22 Απριλίου 2017

The People vs. Fritz Bauer - 2015 (Υπόθεση Φριτς Μπάουερ: Μυστική Ατζέντα)

Μια έξυπνη γεμάτη νεύρο ταινία μας χάρισε ο πολυβραβευμένος Γερμανός σκηνοθέτης, Lars Kraume. Δεν είναι μόνο πολυβραβευμένος αλλά έχει δώσει πολλές ταινίες, παρά το νεαρό της ηλικίας του.
Γερμανία, Φρανκφούρτη, μετά τον πόλεμο, ο Γενικός  Εισαγγελέας Fritz Bauer (Burghart Klaußner) διορισμένος από τον Πρωθυπουργό, Εβραίος στην καταγωγή, αγωνίζεται να φέρει σε δίκη, να αποκαλύψει την βιαιότητα, την εγκληματικότητα του 3ου Reich  , να αποδοθεί, να τιμωρηθούν οι εγκληματίες. Συγκεντρώνει στοιχεία για όσους ναζί παραμένουν ασύλληπτοι, αλλά βρίσκει διαρκώς εμπόδια. Ώσπου μια νέα πληροφορία για τον διαβόητο Adolf Eichmann φτάνει στα χέρια του. Στην προσπάθειά του αυτή είναι σχετικά μόνος, με εξαίρεση ένα νεαρό συνεργάτη του, τον Staatsanwalt Karl Angermann (Ronald Zehrfeld), απέναντι σε ένα διοικητικό σύστημα που προσπαθεί στο όνομα της ισορροπίας και ομαλότητας, της ενότητας, να αποσιωπήσει, να παρακάμψει τα γεγονότα, να κλείσει το κεφάλαιο όπως-όπως. Πολλοί  συνεργάτες και πρωτεργάτες των SS βρίσκονται ακόμη σε υψηλές θέσεις, σε θέσεις κλειδιά στην μεταπολεμική Γερμανία. Το θέμα δεν είναι άγνωστο και ούτε  μπορείς να πεις ότι είναι ακόμη μία ταινία για το Ολοκαύτωμα. Με την ταινία, Hannah Arendt, 2012, της Margarethe von Trotta ενώ είχαμε γνωρίσει την υπόθεση Eichnmann, τις αντιδράσεις του κοινού, το αγώνα της, δεν είχε γίνει, για μένα τουλάχιστον, κατανοητό η ατιμωρησία των εγκληματιών και ούτε το πως ο Adolf Eichmann (Michael Schenk) βρέθηκε και συνελήφθη.
Ο Lars Kraume εστιάζει στην προσπάθεια ενός ανθρώπου να έρθει αντιμέτωπος με τις επιλογές της εξουσίας προκειμένου να αποδώσει δικαιοσύνη. Είναι δύσκολο ακόμη κι αν φαίνεται αυτονόητο και φυσικό επακόλουθο.
Το θέμα που διαπραγματεύεται η ταινία και είναι σκοπός του Fritz Bauer, το να δεί η Γερμανία τις πληγές της, την αλήθεια, να ξεκαθαρίσει με τις ενοχές της, αν θέλει να δει το μέλλον, το συνάντησα στην αναδρομική έκθεση του Anselm Kiefer που είδα στο Παρίσι. Ήταν μία συγκλονιστική εμπειρία τότε όπως και η παρούσα ταινία τώρα. Είναι επώδυνη η ζωή για τον αμέτοχο στο έγκλημα Γερμανό. Θέλει να βάλεις το μαχαίρι βαθιά στο κόκκαλο για να αναδείξεις το θέμα. Ένας λαός κουβαλάει μέσα του ενοχές, κρύβει πληγές, αρνείται την αλήθεια, θέλει να προχωρήσει σαν να μην συνέβει το έγκλημα, σαν να μην χύθηκε αίμα. Έχει και τη συνενοχή του συστήματος που κι αυτό με την σειρά του προκειμένου να διατηρήσει τα έδρανα της εξουσίας συμμετέχει σε αυτό το «κρυφτό». Βολεύει. Υπάρχουν όμως κι άλλοι που θέλουν η αλήθεια να έρθει στο φως. Να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Η δημοκρατία απαιτεί αλήθεια και δικαιοσύνη. Αλλιώς υφέρπει.
Η ταινία είναι τόσο καλογυρισμένη που διατηρεί χαρακτηριστικά ντοκιμαντέρ χωρίς να παύει να στοχεύει στο συναίσθημα του θεατή. Εξαιρετικές ερμηνείες με διάκριση στον Burghart Klaußner. 
Θυμίζει παλιό καλό κινηματογράφο, που δύναται να παραμείνει στα κλασσικά.
Διακριτική μουςική, των Christoph M. Kaiser, Julian Maas, γρήγορα κι έξυπνα πλάνα, προσεγμένα σκηνικά, δεκαετία 50 και καλή διανομή ρόλων.
Ουσιαστικά είναι από τις ταινίες που ενώ είναι φανερό ότι «χτενίστηκε» εξονυχιστικά, ολοφάνερη η αρτιότητά της, διατήρησε το νεύρο της και το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο.
Ούτε μια στιγμή δεν αδιαφορείς για την έκβαση. Ακολουθείς τον στόχο του Bauer και 
Kraume.

Σκηνοθέτης: Lars Kraume
Σενάριο: Lars Kraume,Olivier Guez
Κινηματογραφιστής: Jens Harant
Μουσική: Cristoph Kaiser,Julian Maas
Editing: Barbara Gies
Ηθοποιοί
Burghart Klaußner: Generalstaatsanwalt Fritz Bauer
Ronald Zehrfeld: Staatsanwalt Karl Angermann
Jörg Schüttauf: Paul Gebhardt
Sebastian Blomberg: Ulrich Kreidler
Michael Schenk: Adolf Eichmann
Stefan Gebelhoff: Willem Sassen
Pierre Shrady: Eberhard Fritsch
Götz Schubert: Georg August Zinn
Laura Tonk: Fräulein Schütt
Arndt Schwering-Sohnrey: Staatsanwalt Kügler
Daniel Krauss: Staatsanwalt Vogel
Rüdiger Klink: Heinz Mahler

13 Απριλίου 2017

Η Μεγάλη Επιστροφή (Coming Home) - 2014

Τον Zhang Yimou η Δύση τον λάτρεψε, τον ανέδειξε και πάντα τον αναμένει. Η αναμονή κι αυτή την φορά  δικαιώθηκε. Η τελευταία του ταινία είναι ακόμη ένα εξαιρετικό δείγμα δουλειάς από τον μεγάλο αυτό σκηνοθέτη.
Σε μια εποχή της λεγόμενης πολιτιστικής επανάστασης δηλαδή γύρω στα 70, εξελίσσεται η ιστορία της ταινίας. Πρωταγωνίστρια η αγαπημένη του ηθοποιός Gong Li(Feng) και σύντροφος στο παρελθόν, δίνει ρεσιτάλ ηθοποιίας και μαεστρίας. Αυτός από την πλευρά του παίρνει το φως στήνει σκηνικά, φτιάχνει υπέροχες εικόνες και ένα μύθο, ίσως αληθινό και μας ταξιδεύει σε δύσκολες εποχές. Έχει μαζί του καλούς συνεργάτες, ηθοποιούς, εξαιρετικό κινηματογραφιστή, Xiaoding Zhao και μουσικό,Qigang Chen. Η τανία βασίζεται στο μυθιστόρημα της Geling Yan, The criminal Lu Yanshi». Κρατάει το τέμπο της ταινίας, χωρίς "κοιλιές", χωρίς περιττές εντάσεις, χωρίς εξάρσεις, με μία αφοπλιστική λιτότητα. Πλησιάζει το φακό ευγενικά διακριτικά και όταν θέλει έντονα  αφηγηματικά δυναμικά επικριτικά.
 Η ιστορία έχει ως εξής: Νεαρή χορεύτριατης Εθνικής Ακαδημίας Χορού, Zhang Huiwen(Dandan), κόρη της Feng και του Lu ετοιμάζεται για μία παράσταση ελεγχόμενη από το σύστημα επί του περιεχομένου και επί των προσώπων. Μαθαίνουμε ότι ο κρατούμενος σε στρατόπεδα εργασίας, για πολλά έτη, πατέρα της Daoing(Lu), πρώην καθηγητής, δραπέτευσε και ενδέχεται να έρθει να τους συναντήσει. Είδηση που συγκινεί φοβισμένα κι ανέκφραστα την μητέρα της χορεύτριας και σύζυγό του Lu τρομάζει, πανικοβάλει την κόρη. Η κομματική επιτροπή και οι εκπρόσωποι της απαιτούν από  μητέρα και κόρη να αρνηθούν την συνάντηση μαζί του απειλούμενες για τις συνέπειες αυτής της φιλοξενίας του. Ουσιαστικά της ζητούν να αρνηθούν πατέρα και σύζυγο ως εχθρό της πατρίδας και επικίνδυνο για την προσωπική τους ασφάλεια και μελλοντική εξέλιξη. Η κόρη το κάνει αλλά όχι και η μητέρα της. Από το σημείο αυτό αρχίζει και η ένταση με την εμφάνιση του Lu μέσα σε καταρρακτώδη βροχή και υπό την παρακολούθηση των ανθρώπων του κόμματος του.
 Η συνάντηση δραματικά αποφεύχθη μετά από καταγγελία της κόρης και παρά την σφοδρή και αγωνιώδη προσπάθεια της συζύγου.Η δραματικότητα της σκηνής, η επίτευξη της συνάντησης, κλείνει δραματικά το δεύτερο κομμάτι της ταινίας.
Επιστρέφοντας ο Lu μετά τρία χρόνια διαπιστώνει ότι η σύζυγός του πάσχει από ένα είδος αμνησίας, θα την έλεγα επιλεκτική, εξαιτίας ψυχολογικών τραυμάτων, για μας τους θεατές, για ανεξήγητους λόγους από το σύστημα.
Στο τρίτο και τελευταίο κομμάτι της ταινίας θα παρακολουθήσουμε την προσπάθεια του συζύγου να γίνει αναγνωρίσιμος. Να θεραπευθεί η αμνησία της συζύγου, η οποία επιμένει να τον περιμένει στο σταθμό από τη στιγμή που πληροφορήθηκε πως έχουν έχουν απελευθερωθεί οι κρατούμενοι.
Ο σκηνοθέτης με το δικό του τρόπο αναδεικνύει την αλλαγή, την κοινωνική κατάσταση, τις σχέσεις των ανθρώπων τις επιπτώσεις του απολυταρχικού και καταπιεστικού καθεστώτος στις ζωές των ανθρώπων κυρίως στην προσωπικότητα και στις ενδοοικογενειακές σχέσεις. Φυσικά κι έχουν κατακερματιστεί και φυσικά θέλει δουλειά να ανασυνταχθούν σαν ένα σπασμένος καθρέφτης που πρέπει να σχηματίσει ξανά τα είδωλα. Συμβολική η αμνησία;
Θα πρέπει να σημειωθεί δεν υπάρχει κορύφωση δράματος και ίσως κάποιοι να θεωρούσαν αυτό αρνητικό όμως το καταλογίσω στα θετικά μια και έχεις την ηρεμία και σχετική απόσταση για να κρίνεις ως θεατής. Είναι σημαντικό να μάθει κανείς τι σημαίνει μία κοινωνία αλυσοδεμένη, με φιμωμένα στόματα και μηδενική ελευθερία ταν διαφωνείς με τις επιλογές της εξουσίας. Δεν χρειάζονται υπογραμμίσεις γιατί δημιουργούν άρνηση.
Ο δυτικός κόσμος είχε και έχει πληροφορία για τέτοια καθεστώτα μέσα από την ιστορία και την δημοσιογραφία. Όμως η τέχνη έχει τον δικό της τρόπο, σιωπηλό, να τα παρουσιάζει,αυτό που και στη χρα μας το βιώσαμε επίπονα και τραγικά.
Μπορείς να δεις βαθιά με μία εικόνα, μία λέξη, με έναν ήχο. Ο ήχος δηλαδή μουσική πολέμησε και την αμνησία.
Κυριαρχεί στη σκηνή η Gong Li. Σε μία συνέντευξη της λέει: «Με γοητεύουν οι ερμηνευτικές προκλήσεις γιατί δεν σε αφήνουν να εφησυχάσεις. Συζητήσαμε πολύ με τον Zhang, ο οποίος μου άφησε χώρο να ψάξω και να διαμορφώσω ελεύθερα το χαρακτήρα της Feng. Κάθε μέρα για έναν ολόκληρο μήνα επισκεπτόμουν νοσοκομεία με ασθενείς που έπασχαν από Αλτσχάιμερ, αν και η αμνησία της Feng είναι διαφορετικής αιτιολογίας. Έμαθα πολλά από εκεί, κυρίως λεπτομέρειες που αφορούν την καθημερινότητα ενός αμνησιακού, όπως τον τρόπο που γράφει σημειώματα στον εαυτό του και άλλα πράγματα που δεν υπήρχαν στο σενάριο.»
Το αποτέλεσμα επί της σκηνής. Αν ο σκηνοθέτης ήταν χορογράφος αυτή ήταν η πρίμα μπαλαρίνα.
Ο Zhang Yimou όμως μας  χάρισε και άλλες  πρίμες μπαλαρίνες όπως στη ταινία  «Ηρωας» αλλά η Gong Li είναι αξεπέραστη, τουλάχιστον  για μένα.
Κάθε πλάνο και ένα μοναδικό κομμάτι αισθητικής από μόνο του η ιστορία. Ο αντίλογος λέει ότι προσδίδουμε ιδιαίτερα θετικά χαρακτηριστικά εξαιτίας του μη οικείου και της απόστασης, το εξωτικό που λείπει απ’ τη ζωή μας. Χαρακτηρίζει άνευρο το δράμα και θωπευτικό του καθεστώτος. Είναι έτσι;

Σκηνοθέτης: Zhang Yimou
Σενάριο: Jingzhi Zou
Βιβλίο: Geling Yan, The Criminal Lu Yanshi
Μουσική: Qigang Chen
Κινηματογραφία: Xiaoding Zhao
Editing: Peicong Meng,Mo Zhang

Ηθοποιοί:  
Chen Daoming ως Lu Yanshi
Gong Li ως Feng Wanyu, Lu

Zhang Huiwen ως Dandan

3 Απριλίου 2017

Το άρωμα της πράσινης παπάγιας (The scent of green papaya) - 1993

Όταν η ζωή δυσκολεύει είναι ωραίες οι νοσταλγικές βουτιές στο παρελθόν ιδιαίτερα όταν οι εικόνες είναι χάρμα οφθαλμών, κάποιος είπε ποίηση για μάτια. Τέλη δεκαετίας του 40, αρχές του 50 ένα ορφανό, πανέμορφο, τρυφερό δεκάχρονο κορίτσι περπατώντας μία μέρα φθάνει στη Σαιγκόν να δουλέψει ως οικιακή βοηθός σε ένα αστικό σπίτι.
Έτσι ξεκινάει η ταινία και ο μύθος της. Ο σκηνοθέτης Tran Anh Hung και σεναριογράφος μας μιλάει σε αυτήν την ολιγόλογη, έως σιωπηλή ταινία μέσα από τα μάτια αυτής της συναρπαστικής μικρής, Miu (Man San Lu) όνομα της. Βάλσαμο ψυχής η τρυφερότητα της, το χαμόγελο της, το αγόγγυστο της εργασίας της.
Μαθαίνει γρήγορα τα καθήκοντά της, υπηρετεί διακριτικά τα αφεντικά, έχει την συμπάθεια της κυρίας του σπιτιού.
Η οικογένεια έχει χάσει πριν μερικά χρόνια το νεαρό κορίτσι τους που αν ζούσε θα είχε την ηλικία της κόρης τους. Η παρουσία της Miu επώδυνη θύμηση αλλά και τρυφερότητα που δεν ξεπερνάει τους τύπους βέβαια.
Ανακαλύπτουμε ακολουθώντας την ματιά της την ομορφιά της φύσης. Μικρά ταπεινά πλάσματα όπως ένας γρύλος, ή ένας βάτραχος της δίνουν χαρά και γαλήνη. Είναι αποδέκτες της προσοχής και φροντίδας της. Η ζωή είναι δύσκολη γι αυτήν αλλά και χαρά της.
Ο θεατής με τη βοήθεια του κινηματογραφιστή Benoît Delhomme, θα απολαύσει αυτήν την μαγευτική απλότητα, θα βουτήξει στην γοητεία του παρελθόντος. Αυτό ήθελε και ο σκηνοθέτης όπως λέει σε μία συνέντευξη του. Να αναδείξει την ομορφιά του Βιετνάμ, ενός Βιετνάμ που χάθηκε. Αποκτάει ακόμα μεγαλύτερη αξία η ταινία, για μένα τουλάχιστον, αν λάβουμε υπόψη του ότι γυρίστηκε εξ ολοκλήρου σε πλατό μια και θα ήταν δύσκολο να βρεθεί σήμερα ατόφιος και ανέπαφος χώρος της δεκαετίας του 50 στο Βιετνάμ. Όπως λέει δε και ο σκηνοθέτης ίσως δεν θα ενδιέφερε την Διοίκηση στο Βιετνάμ να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. 
Όταν η οικογένεια θα βρεθεί σε δύσκολη θέση, οικονομική, εξαιτίας του ότι ο πατέρας και αρχηγός της οικογένειας εξαφανίζεται με όλες τις οικονομίες του σπιτιού, θα αναγκαστεί να εργαστεί δίπλα σε έναν μουσικό, πιανίστα. Ένα φίλο και συχνό επισκέπτη της οικογενείας στο παρελθόν που ασκούσε ιδιαίτερή γοητεία στη μικρή. Ο ίδιος δέχεται τις αψεγάδιαστες αλλά γεμάτες αγάπη υπηρεσίες και φροντίδες της, ενώ απολαμβάνει μία ξέφρενη δυτικότροπη ζωή με την ακριβών γούστων ερωμένη του.
Όταν θα ανακαλύψει την ομορφιά, ψυχής και σώματος, της υπηρέτριας του, θα έχει κι άλλη τροπή η ταινία.
Αν δεν ήταν τόσο προσεγμένη σκηνοθετικά, αν ο κινηματογραφιστής δεν ήταν ένας μάγος του φωτός, αν το παραμύθι δεν ήταν με τέτοια ποιότητα σερβιρισμένο, θα ήταν ένα γλυκανάλατο ρομάντζο. Ο σκηνοθέτης αγαπά τους χαρακτήρες του, τους προσεγγίζει και εμείς τους βλέπουμε με μάτια ερωτευμένου.
Είναι επίσης με τέχνη δοσμένη η αγάπη και η νοσταλγία του σκηνοθέτη για την πατρίδα. Μια πατρδα όπως την κουβαλάμε μέσα μας ενώ την έχουμε αφήσει. Αυτή εξελίσσεται και μεταμορφώνεται εν τη απουσία μας καμιά φορά και μεταφορική, ενώ εμες την κρατάμε εξιδανικευμένη και γλυκιά όπως την θέλαμε.
Χώρος, περιβάλλον και άνθρωποι μεταβάλλονται και μεταμορφώνονται.
Παράδειγμα η πρωταγωνίστρια του. Από ένα λεπτό ως κλαράκι κοριτσάκι σε μία ενήλικη καλλονή (Tran Nu Yên-Khê). Η δε παπάγια λαχανικό αρχικά που γίνεται ένα υπέροχο φρούτο στο τέλος.
Η ταινία υποκλίνεται στην γυναίκα, στην γοητεία και δύναμη της, εξωτερική αλλά και εσωτερική. Συμβολικό το εσωτερικό και άρωμα της παπαγιας. Την δομή της οικογένειας σε ένα Βιετναμ πριν τον όλεθρο δείχνει ο σκηνοθέτης. Την θέση της γυναίκας στην αστική κοινωνία της Σαιγκόν λίγο πριν γίνουν όλα στάχτη.
Η μουσική του Tôn-Thât Tiêt, είναι έντονη, ποικίλη και οι σειρήνες που ακούγονται μια μικρή νύξη του μέλλοντος που αγνοείτο αλλά που αμείλικτο θα ακολουθούσε. 
Ανεπιφύλαχτα θα έλεγα ότι είναι ένα διαμαντάκι της δεκαετίας του 90, που αν το βρείτε, μην το χάσετε. Έχει την γοητεία του κουτιού που φυλάσσεται σ' ένα ντουλάπι και έχει μέσα όλα τα αποκόμματα της ζωής σας. Όταν το ανοίγετε η γλύκα των αναμνήσεων σας τυλίγει.
Όλα έχουν την γοητεία της πατίνας του χρόνου. Κινήσεις, ήχοι, εικόνες, αντικείμενα, αισθήματα, συμπεριφορές.
Έτσι και η ταινία για τον σκηνοθέτη το "κουτί" που γράφει απ' έξω Σαιγκόν '50.

Σκηνοθέτης: Tran Anh Hung
Σενάριο: Tran Anh Hung
Κινηματογραφιστής: Benoît Delhomme
Μουσική: Tôn-Thât Tiêt
Editing: Nicole Dedieu, Jean-Pierre Roques

Ηθοποιοί: 
Tran Nu Yên-Khê ως Mui 20 χρονών
Man San Lu ως Mui 10 χρονών
Thi Loc ως Truong
Anh Hoa ως Nguyen
Hoa Hoi ως Vuong
Ngoc Trung ως Tran
Vantha ως Talisman
Keo ως Souvannavong
Van Oanh ως Nguyen
Gerard ως Neth
Nhat ως Do
Thi Hai ως Vo

Thi Thanh ως Tra Nguyen

14 Δεκεμβρίου 2016

TRACKS (Διασχίζοντας την Έρημο) - 2013

Η Robyn Davidson διέσχισε την έρημο της Αυστραλίας, μία διαδρομή 2700 χιλιομέτρων από το Alice Springs έως τον Indian Ocean μόνη, με δύο τρεις καμήλες και τον σκύλο της.
Το εγχείρημα είναι δύσκολο, για τους περισσότερους ακατόρθωτο.
Με πολύ μόχθο, ταλαιπωρία και εξαθλίωσή της, αποκτά και εκπαιδεύεται να χρησιμοποιεί τις καμήλες. Αναζητώντας χρηματοδότηση, η πρόταση της βρήκε ανταπόκριση στο National Geographic. Αυτό έλυσε το πρόβλημα των χρημάτων αλλά πρόσθεσε τον φωτογράφο Rick Smolan στην αποστολή.
Με διαπραγματεύσεις, μια και επιθυμία της ήταν να είναι μόνη μακριά από τον πολιτισμένο κόσμο, συμφωνούν να την συναντά σε συγκεκριμένα σημεία της διαδρομής.
Στην πορεία αποδείχτηκε, παρά τις αντιρρήσεις της, σωτήριος, σε πραγματικά σκληρές και θανατηφόρες καταστάσεις. Έφερε όμως την δημοσιότητα, τουρίστες, δημοσιογράφους, που επίμονα και σταθερά απομακρύνθηκαν ως μη επιθυμητοί. 
Ο John Curran,ο σκηνοθέτης, είχε να αντιμετωπίσει ξεκινώντας την ταινία Tracks μεγάλες προκλήσεις, όπως το άκρως δυνατό και ενδιαφέρον θέμα, αληθινό, την επιτυχία του βιβλίου και τις φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του κόσμου μέσω του περιοδικού με το κύρος που αυτό δίνει και αυτές αξίζουν.
Η ιστορία μιας κοπέλας μόνης στην πιο άγρια και απάτητη περιοχή της Αυστραλίας είναι άκρως συναρπαστική και ήδη ο κόσμος αναφώνησε στο άκουσμα της είδησης.
Το βιβλίο είναι από τα πλέον πολυδιαβασμένα, τουλάχιστον στην Αυστραλία, ενώ οι φωτογραφίες και ο φωτογράφος έπρεπε όχι μόνο να είναι μέρος της ταινίας αλλά να μην υπολείπονται αυτών.
Κατάφερε τελικά να αποδώσει την δυσκολία του εγχειρήματος, τον χαρακτήρα της Robyn Davidson (Mia Wasikowska) και να ενσωματώσει την δουλειά του Rick Smolan (Adam Driver) στην ταινία. 
Δεν έχω διαβάσει το ομότιτλο βιβλίο, όμως από την ταινία αποκόμισα ότι η Robyn Davidson δεν επιθυμούσε την κοινωνική συναναστροφή, εκτιμούσε τους ανθρώπους που σεβόταν τα ζώα και τους νόμους της φύσης, είναι μέρος αυτής κι όχι αδιάφοροι γι αυτήν.
Με πολύ πετυχημένα πλάνα αφηγήθηκε το βιογραφικό της και έκανε νύξεις για πιθανές αιτίες της ιδιαιτερότητας της, ως χαρακτήρα, αλλά και της απόφασης της για να ένα τόσο δύσκολο στόχο. Το πέτυχε χρονικά και διακριτικά.
Χρειάζεται αποφασιστικότητα, αντοχή, έλλειψη φόβου, εμπιστοσύνη στην συμπεριφορά των ζώων, σεβασμό στους ιθαγενείς, στη φύση γενικότερα. Πρέπει να αισθάνεσαι κομμάτι της. Αυτά ήταν εμφανή και αρκούντως τονισμένα στην ταινία. Χρειάζεται να δοκιμάσεις τον εαυτό σου, να φθάσεις τα όρια σου, για να κοιμάσαι έξι μήνες στο χώμα, χωρίς κάλυμμα κάτω από τον έναστρο ουρανό, με τον πιο κοντινό άνθρωπο χιλιόμετρα μακριά. Να μηδενίσεις σχεδόν τις ανάγκες σου σε τροφή, νερό, βολή, καθαριότητα, επικοινωνία. Να επιμένεις στην πορεία όταν λιώνεις από την ζέστη και έχεις γεμίσει εγκαύματα και πληγές από τον ήλιο, την έλλειψη νερού και καθαριότητας. Να ζήσεις με τα ελάχιστα. Συνάντησε κάποιους λευκούς, πολλούς ιθαγενείς. Της φέρθηκαν καλά, εξαίρεση ο πρώτος καμηλιέρης, με έκδηλη την αγωνία και την δυσπιστία τους για την επιτυχή ολοκλήρωση του στόχου της. Η ηθοποιία της Mia Wasikowska εξαιρετική. Ακόμη και όταν είναι ακίνητη, λέει ο σκηνοθέτης, μπορεί και εκφράζεται. Η επιλογή των ηθοποιών από τη Nikki Barrett είχαν μεγάλη ομοιότητα με τα υπαρκτά πρόσωπα, η δε ερμηνεία τους ότι φυσικότερο. Εξαιρετικός ο φωτογράφος Mandy Walker και έξυπνος ο τρόπος της παρουσίασης των φωτογραφιών του Rick Smolan. Έχεις  την αίσθηση ότι πρόκειται για ντοκιμαντέρ. Ανοιχτά πλάνα με την έρημο να απλώνεται σε όλο το μεγαλείο της. Από τις δηλώσεις του σκηνοθέτη εξηγείται και η ποιότητα του αποτελέσματος. Όπως λέει, η δυνατότητα να δουλεύεις χωρίς σκηνή σε απελευθερώνει και σου δίνει χαρά που θέλεις να την εκμεταλλευθείς. Θα ήταν αδιάφορο να δείξεις κάποιον να κινείται μπροστά σε ένα κοκκινωπό κατασκευασμένο σκηνικό που να θυμίζει έρημο όταν μπορείς να κινηματογραφήσεις ελεύθερα χωρίς περιορισμούς στον φακό, να ακολουθήσεις τον άνθρωπο από πίσω από τα πλάγια, από μπρος ενώ αυτός συνεχίζει να κινείται. Είναι σε αρκετά σημεία μονότονη η ταινία αλλά δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού δεν αλλάζει το φυσικό τοπίο. Η δε ξηρασία και η έλλειψη νερού και κατά συνέπεια βλάστησης, ζωής κάνουν ασφυκτική την ατμόσφαιρα ακόμη και για τον θεατή. Μπόρεσαν και ανέδειξαν την ομορφιά του, την σκόνη που κάθεται στα πάντα και την ευεργετικότητα, ομορφιά του νερού όταν εμφανίζεται. Ήταν δύσκολα τα γυρίσματα όχι μόνο λόγω των συνθηκών αλλά και λόγω της παρουσίας των ζώων τα οποία, ως φυσικό, δεν υπακούν πάντα σε διαταγές. Ο φακός στάθηκε ισόποσα στις ανάγκες και δυσκολίες των ζώων, όπως και στη πρωταγωνίστρια. Ομοιότητες με αυτές των ανθρώπων η ανάγκη της αναπαραγωγής, του νερού, ο φόβος, η υποταγή, η ανακούφιση. Η Robyn Davidson περπάτησε μαζί τους τα χιλιόμετρα, δεν τους επιβάρυνε με το βάρος της.
Μικρή απορία: Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον;
Θέλησε να υπάρχει μακριά από το πλήθος, μόνη. Στο τέλος, εξαιτίας της μοναδικότητας του τολμήματός της βρέθηκε να έχει περισσότερη δημοσιότητα από οποιονδήποτε συνηθισμένο άνθρωπο.

Σκηνοθέτης:John Curran
Σενάριο: Marion Nelson (Tracks), Robyn Davidson
Φωτογραφία: Mandy Walker
Μουσική: Garth Stevenson
Διανομή ρόλων: Nikki Barrett
Editing: Alexandre de Franceschi
Ηθοποιοί
Mia Wasikowska: Robyn Davidson
Adam Driver: Rick Smolan
Rolley Mintuma: κ.Eddie
Brendan Maclean: Peter
Rainer Bock: Kurt
Jessica Tovey: Jenny
Emma Booth: Marg

30 Νοεμβρίου 2016

Η Τρελή Χαρά (La Pazza Gioia) - 2016

Ζούμε σε μία εποχή που δύσκολα καταπιάνεται κάποιος με ένα θέμα που άπτεται αυτών των μη αγγιζόμενων" προς αποφυγή μη ορθότητας.
Κι όμως ο Paolo Virtzi με προσοχή ευαισθησία, εν τέλει με επιτυχία το έκανε. Δεν στεναχώρησε κανέναν, αντιθέτως βοήθησε και μας χάρισε 116 λεπτά ευχαρίστησης.
Σε μία κλινική για ασθενείς με ψυχιατρικά προβλήματα, με λιγότερες συμβατικές μεθόδους, αυτό που λέμε προοδευτική, συναντιόνται δύο γυναίκες, η Beatrice, Valeria Bruni Tedeschi και η Donatella, Micaela Ramazzotti. Δένονται και κάνουν ένα «ταξίδι» στο παρελθόν τους, από εκεί που ξεκίνησαν. Η αφορμή τους δόθηκε όταν η επιτήρηση τους χαλάρωσε για λίγο, και το έσκασαν.
Αυτό το ταξίδι προς τα πίσω είναι επώδυνο γι αυτές,  με ατυχή γεγονότα, ευχάριστα, μερικές φορές αστεία, αλλά όχι ασυνήθιστα. Εκεί βρίσκεται και η θέση του σκηνοθέτη και για μένα η επιτυχία του.
Αυτό το παιχνίδι του λογικού και παράλογου.
Με ή χωρίς σώας τας φρένας. Χωρίς να θίγει.
Γοητευτικός γρήγορος και καθηλωτικός ο τρόπος με τον οποίο τίθεται το όριο ανάμεσα στο ποιος είναι ο ασθενής και ποιος ο υγιής.
Διαρκής κίνηση, ένταση, εναλλαγή προσώπων, ιστοριών ενώ ανάμεσα τους διακυβέβευεται το όριο.
Μία εξαιρετική ταινία με ρυθμό, ανθρώπινη, με διακριτικότητα και σεβασμό στον άνθρωπο, με συνοχή και ποιότητα.
Τα κάδρα του έργα τέχνης. Ο χρωματισμός και φωτισμός τους επέτρεπε να την δεις ως την αφήγηση μίας ιστορίας, να κρατήσεις απόσταση, να σκεφθείς χωρίς την συναισθηματική φόρτιση, χωρίς οίκτο, σαν ίσος με ίσον. Εξάλλου πόσο απέχουμε από την υπέρβαση του ορίου. Ο κινηματογραφιστής Vladan Radovic λέει: «The cinematography follows characters and their constant mood changes throughout the film, but also through the scenes, and ultimately even in a single shot. There was one time that I invisibly changed the light during the shot because the character changed emotions while walking. I changed the light from warm to cold to follow his state of mind».
Αξιοσημείωτη η ερμηνεία όλων με εξέχουσα την Valeria Bruni Tedeschi. Είχε πάρει όλο το έργο στα χέρια της. Κυριαρχούσε στην οθόνη με την παρουσία και τον λόγο της, το βλέμμα της.
Δικαιούται βραβεύσεις. Θα της τις έδινα απνευστί. Είναι από εκείνες τις σπάνιες φορές που θέλεις να πας στα παρασκήνια, όπως το θέατρο, να την βρεις και να αγγίξεις την μαγεία.
Άδικο για την Micaela Ramazzotti και τους υπόλοιπους που ήταν εξίσου καλοί. Δεν προλαβαίνεις να μεταφερθείς στο άλλο πρόσωπο, να ακολουθήσεις την κάμερα γιατί αυτή σε έχει κυριεύσει και παραμένει μαζί σου ενώ ο φακός έχει φύγει απ’ αυτήν.
Τι μπορείς να κάνεις για να την συναγωνισθείς; Βοηθούσε βεβαίως και ο ρόλος, η πάθηση, η γνώμη και γνώση επί παντός θέματος. Η ακατάσχετη φλυαρία, η παρεμβατικότητα. Η φυσικότητα παρ όλα αυτά παρέμεινε αλώβητη.
Τα κοινωνικά θέματα και οι τάξεις έχουν απασχολήσει τον σκηνοθέτη και στο Ανθρώπινο Κεφάλαιο. Ξέρει να βλέπει και καταλαβαίνει, επισημαίνει αυτά και τις αιτίες τους. Γρήγορα, τόσο όσο χρειάζεται, δεν κάνει μάθημα. Υπονοεί και σε αφήνει να σκεφθείς, να συγκρίνεις, να ταυτίσεις.
Έκανε νύξεις για τις δομές ψυχικής υγείας, την Εκκλησία, την αριστοκρατία, τους μικροαστούς, την νύχτα και το περιθώριο.Τα συγκινονούντα δοχεία των κοινωνικών τάξεων. Τις αδυναμίες και την μοναξιά των ανθρώπων στα δύσκολα, την απουσία της οικογένειας στα άτομα με πρόβλημα. Η σκληρότητα του συστήματος και των υπηρεσιών.
Πολλά, δύσκολα και γρήγορα πέρασαν μπροστά στον θεατή.
Αφήνεις την οθόνη με την υπόσχεση να είσαι πιο προσεκτικός με τους ανθρώπους, να απλώνεις ένα χέρι, να προσέξεις πριν στιγματίσεις. Υπάρχει ελπίδα.

Σκηνοθέτης: Paolo Virtzi
Σενάριο: Paolo Virtzi,Francesca Archibugi
Φωτογραφία: Vladan Radovic
Μουσική: Carlo Virtzi
Editing: Cecilia Zanuso

Ηθοποιοί
Valeria Bruni Tedeschi: Beatrice Morandini Valdirana
Micaela Ramazzotti: Donatella Morelli
Valentina Carnelutti: Fiamma Zappa
Marco Messeri: Floriano Morelli
Bob Messini: Pierluigi Aitiani
Roberto Rondelli: Renato Corsi
Anna Galiena: Luciana Brogi Morelli
Tommaso Ragno: Giorgio Lorenzini
Sergio Albelli: Torregiani
Marisa Borini: κυρία Morandini Valdirana

24 Νοεμβρίου 2016

Η Ολοκαίνουργια...Καινή Διαθήκη (Le Tout Nouveau Testament) - 2015



Αν είσθε από τους ανθρώπους που είτε δεν δέχονται συζήτηση ή προβληματισμό σχετικά με τον Θεό, είτε αρνούνται την διακωμώδηση θεμάτων που ανήκουν στην κατηγορία «μην αγγίζετε», η ταινία δεν είναι για σας. Ανήκω στην κατηγορία, που ακούγοντας κάποιον να δηλώνει άθεος, σοκάρομαι. Ο σκηνοθέτης δηλώνει άθεος. Η ταινία του όμως επιχειρεί να παρουσιάσει την έννοια του Θεού θέτοντας επίσης την Αγία Τριάδα σε νέα σύνθεση.

Ο Θεός του είναι θνητός, παντοδύναμος, κακός, έχει οικογένεια γυναίκα, γιο και κόρη, ζει δε στις Βρυξέλλες, κλεισμένοι σε ένα ιδιόμορφο απομονωμένο θεοσκότεινο διαμέρισμα. Ο γιος αναφέρεται, ακούγεται, αλλά δεν βλέπεται παρά μόνο σε μορφή αγαλματιδίου. Θωπεύεται και λατρεύεται από την μητέρα του, θεωρείται εξαφανισμένος. Ο Θεός δεν είναι απλά κακός, κυνικός, χαιρέκακος με τους ανθρώπους, θα έλεγα διαβολικός σύμφωνα με την δική μου πίστη.

Είναι αυταρχικός, βάναυσα σκληρός με την σύζυγο και τη κόρη. Η σύζυγος και μητέρα είναι μία καταπιεσμένη απλοϊκή έως αφελής γυναίκα, που κεντάει υπέροχα και παρακολουθεί με πάθος αγώνες baseball, το οποίο λατρεύει. Η κόρη ένα δεκάχρονο πανέξυπνο, ανήσυχο πλάσμα που γρήγορα θα επαναστατήσει. Θα θελήσει να το σκάσει, προς αναζήτησην του αδελφού, θα εκδικηθεί τον πατέρα της. Θα μεσολαβήσουν διάφορα γεγονότα και θα βρεθεί στον έξω κόσμο αναζητώντας νέους περισσότερους Αποστόλους προκειμένου να γράψει την «Νέα» Καινή Διαθήκη. Όλα αυτά αποτελούν οδηγίες του αδελφού, που ως εκ θαύματος, επικοινωνεί εκ του πουθενά με την αδελφή του.Η αναζήτηση των αποστόλων στον έξω κόσμο είναι το δεύτερο εξίσου σημαντικό κομμάτι της ταινίας. Διαλέγοντας εξεζητημένα παραδείγματα, δίνει την εικόνα της κοινωνίας, η οποία με αφορμή ένα συμβάν, δεν θα το αποκαλύψω για να μην μειώσω το ενδιαφέρον σας, θα αναστατωθεί και θα ταρακουνηθεί.

Δεν είναι μόνο η καταγωγή του σκηνοθέτη, αλλά και ο ρόλος που έχουμε δώσει στις Βρυξέλλες για να επιλεχθεί ως κατοικία του Θεού του. Επίσης οι Βρυξέλλες δοκιμάσθηκαν πρόσφατα με πολύνεκρα και αιματηρά γεγονότα, στο «όνομα» ενός άλλου «Θεού». Δεν θα μπορούσαν να αφήσουν απροβλημάτιστο έναν δημιουργό. Με χαλαρότητα, αστειευόμενος, προσεγγίζει σύγχρονα θέματα και προβλήματα. Από τι Θεό θέλουμε, τι του καταλογίζουμε, τι προσδοκούμε, τι εμείς προσφέρουμε, ποιες οι ευθύνες μας και ποιες οι συνέπειες των επιλογών μας, ποιοι είναι δίπλα μας, αν τους βλέπουμε αν τους αγαπάμε, τι έχει μείνει από το «αγάπα τον πλησίον σου», τι είναι σεβασμός, οίκτος, φόβος, η γυναίκα στην κοινωνία, στις θρησκείες, η αθωότητα και πού χάθηκε, η σύμβαση στην ζωή και ποιος την επιβάλλει, το όνειρο και πού χάθηκε. Τι είναι ζωή και σε ποια χέρια την εναποθέτουμε.

Καλογυρισμένη, αφηγηματική, συνοπτική, με συνοχή. Κυλάει χαλαρά, θα την έλεγες κωμωδία, (κάποιοι την βρήκαν σπαρταριστή), που όμως αφήνει τα σημάδια της πίσω. Σε καλεί να σταθείς ενώπιον του Θεού σου γυμνή/ός μετά το πέρας της προβολής, πριν σηκώσεις το χέρι να δείξεις τον άλλον. Εξαιρετικοί οι ηθοποιοί. Τα φωτεινά και σκοτεινά πλάνα και η σωστή χρήση τους επιτυχημένο μέρος της δημιουργίας συναισθήματος, της εντατικοποίησης αυτού. Η συμμετρία και γεωμετρικότητα των πλάνων παραπέμπουν σε ναό. Η επιλογή μη ωραιοποιημένων πρωταγωνιστών, καθημερινών φυσιογνωμιών, ενισχύουν την ταύτιση του θεατή με το θέαμα, το θέμα. Μειώνει την απόσταση, σε καθιστά μέρος του θέματος. Συνεχίζει θα έλεγα την παράδοση του βελγικού κινηματογράφου, αυτόν που μας σύστησαν οι αδελφοί Jean-Pierre και Luc Dardenne.

Θα ήθελα να προσθέσω ένα κομμάτι από την συνέντευξη του σκηνοθέτη που πιστεύω ότι ρίχνει άπλετο φως στην κατανόηση της ταινίας και την απόλαυσή της αν σας ενοχλήσει η ιερότητα του θέματος. Ο χριστιανισμός και ο φεμινισμός τον έχουν επηρεάσει και στην ερώτηση «σαν σκηνοθέτης, σε ποια κατηγορία ανήκετε», απάντησε:
«Λοιπόν, εγώ δεν είμαι σαν τους αδελφούς Lumière, που έχουν αυτό το είδος της προσέγγισης στις ταινίες τους, «αυτή είναι η πραγματικότητα, πιστέψτε με». Στη συνέχεια, όμως, δεν είμαι ούτε ο Méliès όταν λέει, «μην με πιστεύετε, αυτό είναι η φαντασία μου, και είμαστε στο φεγγάρι.» Είμαι απλά στο μεταξύ, με επίκεντρο την αντίληψη της πραγματικότητας, που θα μπορούσε να είναι, ακόμα και χωρίς ποτέ πραγματικά να γνωρίζουμε τι είναι η πραγματικότητα.»

Σκηνοθεσία: Jaco Van Dormael
Σενάριο: Jaco Van Dormael, Thomas Gunzig
Φωτογραφία: Christophe Beaucarne
Μουσική: An Pierlé
Editing: Hervé de Luze

Ηθοποιοί
Benoît Poelvoorde: Θεός
Catherine Deneuve: Martine
François Damiens: François
Yolande Moreau: σύζυγος Θεού
Pili Groyne: κόρη Θεού
Laura Verlinden: Aurélie
Serge Larivière : Marc
David Murgia: Ιησούς Χριστός
Johan Leysen: σύζυγος της Martine
Pascal Duquenne: Georges
Viviane De Muynck: μητέρα του George
Johan Heldenbergh: παπάς
Marco Lorenzini: Victor

4 Νοεμβρίου 2016

Η Σιωπηλή Δολοφόνος (The Assassin) – 2015

Δεν μου αρέσει να αναφέρω ταινίες παλαιότερες, αλλά η ομορφιά της παρούσης μόνο με τα Όνειρα (1990) του Akira Kurosawa ή και το The Grandmaster του Wong Kar-wai μπορεί να συγκριθεί.
Μια συνηθισμένη ιστορία στον 8ο αιώνα, στην Κίνα, στο τέλος της Δυναστείας Tang.
Ο θρόνος και η εξουσία, ο εθνικός επεκτατισμός μαζί με τις ενδοοικογενειακές δολοφονίες και εξορίες είναι αυτό που ο Hou Hsiao-Hsien, ο σκηνοθέτης, θέλησε να αφηγηθεί.
Δεν είναι η γοητεία της Ανατολής όπως θα ισχυριζόταν κάποιος. Δεν είναι οι πολεμικές τέχνες όπως εκεί την κατέταξαν οι διανομείς. Λέει η Well Go CEO Doris Pfardrescher. «Obviously, it’s an arthouse film to the core. At the same time, because of the martial-arts element maybe it’s not exactly what (our core fans) are expecting to see, but I certainly think it’s something that they should see.» Είναι οι φόρμες που σε συνεπαίρνουν σε τέτοιο βαθμό, που δύσκολα απαντάς αν είναι όνειρο ή αλήθεια.
Όπως λέει κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, είναι το είδος που βασίζεται στην εικόνα και τον ήχο (cinema that relies on sound and image…). Η διαφορά βρίσκεται όχι στο τι θα αφηγηθείς αλλά στο πως.
Ο σκηνοθέτης είχε μία ιδιαίτερη αγάπη για το είδος της λογοτεχνίας με θέμα τις πολεμικές τέχνες, τις wuxia. Τις λάτρευε. Σε μια τέτοια ιστορία του συγγραφέα Pei Xing του 9ου αι, βασίσθηκε η ταινία.
Μία γυναίκα, η Nie Yinniang (Shu Qi) σαν παιδί, κατ άλλους, απήχθη, στην ταινία
αναφέρεται ότι δόθηκε σε μία μοναχή, συγγενή, με ιδιαίτερες ικανότητες να εκπαιδευτεί ως η δολοφόνος των διαβρωμένων αρχηγών και αξιωματικών.
Διατάσσεται, προκειμένου να αποδείξει την αφοσίωση της, να σκοτώσει τον κυβερνήτη (Chang Chen), ο οποίος είναι ξάδελφος αλλά κάποτε και η αγάπη της. Η ταινία κυλά όχι με αυτήν σκοτώνοντας αλλά με αυτήν παρακολουθώντας, ακούγοντας και περιμένοντας.
Θα κληθεί να διαλέξει αν θα σκοτώσει ή αν θα ακολουθήσει την καρδιά της.
Χρειάσθηκαν 25 χρόνια έρευνας, οκτώ χρόνια σχεδιασμού, χρηματοδότησης και ένας χρόνος παραγωγής γι αυτό το αριστούργημα.
Το σενάριο το έγραψε ο σκηνοθέτης με τους Hsieh Hai-meng, Zhong Acheng και Chu
Tien-wen και τους πήρε τρία χρόνια. Έπρεπε να αναθεωρηθεί πολλές φορές προκειμένου να εξασφαλισθεί η ορθότητα του και πιστότητα ως έργο εποχής για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Hou.
Ξεκινάει απλά, άσπρο μαύρο και μετά σε συμπαρασύρει σε ένα πανδαιμόνιο χρωμάτων ενώ οι σαν ανοιξιάτικο αεράκι κινήσεις ανθρώπων και υφασμάτων σε αποτελειώνουν. Οι φυσικοί ήχοι, αυτοί που σχεδόν ξεχάσαμε ζώντας στην πόλη, σε εντάσσουν στην μαγεία και επιβλητικότητα των τοπίων και στιγμών.
Τελετουργίες, φορεσιές, κομμώσεις, έπιπλα, ήθη και έθιμα, όλα συνηγορούν στο να είναι εντός κι όχι εκτός εποχής.
Μπορεί, κατά τον σκηνοθέτη να είναι μία φανταστική ιστορία, όμως έπρεπε και πρέπει να τεκμηριώνεται ιστορικά, κοινωνικά και ηθογραφικά. Λέγεται ότι οι μελέτες του Ηou τον καθιστούν έναν από τους καλύτερους μελετητές της Δυναστείας των Tang. Ελάχιστοι ως ανύπαρκτοι οι διάλογοι. Η έκφραση, η κίνηση, η αναμονή και ο ήχος εκφράζουν τα ανείπωτα.
Ένας σκηνοθέτης που ενορχήστρωσε την μαγεία.
Κινηματογραφεί αργά. Αποτυπώνεις με όλες τις αισθήσεις το πλάνο. Δεν κινείται γρήγορα ούτε φλύαρα.
Δεν σπαταλιέται σε φιλόδοξες αναπαραστάσεις ξιφομαχίας, πάλης, δολοφονιών. Αυτά, αφού σου διαμηνύσει ότι θα συμβούν, τα παίρνει μακριά σου, πίσω από δένδρα και πέπλα, τα απομακρύνει ή τα κρύβει, όχι ότι δεν τα αφηγείται. «My feeling was: Let’s not defy gravity. Let’s not have people fly around. If the character is an assassin, there’s no way she’d be dancing and moving about in some fanciful way» δηλώνει στην συνέντευξη του στο Variety.
Βεβαίως και σε ενημερώνει για την βία της εξουσίας, το αμείλικτο της ιεραρχίας, το
αδιαπραγμάτευτο της ηγεμονίας. Βεβαίως και η εξουσία δεν είναι πέπλα και
αρώματα.
Το όχι και η άρνηση, η προδοσία, πληρώνονται με αίμα και πόνο.
Απλώς εσύ ο θεατής παραμένεις χαμένος στην ιστορικότητα των στιγμών, εντάσεων, στο συμβάν. Η ποιότητα το μέσο της αναγκαιότητας του μύθου.
Οι ηθοποιοί όμορφοι αλλά μέτριοι. Ίσως τους αδικώ. Ίσως στάθηκαν λίγοι εξαιτίας
της μεγάλης βαρύτητας της φόρμας, όμως για να είμαι δίκαιη την υποστήριξαν.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη ο κινηματογραφιστής, οι φωτογράφοι, ο editor, ο μουσικός, ο ενδυματολόγος και ο σκηνογράφος κάτω από την ενορχήστρωση του σκηνοθέτη έπραξαν ό,τι καλύτερο. Ήταν αυτοί που απογείωσαν την ταινία. Πάνω απ όλα ήταν ο κύριος Hou Hsiao-Hsien. Ήταν αυτός που μας θύμισε ότι ο κινηματογράφος είναι τέχνη, η 7η.


Σκηνοθέτης: Hou Hsiao-Hsien
Σενάριο: Hou Hsiao-Hsien, Chu Tien-wen, Hsieh Hai-Meng, Zhong Acheng
Βιβλίο και Συγγραφέας: Nie Yinniang του Pei Xing
Φωτογραφία: Mark Lee Ping Bin
Μουσική: Lim Giong
Editor: Huang Chih -Chia, Ching-Song Liao
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Ding -Yang Weng
Διεύθυνση Παραγωγής και ενδυματολογία: Wen-Ying Huang
Ηθοποιοί
Shu Qi: Nie Yinniang
Chang Chen: Tian Ji'an
Zhou Yun: κυρία Tian
Hsieh Hsin-Ying: Huji,
Ni Dahong: Nie Feng,πατέρας της Nie Yinniang
Yong Mei: Nie Tian
Fang-Yi Sheu: πριγκήπισσα Jiacheng και η δίδυμη αδελφή της Jiaxin, η μοναχή
Lei Zhenyu: Tian Xing

17 Οκτωβρίου 2016

Sully - 2016


Σε όλα τα επαγγέλματα υπάρχει όριο ηλικίας εκτός αυτά των τεχνών. Είναι η σοφία που κατασταλάζει και ίσως είναι αυτό που θέλουν να καταθέσουν για το μέλλον που αυτοί δημιουργούν, κι εμείς που περιμένουμε το νέο δημιούργημα τους.
Ο λόγος για την τελευταία ταινία του Clint Eastwood.
Μία μεταφορά στην οθόνη ενός μοναδικού γεγονότος βασισμένη στο βιβλίο Highest Duty των Chesley "Sully" Sullenberger και Jeffrey Zaslow, την προσωπική καταγραφή του ατυχήματος.
Στις 15 Ιανουαρίου 2009 η Πτήση 1549 της US Airways από το αεροδρόμιο LaGuardia προς το αεροδρόμιο Charlotte Douglas International, ο πιλότος κατόρθωσε να κάνει αναγκαστική προσγείωση του αεροπλάνου πάνω στον ποταμό Hudson της Ν.Υόρκης χωρίς θύματα. Συγκεκριμένα, μόλις 3 λεπτά μετά την απογείωση, ένα σμήνος καναδέζικες χήνες έπεσαν επάνω στους κινητήρες καταστρέφοντάς τους σχεδον και τους δύο. Τονίζεται ο συντονισμός, η ετοιμότητα και η αποτελεσματικότητα όλων των εμπλεκομένων υπηρεσιών και όπως επίσης τονίζεται η υψηλή αίσθηση καθήκοντος με αποτέλεσμα να σωθούν και οι 155 επιβαίνοντες.
Με τέτοια υψηλή αίσθηση καθήκοντος αντέδρασαν και οι υπάλληλοι των αεροπορικών και ασφαλιστικών εταιρειών και η υπηρεσία εναέριων μεταφορών, οι οποίοι, αντί να επιβραβεύσουν και υπακούοντας στις εντολές των αφεντικών τους, προσπαθώντας να διαλευκάνουν τα αίτια, επιχειρούν να αποδώσουν σφάλμα και ολιγωρία στον πιλότο.
Το κοινό και τα Μέσα αποθέωσαν τον κυβερνήτη. Ο ήρωας όμως βορά των εταιρειών. Ίσως συντελεστεί η αποκαθήλωση του ότι οι μεν θα κερδίσουν χρήματα, οι δε θα έχουν σώσει το γόητρο των σκαφών τους, το δημόσιο θα έχει αποδώσει δικαιοσύνη.
Μία έρευνα κόντρα που καλύπτει τα 3/4 της ταινίας. Εταιρείες, ανθρώπινο λάθος, ηρωισμός, αμφιβολία, εσωτερικές συγκρούσεις, πιέσεις, προσομοιώσεις.
Εν ολίγοις αυτή είναι η ιστορία της. Η ιστορία πίσω από την ιστορία.
Οφείλω να παρατηρήσω ότι, αν και σύντομη, είχε ρυθμό, ένταση, αληθοφάνεια, αγωνία.
Η μεταφορά στην οθόνη της προσγείωσης έγινε με εξαιρετικό τρόπο και άγγιζε τα όρια του πραγματικού.
Στα θετικά της ταινίας, η ηθοποιία του Τom Hanks, ως Chesley ‘Sully' Sullenberger και του Aaron Edward Eckhart ως δεύτερου πιλότου. Αφύσικη και μη απαραίτητη η σύζυγος του Sully, η Laura Linney. Προσπάθησε να προσθέσει στην εικόνα του, αλλά μάλλον αφαίρεσε.
Είναι δύσκολο να μεταφέρεις ένα πραγματικό συμβάν στην οθόνη, να διατηρήσεις την αγωνία της έκβασης, έχοντας τον θεατή γνώστη και των μικρότερων λεπτομερειών από τα Μέσα Ενημέρωσης.
Το έκανε όμως ο ηλικιωμένος κύριος Eastwood.
Λένε ότι το έκανε για την Αμερική που κατά την γνώμη του παραπαίει ως κοινωνία και χρειάζεται ήρωες για να συνεχίσει. Δεν μπορώ να μιλήσω προσωπικά για την Αμερική, αλλά θεωρώ ότι και σ' αυτή την μεριά του κόσμου έχουμε ανάγκη από ήρωες. Όπως είπε και ο Tom Hanks, o ήρωας κάνει κάτι ασυνήθιστα μεγάλο χωρίς να έχει επίγνωση ότι αυτό είναι κάτι ασυνήθιστα μεγάλο.
Έχουμε ανάγκη ανθρώπων με το ήθος του Sully. Ανθρώπους που αγαπούν την δουλειά τους και όχι το χρήμα που απορρέει από αυτήν. Ανθρώπους που γι αυτούς σημασία έχει το «κάνω το καθήκον μου».
Έχουμε ανάγκη της συναδελφικότητας και της αναγνώρισης του έργου του άλλου, των άλλων. Η μείωση της αξίας της προσφοράς και του έργου, η απαξίωση του τολμήματος του διπλανού οδήγησε την κοινωνία σε έναν πολτό αδιάφορα κινούμενων πολιτών.
Με εντυπωσίασε, έστω και αν ήταν λεκτική αβρότητα, ο επιμερισμός σε όλους της επιτυχίας της επιτυχούς έκβασης του συμβάντος.
Φυσικά ο σκηνοθέτης και δεν άφησε χωρίς στήριξη και επιχείρημα στο ως το πως διαμορφώνεται ή σμιλεύεται ένας τέτοιος χαρακτήρας. Έκανε μικρή αναδρομή στα παιδικά χρόνια του Sully. Ένα ακόμη δείγμα σχετικό με παρακαταθήκες.
Άγριες οι εταιρίες, σαν άνθρωποι χωρίς ψυχή οι υπάλληλοι, έχουν απέναντί τους τον ήρωα και τις επευφημίες της μάζας. Εκείνος, ο ήρωας, με την πεποίθηση του «γνωρίζειν» ήξερε μεν ότι ἐπραξε το σωστό, αλλά έπρεπε να το αποδείξει δε. Η γοητεία του κινηματογράφου.
Κάθε θεατής και δική του η ανάγνωση. Πίσω από την ένταση και δεξιοτεχνία, την τεχνική αρτιότητα επιτρέπει ο σκηνοθέτης να δεις το ποια ήταν η προσωπική του προσέγγιση. Να δεις τις αθέατες πλευρές ενός συμβάντος. Ο σκηνοθέτης έχει την πρόθεση, αν το καταφέρει, είναι το ζητούμενο.
Δεν το έκρυψε. Αν και με τις πρόσφατες δηλώσεις του φαίνεται ότι τον ενδιαφέρει το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Ίσως, η σε δεύτερη ανάγνωση της ταινίας να οφείλεται στην επιρροή των δηλώσεων του περί ηθικής.


Σκηνοθέτης: Clint Eastwood
Σενάριο: Todd Komarnicki
Βιβλίο: Highiest Duty των Chesley Sullenberger και Jeffrey Zaslow
Φωτογραφία: Tom Stern
Μουσική: Christian Jacob
Editing: Blu Murray

Hθοποιοί:
Tom Hanks: Chesley "Sully" Sullenberger
Aaron Eckhart :Jeff Skiles
Laura Linney: Lorraine Sullenberger
Anna Gunn: Dr. Elizabeth Davis
Autumn Reeser: Tess Soza
Ann Cusack: Donna Dent
Holt McCallany: Mike Cleary
Mike O’Malley: Charles Porter
Jamey Sheridan: Ben Edwards
Jerry Ferrara: Michael Delaney
Molly Hagan: Doreen Welsh
Max Adler: Jimmy Stefanik
Sam Huntington: Jeff Kolodjay
Wayne Bastrup: Brian Kelly
Valerie Mahaffey: Diane Higgins
Jeff Kober: L. T. Cook
Chris Bauer: Larry Rooney