24 Μαΐου 2017

Το Κοινόβιο (Kollektivet, The Commune) - 2016

Βρισκόμαστε στη Δανία, αρχές του 70, ένα ζευγάρι ο Erik (Ulrich Thomsen) η Anna(Trine Dyrholm) και η έφηβη κόρη τους Freja (Martha Sofie Wallstrom Hansen) κληρονομούν ένα μεγάλο σπίτι, το πατρικό του. Αποφασίζουν να ζήσουν σε αυτό και με την προτροπή της Αnna να το μετατρέψουν σε κοινόβιο προκειμένου να καλύψουν τα έξοδα και να τονώσουν την σχέση  τους που εξαιτίας του χρόνου έχει χάσει το αρχικό της ενδιαφέρον. Έτσι καλούν για να συγκατοικήσουν φίλους αλλά κι αγνώστους.
Φιλία αγάπη και αλληλεγγύη επικρατεί σε αυτό το κοινόβιο μέχρι που ένας έρωτας θα διαταράξει την ατμόσφαιρα.
Προσωπικές εμπειρίες του σκηνοθέτη Thomas Vinterberg που συνυπογράφει το σενάριο μαζί με τον Tobias Lindholm, λένε οι συνοδευτικές πληροφορίες της ταινίας, ήταν και η αρχική ιδέα.
Για μας άγνωστος ο τρόπος συμβίωσης, απ ότι τουλάχιστον γνωρίζω.
Η Σκανδιναβία και η ιδιαίτερα η Δανία είχαν πρωτοπορήσει σε ένα αντισυμβατικό τρόπο ζωής σε πολλούς τομείς όπως κοινόβια, εκπαίδευση με όρους και ύλη καθ’ υπαγόρευση της ομάδας που ιδρύει το σχολείο κα.
Είχε προκαλέσει ταραχή και προβληματισμό η πρώτη φορά που άκουσα και συνομίλησα αρχές της δεκαετίας του 80 με ανθρώπους που βίωσαν ή βίωναν παρόμοια εμπειρία.
Η ταινία κυλάει σταθερά και δεμένα με την βοήθεια ενός καλοδουλεμένου σεναρίου, ενός σκηνοθέτη που ξέρει τι θέλει και έχει υπό τον έλεγχο την εξέλιξη της. Οι εξαιρετικά καλές ερμηνείες, ένας ακόμη λόγος για να μην εξελιχθεί σε ένα δακρύβρεχτο δράμα.
Παρ’ ότι δεν εστιάζει για πολύ στις πτυχές και χαρακτηριστικά, δυσκολίες και τα θετικά ενός κοινοβίου, κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον της θέασης. Πολύ πριν το μέσον της ταινίας το κέντρο βάρος της μετατοπίζεται από το κοινόβιο στο ζευγάρι και την πιθανή διάσωσή του όταν αυτό γίνεται τρίγωνο.
Έντονος ο προβληματισμός εντός του κοινοβίου αλλά κι αυτός του θεατή. Σώζεται και τι;
Τι μας κρατάει μαζί και τι είναι ο άλλος, ή άλλη; Τι θέλουμε από αυτόν ή αυτούς; Η συμβίωση και οι όροι της.
Δεν τα απαντά. Τα ερωτήματα τίθενται και καταγράφονται. Ένα μικρό παράθυρο ανοίγει στην δεκαετία που υιοθέτησε την μη συμβατικότητα στην χώρα του ο Thomas Vinterberg. Η αντισυμβατικότητα της Δανίας φαίνεται στα νούμερα.Το 50% των παιδιών που γεννιούνται είναι από μη συνηθισμένες για μας μορφές γάμου. Ο δε αριθμός των παντρεμένων ανά χίλιους κατοίκους, για το 2012 τουλάχιστον, ήταν 5.1 από το 7.1 του 2000. Τα δε διαζύγια σταθεροποιήθηκαν στο 42.7%
Καταθέτω ένα μικρό δείγμα για την κατανόηση της ταινίας δεν κάνω κοινωνική ανάλυση.
Ευτυχώς ο κινηματογράφος, περισσότερο κατά την γνώμη μου από τις άλλες τέχνες, μας εξοικειώνει με τους άλλους πολιτισμούς και ίσως βοηθά να είμαστε αυστηρότεροι στην ματιά μας προς εμάς.
Επανέρχομαι στην ταινία. Θα σας κρατήσει μαζί της ως το τέλος, θα σας θυμίσει την Οικογενειακή Γιορτή του ίδιου του σκηνοθέτη, σε ότι αφορά τον προβληματισμό του τι είναι οικογένεια. Μόνο που δεν είναι σκληρή σαν εκείνη.
Μία εξαιρετική δουλειά, απ όλους τους συντελεστές, φωτογραφία, μοντάζ, μουσική, τελειώνει αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση στο τέλος.
Δεν χαϊδεύει αλλά τέρπει όπως το καλό σινεμά.

Σκηνοθέτης: Thomas Vinterberg
Σενάριο: Thomas Vinterberg,Tobias Lindholm
Φωτογραφία: Jesper Toffner
Μουσική: Fonsmerkies
Editing: Janus Billeskov,Jansen,Anne Osterud
Ηθοποιοί:
Ulrich Thomsen: Erik
Trine Dyrholm: Anna
 Fares Fares: Allon
Julie Agnete Vang: Mona
 Lars Ranthe: Ole 
Helene Reingaard Neumann: Emma
Martha Sofie Wallstrom Hansen: Freja
Magnus Millang: Steffen
Anne Gry Henningsen: Ditte
Sebastian Gronnegaard Milbrat: Vilads

11 Μαΐου 2017

Αφανείς Ηρωίδες (Hidden Figures) - 2016

Η ταινία του Theodore Melfi καλογυρισμένη, γυαλιστερή, εύκολη, βασισμένη σε αληθινά γεγονότα και πρόσωπα. Το σενάριο του ιδίου και του Alison Schroeder ακολουθεί το βιβλίο, με τον ίδιο τίτλο, της Margot Lee Shetterly. 
Είναι ευχάριστη και αποκαλυπτική για την εποχή του 60. Την εποχή που οι έγχρωμοι δεν μπορούσαν ούτε τις ίδιες τουαλέτες με τους λευκούς να χρησιμοποιήσουν πόσο μάλλον να συνυπάρχουν με ίσους όρους με αυτούς. Ο ρατσισμός στο μεγαλείο του. Βρισκόμαστε στο Langley, το Κέντρο Ερευνών, στο Hampton της Virginia. Είναι η εποχή που η Αμερική όπως και η Ρωσία προσπαθούν να στείλουν δορυφόρο στη σελήνη, μία εποχή έντονου ανταγωνισμού. Αγωνία, πείσμα, ποιος θα κατακτήσει την σελήνη, ποιος θα υπερέχει. Είναι η εποχή του αντικομουνισμού. Η ΝΑSA εργάζεται πυρετωδώς, αναζητά σε όλη την επικράτεια της χώρας έξυπνους ανθρώπους, προικισμένα μυαλά, ξεχωριστά μαθηματικούς, φυσικούς  μηχανικούς. Άνθρωποι που δουλεύουν ομαδικά και εντατικά για την δόξα της και την επιτυχία των στόχων, την αποστολή στο διάστημα, την υπεροχή τους. Εκ των υστέρων εμείς βιώσαμε τα επιτεύγματα τους.
Σε αυτή την εποχή εξαιτίας της απουσίας υπολογιστών, κοπέλες λευκές και έγχρωμες εργάζονται στους υπολογισμούς, ένα είδος ανθρωπίνων αριθμομηχανών.
Η ταινία εστιάζει στην ομάδα των έγχρωμων γυναικών, που βρίσκονται φυσικά σε ξεχωριστό κτίριο, κυρίως σε τρεις κυριολεκτικά ξεχωριστές γυναίκες, ιδιοφυΐες, την Katherine Johnson (Taraji P. Henson), την Dorothy Vaughn (Octavia Spencer) and την Mary Jackson (Janelle Monae). Η Dorothy Vaughn υπεύθυνη και ψυχή της ομάδας των έγχρωμων γυναικών και οι δύο άλλες, η Mary Jackson  και η Katherine Johnson, η πρωταγωνίστρια θα έλεγα, σε πλέον νευραλγικές θέσεις. Θα πρέπει να τονισθεί ότι η ταινία προβάλλει ιδιαίτερα την ενότητα και το ομαδικό πνεύμα. Είναι γεγονός ότι η κοινωνία αγνοούσε την ύπαρξη αυτών των μυαλών, την συμβολή τους στην επιτυχία των πρώτων αποστολών.
Πολύ αργότερα αναγνωρίστηκε το έργο τους. Αυτές τις αφανείς ηρωίδες αναδεικνύει η ταινία με τον δικό της  τρόπο. Χωρίς να διεκδικεί ιδιαίτερα καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά, με  ελαφρότητα αφηγείται αυτό που ανά τον κόσμο αγνοούσαμε. Τον ρόλο των γυναικών αυτών στο μεγάλο επίτευγμα της Αμερικής. Η ευφυΐα τους και τα εμπόδια, η βία οι δυσκολίες, που τώραλόγω χρώματος έπρεπε να ανταπεξέλθουν το θέμα της ταινίας.
Ωραιοποιημένα και επιφανειακά κατορθώνει να δώσει μία εποχή, τον αγώνα των γυναικών αυτών, του κοινωνικού και οικογενειακού τους περίγυρου. Την περιφρόνηση, αμφισβήτηση, εχθρότητα, άρνηση του εργασιακού χώρου αντίθετα με την ποιότητα παροχής των υπηρεσιών τους και της καθοριστικής συμβολής τους στην επιτυχία και λειτουργία των διαστημικών προγραμμάτων που υλοποιούσαν.
Εξαιρέσεις υπάρχουν, κι αυτές όχι εξαιτίας διαφορετικής ιδεολογίας, αλλά εξαιτίας πάθους για την επίτευξη του στόχου. Έναν καλό manager δεν τον σταματά τίποτα, ο στόχος μετράει. Ο λόγος για τον διευθυντή της NASA του Al Harrison (Kevin Costner). O χαρακτήρας και το όνομα έχουν επινοηθεί. Ο υπεύθυνος στην πραγματικότητα της ομάδας διαστημικού έργου ήταν ο Robert Gilruth. Είναι γεγονός ότι όταν οι βιογραφίες, βιβλία ή ταινίες ασχολούνται με ξεχωριστά μυαλά, εστιάζουν συνήθως στην ιδιαιτερότητα των συμπεριφορών των προβαλλόμενων. Στην εν λόγω  ταινία ίσως για να τονισθεί το ότι μία γυναίκα έγχρωμη, παρ όλη την φωτεινότητα του μυαλού της και την οξυδέρκεια της, δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να περιφρονείται και να αντιμετωπίζεται ως μίασμα. Παρουσιάζονται οι κυρίες σαν απόλυτα συνηθισμένοι και φυσιολογικοί άνθρωποι που έχουν τις ίδιες ανάγκες, ανησυχίες, μικρές χαρές, απολαύσεις και σκοτούρες, δυσκολίες εντός της κοινωνικής τους ομάδας. Απέναντι είναι η άλλη ομάδα των λευκών. Αυτό είναι το ζητούμενο η ισότητα η μη διάκριση.
Παρ όλη την ομαδικότητα η Katherine επικρατεί και κυριαρχεί στην αφήγηση της ταινίας ως ίσως ενδεικτικό δείγμα πορείας και βιωμάτων μιας μεγάλης πληθυσμιακής ομάδας.
Τονίσθηκε η αφοσίωση, ομαδικότητα, η εξοντωτική δουλειά των ανθρώπων της NASA. Η ανώνυμη εργασία τόσων επιστημόνων εντός της μεγάλης αυτής «οικογένειας»
Οι πολύ καλές ερμηνείες, η συνεπής αναπαράσταση της εποχής είτε αφορά το ντύσιμο, σπιτικά, εκκλησιασμούς, είτε συναναστροφές, σχέσεις των δύο φύλων κλπ με καυστικότητα που απαλύνεται με διακωμώδηση, με ένα βλέμμα, μια σύμπτωση, σε κρατούν μέχρι την επιτυχή έκβαση του στόχου. Συνέβαλε σε αυτό και η μουσική των Hans Zimmer, Pharrell Williams, Benjamin Wallfisch.
Όπως έχω γράψει για παλαιότερες ταινίες, οι ταινίες που χαρακτηρίζονται ως «αυτές που ευχαριστούν τον θεατή» εξαιτίας της μαζικότητας της θέασης, έκανε εισπράξεις 229.1 εκατ δολλάρια έναντι κόστους 25 εκατ δολ, καθιστούν γνωστά και εύληπτα θέματα που μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες προσπερνούν, αδιαφορούν. Κοινοποιούν με εύκολο τρόπο μεγάλα και δύσκολα θέματα που παραμένουν χώρος προβληματισμού λίγων. Θέματα όπως της ισότητας των φύλων, του ρατσισμού, το γιατί των αποστολών στο διάστημα, κα.
Φανταστείτε να είσθε κοινωνιολόγος και να πρέπει να μιλήσετε γι αυτά τα θέματα σε μία τάξη 17χρονων. Ενώ η ταινία με αυτήν την απλότητα της, την  ελαφρότητα της, τα διαμήνυσε κι όχι μόνο σε αυτούς που κοινωνικά  ανησυχούν, ψάχνουν, που ειδικεύονται ή διδάσκουν, που δραστηριοποιούνται πολιτικά, αλλά σε πολλούς αν κρίνουμε από τις εισπράξεις. Kάποιος θα έλεγε αυτό είναι και το επικίνδυνο. Η αθωότητα του θεάματος.

Σκηνοθέτης: Theodore Melfi
Σενάριο:A lison Schroeder, Theodore Melfi βασισμένο στο βιβλίο της Margot lee Shetterly «Hidden Figures»
Φωτογραφία:Mandy Walker
Editing: Peter Teschner
Μουσική: Hans Zimmer, Pharell Williams,Benjamin Wallfisch

Ηθοποιοί:
Taraji P. Henson: Katherine Goble Johnson,μαθηματικός
Octavia Spencer: Dorothy Vaughan,μαθηματικός και επόπτρια
Janelle Monáe: Mary Jackson, μηχανικός
Kevin Costner: Al Harrison Υπεύθυνος της ομάδας εργασίας του Διαστημικού προγράμματος
Kirsten Dunst: Vivian Mitchell, επόπτρια
Jim Parsons: Paul Stafford υπεύθυνος, μηχανικός στο Διαστημικό πρόγραμμα.
Glen Powell: John Glenn, αστροναύτης
Mahershala Ali: Jim Johnson, στρατιωτικός, σύζυγος της Katherine
Donna Biscoe: Joylette Coleman, μητρα της Katherine

5 Μαΐου 2017

Επίλογος (Epilogue, Hayuta and Berl) - 2012

Είδα πρόσφατα στο MUBI (έχω μιλήσει στο παρελθόν γι αυτή την ταινιοθήκη) την ταινία «Επίλογος» του Ισραηλινού σκηνοθέτη Amir Manor, που προβλήθηκε στο 53ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Πήρε μάλιστα τέσσερα βραβεία: Πρωτοτυπίας και Καινοτομίας, Σεναρίου, της Βουλής των Ελλήνων, και του Κοινού.

Είναι η πρώτη ταινία μεγάλης διάρκειας του σκηνοθέτη. Ενώ είναι μία από τις βραβευμένες ταινίες του Φεστιβάλ και δικαίως, δεν προβλήθηκε αρκετά, ούτε μάλιστα και από την Κινηματογραφική Λέσχη Αλεξανδρούπολης, γεγονός που δικαιολογεί και την αργοπορία θέασης. Πρόκειται για αξιόλογη ταινία που σε αγγίζει συναισθηματικά και σε προβληματίζει.

Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, η Hayuta (Rivka Gur) και ο Berl (Yosef Carmon) που ζουν στο Ισραήλ, βλέπει την χώρα του να απομακρύνεται διαρκώς από αυτό που, όταν ερχόμενοι από κάθε άκρη του κόσμου στη γη (της επαγγελίας) τους, ονειρεύτηκαν όταν την οικοδομούσαν.
Ένα κράτος ιδεατό, δίκαιο, παραγωγικό, κοινωνικό, δημοκρατικό. Κράτος όπου άνθρωποι ελεύθεροι θα ήταν ισότιμα μέλη μιας μη καταναλωτικής κοινωνίας, ένα κράτος που θα υπήρχε για τον πολίτη και όχι που να βρίσκεται απέναντί του. Ένα κράτος που μεριμνά και δεν ξεχνά τον μόνο, τον ανήμπορο, τον φτωχό, τον ασθενή και τον ηλικιωμένο. Η ταινία διαδραματίζεται κατά την διάρκεια μίας ημέρας, με την εικόνα ενός ηλικιωμένου ζευγαριού αγκαλιασμένου, έτσι δε μάλιστα τελειώνει.

Ζουν σε ένα άθλιο κτίριο και η ημέρα τους ξεκινάει με την επίσκεψη της υπαλλήλου της Πρόνοιας Galit (Efrat Ben Zur) που ήρθε να διαπιστώσει με ερωτήσεις αν εκείνοι είναι σε θέση να αυτοεξυπηρετηθούν.
Θα ήταν αισιόδοξο αν η υπάλληλος είχε ανθρώπινο πρόσωπο, αν σκεφτόταν και συμπεριφερόταν σαν άνθρωπος προς άνθρωπο και όχι σαν μία εκπρόσωπος ενός απρόσωπου γραφειοκρατικού μηχανισμού.
Ο Berl είναι περισσότερο δυναμικός, ευελπιστεί ότι μπορεί ακόμη να αλλάξει την πραγματικότητα που συναντά στην διάρκεια της ημέρας, καθώς γεμίζει με πράξεις και σκέψεις αλληλεγγύης. Η Hayuta είναι απαισιόδοξη και θλιμμένη. Ίσως λόγω της ασθένειας της και της νοσταλγίας για τον γιο της. Ο τελευταίος έφυγε, μάλλον μετά από ρήξη με τον πατέρα του και ζει στη Νέα Υόρκη. Θα μπορούσε κανείς να δικαιολογήσει την δυναμική και αισιοδοξία του Berl με το γεγονός ότι υπήρξε πολιτικοποιημένος και συνδικαλιστής στα νιάτα του.

Πικρή η διαπίστωση όταν ο θεατής βιώνει την αδυναμία των σωμάτων τους στην κάθε κίνηση.
Αν δε τη συνδυάσεις με την οικονομική ανέχειά τους, νιώθεις ένα κόμπο να σφίγγει το στομάχι σου καθώς κάνεις προσομοιώσεις με την κατάσταση των δικών μας μικροσυνταξιούχων και μόνων ηλικιωμένων, ενώ έξω, εκεί κι εδώ, κινείται ένας κόσμος αδιάφορος, κυνικός, καταναλωτικός. Ζει σαν να μην του περνάει από το μυαλό πως με μαθηματική ακρίβεια, κάπου στο άμεσο μέλλον, δεν θα αποφύγει να βιώσει κι εκείνος τοιουτοτρόπως με τους πρωταγωνιστές.

Είναι σκληρή μέσα στην τρυφερότητα της η ταινία. Θα την συνέκρινα με το Αmour του Michael Haneke, και εκείνη του 2012, σε ότι αφορά την φροντίδα και αγάπη τους, την απομόνωση τους. Την αγωνία του τέλους. Όμως η εν λόγω ταινία πάει πολύ πιο βαθιά και είναι μία αυστηρότατη κριτική μιας δήθεν σύγχρονης βελτιωμένης ανθρωποκεντρικής κοινωνίας. Η διαφοροποίηση επί διαφόρων θεμάτων των δύο πρωταγωνιστών είναι μία συμβολική εικόνα της κοινωνικής και πολιτικής καθημερινότητας του  Ισραήλ... θα τόνιζα επίσης και της δικιά μας χώρας. Οι τάσεις που υπάρχουν. Αυτό υποστηρίζει και ο Amir Manor σε συνεντεύξεις. Εξάλλου το νιώθεις και στα 96 λεπτά που διαρκεί.

Ο ίδιος έχασε πριν το γύρισμα της ταινίας παππού και γιαγιά από καρκίνο. Έζησε μαζί τους την απογοήτευση που οι ίδιοι βίωναν και πολύ καλά επισημαίνονταν στην ταινία. Χωρίς να είναι μία βιογραφική ταινία, μεταφέρει αυτό που ο ίδιος εισέπραξε και παρατηρεί. Οι πρόγονοι του, όπως είπε, έφυγαν το 1917 από τη Θεσσαλονίκη, τότε με τις πυρκαγιές, και βρέθηκαν στο Ισραήλ, όπου δούλεψαν σκληρά για να φτιάξουν την πατρίδα που ανέκαθεν ονειρεύτηκαν. Το πως; Φαίνεται ξεκάθαρα όπως μας το αφηγείται τέλεια ο Amir Manor. Πολύ απέχει απ' το όνειρο, όπως και σε πολλά μέρη του δικού μας κόσμου. Δεν έχει χώρο γι αυτούς.

Η ταινία είναι καλοδουλεμένη. Έχει υπέροχες ερμηνείες. Με τον χαμηλό φωτισμό και όχι μόνο, εξασφάλισε την δραματικότητα της, τόσο που στο σύνολο της είχα την αίσθηση μιας ασπρόμαυρης ταινίας. Διαφορετικές λήψεις και εναλλαγές πλάνων βοηθούν στην συμμετοχή του θεατή στην ιστορία.
Έξυπνο σενάριο, γι αυτό και το βραβείο. Πολύ καλή φωτογραφία, τόσο που κάποιες σκηνές μένουν αξέχαστες, ως πίνακες στην μνήμη, παρ όλο το στενάχωρο του μηνύματός των. Δεν μπορώ να προσπεράσω τα βλέμματα.

Κρίμα αν δεν την βρείτε. Με ενοχλεί αφάνταστα το γεγονός ότι μετριότητες και κενές περιεχομένου ταινίες συναντάς όπου κι αν ψάξεις, ενώ εξαιρετικά κομμάτια σαν αυτήν, παρότι τα βρίσκεις εύκολα στις αίθουσες προβολών των απανταχού φεστιβάλ, έπρεπε εξίσου να είναι πρόσβατες και να συζητηθούν απο το ευρύ κοινο. Έτσι ίσως ανοίξει μία αγκαλιά για τους μόνους ηλικιωμένους που τα θλιμμένα μάτια τους σαρώνουν την πόρτα μη, και «ω του θαύματος», έρθει ο πολυπόθητος επισκέπτης, γιος ή κόρη, εγγονός, παρηγοριά για το όνειρο που τέλειωσε.

Σκηνοθέτης: Amir Manor
Σενάριο: Amir Manor
Φωτογραφία: Guy Raz
Μουσική: Ruth Doloris Weiss
Editing: Iris Ozer

Ηθοποιοί
Berl: Yosef Carmon
Hayuta: Rivka Gur
Galit: Efrat Ben-Zur

1 Μαΐου 2017

Sweet Bean あん (Κόκκινη Γλυκιά Πάστα Φασολιών) - 2015

Ένα μικρό αριστούργημα από μία γυναίκα, την Γιαπωνέζα, Naomi Kawase. Άγνωστη στους πολλούς, μια και μόνο το Sweet Bean προβλήθηκε στην Αμερική.
Έχει διακριθεί στο Φεστιβάλ Καννών, τρεις φορές, το 1997 με το βραβείο Χρυσή Κάμερα για την ταινία SuzaKu, το 2007 με το Μεγάλο βραβείο για την ταινία The Morning Forest και το 2015 προβλήθηκε η εν λόγω ταινία στο τμήμα  «Ένα Κάποιο Βλέμμα». Δουλεύει ανάμεσα στο πραγματικό και μη πραγματικό. Όπως είπε κάποιος πλησιάζει το μη πραγματικό με βλέμμα ντοκουμενταρίστα, (Yamane 2002).
Ίσως να μην σας αρέσουν οι ταινίες που έχουν να κάνουν με φαγητό. Η συγκεκριμένη με αφορμή το φαγητό διαπραγματεύεται δύο επιπλέον θέματα κατά την άποψή μου. Το ένα είναι η παράδοση και το άλλο ο τρόπος που λειτουργεί η κοινωνία για τους ανθρώπους που ξεχωρίζουν οι που μειονεκτούν κατά τη γνώμη της. Υπάρχουν επίσης θέματα όπως η φύση, η ηλικία, ο σύγχρονος άνθρωπος, αυτός που βιάζεται, που προσπερνάει τις λεπτομέρειες, που ξεχνάει, που αδιαφορεί καλύτερα γι αυτές. Μιας κοινωνίας που αλλάζει.
Σε ένα μικρό μαγαζάκι, γωνιακό, ένας νεαρός άνδρας, ο Sentaro (Masatoshi Nagase). Σοβαρός λιγομίλητος, έως αμίλητος, ετοιμάζει dorayaki, ένα είδος σάντουιτς  φτιαγμένο απ δύο λαλαγγίτες για μας τους Εβρίτες, κρέπες για άλλους, που ενώνονται με μία γλυκιά πάστα/μαρμελάδα, φτιαγμένη από κόκκινα φασόλια. Η πελατεία του μαγαζιού είναι περιορισμένη, κυρίως μαθήτριες, και ο τζίρος μικρός. Αγαπάει την δουλειά του, την εκτελεί με αγάπη και προσοχή. Αν ακούσει σχόλια δυσαρέσκειας από τους πελάτες για την ποιότητα, χαρίζει το έδεσμα. Στην αγγελία για πρόσληψη βοηθού εμφανίζεται ηλικιωμένη κυρία, η Tokue (Kirin Kiki), αργότερα μαθαίνουμε ότι είναι 76 χρόνων, η οποία διεκδικεί τη θέση από μία ακόμη νεαρή υποψήφια, φίλη του Sentaro, την Wakana (Kyara Uchida). Η κυρία ισχυρίζεται ότι μπορεί να παρασκευάσει ή να βοηθήσει να παρασκευάσουν  την κόκκινη γλυκιά πάστα φασολιών. Μένει άφωνη κι ενοχλημένη όταν μαθαίνει ότι ο καταστηματάρχης αγοράζει έτοιμη, του εμπορίου για το μικρό έδεσμα που προσφέρει. Σοκαρισμένη προσπαθεί να τον πείσει ότι πρέπει να την παρασκευάζει ο ίδιος ή να προσλάβει αυτήν ή κάποιον άλλον για να χρησιμοποιεί ποιοτική πάστα, για να είναι το dorayaki όπως πρέπει. Φεύγοντας αφήνει ένα δείγμα από τη δική της πάστα και την διεύθυνσή της.
Στην αρχή ο Sentaro την πετάει στο κάλαθο των αχρήστων, όμως σε δεύτερη σκέψη αποφασίζει να την δοκιμάσει. Εντυπωσιάζεται.
Η Τokue  προσλαμβάνεται έχοντας ξεπεράσει τις αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της Τokue με την συνδρομή της φίλης του κι άλλης υποψήφιας Wakana. Η ιστορία συνεχίζεται επί της οθόνης. Στο σημείο αυτό για μένα ξεκινάει η ποίηση της ταινίας.
Θα την ονόμαζα κινηματογραφικό χαϊκού. Περί αυτού πρόκειται. Όπως το χαϊκού με σύντομο, λιτό τρόπο συνδέει φύση και συναισθήματα, έτσι και η ταινία. Διακριτικά τρέχει, υπάρχει κάτι άλλο από αυτό που διαβάζεις, βλέπεις. Ο χρόνος της καθορίζεται με εναλλαγές εξαιρετικών πλάνων φύσης. Χάνεσαι στην ομορφιά τους. Η εστίαση στα πρόσωπα των ηθοποιών είναι η έκφραση σκέψεων και συναισθημάτων καθιστώντας τον διάλογο περιεκτικό ως ποίημα. Αυτά και τα εργαλεία της Naomi Kawase.
Εξαιρετικές ερμηνείες, φωτογραφία, διακριτική μουσική, ένα ταξίδι σε άλλο χρόνο και τόπο. Κάλεσμα για μια άλλη ματιά της ζωής. Εκεί που δεν εξοστρακίζεται κανείς, που υπάρχει χώρος για όλους μέσα μας. Δύναμη της ίασης το άπλωμα του χεριού, όταν χαρίζει άνθρωπος σε άνθρωπο. Η κρυμμένη ή αγνοημένη ομορφιά. Η ομορφιά των μικρών πραγμάτων που εν τέλει είναι και μεγάλα.

Σκηνοθέτης:Naomi Kawase
Σενάριο: Naomi Kawase βασισμένο στο βιβλίο  An του/της Durian Sukegawa
Φωτογραφία: Shigeki Akiyama
Editing: Tina Baz
Μουσική: David Hadjad

Ηθοποιοί
Kirin Kiki: Tokue
Kyara Uchida: Wakana

22 Απριλίου 2017

The People vs. Fritz Bauer - 2015 (Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική Ατζέντα)

Μια έξυπνη γεμάτη νεύρο ταινία μας χάρισε ο πολυβραβευμένος Γερμανός σκηνοθέτης, Lars Kraume. Δεν είναι μόνο πολυβραβευμένος αλλά έχει δώσει πολλές ταινίες, παρά το νεαρό της ηλικίας του.
Γερμανία, Φρανκφούρτη, μετά τον πόλεμο, ο Γενικός  Εισαγγελέας Fritz Bauer (Burghart Klaußner) διορισμένος από τον Πρωθυπουργό, Εβραίος στην καταγωγή, αγωνίζεται να φέρει σε δίκη, να αποκαλύψει την βιαιότητα, την εγκληματικότητα του 3ου Reich  , να αποδοθεί, να τιμωρηθούν οι εγκληματίες. Συγκεντρώνει στοιχεία για όσους ναζί παραμένουν ασύλληπτοι, αλλά βρίσκει διαρκώς εμπόδια. Ώσπου μια νέα πληροφορία για τον διαβόητο Adolf Eichmann φτάνει στα χέρια του. Στην προσπάθειά του αυτή είναι σχετικά μόνος, με εξαίρεση ένα νεαρό συνεργάτη του, τον Staatsanwalt Karl Angermann (Ronald Zehrfeld), απέναντι σε ένα διοικητικό σύστημα που προσπαθεί στο όνομα της ισορροπίας και ομαλότητας, της ενότητας, να αποσιωπήσει, να παρακάμψει τα γεγονότα, να κλείσει το κεφάλαιο όπως-όπως. Πολλοί  συνεργάτες και πρωτεργάτες των SS βρίσκονται ακόμη σε υψηλές θέσεις, σε θέσεις κλειδιά στην μεταπολεμική Γερμανία. Το θέμα δεν είναι άγνωστο και ούτε  μπορείς να πεις ότι είναι ακόμη μία ταινία για το Ολοκαύτωμα. Με την ταινία, Hannah Arendt, 2012, της Margarethe von Trotta ενώ είχαμε γνωρίσει την υπόθεση Eichnmann, τις αντιδράσεις του κοινού, το αγώνα της, δεν είχε γίνει, για μένα τουλάχιστον, κατανοητό η ατιμωρησία των εγκληματιών και ούτε το πως ο Adolf Eichmann (Michael Schenk) βρέθηκε και συνελήφθη.
Ο Lars Kraume εστιάζει στην προσπάθεια ενός ανθρώπου να έρθει αντιμέτωπος με τις επιλογές της εξουσίας προκειμένου να αποδώσει δικαιοσύνη. Είναι δύσκολο ακόμη κι αν φαίνεται αυτονόητο και φυσικό επακόλουθο.
Το θέμα που διαπραγματεύεται η ταινία και είναι σκοπός του Fritz Bauer, το να δεί η Γερμανία τις πληγές της, την αλήθεια, να ξεκαθαρίσει με τις ενοχές της, αν θέλει να δει το μέλλον, το συνάντησα στην αναδρομική έκθεση του Anselm Kiefer που είδα στο Παρίσι. Ήταν μία συγκλονιστική εμπειρία τότε όπως και η παρούσα ταινία τώρα. Είναι επώδυνη η ζωή για τον αμέτοχο στο έγκλημα Γερμανό. Θέλει να βάλεις το μαχαίρι βαθιά στο κόκκαλο για να αναδείξεις το θέμα. Ένας λαός κουβαλάει μέσα του ενοχές, κρύβει πληγές, αρνείται την αλήθεια, θέλει να προχωρήσει σαν να μην συνέβει το έγκλημα, σαν να μην χύθηκε αίμα. Έχει και τη συνενοχή του συστήματος που κι αυτό με την σειρά του προκειμένου να διατηρήσει τα έδρανα της εξουσίας συμμετέχει σε αυτό το «κρυφτό». Βολεύει. Υπάρχουν όμως κι άλλοι που θέλουν η αλήθεια να έρθει στο φως. Να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Η δημοκρατία απαιτεί αλήθεια και δικαιοσύνη. Αλλιώς υφέρπει.
Η ταινία είναι τόσο καλογυρισμένη που διατηρεί χαρακτηριστικά ντοκιμαντέρ χωρίς να παύει να στοχεύει στο συναίσθημα του θεατή. Εξαιρετικές ερμηνείες με διάκριση στον Burghart Klaußner. 
Θυμίζει παλιό καλό κινηματογράφο, που δύναται να παραμείνει στα κλασσικά.
Διακριτική μουςική, των Christoph M. Kaiser, Julian Maas, γρήγορα κι έξυπνα πλάνα, προσεγμένα σκηνικά, δεκαετία 50 και καλή διανομή ρόλων.
Ουσιαστικά είναι από τις ταινίες που ενώ είναι φανερό ότι «χτενίστηκε» εξονυχιστικά, ολοφάνερη η αρτιότητά της, διατήρησε το νεύρο της και το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο.
Ούτε μια στιγμή δεν αδιαφορείς για την έκβαση. Ακολουθείς τον στόχο του Bauer και 
Kraume.

Σκηνοθέτης: Lars Kraume
Σενάριο: Lars Kraume,Olivier Guez
Κινηματογραφιστής: Jens Harant
Μουσική: Cristoph Kaiser,Julian Maas
Editing: Barbara Gies
Ηθοποιοί
Burghart Klaußner: Generalstaatsanwalt Fritz Bauer
Ronald Zehrfeld: Staatsanwalt Karl Angermann
Jörg Schüttauf: Paul Gebhardt
Sebastian Blomberg: Ulrich Kreidler
Michael Schenk: Adolf Eichmann
Stefan Gebelhoff: Willem Sassen
Pierre Shrady: Eberhard Fritsch
Götz Schubert: Georg August Zinn
Laura Tonk: Fräulein Schütt
Arndt Schwering-Sohnrey: Staatsanwalt Kügler
Daniel Krauss: Staatsanwalt Vogel
Rüdiger Klink: Heinz Mahler

13 Απριλίου 2017

Η Μεγάλη Επιστροφή (Coming Home) - 2014

Τον Zhang Yimou η Δύση τον λάτρεψε, τον ανέδειξε και πάντα τον αναμένει. Η αναμονή κι αυτή την φορά  δικαιώθηκε. Η τελευταία του ταινία είναι ακόμη ένα εξαιρετικό δείγμα δουλειάς από τον μεγάλο αυτό σκηνοθέτη.
Σε μια εποχή της λεγόμενης πολιτιστικής επανάστασης δηλαδή γύρω στα 70, εξελίσσεται η ιστορία της ταινίας. Πρωταγωνίστρια η αγαπημένη του ηθοποιός Gong Li(Feng) και σύντροφος στο παρελθόν, δίνει ρεσιτάλ ηθοποιίας και μαεστρίας. Αυτός από την πλευρά του παίρνει το φως στήνει σκηνικά, φτιάχνει υπέροχες εικόνες και ένα μύθο, ίσως αληθινό και μας ταξιδεύει σε δύσκολες εποχές. Έχει μαζί του καλούς συνεργάτες, ηθοποιούς, εξαιρετικό κινηματογραφιστή, Xiaoding Zhao και μουσικό,Qigang Chen. Η τανία βασίζεται στο μυθιστόρημα της Geling Yan, The criminal Lu Yanshi». Κρατάει το τέμπο της ταινίας, χωρίς "κοιλιές", χωρίς περιττές εντάσεις, χωρίς εξάρσεις, με μία αφοπλιστική λιτότητα. Πλησιάζει το φακό ευγενικά διακριτικά και όταν θέλει έντονα  αφηγηματικά δυναμικά επικριτικά.
 Η ιστορία έχει ως εξής: Νεαρή χορεύτριατης Εθνικής Ακαδημίας Χορού, Zhang Huiwen(Dandan), κόρη της Feng και του Lu ετοιμάζεται για μία παράσταση ελεγχόμενη από το σύστημα επί του περιεχομένου και επί των προσώπων. Μαθαίνουμε ότι ο κρατούμενος σε στρατόπεδα εργασίας, για πολλά έτη, πατέρα της Daoing(Lu), πρώην καθηγητής, δραπέτευσε και ενδέχεται να έρθει να τους συναντήσει. Είδηση που συγκινεί φοβισμένα κι ανέκφραστα την μητέρα της χορεύτριας και σύζυγό του Lu τρομάζει, πανικοβάλει την κόρη. Η κομματική επιτροπή και οι εκπρόσωποι της απαιτούν από  μητέρα και κόρη να αρνηθούν την συνάντηση μαζί του απειλούμενες για τις συνέπειες αυτής της φιλοξενίας του. Ουσιαστικά της ζητούν να αρνηθούν πατέρα και σύζυγο ως εχθρό της πατρίδας και επικίνδυνο για την προσωπική τους ασφάλεια και μελλοντική εξέλιξη. Η κόρη το κάνει αλλά όχι και η μητέρα της. Από το σημείο αυτό αρχίζει και η ένταση με την εμφάνιση του Lu μέσα σε καταρρακτώδη βροχή και υπό την παρακολούθηση των ανθρώπων του κόμματος του.
 Η συνάντηση δραματικά αποφεύχθη μετά από καταγγελία της κόρης και παρά την σφοδρή και αγωνιώδη προσπάθεια της συζύγου.Η δραματικότητα της σκηνής, η επίτευξη της συνάντησης, κλείνει δραματικά το δεύτερο κομμάτι της ταινίας.
Επιστρέφοντας ο Lu μετά τρία χρόνια διαπιστώνει ότι η σύζυγός του πάσχει από ένα είδος αμνησίας, θα την έλεγα επιλεκτική, εξαιτίας ψυχολογικών τραυμάτων, για μας τους θεατές, για ανεξήγητους λόγους από το σύστημα.
Στο τρίτο και τελευταίο κομμάτι της ταινίας θα παρακολουθήσουμε την προσπάθεια του συζύγου να γίνει αναγνωρίσιμος. Να θεραπευθεί η αμνησία της συζύγου, η οποία επιμένει να τον περιμένει στο σταθμό από τη στιγμή που πληροφορήθηκε πως έχουν έχουν απελευθερωθεί οι κρατούμενοι.
Ο σκηνοθέτης με το δικό του τρόπο αναδεικνύει την αλλαγή, την κοινωνική κατάσταση, τις σχέσεις των ανθρώπων τις επιπτώσεις του απολυταρχικού και καταπιεστικού καθεστώτος στις ζωές των ανθρώπων κυρίως στην προσωπικότητα και στις ενδοοικογενειακές σχέσεις. Φυσικά κι έχουν κατακερματιστεί και φυσικά θέλει δουλειά να ανασυνταχθούν σαν ένα σπασμένος καθρέφτης που πρέπει να σχηματίσει ξανά τα είδωλα. Συμβολική η αμνησία;
Θα πρέπει να σημειωθεί δεν υπάρχει κορύφωση δράματος και ίσως κάποιοι να θεωρούσαν αυτό αρνητικό όμως το καταλογίσω στα θετικά μια και έχεις την ηρεμία και σχετική απόσταση για να κρίνεις ως θεατής. Είναι σημαντικό να μάθει κανείς τι σημαίνει μία κοινωνία αλυσοδεμένη, με φιμωμένα στόματα και μηδενική ελευθερία ταν διαφωνείς με τις επιλογές της εξουσίας. Δεν χρειάζονται υπογραμμίσεις γιατί δημιουργούν άρνηση.
Ο δυτικός κόσμος είχε και έχει πληροφορία για τέτοια καθεστώτα μέσα από την ιστορία και την δημοσιογραφία. Όμως η τέχνη έχει τον δικό της τρόπο, σιωπηλό, να τα παρουσιάζει,αυτό που και στη χρα μας το βιώσαμε επίπονα και τραγικά.
Μπορείς να δεις βαθιά με μία εικόνα, μία λέξη, με έναν ήχο. Ο ήχος δηλαδή μουσική πολέμησε και την αμνησία.
Κυριαρχεί στη σκηνή η Gong Li. Σε μία συνέντευξη της λέει: «Με γοητεύουν οι ερμηνευτικές προκλήσεις γιατί δεν σε αφήνουν να εφησυχάσεις. Συζητήσαμε πολύ με τον Zhang, ο οποίος μου άφησε χώρο να ψάξω και να διαμορφώσω ελεύθερα το χαρακτήρα της Feng. Κάθε μέρα για έναν ολόκληρο μήνα επισκεπτόμουν νοσοκομεία με ασθενείς που έπασχαν από Αλτσχάιμερ, αν και η αμνησία της Feng είναι διαφορετικής αιτιολογίας. Έμαθα πολλά από εκεί, κυρίως λεπτομέρειες που αφορούν την καθημερινότητα ενός αμνησιακού, όπως τον τρόπο που γράφει σημειώματα στον εαυτό του και άλλα πράγματα που δεν υπήρχαν στο σενάριο.»
Το αποτέλεσμα επί της σκηνής. Αν ο σκηνοθέτης ήταν χορογράφος αυτή ήταν η πρίμα μπαλαρίνα.
Ο Zhang Yimou όμως μας  χάρισε και άλλες  πρίμες μπαλαρίνες όπως στη ταινία  «Ηρωας» αλλά η Gong Li είναι αξεπέραστη, τουλάχιστον  για μένα.
Κάθε πλάνο και ένα μοναδικό κομμάτι αισθητικής από μόνο του η ιστορία. Ο αντίλογος λέει ότι προσδίδουμε ιδιαίτερα θετικά χαρακτηριστικά εξαιτίας του μη οικείου και της απόστασης, το εξωτικό που λείπει απ’ τη ζωή μας. Χαρακτηρίζει άνευρο το δράμα και θωπευτικό του καθεστώτος. Είναι έτσι;

Σκηνοθέτης: Zhang Yimou
Σενάριο: Jingzhi Zou
Βιβλίο: Geling Yan, The Criminal Lu Yanshi
Μουσική: Qigang Chen
Κινηματογραφία: Xiaoding Zhao
Editing: Peicong Meng,Mo Zhang

Ηθοποιοί:  
Chen Daoming ως Lu Yanshi
Gong Li ως Feng Wanyu, Lu

Zhang Huiwen ως Dandan

3 Απριλίου 2017

Το άρωμα της πράσινης παπάγιας (The scent of green papaya) - 1993

Όταν η ζωή δυσκολεύει είναι ωραίες οι νοσταλγικές βουτιές στο παρελθόν ιδιαίτερα όταν οι εικόνες είναι χάρμα οφθαλμών, κάποιος είπε ποίηση για μάτια. Τέλη δεκαετίας του 40, αρχές του 50 ένα ορφανό, πανέμορφο, τρυφερό δεκάχρονο κορίτσι περπατώντας μία μέρα φθάνει στη Σαιγκόν να δουλέψει ως οικιακή βοηθός σε ένα αστικό σπίτι.
Έτσι ξεκινάει η ταινία και ο μύθος της. Ο σκηνοθέτης Tran Anh Hung και σεναριογράφος μας μιλάει σε αυτήν την ολιγόλογη, έως σιωπηλή ταινία μέσα από τα μάτια αυτής της συναρπαστικής μικρής, Miu (Man San Lu) όνομα της. Βάλσαμο ψυχής η τρυφερότητα της, το χαμόγελο της, το αγόγγυστο της εργασίας της.
Μαθαίνει γρήγορα τα καθήκοντά της, υπηρετεί διακριτικά τα αφεντικά, έχει την συμπάθεια της κυρίας του σπιτιού.
Η οικογένεια έχει χάσει πριν μερικά χρόνια το νεαρό κορίτσι τους που αν ζούσε θα είχε την ηλικία της κόρης τους. Η παρουσία της Miu επώδυνη θύμηση αλλά και τρυφερότητα που δεν ξεπερνάει τους τύπους βέβαια.
Ανακαλύπτουμε ακολουθώντας την ματιά της την ομορφιά της φύσης. Μικρά ταπεινά πλάσματα όπως ένας γρύλος, ή ένας βάτραχος της δίνουν χαρά και γαλήνη. Είναι αποδέκτες της προσοχής και φροντίδας της. Η ζωή είναι δύσκολη γι αυτήν αλλά και χαρά της.
Ο θεατής με τη βοήθεια του κινηματογραφιστή Benoît Delhomme, θα απολαύσει αυτήν την μαγευτική απλότητα, θα βουτήξει στην γοητεία του παρελθόντος. Αυτό ήθελε και ο σκηνοθέτης όπως λέει σε μία συνέντευξη του. Να αναδείξει την ομορφιά του Βιετνάμ, ενός Βιετνάμ που χάθηκε. Αποκτάει ακόμα μεγαλύτερη αξία η ταινία, για μένα τουλάχιστον, αν λάβουμε υπόψη του ότι γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε πλατό μια και θα ήταν δύσκολο να βρεθεί σήμερα ατόφιος και ανέπαφος χώρος της δεκαετίας του 50 στο Βιετνάμ. Όπως λέει δε και ο σκηνοθέτης ίσως δεν θα ενδιέφερε την Διοίκηση στο Βιετνάμ να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. 
Όταν η οικογένεια θα βρεθεί σε δύσκολη θέση, οικονομική, εξαιτίας του ότι ο πατέρας και αρχηγός της οικογένειας εξαφανίζεται με όλες τις οικονομίες του σπιτιού, θα αναγκαστεί να εργαστεί δίπλα σε έναν μουσικό, πιανίστα. Ένα φίλο και συχνό επισκέπτη της οικογενείας στο παρελθόν που ασκούσε ιδιαίτερή γοητεία στη μικρή. Ο ίδιος δέχεται τις αψεγάδιαστες αλλά γεμάτες αγάπη υπηρεσίες και φροντίδες της, ενώ απολαμβάνει μία ξέφρενη δυτικότροπη ζωή με την ακριβών γούστων ερωμένη του.
Όταν θα ανακαλύψει την ομορφιά, ψυχής και σώματος, της υπηρέτριας του, θα έχει κι άλλη τροπή η ταινία.
Αν δεν ήταν τόσο προσεγμένη σκηνοθετικά, αν ο κινηματογραφιστής δεν ήταν ένας μάγος του φωτός, αν το παραμύθι δεν ήταν με τέτοια ποιότητα σερβιρισμένο, θα ήταν ένα γλυκανάλατο ρομάντζο. Ο σκηνοθέτης αγαπά τους χαρακτήρες του, τους προσεγγίζει και εμείς τους βλέπουμε με μάτια ερωτευμένου.
Είναι επίσης με τέχνη δοσμένη η αγάπη και η νοσταλγία του σκηνοθέτη για την πατρίδα. Μια πατρδα όπως την κουβαλάμε μέσα μας ενώ την έχουμε αφήσει. Αυτή εξελίσσεται και μεταμορφώνεται εν τη απουσία μας καμιά φορά και μεταφορική, ενώ εμες την κρατάμε εξιδανικευμένη και γλυκιά όπως την θέλαμε.
Χώρος, περιβάλλον και άνθρωποι μεταβάλλονται και μεταμορφώνονται.
Παράδειγμα η πρωταγωνίστρια του. Από ένα λεπτό ως κλαράκι κοριτσάκι σε μία ενήλικη καλλονή (Tran Nu Yên-Khê). Η δε παπάγια λαχανικό αρχικά που γίνεται ένα υπέροχο φρούτο στο τέλος.
Η ταινία υποκλίνεται στην γυναίκα, στην γοητεία και δύναμη της, εξωτερική αλλά και εσωτερική. Συμβολικό το εσωτερικό και άρωμα της παπαγιας. Την δομή της οικογένειας σε ένα Βιετναμ πριν τον όλεθρο δείχνει ο σκηνοθέτης. Την θέση της γυναίκας στην αστική κοινωνία της Σαιγκόν λίγο πριν γίνουν όλα στάχτη.
Η μουσική του Tôn-Thât Tiêt, είναι έντονη, ποικίλη και οι σειρήνες που ακούγονται μια μικρή νύξη του μέλλοντος που αγνοείτο αλλά που αμείλικτο θα ακολουθούσε. 
Ανεπιφύλαχτα θα έλεγα ότι είναι ένα διαμαντάκι της δεκαετίας του 90, που αν το βρείτε, μην το χάσετε. Έχει την γοητεία του κουτιού που φυλάσσεται σ' ένα ντουλάπι και έχει μέσα όλα τα αποκόμματα της ζωής σας. Όταν το ανοίγετε η γλύκα των αναμνήσεων σας τυλίγει.
Όλα έχουν την γοητεία της πατίνας του χρόνου. Κινήσεις, ήχοι, εικόνες, αντικείμενα, αισθήματα, συμπεριφορές.
Έτσι και η ταινία για τον σκηνοθέτη το "κουτί" που γράφει απ' έξω Σαιγκόν '50.

Σκηνοθέτης: Tran Anh Hung
Σενάριο: Tran Anh Hung
Κινηματογραφιστής: Benoît Delhomme
Μουσική: Tôn-Thât Tiêt
Editing: Nicole Dedieu, Jean-Pierre Roques

Ηθοποιοί: 
Tran Nu Yên-Khê ως Mui 20 χρονών
Man San Lu ως Mui 10 χρονών
Thi Loc ως Truong
Anh Hoa ως Nguyen
Hoa Hoi ως Vuong
Ngoc Trung ως Tran
Vantha ως Talisman
Keo ως Souvannavong
Van Oanh ως Nguyen
Gerard ως Neth
Nhat ως Do
Thi Hai ως Vo

Thi Thanh ως Tra Nguyen