20 Ιουνίου 2016

Το Κορίτσι από την Δανία (The Danish Girl) - 2015

Ο Tom Hooper μετέφερε στην οθόνη μία αληθινή ιστορία βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του David Elbershoff. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη αλλαγή φύλου στην ιστορία της Ευρώπης. Αν και στο biography.com αναφέρεται ότι υπήρξε άλλο πρόσωπο χωρίς να ονομάζεται.
Καλογυρισμένη, με εξαιρετική φωτογραφία, πολύ καλές ερμηνείες, εστιάζει στο ψυχολογικό κι όχι στο κοινωνικό πλαίσιο του γεγονότος.
Ένα νεαρό ζευγάρι ζωγράφων στην Δανία, μετά έξι χρόνια γάμου, έρχεται να αντιμετωπίσει την επιθυμία του άνδρα, συζύγου να είναι γυναίκα. Από εκεί ξεκινάει ένας αγώνας για την κατανόηση της επιθυμίας, μετά την έκπληξη, την αντιμετώπιση της, αλλά κυρίως το τι σημαίνει αυτή η πεποίθηση του ότι είναι η Lili.
Ακολουθούμε και βιώνουμε την ανατροπή των ρόλων, το τι σημαίνει ερωτική επιθυμία και τι αγάπη. Το τι σημαίνει εξαρτώμαι από τον άλλο χωρίς να ξέρω ποιος ή ποια είναι αυτός, ή αυτή.
Ακόμη και η γλώσσα μας δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει αυτές τις αλλαγές.
Μένει αρκετά ο σκηνοθέτης σε αυτή την διττή υπόστασή του, αλλά και την αλλαγή στο ζευγάρι.
Έχει κάποια πισωγυρίσματα χωρίς να προχωράει. Για κάποιους ίσως να ήταν βαρετό, το έκρινα όμως αναγκαίο, γιατί ακόμη και μετά το τέλος δεν είχα ακόμη ξεκαθαρίσει το τι ήθελε αυτή και τι αυτός από τον άλλο.
Θα έλεγα ότι υπερτονίστηκε το ταρακούνημα της σχέσης σε σύγκριση με το θέμα.
Ακόμη κι όταν τα πράγματα έρχονται στην θέση τους, τρόπος του λέγειν, δηλαδή η Lili είναι πια γυναίκα, εξακολουθεί να παραμένει η σχέση πολύπλοκη και αξεκαθάριστη.
Είναι τρομακτικό το πως ακόμη και η επιστήμη αντιμετώπιζε την επιθυμία να είσαι άλλος. Σαν παθογένεια. Μόνο η Εκκλησία έλλειπε από την ιστορία. Τις αντιδράσεις της κοινωνίας και του περίγυρου δεν τις είδαμε, είτε γιατί δεν ενδιέφεραν τον σκηνοθέτη, είτε γιατί δεν υπήρχαν. Δεν μπορεί να παραβλέψει κανείς ότι βρισκόμαστε στο βορρά κι όχι στο νότο της Ευρώπης με άλλες δομές και ήθη.
Ο Eddie Redmayne είναι ένας πολύ καλός ηθοποιός όπως και η Alicia Vikander. Το μόνο ίσως ψεγάδι, για μένα, είναι ότι στην προσπάθεια του να δείξει την συμπεριφορά και κινήσεις ενός άλλου φύλου σώματος, αυτό που για χρόνια υπήρξε, παραείναι γυρτός και βλέπει συνεχώς προς τα κάτω, αυτό που ο λαός λέει «χαμηλοβλεπούσα». Δημιουργεί μια μανιέρα χωρίς να είναι και τόσο εύστοχη. Όμως είναι γεγονός ότι ο Eddie Redmayne είτε ως Einar είτε ως Lili, με παρέσυρε στο δράμα του, στην αγωνία του, όπως και η Alicia Vikander. Κινήθηκα και υπήρξα μέσα στο αδιέξοδο της σχέσης τους, στο άλλο παιχνίδι κι άλλο συναίσθημα.
Ξεπέρασε τα όρια ενός προσωπικού δράματος και ο θεατής τοποθετείται μπροστά σε μία κοσμοθεωρία. Τι είναι αυτό που μας καθορίζει ως φύλο πέρα από τις αναστολές και περιορισμούς του περιβάλλοντος χώρου. Πως ορίζεσαι; Έχει αυτός ο ορισμός τις δυσκολίες του μόνο εξαιτίας εξωγενών δυνάμεων; Μας καθορίζουν ή αυτοκαθοριζόμαστε; Είναι αναγκαίο ένα εξωτερικό ερέθισμα, όπως στην ταινία, για να ανακαλύψουμε μία επιθυμία εν υπνώσει; Όλοι αυτοί οι προβληματισμοί δεν τίθενται εμφανώς και ευλόγως, προκαλούνται μέσα από την απλή εκ πρώτης όψεως ταινία εποχής. Εξαιρετικό το μακιγιάζ και οι ενδυματολογικές επιλογές. Όπως και η μουσική του Alexandre Desplat.
Παραμένει απορία η παρουσία του Μathias Schoenaerts αν και κανείς δεν μπορεί παρά να ομολογήσει ότι, όπως πάντα, είναι άψογος.

Σκηνοθέτης: Tom Hooper
Σενάριο: Lucinda Coxon
Βιβλίο: The Danish Girl του David Elbershoff
Φωτογράφος: Danny Cohen
Μουσική: Alexandre Desplat
Editor: Melanie Ann Oliver
Ηθοποιοί
Eddie Redmayne: Einar Wegener / Lili Elbe (Lili Elvenes)
Alicia Vikander: Gerda Wegener (née Gottlieb)
Matthias Schoenaerts: Hans Axgil (Fernando Porta)
Ben Whishaw: Henrik Sandar (Claude Lejeune)
Amber HeardUlla Paulson (Anna Larssen)
Sebastian Koch: Dr. Kurt Warnekros
Pip Torrens: Dr. Jens Hexler
Emerald Fennell:Elsa
Adrian Schiller: Rasmussen

3 Ιουνίου 2016

Spotlight - 2015

Όσοι ζούμε σε μικρές κοινωνίες και όσοι έχουμε μεγαλώσει σε περιβάλλοντα που η εκκλησία είναι συνυφασμένη με την ζωή μας γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά δύο πράγματα: Πρώτον, ότι όλοι γνωρίζουν το τι συμβαίνει γύρω μας και, ανάλογα με το θέμα και το τι θίγει, παριστάνουμε, όπως συνηθίζαμε να λέμε, ότι δεν ξέρουμε. Επίσης γνωρίζουμε πόσο ανέγγιχτο παραμένει ό,τι άπτεται της Εκκλησίας και εκκλησίας, με μεγάλο και μικρό γράμμα και της ηγεσίας αυτής. Μου έλεγε κάποτε πολιτικός, «ας τολμήσει κάποιος να κατέβει στον πολιτικό στίβο χωρίς την ευλογία του παπά, εννοώντας του Μητροπολίτη, έχει ήδη χάσει».
Η ταινία του Tom McCarthy τόλμησε να επαναφέρει δραματοποιημένο ένα μεγάλο σκάνδαλο αυτό της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από ένα απίστευτα μεγάλο αριθμό ιερέων της καθολικής εκκλησίας. Το σκἀνδαλο αποκάλυψε η ομάδα Spotlight της εφημερίδας Boston Globe.
Η ερευνητική δημοσιογραφική ομάδα με αρχηγό τον Walter 'Robby' Robinson, με εντολή του άρτι τότε, 2001, αφιχθέντα εκδότη, Marty Baron, έφερε στο φως όχι απλώς την ιστορία 12 ιερέων, όπως πίστευαν αρχικά, αλλά 90, βρήκαν στοιχεία για 87, ενώ μέχρι πρόσφατα με αφορμή την δημοσίευση έχουν καθαιρεθεί από την Καθολική Εκκλησία 850 και επιβλήθηκαν κυρώσεις σε 2500 ιερείς, με τα κακοποιημένα θύματα να αριθμούν επίσημα στην ένωση τους, τα 22000. Το κυριότερο αυτό που θα μπορούσε να είναι ένα σκάνδαλο εντός των τειχών, απεδείχθη ότι όχι μόνο ήταν εν γνώσει της Αρχιεπισκοπής, όχι μόνο δεν απομακρύνονταν από τα καθήκοντά τους οι ένοχοι, αλλά απλά μετακινούνταν σε άλλη ενορία. Το συγκλονιστικότερο όλων, όλοι το γνώριζαν, αστυνομία, δικαστές, δικηγόροι και δημοσιογράφοι, αλλά όλοι σιωπούσαν. Η σιωπή είχε την μορφή πολλάκις της οικονομικής διαπλοκής, συμβιβασμοί και διαπραγματεύσεις, άλλοτε του καθωσπρεπισμού και της άποψης «δεν αγγίζουμε τους εκπροσώπους του Θεού». Χρειάστηκε ένας εκτός της πόλης, ο νέος εκδότης της Boston Globe, για να ανοίξει το θέμα.
Η ταινία έχει καλούς ηθοποιούς, χωρίς να ξεχωρίζει ιδιαίτερα κανένας, ίσως επιλογή για να υποστηριχθεί η ενότητα και έννοια της ομάδας. Δεν έχει πάθος, κρατάει το ρυθμό και την ένταση της, δεν παραποίησε την ιστορία, την αφηγείται καλά και κρατάει τον θεατή με αμείωτο το ενδιαφέρον χωρίς όμως να τον οδηγεί σε εξάρσεις και συναισθηματισμούς, εξασφαλίζοντας έτσι την ματιά του καθαρή όπως είναι και μία καλή δημοσιογραφική έρευνα. Θα συμπλήρωνα ότι μετά από 15ετία ο αναγνώστης του σήμερα, του διαδικτύου, έχει συνηθίσει σε άλλου είδους ρεπορτάζ. Γρήγορο, άμεσο, πομπώδες και πολλές φορές ατεκμηρίωτο και μην έχοντας καλύψει όλες τις πλευρές.
Ο σκηνοθέτης και συνυπογράφων το σενάριο εστίασε περισσότερο, εξάλλου και ο τίτλος της ταινίας, στο δημοσιογραφικό επίτευγμα, δυσκολίες ενδογενείς και εξωγενείς, συνεργασίες, χρηματισμοί και συμφέροντα, και λιγότερο στο ίδιο το γεγονός, ηθική, ψυχολογική, και πολιτική άποψη. Ακόμη περισσότερο απουσίαζαν τα θύματα και η ζωή τους. Υπήρξαν απλά νύξεις και παραδείγματα για να καλυφθεί το θέμα. Θα τονίσω ότι δεν επέτρεψε να γίνει χρήση κλειδαρότρυπας.
Σημαντικό το ότι συμπεριέλαβε τον Richard Sipe, πρώην ιερέα εργαζόμενο στο χώρο θεραπείας των ασελγών και ψυχίατρο, ο οποίος ασχολείται εδώ και 30 χρόνια με το θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από ιερείς. Τα νούμερα και οι παρατηρήσεις του κάλυψαν την κοινωνικο-ηθική προσέγγιση της ταινίας. Ανέδειξαν το μέγεθος του προβλήματος.
Η δημοσιογραφία πήρε το 2003 το βραβείο Pulitzer, τα θύματα κάποια χρηματική αποζημίωση, όμως παρ όλες τις δηλώσεις του Ποντίφικα ουσιαστικά δεν έχουν παρθεί γενναίες και ρηξικέλευθες αποφάσεις από την πλευρά της Εκκλησίας. Ο δε υπεύθυνος Αρχιεπίσκοπος, αυτός που συγκάλυπτε τα σκάνδαλα πήρε προαγωγή, μακριά από την Αμερική του βέβαια, αλλά στην Basillica di Santa Maria Maggiore της Ρώμης.
Ο αρχιεπίσκοπος της Βοστώνης Καρδινάλιος Seán O’Malley, δια στόματος του Γραμματέα δήλωσε ότι δεν θα αποτρέψει τους πιστούς να δουν την ταινία αλλά θα είναι προσωπική τους επιλογή. [When asked if the archdiocese of Boston endorses the film, Terrence Donilon, communications officer to the city’s archbishop, Cardinal Seán O’Malley, said the archdiocese «would not discourage people from seeing the film», but viewing it «should be an individual choice»]
Εγώ θα την πρότεινα.

Σκηνοθέτης: Tom McCarthy
Σενάριο: Josh Singer Tom McCarthy
Φωτογραφία: Masanobu Takayanagi
Μουσική: Howard Shore
Editing: Tom McArdie
Η ομάδα Spotlight
Mark Ruffalo: Michael Rezendes
Michael Keaton: Walter ‘Robby' Robinson
Rachel McAdams: Sacha Pfeiffer
Liev Schreiber: Marty Baron
John Slattery: Ben Bradlee, Jr.
Άλλοι
Stanley Tucci : Mitchell Garabedian,
Gene Amoroso: Stephen Kurkjian
Jamey Sheridan: Jim Sullivan
Billy Crudup: Eric MacLeish
Maureen Keiller: Eileen McNamara
Richard Jenkins: Richard Sipe
Paul Guilfoyle: Peter Conley
Len Cariou: Cardinal Bernard Law
Neal Huff: Phil Saviano της SNAP
Michael Cyril Creighton: Joe Crowley

1 Ιουνίου 2016

Mouchette 1967

Είχα την τύχη να δω με καθυστέρηση 48 ετών την ταινία χάριν του MUBI, μια online ταινιοθήκη, που καθημερινά μας προβάλλει διαμαντάκια.
Ένα τέτοιο και η Mouchette του Robert Bresson, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Γαλλικού Νέου Κύματος. Γι αυτόν που ο Jean Luc Godard είπε πως «ο Robert Bresson είναι ο γαλλικός κινηματογράφος, όπως ο Ντοστογιέφσκι είναι η ρωσική λογοτεχνία και ο Μότσαρτ η γερμανική μουσική».
Είναι δύσκολο να εκτιμήσεις την ποιότητα και το εγχείρημα του κινήματος ζώντας σε μια εποχή που ήδη κοντεύει να αντικατασταθεί ακόμη και ο ηθοποιός, εκτός από τα σκηνικά, ενώ ξοδεύονται εκατομμύρια για το πιο σύνθετο υπερθέαμα.
Να εκτιμήσεις την αργή κίνηση, την αλληγορία, τον ηθοποιό πλασμένο από αγνά υλικά, δια χειρός ενός άλλου Πυγμαλίωνα, του σκηνοθέτη. Για τον Robert Bresson, αυτόν τον λάτρη της σιωπής μίλησαν πολλοί, και έχουν εντρυφήσει στο έργο του άλλοι τόσοι.
Διάλεξα την γνώμη ενός δικού μας κριτικού του Μανώλη Κρανάκη που γράφει:
«Δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει ειπωθεί για τον Robert Bresson και το έργο του. Και στην κυριολεξία τίποτα που να μην έμοιαζε, ήδη τη στιγμή που διατυπωνόταν, τελείως περιττό.
Ειδικά για έναν δημιουργό, που σε όλη τη διάρκεια του αιώνα που έζησε, ξόδεψε και την ελάχιστη σταγόνα ενέργειας και ευφυίας του, προκειμένου να πετύχει κάτι τόσο απλό αλλά συνάμα ακατόρθωτο, όπως την απόλυτη σιωπή.»
Ολα είναι σιωπή.
«Έχεις δει την ταινία μου;» ρώτησε κάποτε ο Robert Bresson έναν δημοσιογράφο κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης με αφορμή την προβολή του «Χρήματος» το 1983. Αυτός απάντησε καταφατικά.
«Τότε γνωρίζεις ακριβώς όσα κι εγώ. Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο για το οποίο αξίζει να μιλήσουμε».
[Μην αλλάξεις τίποτα, αλλά κάνε τα πάντα να μοιάζουν διαφορετικά].
Καταδικασμένος σε θάνατο (όπως οι περισσότεροι ήρωες του), ο Robert Bresson δεν κατάφερε ωστόσο ποτέ να αποδράσει από το πλήθος των θεωρητικών αναλύσεων που φρόντισαν από νωρίς να αποκωδικοποιήσουν τη θέση του στο παγκόσμιο σινεμά. Ευτυχώς, όμως, για τον ίδιο αλλά και την πολύπαθη κινηματογραφική ιστορία, το έργο του υπήρξε, από τη φύση του, περισσότερο ελεύθερο, περισσότερο μοντέρνο και, εν τη γενέσει του, περισσότερο διαχρονικό από όσο θα επέτρεπε οποιοσδήποτε καταναγκαστικός εγκλεισμός του σε μία - έστω και πλήρη - κινηματογραφική θεώρηση.
Δείγματα μιας πρωτοφανούς ιδιοφυΐας ή απλώς σπουδαίες πράξεις ενός ξεχωριστού θνητού, οι μόλις 13 ταινίες που γύρισε ο Robert Bresson από το 1943 μέχρι το 1983 εξηγούν αυτόνομα και σχεδόν ολοκληρωτικά όλα όσα προσπάθησαν κατά καιρούς να αποδοθούν ως ιδιότητες στο αγιασμένο ήδη από τους φανατικούς θαυμαστές του «μπρεσονικό» του έργο. Και το κυριότερο. Μοιάζουν με την πιο αποστομωτική απάντηση στην παρεξήγηση που ήθελε το δημιουργό τους αποφασισμένο να αλλάξει το σινεμά.
Ο Ρομπέρ Μπρεσόν δεν είχε πρόθεση να αλλάξει το σινεμά. Ήθελε απλά, αλλά συνειδητά, να το επαναφέρει στην όποια πρωταρχική του υπόσταση και, ίσως σημαντικότερο από το να το αλλάξει, να το εφεύρει από την αρχή.
Γι αυτό και απεχθανόταν τη λέξη ‘σινεμά’ προτιμώντας αντ' αυτού τη λέξη ‘κινηματογράφος’. Αυτή ήταν η Τέχνη του Robert Bresson. Ο Κινηματογράφος. Που «η αλήθεια του δεν μπορεί να είναι η αλήθεια του θεάτρου, ούτε η αλήθεια του μυθιστορήματος, ούτε η αλήθεια της ζωγραφικής». Και η αναζήτηση της ουσίας του (απαλλαγμένης τόσο από τα δάνεια των άλλων τεχνών, όσο και από την βιομηχανοποίηση μιας πρωταρχικά χειρωνακτικής διαδικασίας) θα γινόταν για τον Μπρεσόν κάτι σαν το δικό του άγιο δισκοπότηρο. Μια βίαιη και αιματηρή «σταυροφορία» που νομοτελειακά έμελλε να μπερδέψει ακόμη περισσότερο όσους προσπάθησαν μάταια να τον κατηγοριοποιήσουν ως έναν «ασκητικό» καλλιτέχνη, έναν βαθιά θρησκευόμενο δυτικό, έναν κλειδωμένο διανοούμενο την ίδια στιγμή που ο ίδιος ήθελε απλά και μόνο να στρέψει το βλέμμα στο αναγκαίο, το απαραίτητο, το αδύνατο."
Μέσα σ’ αυτήν την απόλυτη λιτότητα κινείται η Mouchette. Για το έργο του ο Bresson είπε ότι «η Mouchette είναι η προσωποποίηση της μιζέριας και της εγκληματικότητας. Μπορείς να την βρεις οπουδήποτε: Πόλεμοι, στρατόπεδα συγκέντρωσης, βασανιστήρια και δολοφονίες».
Το σενάριο υπογράφει ο σκηνοθέτης, βασίσθηκε σε μία νουβέλα με τον ίδιο τίτλο του Georges Bernanos.
Βρισκόμαστε στην Γαλλία, σ’ ένα μικρό χωριό. Ένα σιωπηλό κορίτσι, μόλις στην αρχή της εφηβείας, παλεύει να υπάρξει στον ασφυκτικό κλοιό μιας στενόμυαλης, διεφθαρμένης, μικρής επαρχιακής κοινωνίας. Ζώντας την απόλυτη φτώχεια ,έχει επιφορτισθεί την φροντίδα της οικογένειας. Η μητέρα αγωνιά άρρωστη στο κρεββάτι, ένα βρέφος, το νεώτερο μέλος της οικογένειας, χρειάζεται την φροντίδα της. Αδελφός και πατέρας εμπορεύονται παράνομα, εν γνώση και αδιαφορία όλων, οινοπνευματώδη. Αλκοολικός τουλάχιστον ο πατέρας.
Υπομένει την έλλειψη φροντίδας, την απουσία στοργής, τον περίγελο, τον οίκτο, την βία. Κινείται σε ένα χώρο σαν εκτός αυτού. Την θυμούνται οι γεμάτοι ορμές έφηβοι, την αποφεύγουν και περιφρονούν οι συμμαθήτριες, την σχολιάζουν οι μεγαλύτερες.
Ένα βράδυ σφοδρής καταιγίδας, έχοντας χαθεί μέσα στο δάσος, θα γίνει μάρτυρας μιας διαμάχης ανάμεσα σε δύο αντίζηλους. Ένα πλάσμα απροστάτευτο. Εσύ κι αυτή. Ο φόβος παρών. Θα την οδηγήσει, ὀταν την ανακαλύψει ο ένας εξ αυτών στην καλύβα του, με την υποψία δε ότι έχει σκοτώσει τον άλλον, θα την εξαναγκάσει να γίνει το άλλοθι του, και τελικά τη βιάζει. Θέλεις να την αναλάβεις, να την προστατεύσεις, να την στεγνώσεις. Δεν το ζητά. Δεν κλαψουρίζει, δεν επιζητά τον οίκτο, δεν χαμογελά, δεν ξεχνιέται παρά μια φορά.
Η κάμερα καταγράφει τη σιωπή, το βλέμμα και το παπούτσι της, τα κουρελιασμένα ρούχα της. Ένα παιδί η ίδια σε ρόλο ευθύνης. Ένα παγιδευμένο ανήμπορο πουλί.
Επιλέγει τον θάνατο από την υποτιθέμενη ελευθερία.
Όλα εκφράζονται με την κάμερα που θαρρείς αφηγείται ακόμη και τα συναισθήματα, ενώ έχεις την βαθιά πεποίθηση ότι τα άκουσες να εκφέρονται.
Οι ηθοποιοί έχουν αυθεντικότητα και φυσικότητα. Λείπουν οι κραυγαλέες εκφράσεις, οι θεαματικές κινήσεις, οι εύπεπτες ατάκες. Τα πλάνα αλλάζουν και με το άνοιγμα ή κλείσιμο πόρτας. Εν γνώση του θεατή.
Ζεις το δράμα της Μouchette και ταυτόχρονα έχεις την ενοχή για τον κόσμο στον οποίο συμμετέχεις.
Ήχοι φυσικοί, παγιδευμένα ζώα ως η παγιδευμένη τρυφερή ψυχή της Mouchette. Ένας κόσμος που θα ήταν γραφικός αν δεν σου έδειχναν την άλλη πλευρά του, αυτή της αλήθειας.
Η μουσική εμφανίζεται ως προοίμιο στην αρχή, και μετά χάνεται, ή νομίζεις ότι χάνεται.
Θα έλεγα ποιητική η εικόνα αλλά θα ήταν σαν να πρόδιδα αυτόν που τον κινηματογράφο τον ήθελε ανεξάρτητο από τις άλλες τέχνες. Τέχνη ξεχωριστή από μόνος του.
Είναι από τα έργα που θέλεις να τα κρατήσεις, να τα ξανασυναντήσεις.

Σκηνοθέτης: Robert Bresson
Σενάριο: Robert Bresson βασισμένο στην ομότιτλη νουβέλα του Georges Bernanos
Φωτογραφία: Ghislain Cloquet:
Μουσική: Jean Wiener,Claudio Monteverdi
Editing: Raymond Lamy
Ηθοποιοί
Nadine Nortier: Mouchette
Jean-Claude Guilber: Arsène
Marie Cardinal: Mother
Paul Hebert: Father
Jean Vimenet: Mathieu
Marie Susini: Mathieu’s wife
Suzanne Huguenin: Layer-out of the Dead
Marine Trichet: Louisa
Raymonde Chabrun: Grocer

19 Μαΐου 2016

The Big Short (To Μεγάλο Σορτάρισμα) - 2015

Η ταινία του Adam Mckay ήρθε 7 χρόνια μετά την οικονομική κρίση του 2008 μιας κρίσης της οποίας τις συνέπειες ακόμη πληρώνουν εκατομμύρια άνθρωποι και ίσως κάποιες χώρες.
Υπάρχουν βέβαια αντιρρήσεις για το αν συνδέονται τα γεγονότα, αυτών που συνέβησαν στην Αμερική με αυτό που συνέβη στην χώρα μας και χώρες όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία.Οι ειδικοί ξέρουν καλύτερα και ίσως κάποτε μάθουμε την αλήθεια. Μοιάζει να μην είναι αρκετός ο χρόνος για να ειπωθεί η αλήθεια.
Η υπόθεση:
Τέσσερις ευφυείς επενδυτές, Michael Burry, Mark Baum, Jared Venet και Ben Richert έστω κι έξω από τα πράγματα, παρατηρούν εκ των προτέρων το τι θα επέφερε η γνωστή μετέπειτα σε μας μεγάλη οικονομική κρίση του 2008 και το πώς αυτή αντιμετωπίστηκε από τις τράπεζες, τα ΜΜΕ και την κυβέρνηση. Δεν επιχειρούν να την ανατρέψουν αλλά να την εκμεταλλευτούν. Η ιδέα που τους έρχεται ονομάζεται το μεγάλο σορτάρισμα.

Η ταινία είναι δύσκολη να την παρακολουθήσεις αν δεν είσαι οικονομολόγος, ή χρηματιστής.
Όμως έχει ενδιαφέρον. Είναι μία ευφυέστατη σάτιρα, το δε σενάριο δεν κυλάει απλά, αλλά τρέχει. Το συνυπογράφει ο σκηνοθέτης, μαζί με τον Charles Randolph. Βασίστηκε στο βιβλίο του Michael Lewis που θεωρείται ειδικός σε θέματα χρηματιστηρίου. Ήδη είχαμε δείγμα στην ταινία Moneyball. Αυτήν τη φορά όμως πάει πολύ πιο βαθιά και επιχειρεί μία πολιτική προσέγγιση στο βιβλίο, όπως και ο σκηνοθέτης στη ταινία.
Υπάρχει προσέγγιση σε όλους τους άμεσα εμπλεκόμενους στην κρίση. Όλους; Θα έλεγα με ερωτηματικό. Έμειναν απ έξω από την ταινία οι πολιτικοί με εξαίρεση κάποια σχόλια που όμως δεν καλύπτεται η ευθύνη τους και οι συνέπειες αυτής της κρίσης. Αυτής που δεν διαχειρίσθηκαν, ή αφέθηκε στην πορεία της μέχρι να σκάσει η φούσκα.
Οι μετέπειτα ενέργειες και νομοθεσίες ήταν στην αποκατάσταση και όχι στην πρόληψη.
Στην δε ταινία αναφέρονται στον γραπτό επίλογο της.
Η ταινία έχει εξαιρετικούς ηθοποιούς. Δεν μπορείς να ιεραρχήσεις την ερμηνεία τους. Τους θεωρώ ισοϋψείς. Ήταν γρήγορη, με χιούμορ, καυστικότητα και αφέλεια κάποιες φορές. Όπως, παράδειγμα, να κάνεις έρευνα μέσα σε ένα νυχτερινό κέντρο για την πειστικότητα της ή την ελάφρυνσή της.
Δεν έχει καθόλου σεξ και δεν προκαλεί. Δείχνει το παράλογο του εικονικού χρήματος, την απληστία, την δίψα για το χρήμα, την ματαιότητα του πλούτου. Χωρίς να φθάνει στις υπερβολές του The Wolf of Wall Street.
Εκτιμώ ότι δεν αναφέρθηκε στις συνέπειες αυτού του αδίστακτου και ριψοκίνδυνου παιχνιδιού για κάποιους παρά μόνο λεκτικά. Ίσως εστίασε στο ‘το τι’ προκάλεσε τη κρίση.
Οι τράπεζες κατακεραυνώνονται, το ίδιο και οι Οίκοι Αξιολόγησης. Επίσης αυτοί που τους πλησιάζουν, οι λεγόμενοι επενδυτές.
Λέξεις άγνωστες στο ευρύ κοινό, ταχύτατοι υπολογισμοί, πρωτόγνωροι συνειρμοί (SWAPs, CDOs, κλπ). Τα ομόλογα, ασφαλισμένα ή μη, τα σορταρίσματα, οι αγοροπωλησίες, αναχρηματοδοτούμενα δάνεια.
Μοιάζει μία χαοτική διαδικασία, μια διαδικασία που κάποιοι για λογαριασμό τους ενορχηστρώνουν με παράλληλες και αλληλοτεμνόμενες ενέργειες. Ο θεατής; Ο θεατής, μάλλον ο απλός πολίτης μένει με ανοιχτό το στόμα προσπαθώντας να συγκρατήσει τους διαλόγους και να βγάλει νόημα. Μέσα στην αίθουσα έχουμε ξεχάσει πόσες τσέπες, λογαριασμοί, έμειναν άδειες, πόσοι μείναν άστεγοι και χωρίς μοίρα.
Το θέμα είναι ότι και οι ίδιοι οι επενδυτές αδυνατούν να καταλάβουν πως ανατράπηκε η βεβαιότητα τους. Εξαίρεση στην πρόβλεψη ο Michael Burry. Προέβλεψε την κατάρρευση των ενυπόθηκων ομολόγων που γκρέμισε ακόμη και την κραταιά Lehman Brothers. Τα γεγονότα είναι αληθινά και ο βασικός ήρωας της ταινίας, ο Michael Burry (Christian Bale) ιδιοκτήτης μικρής επενδυτικής εταιρείας, της Scion Capital, υπαρκτό πρόσωπο. Όπως υπαρκτά πρόσωπα είναι και ο Mark Baum ως Steve Eιsman, ο Jared Vennet βασίσθηκε ως χαρακτήρας στον Greg Lippmann και ο Βen Rickert ως Ben Hockette.
Σ αυτήν την βεβαιότητα αναφέρεται η ρήση του Mark Twain «It ain’t what you don’t know that gets you into trouble. It’s what you know for sure that just ain’t so» (Δεν σε βάζει σε μπελάδες αυτό που δεν ξέρεις αλλά η βεβαιότητα σου ότι δεν είναι έτσι) και η αρχή της ταινίας.
Σκηνοθέτης φωτογράφος και editor έκαναν εξαιρετική δουλειά. Ακόμα και ο πλέον αδαής συναισθάνθηκε την φούσκα του κτηματομεσιτικού παραλόγου. Με το που φθάνεις στα νεόκτιστα σπίτια που περίμεναν τους εξαπατημένους δανειζομένους, νιώθεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Υπερβολική πολυτέλεια, κατασκευασμένο όνειρο, μεθυσμένοι από την ευτυχία πωλητές, ακόμη και κορίτσια της νύχτας άλλαξαν ρόλο και πείσθηκαν ότι είναι εξασφαλισμένες επενδύτριες.
Η φενάκη του χορού του χρήματος παρουσιάστηκε με τον καλύτερο τρόπο στο Las Vegas. Χρώμα, φως, ήχος, παραζάλη, ποτό, τζόγος, κουκλίτσες, καιροσκόποι, πολυτέλεια, χαλαρότητα. Το δε καταπόντισμα και η συνέπεια αυτής της ξέφρενης επενδυτικής αγοραπωλησίας φάνηκε στα γραφεία της χρεοκοπημένης χρηματιστηριακής εταιρείας. Δεν είναι τυχαίο ότι και στα νεόκτιστα προάστια και στα γραφεία απουσίαζαν οι άνθρωποι εκτός από ένα δύο άτομα λαβωμένα κι αυτά από το κακό.
Διανθίστηκε επίσης με την εμφάνιση επωνύμων όπως των Anthony Bourdain, Margot Robbie, Selena Gomez και Richard Thaler προκειμένου να δοθεί αυτή η νότα του χαλαρού σε ένα όχι απλά βαρύ θέμα, άλλα καταστροφικό με ολέθριες συνέπειες σε εκατομμύρια ανθρώπους. Ακόμη με την εστίαση στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών είχες την αίσθηση ότι μετατρεπόταν σε φιγούρες από εικονογραφημένα. Εν γένει έπρεπε να έχεις μεγάλη αίσθηση χιούμορ για να το αντέξεις. Η ταινία έχει αυτήν την επιφανειακή ελαφρότητα, αλλά έχει επίσης την ακρίβεια ντοκιμαντέρ.
Ίσως θα πρέπει να συνηθίσουμε, ή μήπως συνηθίσαμε ήδη, να προσεγγιζουμε σοβαρά θέματα εντός ενός δίωρου θέασης.

Σκηνοθέτης: Adam Mckay
Σενάριο: Adam Mckay,Charles Randolph βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Michael Lewis
Φωτογραφία:Barry Ackroy
Μουσική:Nicholas Britell
Εditor:Hank Corwin

Ηθοποιοί:
Christian Bale: Michael Burry
Steve Carell:Mark Baum
Ryan Gossling:Jared Venett
Brad Pitt: Ben Rickett
John Magaro:Charlie Geller
Finn Wittrock:Jamie
Hamish Linklater: Porter Collins
Rafe Spall: Danny Moses.
Jeremy Strong: Vinny Daniel
Adepero Oduye: Kathy Tao
Marisa Tomei: Cynthia Baum
Melissa Leo: Georgia Hale
Stanley Wong: Ted Jiang
Jeffry Griffin: Chris.
Byron Mann : Mr. Chau
Tracy Letts: Lawrence Fields
Karen Gillan: Evie
Max Greenfield: Mortgage Broker

14 Μαΐου 2016

Σουφραζέτες (Suffragette) - 2015

Ο όρος «σουφραζέτα» προέρχεται από τη λέξη «suffragist», που δηλώνει τον υποστηρικτή του «suffrage», δηλαδή του δικαιώματος ψήφου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο στις αρχές του 20 ου αιώνα οι Σουφραζέτες ήταν συνήθως γυναίκες από τη μεσαία τάξη, με επισφαλή κοινωνικοοικονομική κατάσταση, οι οποίες επιθυμούσαν να βελτιώσουν τις ζωές τους. Στην άρνηση της κυβέρνησης και της κοινωνίας να τους δοθούν ίσα δικαιώματα με τους άνδρες, κατ αρχήν το δικαίωμα της ψήφου, προχώρησαν κατά προτροπή της Emmeline Pankhurst σε ριζοσπαστικές και βίαιες πράξεις χωρίς βέβαια ανθρώπινα θύματα, προκειμένου να εισακουσθούν, όπως να καίνε γραμματοκιβώτια, να αλυσοδένονται σε κάγκελα, να προκαλούν εμπρησμούς και να λιθοβολούν τζαμαρίες εφημερίδων και καταστημάτων. Φυσικά και η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν βίαιη και οι σουφραζέτες ξυλοκοπήθηκαν, χλευάσθηκαν, υποτιμήθηκαν και φυλακίσθηκαν πολλές φορές. Ήταν ένας τρόπος να σπάσει το ηθικό τους και να συνετιστούν μια και ως γυναίκες κατά την γνώμη τους δεν διέθεταν την σύνεση και την λογική ενός άνδρα…
Μία δε εξ αυτών, στην προσπάθειά της να υψώσει την σημαία τους σε αγώνες ιπποδρομίας, εισήλθε στο διάδρομο αγώνος, στάθηκε μπροστά στο άλογο του Βασιλιά και ποδοπατήθηκε καταλήγοντας στα τραύματα της σύντομα. Προκάλεσε το παγκόσμιο ενδιαφέρον και κατακραυγή, κάλεσε με το θάνατο της την κοινή γνώμη να δει το πρόβλημα και να αγκαλιάσει τον αγώνα τους.
Ήταν μία μικρή εισαγωγή για το περιεχόμενο της ταινίας. Θεωρητικά αυτό διαπραγματεύεται. Όμως η σκηνοθέτης Sarah Gavron και η σεναριογράφος Abi Morgan προκειμένου να αφηγηθούν την ιστορία αυτού του κινήματος, χρησιμοποίησαν ένα πρόσωπο, την Maud (Carey Mulligan) ως μία εκ των πολλών και εστίασαν στην προσωπική της ιστορία θέλοντας να δημιουργήσουν αμεσότητα και την ματιά του θεατἠ σε ένα υποτίθεται λυμένο θέμα, αυτό της ισότητας των δύο φύλων. Ως χαρακτήρες στην ταινία υπάρχουν και ιστορικά αληθινά πρόσωπα, όπως αυτό της Emmeline Pankhurst που υποδύεται, ένας ρόλος αστραπή, η Μeryl Steep, και άλλες, όπως η Edith Ellyn (Helena Bonham Carter), αν και δεν είναι αληθινό πρόσωπο, εμπνεύστηκε ουσιαστικά από την Edith Garrud και η Emily Wilding Davison, αυτή που έπεσε στον ιππόδρομο.
H Μaud είναι εργάτρια σε ένα πλυντήριο, δύσκολη δουλειά ανθυγιεινή. Εκεί μέσα γεννήθηκε και εκεί θα πέθαινε, όπως η μητέρα της και τόσες άλλες, για ψίχουλα ως αμοιβή και υπηρεσίες άλλου τύπου αν ήταν της αρεσκείας του επιστάτη και λαίμαργου επιπλέον για φρέσκια σάρκα. Η υγεία των γυναικών κατεστραμμένη, λόγω συνθηκών και ωραρίου. Αναπνευστικές δυσκολίες, φυματίωση, εγκαύματα, κιρσοί.
Αδιάφορη η Μaud αρχικά για το κίνημα, θα ενδώσει σχεδόν από σύμπτωση όμως, κατά την γνώμη μου -έτσι τουλάχιστον εισέπραξα-, βλέποντας τον επιστάτη να επαναλαμβάνει τις σεξουαλικές ενοχλήσεις στην μικρότερη των εργατριών, ξαναβιώνοντας ουσιαστικά την δική της προσωπική εμπειρία, και νιώθοντας ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται και ίσως, αν παραμείνει απαθής, η μελλοντική της κόρη θα συνεχίσει τον ίδιο άθλιο τρόπο ζωής.
Η συμμετοχή της το κίνημα θα της δώσει ελπίδα και όνειρα, όμως θα της στερήσει την ελευθερία, θα φυλακισθεί ,θα της στερήσει το σπίτι της, τον άνδρα της, και το πλέον επώδυνο, το παιδί της.
Την ιστορία της ταινίας θα αφηγηθούν η σκηνοθέτης χρησιμοποιώντας τέσσερις κάμερες, έχοντας ως βασικά χρώματα το γκρι και το πράσινο της σημαίας τους όταν αναφέρεται στις γυναίκες και θερμότερα χρώματα για αντίθεση στους άνδρες, παράδειγμα οι λήψεις στην Βουλή.
Το πρόσωπο της Μaud και οι εστιάσεις σ’ αυτό, χάριν στον Edu Grau, για την ένταση και την δραματικότητα της σκηνής, είναι αυτές που προκαλούν και την δική μας συμμετοχή στο δράμα.
Η μουσική του Alexandre Desplat ως συνήθως διακριτική και συμβοηθούσα.
Το σενάριο θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Παιδικός ο διάλογος στην Βουλή. Αστοχίες, όπως πόσο γρήγορα ξέχασε τον πόνο του αποχωρισμού του παιδιού της, υπήρξαν κι άλλες. Όμως ήταν μία δυνατή ταινία που μίλησε για ένα θέμα που δεν συζητήθηκε ούτε κινηματογραφήθηκε. Ούτε με πείθουν φωνές όπως παλιά ξινά σταφύλια. Και το θέμα της σκλαβιάς επίσης έληξε, αλλά ακόμη μιλούμε γι αυτό, ὀπως κι αυτό του Ολοκαυτώματος.
Ούτε πιστεύω ότι λύθηκε. Αξίζει να δει κανείς πότε δόθηκε δικαίωμα ψήφου για να πεισθεί. Δεν υπήρξε μία πειστική απάντηση. Τι δεν μπορούν να κάνουν οι γυναίκες; Απλά δεν εκχωρὠ ότι έχω και μάλιστα σε κάποιον που δεν θεωρώ ίσο. Παράδειγμα στην Ελλάδα δόθηκε το 1952, στην Ελβετία το 1971 και στην Σαουδική Αραβία το 2015.
Στη δε Αγγλία, μετά το πολυπαθές 1912 των Σουφραζετών, πήρε 15 χρόνια για να δικαιωθούν, δηλαδή το 1928. Αν στον δυτικό λεγόμενο κόσμο έχει θεσπισθεί η ισότητα, δεν σχολιάζω τα στερεότυπα, παραμένει ένας υπερβολικά μεγάλος αριθμός γυναικών που ζουν ανελεύθερες, ως αντικείμενα και όχι ως υποκείμενα, που υφίστανται άγρια βία, που η ζωή τους είναι προς κατανάλωση και τέρψη των ανδρών, που δεν μετράει ως ψήφος αλλά και ούτε ως άνθρωπος.
Εκτιμώ ότι η ταινία της Sarah Gavron άνοιξε ένα δρόμο για να ακουσθούν κι άλλες φωνές, από άλλους δημιουργούς και ίσως με άλλη άποψη. Για να δείξω το μέγεθος της υφιστάμενης προκατάληψης, υπάρχει κριτικός που προκειμένου να μην πει την γνώμη του για ένα ξεπερασμένο θέμα, πάντα κατά την γνώμη του, κατέθεσε από τις σπάνιες φορές μόνο την άποψη των συντελεστών της εν λόγω ταινίας.
Παρ όλο που είχα ασχοληθεί με θέματα ισότητας και ήμουν εξοικειωμένη με τα προβλήματα και τις δυσκολίες, τις αντίξοες συνθήκες, ταρακουνήθηκα από την ιστορία που νόμιζα ότι ήξερα. Ο κινηματογράφος έχει αυτήν την δύναμη μέσα στην εικονικότητα του.

Σκηνοθέτης: Sarah Gavron
Σενάριο : Abi Morgan
Φωτογραφία: Edu Grau
Μουσική: Alexandre Desplat
Ediding: Barney Pilling
Ηθοποιοί
Carey Mulligan: Maud Watts[5]
Helena Bonham Carter: Edith Ellyn.[6][7][8]
Meryl Streep: Emmeline Pankhurst[4]
Natalie Press: Emily Davison
Anne-Marie Duff: Violet Miller[9]
Romola Garai: Alice Haughton[9]
Ben Whishaw: Sonny Watts[9]
Brendan Gleeson: Steed[9]
Samuel West: Benedict[9]
Adrian Schiller: David Lloyd George

26 Απριλίου 2016

The Program 2015 Το Πρόγραμμα

Τον Stephen Frears παρακολουθώ από την εποχή που έκανε τις χαμηλού προϋπολογισμού ταινίες όπως το My Beautiful Laundrette (1985),
Sammy and Rosie Get Laid (1987).
Τον αναζητώ στις νέες πρεμιέρες παρ’ όλο που με απογοητεύει τελευταία. Σαν να θέλω να του δίνω ευκαιρίες.
Κι αυτή η ταινία με το ζόρι αγγίζει το μέτριο. Σαν να έχασε ο άνθρωπος την δυναμική του. Προσπαθεί να αρθρώσει λόγο αλλά χωρίς να το τολμάει στο τέλος.
Η Βασίλισσα, η Καθολική Εκκλησία, δηλώνεται της Ιρλανδίας και τώρα ο Αθλητισμός. Δύσκολα και δυνατά θέματα. Πολυσυζητημένα κατ ιδίαν, ανέγγιχτα δημοσίως, κοινωνικά, πολιτικά.
Διαλέγει ένα πρόσωπο The Queen of England, Philomena, Lance Armstrong, για να μιλήσει για κάτι που αν όχι διχάζει την κοινωνία την θέτει προς προβληματισμό και επιλογή της.
Αυτή την φορά διάλεξε τον Lance Armstrong άφωνοι μείναμε και αποσβολωμένοι όταν ανακοινώθηκε το 2015 η χρήση ουσιών από τον καταξιωμένο ποδηλάτη και 7 φορές πρωταθλητή του Tour de France. Ίνδαλμα και πρότυπο για νέους αθλητές και οπαδούς όχι μόνο της ποδηλασίας.
Για μας, τους εκτός αθλημάτων, παράδειγμα σθένους, θέλησης, κουράγιου. Ελπίδα για το πως ξεπέρασε τον καρκίνο που του έτυχε στα 21 του χρόνια. Όχι μόνο τον ξεπέρασε αλλά τον <μετάλλαξε> σε έναν προσωπικό κι ανθρώπινο θρίαμβο. Εν ολίγοις αυτό είναι και η υπόθεση της ταινίας.
Ευτυχώς ο πρωταγωνιστής του Ben Foster, όπως και τις άλλες φορές οι πρωταγωνίστριες, Helen Mirren, Judi Dence, ήταν κορυφαίος. Θα μπορούσε κανείς να πει έχει συνέπεια και στόχο. Μοιάζουν με μονογραφίες τα έργα του. Αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσω. Δια της εξαιρετικής ερμηνείας αποδίδεται το θέμα. Είναι αρκετό; Απουσίαζε όχι όπως λέχθηκε η εστίαση αλλά η θέση.
Ένα ίνδαλμα καταρρέει.
Μας κορόιδευε επί εφτά χρόνια και πλέον. Δήλωνε ότι ήταν καθαρός ενώ αυτός και η ομάδα του ήταν ένα χημικό κοκτέιλ.
Ήταν διαταραγμένη προσωπικότητα; Αφελής; Φιλόδοξος; Εγωιστής; Μισαλλόδοξος; Άπληστος; Ανικανοποίητος; Είναι εξαίρεση ή ο κανόνας; Μήπως είναι αυτό που εμείς ως κοινωνία ζητούμε και το σύστημα κατασκευάζει ενώ είναι όλοι ευχαριστημένοι. Αυτοί που πουλούν θέαμα, οι ασφαλιστές, οι διαφημιστές, οι Αθλητικές οργανώσεις, τα Σωματεία, οι εταιρείες, οι αθλητικογράφοι, εμείς το κοινό, αρένα. Κάποτε το κοινό ζητούσε αίμα τώρα το παίρνει αλλά δεν φαίνεται, γίνεται επιστημονικά. Εκτός του αίματος, άφθονο ρέει και το χρήμα που επίσης δεν αναφέρθηκε. Εύλογα θα έλεγε κάποιος μα αναλύεις το αθλητικό φαινόμενο; Βεβαίως όχι, αλλά αυτό περίμενα από την ταινία που όχι απλά δεν το πήρα, αλλά προσεγγίσθηκαν διάφορα θέματα, επιδερμικά, χλιαρά. Το σημαντικότερο χωρίς μεθοδικότητα. Το δε ηθικό δίλημμα που θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη να είναι κυρίαρχο, αναφέρθηκε περιστασιακά, είχε επίσης να κάνει με συγκεκριμένη ομάδα εξαιτίας του ότι ο συναθλητής Floyd Landis του και μία φορά νικητής του Γύρου Γαλλίας, προερχόταν από αυτήν. Μόνο οι θρησκευόμενοι έχουν ηθικά διλήμματα; Μόνο αυτή η ομάδα;
Δεν περίμενα ένα ντοκιμαντέρ αλλά απουσίαζε και το συναίσθημα εκτός της τεκμηριωμένης και αντικειμενικής προσέγγισης του θέματος, όπως θα ήταν ένα ντοκιμαντέρ απέναντι σε μία ταινία δράματος με βιογραφικό θέμα.
Ο σύγχρονος θεατής είναι κακομαθημένος, έτσι ήμουν ανικανοποίητη με τον τρόπο που ενσωματώθηκαν τα πραγματικά πλάνα, που έγινε το editing, η φωτογράφηση. Δεν δημιουργήθηκε ένταση, αντίθετα παραήταν απλοϊκά τα τρυπάνια στο χειρουργείο, το ίδιο πλάνο στις Άλπεις.
Εξαιρετικά τα πορτρέτα του Lance Armstrong από τον Danny Cohen, εντυπωσιακές οι λήψεις τις στιγμές που ο Lance Armstrong νουθετεί απειλεί τους συναγωνιζόμενους και θα έλεγα βοήθησε ως προς την ελάχιστη ένταση η μουσική επένδυση.
Η ερμηνεία του Ben Foster όπως ανέφερα θα μπορούσε να είναι ο λόγος θέασης της ταινίας.

Σκηνοθέτης: Stephen Frears
Σενἀριο: John Hodge
Βιβλίο: Seven Deadly Sins του David Walsh
Φωτογραφία: Danny Cohen
Μουσική: Alex Heffes
Editing: Valerio Bonelli
Ηθοποιοί:
Ben Foster: Lance Armstrong
Chris O Dowd: David Walsh
Guillaume Canet: Michele Ferrari
Jesse Plemons: Floyd Landis
Lee Pace: Bill Stapleton
Denis Menochet :Johan Bruyneel
Dustin Hoffman: Bob Hamman
Edward Hogg : Frankie Andreu
Elaine Cassidy : Betsy Andreu
Laura Donnelly: Emma O'Reilly
Bryan Greenberg
Sam Hoare : Stephen Swart
Kevin Hulsmans : Filippo Simeoni

18 Απριλίου 2016

Macbeth - 2015

Τα μεγάλα έργα είναι πρόκληση για τους δημιουργούς. Κάθε δε φορά αναρωτιέμαι τι καινούργιο έχουν να πουν. Παράδειγμα η Πιετά και οι διάφορες επαναλήψεις της, επίκαιρο το θέμα στην χώρα μας εξαιτίας του δημιουργού της, Jan Fabre.
Εγώ προσωπικά ξέρω δύο κινηματογραφικές μεταφορές του Macbeth από τους Roman Polanski και Orson Welles.
Πριν δω την ταινία αναρωτιόμουν τι θα έλεγε περισσότερο ο Justin Kurzel στον Macbeth του 2015.
Και όμως.
Πριν προχωρήσω για την ταινία θα παραθέσω ένα κομμάτι από το σημείωμα του Γιώργου Χειμωνά για τον William Shakespeare και τον Macbeth (ομώνυμο βιβλίο εκδόσεις Κέδρος, την μετάφραση του οποίου έκανε ο Γιώργος Χειμωνάς.)

Ο Μάκβεθ είναι ένα αριστούργημα. Όταν το διαβάζεις - και κυρίως  το ζεις στη θεατρική του πραγματικότητα - αισθάνεσαι δέος απέναντι στον δημιουργό Νου που το έκανε αριστούργημα. Όταν το μεταφράζεις, ανακαλύπτεις τον τρόπο που χρησιμοποιεί αυτός ο νους για να το κάνει αριστούργημα. Ο τρόπος του Σαίξπηρ είναι να γεννήσει τον "νου" του έργου και να τον αφήσει, στη συνέχεια, να δημιουργεί σχεδόν αυτόνομος - με μια δική του πλέον «σκέψη» - το νόημα ή την συγκίνηση ή την ποιητική του εαυτού του. Και ο νους του δράματος Μάκβεθ είναι, κυριολεκτικά, ένας λαβύρινθος - στον οποίον, ως μεταφραστής μπαίνεις γνωρίζοντας από την απλή του ήδη ανάγνωση ότι εκεί μέσα σε περιμένουν τρία θέματα - τέρατα. Ο Θάνατος, σε ολόκληρο τον οντογνωσιολογικό του όγκο και δίπλα του ο ανθρώπινος δήμιος: ο φόνος˙ το Μεγάλο, ως δεδομένο, φυσικό αίτημα της ψυχής και δίπλα του, η ανθρώπινη αναπηρία που το εξαθλιώνει: η πολιτική εξουσία˙ το Κακό, με όλη την κοσμολογική του ισχύ και δίπλα του, η γήινη θεολογία που το εξανθρωπίζει για να το παραδώσει στον ομόλογο αντίπαλό του˙ το Καλό. Και πάνω απ όλα, ο Φόβος που εκλύεται από την ανισορροπία αυτών των άνισων δίδυμων μεγεθών - αλλά και παραμερίζει το μεγάλο, για να διασταυρωθούν τα δύο άλλα: η ένωσή τους θα γίνει ένας εφιάλτης του Χάους˙ ή ένα «αριστούργημα του Χάους», όπως αναγγέλλεται το έγκλημα του Μάκβεθ. […]

Σε περίπτωση που η υπόθεση δεν είναι γνωστή:

Ο στρατηγός Macbeth γυρίζει νικητής απ' τον πόλεμο και τρεις μάγισσες, τέσσερις στην ταινία, τον καλούν να του ανακοινώσουν την προφητεία τους ότι θα γίνει βασιλιάς. Παρακινούμενος από τη σύζυγό του και από τη φιλοδοξία του, ο Macbeth σκοτώνει το βασιλιά Duncan ενώ τον φιλοξενούσε και γίνεται βασιλιάς της Σκωτίας. Θέλοντας να εδραιώσει ακόμη περισσότερο τη θέση του, δολοφονεί και τον στρατηγό Banquo, φίλο του, επειδή οι τρεις μάγισσες είχαν προβλέψει, ότι ο στρατηγός θα γεννήσει βασιλιάδες . Από τη δολοφονία ξέφυγε ο γιος του Banquo, Fleance. Το ίδιο διάστημα, η λαίδη Macbeth βασανίζεται από τύψεις και παθαίνει νευρικές κρίσεις. Ένα βράδυ που υπνοβατεί, βλέπει τα χέρια της βαμμένα με αίμα και πεθαίνει. Ο Μacbeth βλέπει ότι ο στρατός πλησιάζει τον πύργο του, με αρχηγό το Μalcolm κρατώντας κλαδιά απ' το Birnam δάσος, όπως του είχαν πει και οι μάγισσες. Μονομαχεί με το Μacduff του οποίου είχε δολοφονήσει τα παιδιά και τη γυναίκα, και τελικά ο Μacbeth σκοτώνεται.

Οι σεναριογράφοι Jacob Koskoff, Michael Lesslie και Todd Louiso υπεραπλουστεύουν το κείμενο και γίνονται κάποιες αλλαγές στους χώρους, στον τρόπο που παρουσιάζεται το τέλος της Λαίδης, προστίθεται αυθαίρετα μία ακόμη μάγισσα, η τέταρτη, όπως περικοπές στους διαλόγους και τον χώρο που αυτοί λαμβάνουν χώρο.
Όμως αν προσπεράσει κανείς αυτές τις υπερβάσεις έχεις ένα δυνατό έργο. Ένα που αντίθετα με την άποψη που υπερασπίζεται ότι έργα σαν κι αυτό τα ακουμπούμε με περισσή ευλάβεια και προσοχή σχεδόν τα επαναλαμβάνουμε μουσειακά και τα αντιμετωπίζουμε ως ιερά, μπόρεσε με τον τρόπο του και πέρασε τα μηνύματα που το έργο διαμηνύει και πολύ εύστοχα ο Γιώργος Χειμωνάς ανέλυσε.
Το δίδυμο Michael Fassbender, Marion Cotillard απέδωσε τους ρόλους του με εξαιρετικό τρόπο.
Η αθώα έκφραση στα μάτια της Marion Cotillard σε συνδυασμό με τον γεμάτο δολοπλοκίες και πειστικότητα λόγο της προσέδωσαν σχεδόν μία υπερφυσική διάσταση στον ρόλο της προκειμένου να ξεπερασθούν οι αντιστάσεις του Macbeth για δολοφονία του βασιλιά και να επιτευχθεί η φιλοδοξία της. Η μεταμέλεια της με απόλυτη λιτότητα στην ίδια εκκλησία που δρομολογήθηκε το έγκλημα, έφερε τον θάνατό της ως μία φυσική κατάληξη.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν έχω δει άλλον Macbeth να αποδίδει τον φόβο και την εσωτερική σύγκρουση τόσο έντονα. Διέτρεχε την ραχοκοκκαλιά μου ο φόβος του κακού και ο φόβος μπροστά στην αλαζονεία της εξουσίας του. Ένα τίποτα ο άνθρωπος μπροστά στην αδηφάγα λατρεία της παραμονής του στον θρόνο και στη δίνη των φόνων.
Ο σκηνοθέτης ήθελε να μιλήσει σε καινούργιο κοινό και τόλμησε καινοτομίες. Εκτιμώ ότι το πέτυχε και δεν επέτρεψα να με απωθήσουν οι καινοτομίες του.
Εξάλλου τα έργα για ζήσουν και να είναι χρήσιμα πρέπει να ειδωθούν σε παρούσες συνθήκες και με ερμηνείες οικείες των καιρών.
Αμφιβάλλω αν οι μονόλογοι του Μαcbeth είχαν να πουν κάτι στον θεατή των ημερών μας, αν λεγόταν με τον κλασσικό τρόπο, αν δεν ήταν σαν να μιλούσε όπως ένας αλλόφρων της εποχής μας.
Εντυπωσίασε ο φωτογράφος, Adam Arkapaw και η επιλογή τους με τον σκηνοθέτη, να μεταφέρουν με αργή κίνηση, στατικότητα τις μάχες, το αίμα, την βία.
Το κόκκινο επίσης βοήθησε να βιωθεί ο θάνατος, προοίμιο για τους φόνους που θα ακολουθήσουν. Η ομίχλη και η βροχή μέρος της μεταφοράς στον τόπο, προσομοίωση για την ροή των εγκλημάτων.
Βωβοί οι παριστάμενοι στην μισαλλοδοξία και εγκληματικότητα του βασιλέως όπως βωβοί και οι σύγχρονοι πολίτες του κόσμου στις θηριωδίες της εξουσίας.
Η μουσική του Jed Kurzel, οι φυσικοί και μη ήχοι βοήθησαν και ενίσχυσαν τον τρόμο που προκαλούσε η ακόρεστη επιθυμία του βασιλιά για παραμονή στον θρόνο. Θάνατος στον εν δυνάμει διεκδικητή του θρόνου, στους αθώους γόνους αυτού.
Του έπρεπε και αυτού ο θάνατος για να λυτρωθεί ο θεατής και επέλθει η κάθαρση.
Καθόλου τυχαία η τελευταία σκηνή με τον Μalcolm μεν να αποχωρεί και τον Fleance, τον γιο του Banquo, τον μελλοντικό βασιλιά, σύμφωνα με τις μάγισσες, να παίρνει το σπαθί του Macbeth και να απομακρύνεται στο άδειο πεδίο της μάχης. Είχε προηγηθεί βέβαια η εικόνα του σκοτωμένου Macbeth καθώς των προσπερνούν αδιάφορα τα πόδια των στρατιωτών που επελαύνουν προς το κάστρο.

Σκηνοθέτης: Justin Kurzel
Σενάριο για το θεατρικὀ έργο Macbeth του William Shakespeare: Jacob Koskoff,Michael Lesslie,Todd Louiso
Φωτογραφία: Adam Arkapaw
Μουσική: Jed Kurzel
Editing: Chris Dickens

Ηθοποιοί
Michael Fassbender: Macbeth
Marion Cotillard: Λαίδη Macbeth
Paddy Considine: Banquo
Sean Harris: Macduff
Jack Reynor: Malcolm
Elizabeth Debicki: Λαίδη Macduff
David Thewlis: Βασιλιάς Duncan
Seylan Baxter, Lynn Kennedy, Kayla Fallon and Amber Rissmann: οι μάγισσες
Lochlann Harris: Fleance

14 Απριλίου 2016

Η Γέφυρα των Κατασκόπων (Bridge of Spies) - 2015

Ο αφηγηματικός Steven Spielberg με μία ακόμη καλή ταινία.
Ξέρει να αφηγείται και μάλιστα πολύ καλά.
Ενώ ήξερα ότι η ιστορία αφορά αληθινά γεγονότα, μέχρι το τέλος ένιωθα ότι ήμουν μέσα σε ένα καλογυρισμένο θρίλερ.
Μπορεί και σε αποστασιοποιεί με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Σε βολεύει στην πολυθρόνα σου και ενώ σε κρατάει σε εγρήγορση, δεν σε ταλαιπωρεί.
Ξεκινάει την ταινία σχεδόν χωρίς ήχο, με τον κατάσκοπο ανάμεσα στο είδωλο του αριστερά και στο πορτρέτο του δεξιά.
Είναι σαν να λέει, κυρίες και κύριοι, είμαστε στην εποχή του ψυχρού πολέμου και αυτός είναι o κατάσκοπος Rudolf Alber (Mark Rylance) με δύο ταυτότητες και δύο ρόλους. Ο εαυτός του παλεύει ανάμεσα στους ρόλους που θα υπηρετήσει. Οι δε αρχές, σε αμφότερες πλευρές, παλεύουν να βεβαιωθούν σε ποια πλευρά βρίσκεται ο άνθρωπος τους, μας.
Σε αυτόν τον πόλεμο και φυσικά στην ταινία υπάρχουν όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι χαρακτήρες με κυρίαρχους φυσικά αυτούς που υπηρετούν ηθελημένα ή άθελα τους το σύστημα, τους κατά λάθος εμπλεκόμενους και φυσικά τον επαγγελματία, James B.Donovan (Tom Hanks) τον πολιτικά μην εμπλεκόμενο, αυτόν που κοιτάει να κάνει καλά την δουλειά του που όμως σέβεται τους νόμους και εν προκειμένω το Σύνταγμα. Αυτό είναι και το εργαλείο με το οποίο δουλεύει και επικαλείται στις διαπραγματεύσεις και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις, αν πρέπει να πείσει τον συνομιλητή του, να διεκδικήσει και να κερδίσει τον στόχο του.
Ένα σενάριο που οι αδελφοί Joel και Ethan Coen μαζί με τον Matt Charman το έγραψαν έτσι που να υπάρχει μια πινελιά σαρκασμού και κριτικής των επικρατουσών πολιτικών αποφάσεων και στόχων και της λειτουργίας των συστημάτων ασφαλείας. Ο σαρκασμός των αποφάσεων και των δράσεων εν γένει. Για παράδειγμα, ο κόσμος ανατρέπεται και ο κατάσκοπος, ως απλός μεσήλικας, ζητάει την τεχνητή οδοντοστοιχία του. Είναι όμως οι σαν από εικονογραφημένο περιοδικό φιγούρες και οι κινήσεις των προσώπων (ήταν η επιλογή του σκηνοθέτη αυτή), όχι απλά ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα, αλλά δηλώνουν την θέση του για το όλο εγχείρημα και οικοδόμημα του ψυχρού πολέμου.
Φυσικά δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις για τις εξαιρετικές ερμηνείες. Χωρίς εξαίρεση εξαιρετικές, ιδιαίτερη μνεία στον που δικαίως έλαβε και το αγαλματάκι των Oscars.
H διανομή των ρόλων έξυπνη και αρμόζουσα, φροντισμένη έως τον τελευταίο ρόλο.
Με εντυπωσίασε η επιλογή της συντηρητικής μεγαλοαστής συζύγου που εμφανίζεται μόλις δύο-τρεις φορές, αλλά καθοριστικές για τον ρόλο της, τον ρόλο της οικογένειας.
Ο δε αγαπημένος του Spielberg, Tom Hanks, άψογος.
Στιβαρός, σε εμφάνιση, καλοβαλμένος, ευφυής, δίκαιος, επιτυχημένος, ανθρώπινος, σωστός ως επαγγελματίας, ως οικογενειάρχης. Με αρχές, σεβασμό στον άνθρωπο, παράτολμος, η εικόνα ενός αξιοπρεπή Αμερικανού πολίτη, που κινείται άφοβα και με άνεση ακόμη και στο χώρο του εχθρού.
Ήταν έτσι ο Donovan, ή έτσι τον απέδωσε ο Tom Hanks, όπως κι αν έχει, εμείς τον απολαύσαμε.
Άφησα τελευταία τον κινηματογραφιστή φωτογράφο, Janusz Kaminski, που οι εικόνες του μιλούσαν και συμμετείχαν χωρίς διάλογο, αλλά και χωρίς την αξιόλογη μουσική επένδυση του Thomas Newman.
Δημιουργήθηκε άψογα επίσης το κατάλληλο περιβάλλον για να αποδοθεί η πολιτική εποχή που κρατούσε με κομμένη ανάσα τότε όλη την ανθρωπότητα. Μια εποχή, που από τότε που χώρισε τον κόσμο στα δυο, συσπείρωσε τους ανθρώπους σε δύο ομάδες και δημιούργησε τις αναμενόμενες έχθρες.
Μοιάζει με ένα εφιάλτη που πέρασε, που όμως υφίσταται εν υπνὠσει και κάθε τόσο ξυπνά και θεριεύει συχνά στις διαπραγματεύσεις στην Διεθνή σκηνή.
Ο Donovan είχε δίλημμα και η απόφαση του δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε δύσκολη.
Έκανε εχθρούς, αμφισβητήθηκε από την ίδια την οικογένεια του, πέτυχε και δικαιώθηκε.
Οι ιστορίες των κατασκόπων ήταν πολλές, αυτή ισχυρή ως αληθινό γεγονός, που όμως, ανάμεσα στις πολλές κινηματογραφικές κατασκοπευτικές εκδοχές της, χάριν στον σκηνοθέτη τον ίδιο, εκλαμβάνεται ως ωραίο παραμύθι.
Δεν θα αναφερθώ στην ιστορία, καλείσθε να δείτε τη ταινία.
Προσωπικά, απεύχομαι να βρεθώ στην υποχρέωση να υπηρετήσω την πατρίδα μου όπως ο Donovan. Δεν ξέρω αν είμαι τόσο δυνατή ή αν είναι οι εποχές που μας διαμόρφωσαν σε άλλου είδους χαρακτήρες, που δύσκολα θέτουν τον εαυτό και τα «θέλω» αυτού απέναντι σε παρόμοιες επιλογές. Οι ήρωες (εκτιμώ ότι) πέθαναν και όμως ακόμη συνεχίζουμε να φωνάζουμε «Ζήτω οι Ήρωες».

Σκηνοθέτης: Steven Spielberg
Σενάριο: Matt Charman, Joel και Ethan Coen
Φωτογραφία: Janusz Kaminski
Μουσική: Thomas Newman
Διανομἠ Ρόλων: Ellen Lewis
Editing: Michael Kahn
Ηθοποιοί
Tom Hanks: James B. Donovan
Mark Rylance: Rudolf Abel
Scott Shepherd: Agent Hoffman
Amy Ryan: Mary McKenna Donovan
Sebastian Koch: Wolfgang Vogel
Alan Alda: Thomas Watters
Austin Stowell: Francis Gary Powers

4 Απριλίου 2016

45 χρόνια (45 years) - 2015

Βασική προϋπόθεση κατά την ταπεινή μου γνώμη, για να δεις την εν λόγω ταινία του Andrew Haigh δεν είναι απλά να σου αρέσει ο κινηματογράφος, πρέπει να έχεις κι έναν μακρόχρονο γάμο. Δεν θα τολμούσα να πω σχέση.
Ένα αργό ιδιαίτερης έμφασης δράμα βασισμένο στο διήγημα του David Constantine "In Another Country” oι Kate (Charlotte Rampling) και Geoff (Tom Courtenay) ηλικιωμένοι, μεσαίας τάξης, συνταξιούχοι, εγκατεστημένοι στην αγγλική εξοχή, ετοιμάζονται να γιορτάσουν την 45η τους επέτειο. Η συνήθως τιμώμενη επέτειος, η 40η, ακυρώθηκε λόγω ασθενείας, επέμβαση bypass του Geoff.
Οι ετοιμασίες προχωρούν ομαλά όταν μία εβδομάδα πριν το πάρτι ο Geoff λαμβάνει μία ανατρεπτική για τον ίδιο, την Kate, την κοινή ζωή τους και την εξέλιξη της ταινίας, επιστολή.
Βρέθηκε στην Ελβετία, σε πάγο, άρτια διατηρημένο, το πτὠμα της σκοτωμένης, πριν 45 χρόνια, αγαπημένης του Katia.
Πληροφορούμεθα εμείς και η σύζυγος, το είδος του δεσμού με την νεκρή, την αιτιολόγηση της τοποθεσίας του δυστυχήματος, την αιτία θανάτου.
Μας καλούν οι καλογραμμένοι ρόλοι, η εξαιρετική απόδοση τους, το καθηλωτικό και απίστευτα εκφραστικό βλέμμα της Charlotte Rampling να βιώσουμε την αποδόμηση του κατά τ άλλα καλά "στεριωμένου" γάμου.
Τόσο που η επικείμενη γιορτή της επετείου, η υπενθύμιση της αέναου ευτυχίας να μοιάζει περιττή.
Για ακόμη φορά θα βρεθούμε ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Για ακόμη μία φορά θα μπαινοβγεί η προσωπική μας σχέση μέσα στο σενάριο. Ακόμη μία φορά θα ξαναπούμε στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τον άλλο. Δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που έχουμε με τον/την επί 45 χρόνια σύζυγο.
Οι γιορτές και οι επέτειοι για ποιους γιορτάζονται; Οι γάμοι για ποιους υφίστανται;
Ευτυχώς δεν έμεινε πολύ ο σκηνοθέτης στην σύμβαση. Χρησιμοποίησε την εναλλαγή πλάνων προσώπου προκειμένου να αφηγηθεί τις διαδρομές των σκέψεών τους. Τις διαδρομές, παρελθόν-παρόν, στο βάδισμα τους, στο ασταθές του κορμιού του Geoff και τις μοναχικές περιπλανήσεις της Kate. Περιπλανήσεις που η σιωπή τους είπε περισσότερα από τον λόγο. Επηρεασμένη από πρόσφατη έκθεση, ακούσαμε, ως θεατές, με τα μάτια μας.
Η κίνηση των χεριών της Kate έδωσε και το φινάλε της ταινίας.
Αν δεν προσέχεις λεπτομέρειες, αν προσπερνάς τα βλέμματα, αν αγνοείς το τρέμουλο των χεριών, το ελαφρύ πετάρισμα των βλεφάρων, την αμυδρή σύσπαση των χειλιών, η ταινία δεν θα σου πει τίποτα. Είναι για «δυνατούς» παρατηρητές της ζωής.
Αν βεβαίως δεν σε απασχόλησε η λέξη προδοσία ή την θεωρείς αναπόσπαστο κομμάτι της σχέσης, επίσης δύσκολα να σε κρατήσει.Το τι φανερώνουμε και το τι λέμε σ’ αυτόν, που μέσα μας παίρνουμε, είναι μία παράμετρος της σχέσης αλλά και της ταινίας.
Σκιαγράφηση και μελέτη χαρακτήρων την αποκάλεσαν. Το ζευγάρι για μένα. Το θηλυκό και αρσενικό. Οι αναμονές μας. Πως μπορεί ακόμη και ένας υγρός ορίζοντας να παραλληλισθεί με την θλίψη της ψυχής; Το παγκάκι και το τσιγάρο με το αδιέξοδο; Το νερό που κυλάει και κατακλύζει την μνήμη σαρώνει την εικόνα με τον χρόνο;
Κι όμως ήταν εργαλεία, δεν ήταν εικόνες κλισέ. Χρησιμοποιήθηκαν, γλίστρησαν μέσα στην ταινία και συναγωνίστηκαν το λόγο.
Το πάθος και η ένταση δεν ήταν μέρος της σχέσης τους και έτσι δεν χρειάσθηκε παρά μόνο να πει «δεν πιστεύω να περιμένεις να μην θυμώσω». Ίσως αυτή η έκφραση, μαζί με το «δεν θέλω να μιλώ γι αυτήν» να ήταν οι πλέον συγκρουσιακά λεκτικές στιγμές. Τα άλλα, τα επίπονα, τα δηλητηριώδη ειπώθηκαν με τον φακό. Αυτός κατέγραψε ότι η ερμηνεία τους εξέφρασε.
Κάποιος είπε ήταν η αγγλική απάντηση στο Αmour. Εγώ λέω ήταν μία άλλη απάντηση. Επειδή ζω στο Νότο και τα φλέγματα απελευθερώνονται με φραστικές βιαιότητες και όχι μόνο, θα δικαιολογήσω και την αντίδραση του δικού μας κοινού περί «χλιαρότητας έως μετριότητα». Είναι αλήθεια πως πρέπει να την δεις συνειδητά και ως επιλογή. Προετοιμασμένος/η. Ανήκει σ΄ αυτή τη κατηγορία. Προετοιμασμένη ή απροετοίμαστη αποτελεί προσωπικό διαχωρισμό.

Σκηνοθέτης: Andrew Haigh
Σενάριο: Andrew Haigh,
βασισμένο στο διήγημα
In Another Country David Constantine
Φωτογραφία: Lol Crawley
Editing: Jonathan Alberts
Ηθοποιοί
Charlotte Rampling : Kate Mercer
Tom Courtenay: Geoff Mercer
Geraldine James: Lena
Dolly Wells: Charlotte
David Sibley: George

13 Μαρτίου 2016

Το Δωμάτιο (Room) - 2015

Την ταινία του Lenny Abrahamson είδα μετά την απονομή των Oscar και με την πρωταγωνίστρια Brie Larson ως Joy "Ma" να έχει πάρει, όχι αδίκως, το αγαλματάκι της καλύτερης πρωταγωνίστριας.
Μία πρωτότυπη παραγωγή μετέφερε αξιόλογα το βιβλίο της Emma Donogue στην οθόνη.
Το ‘πρωτότυπη’ το δικαιολογεί διότι το πρώτο μέρος της ταινίας γυρίστηκε σε ένα πολύ μικρό χώρο, 3.5 επί 3.5 μέτρα. Παρ’ όλα αυτά είχε εξαιρετικά πλάνα και αφηγηματικότητα χωρίς κενά.
Η Joy βρίσκεται για εφτά χρόνια κλεισμένη σε αυτό τον ασφυκτικό χώρο μετά την απαγωγή της στα δεκαεπτά της από τον OldNick (Sean Bridgers). Σε αυτό τον χώρο θα γεννήσει τον γιο της Jack (Jacob Tremblay), που είναι ήδη πέντε χρονών, όταν ξεκινάει η ταινία. Θα κατορθώσει να βγάλει έξω το παιδί ξεγελώντας τον απαγωγέα και στην συνέχεια θα ελευθερωθεί και η ίδια. Εμείς θα παρακολουθήσουμε στην συνέχεια την προσαρμογή τους μετά την απόκτηση της ελευθερίας τους.
Οι συνθήκες όπου ζουν είναι άθλιες με το παιδί να αγνοεί, επιλογή της μαμάς του, την ύπαρξη του έξω κόσμου. Όταν θα αποφασίσει να του μιλήσει για τον αληθινό κόσμο, κρίνοντας ότι ήρθε η κατάλληλη ώρα και ηλικία, ήδη έχει αποφασίσει και αρχικά δρομολογεί την απελευθέρωση του με την ελπίδα να επιτευχθεί αυτή τελικά και για τους δυο τους.
Μία ιδανική και πολύ στενή σχέση μάνας παιδιού. Αναρωτιέμαι και ίσως οι ειδικοί γνωρίζουν αν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Επιθετική ή παρεκκλίνουσα. Διατηρεί ηρεμία και ποιότητα στην συμπεριφορά μέχρι απορίας.
Το πρώτο μέρος της ταινίας , μέσα στο δωμάτιο, είναι εξαιρετικό, άρτια δομημένο, με καλή ροή, αξεπέραστες ερμηνείες από την μάνα και το αγόρι, τρυφερές σκηνές, καλοφωτισμένες. Παρακολουθείς με την βαθιά πεποίθηση, αν δεν ξέρεις την ιστορία, ότι είναι μία εμβάθυνση στην σχέση μάνας - γιου, ή η ανάπτυξη και ο κόσμος του παιδιού σε άθλιες συνθήκες. Μέχρι να εμφανισθεί ή να αναφερθεί ο απαγωγέας θεωρείς ότι είναι φυλακή ή κάποιο φθηνό τριτοκοσμικό ίδρυμα.
Καθηλωτική η πρώτη ώρα. Το κατάφεραν ο σκηνοθέτης, ο φωτογράφος και οι ερμηνείες των δύο, Joy και Jack.
Και ενώ ακολουθείς με αμείωτο, θα έλεγα, με αυξανόμενο ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, είναι το δεύτερο μέρος που ουσιαστικά μεταβάλει την ταινία σε μέτρια.
Αν αφαιρέσεις τον μικρό που εξακολουθεί να ερμηνεύει άψογα, ακόμη και η πρωταγωνίστρια αφέθηκε, σαν να κουράστηκε. Την έχασε κι ο φακός. Μάλλον εκείνος δεν ήξερε που να εστιάσει. Απορούσα βέβαια πως χρειάστηκε να φθάσει να νοσηλευτεί η Joy, δηλαδή που με προετοίμασε γι αυτό; Δεν έπεισε η δήθεν σταδιακή αύξηση του ψυχολογικού δράματος της; Περισσότερο το φανταζόμασταν παρά που το είδαμε. Όσο για τον πατέρα της και τους άλλους ενήλικες, δεν έχω να προσθέσω τίποτα. Ήταν απλά άχρωμοι και προβλεπόμενοι.
Δεν είδα την έκπληξη του μικρού για τον κόσμο, την περιέργεια. Είδα μερικά κλισέ, το ανάποδο πιάσιμο του τηλεφώνου, τα κέικ που θα κάνει με την γιαγιά. Δεν είδα ούτε την υποτιθέμενη προσκόλληση στην μητέρα του, την επικοινωνία που είχαν οι δυο τους.
Η αστυνομία άψογη, η περίθαλψη, η γειτονιά, η οικογένεια επίσης. Ένας ιδανικός κόσμος όπως θα πρεπε να είναι και να λειτουργεί. Όμως πολύ εξιδανικευμένος για να είναι αληθινός και σ’ αυτήν την προσπάθεια, της ωραιοποίησης, παρέσυρε προς τα κάτω και την ταινία.
Είχα την αίσθηση ότι άλλαξε ο σκηνοθέτης, ή σαν να υπήρξε πίεση και καθοδήγηση έξωθεν για περισσότερο εύπεπτο σινεμά.
Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μία πραγματικά ξεχωριστή ταινία. Το θέμα υπήρχε, μάλιστα δυνατό, οι ηθοποιοί έδειξαν ότι μπορούν, οι Lenny Abrahamson και Danny Cohen τα πήγαν αρχικά καταπληκτικά. Αναρωτιέμαι. Αν ήθελε να δείξει ότι όλοι τους τα είχαν ‘χαμένα’, κυρίως τελικά τα έχασε κι ο θεατής. Από πολύ ψηλά κατάφερε και μας προσγείωσε απότομα. Δεν θα την ξαναέβλεπα, αλλά δεν ξέρω αν θα ήθελα και να τη χάσω. Κι αυτό γιατί, όπως έγραψα, είναι μία ιδιαίτερη ταινία από άποψη δυσκολιών, ο μικρός χώρος και το ενδιαφέρον θέμα.

Σκηνοθέτης: Lenny Abrahamson
Σενάριο: Emma Donogue (συγγραφέας του βιβλίου Room, που μεταφέρθηκε στην οθόνη)
Φωτογραφία: Danny Cohen
Μουσική: Stephen Rennicks
Μοντάζ: Nathan Nugent
Ηθοποιοί
Brie Larson: Joy "Ma"
Jacob Tremblay: Jack
Joan Allen: Nancy μητέρα
William H.:Macy Πατέρας
Sean Bridgers: Old Nick, απαγωγέας
Tom McCamus: Leo, πατριός της Joy