θέλει και να ζωγραφίζει. Αν η συμπεριφορά του εγωκεντρικού Manet, που αγνοούσε ή περιφρονούσε το ταλέντο της, ήταν ο τρόπος για να καταλάβουμε το πως η κοινωνία αντιμετώπισε τις γυναίκες καλλιτέχνες, ίσως δεχθώ ότι μίλησε για τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες στο τέλος του 19 ου αι.
Τον ενδιέφερε ως μοντέλο και έτσι έχουμε πολλά πορτραίτα της από αυτόν τον κατά τα άλλα μεγάλο καλλιτέχνη.
Οι ηθοποιοί εξαιρετικοί στο ρόλο τους, με έντονη την θεατρικότητα των κινήσεων τους.
Φυσικά και η φωτογραφία ήταν ποιητική. Χρώμα, πλάνα, γωνίες, επιλεγμένες τοποθεσίες, πως θα μπορούσε άλλωστε με την σκηνοθέτη να έχει υπάρξει η διευθύντρια φωτογραφίας σε διακεκριμένες ταινίες και μάλιστα μαζί με πλέον αναγνωρισμένους σκηνοθέτες;
Εικαστικά ένας πίνακας κινούμενος, μεταλλασσόμενος. Σκηνικά κουστούμια βοηθούν στο να συμμετέχετε στην εποχή, στην ματιά την δική της αλλά και του Manet, διάλεγε ακόμη και τα ρούχα των μοντέλων, εκτός από το στήσιμο, την θέση, έκφραση. Η μουσική ήταν προσεγμένη και αξιοπρόσεκτη.
Σημείωση, η ταινία πραγματοποιήθηκε για την τηλεόραση.
Θα αναρωτηθεί κανείς μα πως με τόσα θετικά στοιχεία δεν κέρδισε τον θαυμασμό μου, όχι μόνο τον δικό μου, αλλά πολλοί θεατές αντέδρασαν αρνητικά;
Τους λόγους τους εξήγησα στην αρχή μόνο που παρέλειψα να πω, πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος αυτών που προετοιμάζουν και στήνουν μια έκθεση. Αυτοί που την παρουσίασαν στο Musée Marmottan Monet, οι ιστορικοί τέχνης Claire Durand-Ruel Snollaerts και η Marianne Mathieu, διευθύντρια του Μουσείου. Πως μπόρεσαν μόνο με τους πίνακες και τις σημειώσεις, ενημερώσεις της έκθεσης να παρουσιάσουν όχι μόνο την διεκδικητικότητα της στο χώρο της τέχνης, την αντίδραση του περιβάλλοντος, το μοναδικό ταλέντο της αλλά και τις διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις της;
Είτε βρείτε την ταινία είτε όχι, ανατρέξτε στο διαδίκτυο ή στα βιβλία ιστορίας τέχνης να χορτάσει το μάτι σας ομορφιά, φως, χρώμα, τρυφερότητα, εν ολίγοις τέχνη. 

Σκηνοθέτης:Caroline Champetier
Σενάριο:Beth Archer Brombert,Jean Francois Allain,Sylvie Meyer,Philippe Lasry.
Φωτογραφία:Stephane Bourgoin, Stephen Mack,Caroline Champetier
Editing:Jean Francois Elie
Μουσική:Eric Demarsan
Ενδυματολογία:Pascaline Suty

Ηθοποιοί

Marine Delterme, Malik Zidi, Alice Butaud, Berangere Bonvoisin, Francois Dieuaide


15 Νοεμβρίου 2017

Το Τελευταίο Σημείωμα - 2017

Άφησα την μεγάλη οθόνη γεμάτη αντιφατικά συναισθήματα.
Ενθουσιασμένη που για ακόμη μία φορά δεν με απογοήτευσε ο Παντελής Βούλγαρης ως σκηνοθέτης, αλλά και η και η Ιωάννα Καρυστιάνη, ως σεναριογράφος συγγραφέας, δεν είναι σπάνιο. Στην εποχή μας σχεδόν καθημερινά σβήνουμε και κάποιον από τους αγαπημένους. Συγκινημένη, αναστατωμένη και θυμωμένη.
Ιστορία από μόνη της επώδυνη.
Η εκτέλεση 200 Ελλήνων ως αντίποινα των Γερμανών, στην Καισιαριανή την 1η του Μάη 1944. Ήταν Έλληνες της Εθνικής Αντίστασης. Ίσως όμως στεναχωρήσω κάποιον, τον κ Σαραντάκο, τον οποίο θαυμάζω και παρακολουθώ τα γραφόμενά του, όχι γιατί ξέρω περισσότερο αλλά γιατί έτσι πιστεύω. Ήταν και κομμουνιστές.
Σημασία είχε το θάρρος, η αγωνιστικότητα, το ήθος, η ομοψυχία, η αλληλεγγύη των αγωνιστών που για ακόμη μία φορά είχα την ευκαιρία, μέσα από την ταινία, να θαυμάσω.
Ζούμε σε εποχές που αυτά έχουν εκλείψει.
Κανείς, κι εγώ επίσης, δεν εκχωρούμε σήμερα την προσωπική μας ηρεμία, καθημερινότητα, βόλεμα για άλλους, για προκύπτοντα θέματα, θέματα που αφορούν την κοινωνία μας, πιθανόν ελάσσονος σημασίας σε σχέση με το θέμα της ταινίας, την ήττα του κατακτητή, την απόκτηση της ελευθερίας, την ζωή, αυτή όπως την ορίζουν οι αρχές μας και το δίκαιο, η ίση ευκαιρία για όλους.
Πολλούς από τους χαρακτήρες τους συνάντησα, ας το πω έτσι, στο βιβλίο,που διάβασα πρόσφατα, “Εξόριστοι στο Αιγαίο”, του Αυστραλού δημοσιογράφου Bert Birtles. Τους συνάντησε και μας τους παρουσίασε στην Αθήνα, στην Ανάφη, στην Γαύδο, το 1935,1936. Ήταν τόσο οικείοι, στην ταινία, για μένα, τόσο αληθινοί που έμοιαζε σαν να συναντούσα παλιό γνώριμο. Η συναισθηματική φόρτιση ως ήταν φυσικό ακόμη μεγαλύτερη. Βίωσα την βία, τον πόνο, τον εξευτελισμό, την αγωνία, το αδιέξοδο μαζί τους. Ταυτίστηκα με τους ήρωες.
Σαν να ζήλεψα και ήθελα ένα κομμάτι από το μεγαλείο τους και την ανδρεία τους.
Δεν ξεχνώ ότι ήταν εικόνα, μία ιστορία στο πανί με αληθινό θέμα.
Το χειρίστηκε καλά ο Παντελής Βούλγαρης;
Ναι. Χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό. Εστιάζοντας στην προσωπική ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη και την σχέση του με το Γερμανό διοικητή, ήταν διερμηνέας, εξιστορήθηκε το γεγονός.Το μέρος μίλησε για το όλο. Τα πρόσωπα αλλάζουν όπως και οι λεπτομέρειες της ζωής των όμως αυτό που η ταινία αφηγήθηκε ήταν αυτό που ένωνε τους ανθρώπους και ήταν κοινό για όλους. Ο αγώνας τους και η θυσία για την ελευθερία, η ομοψυχία, ο αλτρουισμός, η ιδέα, το όραμα, η δύναμη του συνόλου.
Εξαιρετικές ερμηνείες, συναρπαστικές των Ανδρέα Κωνσταντίνου (Ναπολέων Σουκατζίδης) και Andre Hennicke (Karl Fischer). Ακόμη και η λιγόλογη παρουσία κάποιων όπως της Μελία Kreling  (Χαρά Λιουδάκη) αξιοσημείωτη.
Η φωτογραφία του Σίμου Σαρκετζή έκανε θαύματα και κάλυψε αδυναμίες όπως των σκηνικών και ίσως του χαμηλού προϋπολογισμού.
Η μουσική τόσο ενδιαφέρουσα που αναζήτησα το όνομα του δημιουργού στους τίτλους του τέλους και αργότερα πληροφορήθηκα ότι είναι μέλος της οικογενείας Βούλγαρη, υιός, Αλέξανδρος με το όνομα “The Boy”. Άρχισα να την προσέχω από τα γαβγίσματα των σκυλιών που άκουγα ενώ έβλεπα την ταινία. Αναρωτήθηκα. Πως είναι δυνατόν να  ακούγονται μέσα στην αίθουσα απ έξω, μέχρι που αντιλήφθηκα ότι δεν είναι έξω από την αίθουσα αλλά είναι μέρος της ταινίας. Αν τίθεται θέμα παραλληλισμού ή αληθοφάνειας σκηνικού, ο ίδιος μπορεί να απαντήσει. Δεν ήταν μόνο αυτή η μικρή αλλά όχι ασήμαντη λεπτομέρεια. Ακολουθούσε τις εντάσεις και τις εκφράσεις. Με κορύφωση τους κρητικούς και ποντιακούς χορούς.
Η νύχτα πριν την εκτέλεση δεν είναι μόνο η αποθέωση της δουλειάς όλων γι αυτήν την υπέροχη ταινία αλλά και η απάντηση στο ποιο είναι το μήνυμα της.
Θέλω να βλέπω με αισιοδοξία το αύριο και δουλειές όπως αυτή με βοηθούν να μην κλονίζεται η εμπιστοσύνη στον άνθρωπο και τους σύγχρονους δημιουργούς.

Σκηνοθέτης : Παντελής Βόυλγαρης
Σενάριο : Ιωάννα Καρυστιάνη, Παντελής Βούλγαρης.
Φωτογραφία : Σίμος Σαρκετζής
Μουσική : Αλέξανδρος Βούλγαρης,The Boy
Editing : Τάκης Γιαννόπουλος
Ενδυματολογικά : Γιούλα Ζωιοπούλου
Σκηνικά : Σπύρος Λάσκαρης

Ηθοποιοί
Ναπολέων Σουκατζίδης : Ανδρέας Κωνσταντίνου
Karl Fischer : Andre Hennicke
Χαρά Λιουδάκη : Μελία Kreling
Kovats : Λουκάς Κυριαζής
Κώστας Τάσος Δήμας
Βασίλης Κουκαλάνι,
Αινείας Τσαμάτης,
Κωνσταντίνα Χατζηαθανασίου,
Λευτέρης Λαμπράκης,
Μιχάλης Αεράκης,
Χρήστος Κωνσταντακόπουλος,
Μανώλης Ψαρουδάκης,
Γιώργος Καραμαλέγκος,
Βασίλης Σύρρος,
Δημήτρης Καλογεράκης,
Μανώλης Μαυράκης,
Μηνάς Μισύρης,
Τάσος Καϊσαρλής,
Αντώνης Παλιεράκης,
Νίκος Ράμμος,
Μιχάλης Τακτικάκης,
Μανώλης Πούλης,
Θεώνη Κουτσουνάκη