21 Σεπτεμβρίου 2015

Still Alice (2014)


Καθώς μεγαλώνουμε, αναπόφευκτα εξοικειωνόμαστε με την φθορά της ύλης μας. Αποτάσσουμε την φθορά της πνευματικής υπόστασης. Συνήθως δεν το σκεφτόμαστε κι όταν το ακούμε αφορά άλλους, είναι μακριά από μας.
Η ταινία των Richard Glatzer και Wash Westmoreland έρχεται με δύναμη, με αναμφισβήτητη ποιότητα να μιλήσει για την νόσο Alzheimer, που εκτιμώ κανένα δεν θα αφήσει ασυγκίνητο.
Η εξαίρετη  μεταφορά του ομωνύμου βιβλίου του 2007 της Lisa Genova, συνδυασμένη με την συγκλονιστική ερμηνεία της Julianne Moore   σε καθηλώνει.
Η ταινία ξεκινά με τα 50στα γενέθλιά της. Είναι διακεκριμένη καθηγήτρια γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Columbia, ευτυχισμένη μητέρα και σύζυγος. Αυτοδημιούργητη, άνθρωπος κυρίαρχος στον οικογενειακό και επαγγελματικό χώρο, δυνατή προσωπικότητα, ικανή και αποτελεσματική, ανυποχώρητη στον στόχο της. Το διαπιστώνουμε τόσο στο χειρισμό της ασθένειας της, όσο και στους διαλόγους με την μικρή της κόρη, η μόνη χωρίς σπουδές στην οικογένεια. Σφοδρή επιθυμία της μητέρας. Η εστίαση στο συγκεκριμένο οικογενειακό θέμα προφανώς επιλέχθηκε για τον υπερτονισμό του ισχυρού χαρακτήρος της πρωταγωνίστριας.
Η ταινία ξεκινάει από τη αρχή με την εμφάνιση της νόσου, σε πρόωρο στάδιο. Νόσος και ταινία  εξελίσσονται μαζί.
Δεν είναι μελοδραματική ούτε επιμένει στο πως αντιδρούν οι γύρω. Δεν υπάρχουν εξεζητημένες εκρήξεις ούτε και αδιαφορία. Είναι οικογένεια του μέτρου, ίσως έτσι την διαμόρφωσε η σύζυγος και μητέρα, η νοσούσα.
Βιώνουμε σε σημείο ταύτισης την πορεία προς το μηδενισμό του εγώ. Του είμαι της οντότητας. Με ευρηματικότητα οι σκηνοθέτες ενώ αρχικά εστιάζουν στην Alice Howland (Julianne Moore), σταδιακά ο φακός εστιάζει σε άλλα πρόσωπα αυτά που την φροντίζουν. Η οποία πέφτει σε δεύτερο πλάνο όταν υπάρχουν άλλοι.
Η γυναίκα που άλλοτε ήταν δυνατή, επιβλητική, η επιτυχημένη επιστήμονας, η γυναίκα των διαλέξεων, η γοητευτική σύζυγος, η γυναίκα «που όλα τα προλαβαίνω, και όλα τα ελέγχω», χάνει τον έλεγχο. Θα επιμένει και με ένα δικό της τρόπο θα στηρίξει την αδυναμία της.
Όμως, είναι πέρα από αυτήν. Σταδιακά μέρα με την μέρα ακυρώνεται η υπόστασή της.
Η αποφασιστικότητά της γίνεται εξάρτηση, η δύναμη αδυναμία, η ευφυΐα εκμηδενίζεται.
Η ανεξαρτησία εξάρτηση. Όλα χάνονται μαζί με την μνήμη. Ότι συσσώρευσε και έφτιαξαν το παζλ του «εγώ είμαι» εξαφανίζονται και αφήνουν ένα πλάσμα ανήμπορο, εξαρτημένο, να σχηματίσει ανάμνηση, δηλαδή προσανατολισμό στο μέλλον. Οδυνηρό.
Όλα προσεγμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, φωτογραφία, μουσική, editing, πολύ καλές ερμηνείες από όλους, σωστά διαλεγμένους, κορυφαία η Julianne Moore.
Η εστίαση στα μάτια της, εν υγεία και μη βουρκώνουν και αυτά του θεατή. Την ακολουθείς σε όλα τα στάδια και βιώνεις με την ψυχή σου τη κάθε λεπτομέρεια. Την αρχική έκπληξη, τον θυμό, την άρνηση, την θέληση να βοηθήσει τον εαυτό της, την προσπάθεια να συνεχίσει να υπάρχει.
Ουσιαστικά είσαι κι εσύ υπό τον έλεγχο της, εξαιτίας της δύναμης της ηθοποιίας.
Εξαιρετική δουλειά η οποία γίνεται αρτιότερη, δραματικότερη εξαιτίας του γεφονότος ότι ο ένας εκ των δύο συντελεστών  χτυπήθηκε από την ίδια ασθένεια.
Δεν θα το ανέφερα, όμως ήταν και αυτή η πληροφορία, κρατήθηκε για ευνόητους λόγους περιορισμένη, που σε  λυγίζει.
Θα ήθελα επίσης να θυμίσω ότι παλαιότερα είχαμε δει το «Iris»,  το 2001, του Richard Eyre, βασισμένη στο ημερολόγιο του (συντρόφου της Iris Murdoch) John Bayley, «Elegy for Iris». Στην ταινία παρουσιάζεται η ζωή και η ασθένεια της Iris Murdoch, διακεκριμένης ακαδημαϊκού, γνωστής πολυδιαβασμένης συγγραφέως, δυναμικής γυναίκας. Οι σπουδές και οι διακρίσεις στην μελέτη της γλώσσας ήταν επίσης κοινό σημείο εκτός της ασθένειας. Δεν ξέρω κατά πόσο η συγγραφέας του βιβλίου που αποτέλεσε την βάση του σεναρίου επηρεάστηκε από τη γνωστή τραγική ιστορία. Απορία επίσης έχω, ίσως για ειδικούς: πως γίνεται άνθρωποι που αφιέρωσαν την ζωή τους στην μελέτη της γλώσσας και τον πολύπλοκο μηχανισμό της να δέχονται το χτύπημα, ακριβώς  εκεί που βρίσκεται ο πλούτος τους;
Ανεπιφύλακτα, είναι μία συγκλονιστική ταινία, μία επίπονη θέαση, ένα απερίγραπτο δράμα που όμως επιχειρήθηκε να περιγραφεί και να κατατεθεί.
Δίκαιο το Αcademy Award πρώτου γυναικείου ρόλου της φετινής χρονιάς.

Σκηνοθεσία                     Richard Glatzer, Wash Westmoreland
Σενάριο                           Richard Glatzer, Wash Westmoreland
Βιβλίο                             Lisa Genova
Φωτογραφία                   Denis Lenoir
Editing                            Nicolas Chaudeurge
Mουσική                          Ιlan Eshkeri

Ηθοποιοί
Julianne Moore                 Alice Howland
Alec Baldwin                    John Howland
Kristen Stewart                Lydia Howland
Kate Bosworth                  Anna Howland-Jones
Hunter Parrish                  Tom Howland
Shane McRae                    Charlie Jones
Stephen Kunken                Benjamin
Victoria Cartagena            Professor Hooper
Seth Gilliam                      Frederic Johnson

22 Ιουλίου 2015

O Απρόβλεπτος κ. Spivet (The Young and Prodigious T.S. Spivet) - 2013

Πολλές φορές το παιδί μέσα σου, αυτό που δεν έπαυσε να υπάρχει, έρχεται και δρομολογεί πράξεις. Γι αυτό το παιδί δημιούργησε ο Jean-Pierre Jeunet την ταινία του.
Πιστεύω ότι ο εξαιρετικός αυτός σκηνοθέτης κατασκεύασε ένα ωραίο παραμύθι για μεγάλα παιδιά σε μια προσπάθεια να δει ο ίδιος το κόσμο με τα μάτια ενός μικρού.
Είναι αυτά τα μάτια ενός χαρισματικού παιδιού, του T.S.Spivet.
Τα μάτια ενός παιδιού από μια όχι και τόσο συνηθισμένη οικογένεια.
Ο T.S. ζει στην Μοντάνα, σε μία φάρμα, με τον πατέρα του (Callum Keith Rennie), ένα cowboy που «γεννήθηκε 100 χρόνια αργότερα», την μητέρα του Dr Clair (Helena Bonham Carter), παθιασμένη εντομολόγο που μελετά συνεχώς έντομα, την αδελφή του (Niamh Wilson), που παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας της επιθυμεί να γίνει Μiss America, τον δίδυμο αδελφό του Layton (Jakob Davies), που χάνεται σε ένα ατύχημα εξ αιτίας μιας λάθος εκπυρσοκρότησης όπλου, ενώ ο ίδιος o T.S. μετράει τις χρονικές αποστάσεις των βολών.
Ο θάνατος επηρεάζει την οικογένεια που αποφεύγει να τον αναφέρει με μία επιμελημένη αδιαφορία.
Το ιδιαίτερο μυαλό του Τ.S, οι χαρτογραφήσεις και τα πειράματά του, το αυξημένο επιστημονικό ενδιαφέρον και η κατάρτισή του λόγω επισταμένης και συνεχούς παρατηρητικότητάς του θα τον αμείψουν τελικά με ένα βραβείο από το Smithsonian για μια μηχανή perpetuum mobile, παρά το πολύ νεαρό της ηλικίας του. Τη τελευταία μάλιστα την έκρυψε με έξυπνο τρόπο. Όταν η ημέρα της βράβευσης πλησιάζει, με παιδική αφέλεια και αγνοώντας τους κινδύνους, επιβιβάζεται σε ένα φορτηγό-τραίνο για να πάει στην τελετή βραβεύσεώς του, και κυρίως κρυφά από την οικογένειά του.
Εδώ αρχίζει το τρίτο και τελευταίο μέρος της ταινίας. Θα διασχίσει τις ΗΠΑ από Δύση προς Ανατολή, για να φθάσει στην Washington DC. Εκεί ανταμώνει το κόσμο των μεγάλων πόλεων, των υποκριτικών ανθρώπων, αυτών «του φαίνεσθαι», χρησιμοποιώντας συχνά άλλους συνανθρώπους, το κόσμο της αλλοτρίωσης, της χειραγώγησής τους από τα media, την ανάγκη του «διακρίνομαι», ένα κόσμο όπου η πληροφορία αλλοιώνεται, το δε γεγονός διαμορφώνεται ανάλογα για να «βγει» η είδηση και κατά συνέπειαν το χρήμα.
Ο σκηνοθέτης διάλεξε να αφηγηθεί την ιστορία σαν παραμύθι, σαν να προέκυπτε από τις σελίδες παιδικού βιβλίου.  Το 3D που επέλεξε σαν formαt απέδωσε τις φανταστικές εικόνες ολοζώντανες. Παρόμοιοι ήταν και οι χαρακτήρες του, ηθοποιοί με κινήσεις και εκφράσεις κινούμενων σχεδίων, καρικατούρες με τονισμένα τα ιδιαίτερά τους χαρακτηριστικά, αυτά που προσδιορίζουν τον χαρακτήρα τους.
Δεν υπάρχει χρονική περίοδος στην οποία εντάσσεται η ιστορία. Μπορεί το 50, όμως και σήμερα θα μπορούσε. Θα ισχυριζόμουν για την έγχρωμη δεκαετία του 50, αλλά όχι με απόλυτη βεβαιότητα. Εξάλλου δεν χρειάζεται, γιατί αυτό που αφηγήθηκε είναι διαχρονικό, ήταν τότε και είναι ακόμη σήμερα, ίσως και αύριο.
Υπάρχουν σχολείο, οικογένεια και ιδιαίτερης ικανότητας παιδιά που αντιμετωπίζονται παρομοίως.
Το σχολείο δεν είναι έτοιμο για το «διαφορετικό», η οικογένεια παραμένει δεμένη, αλλά ο καθένας στον κόσμο του, τα προβλήματα υπάρχουν, αλλά γενικά στρουθοκαμηλίζουμε, τα παιδιά είναι δικά μας αλλά όχι και η άμεση προτεραιότητά μας.
Αν μας φύγει το παιδί, αν εμφανισθεί ο κίνδυνος, τότε θα κινητοποιηθούμε. Η κοινωνία εξακολουθεί να εκπλήσσεται με το καινούριο, το ασυνήθιστο, θέλει θεάματα και περιμένει θαύματα από τους άλλους. Μαζί με τα media κατασκευάζουμε ψέμματα, ας τα πούμε παραμύθια, εν μέσω των οποίων υφιστάμεθα.
Γι αυτήν την όμορφη αφήγηση ο φωτογράφος, ο editor και οι ηθοποιοί έκαναν ότι μπορούσαν. Επίσης και οι μακιγιέρ και οι έχοντες την καλλιτεχνική επιμέλεια, αυτοί που δημιούργησαν τους ήρωες και το περιβάλλον της δράσης.
Ήταν ευφάνταστη η προσπάθεια του σκηνοθέτη. Πρέπει να δυσκολεύτηκε για να γίνει κατανοητό τι ήθελε να κάνει, να προβάλει.Φλέρταρε με άλλες ταινίες του είδους, πχ Hugo, αλλά τελικά έκανε τη δική του.
Θα ήθελα να την έβλεπαν γονείς και εκπαιδευτικοί. Επιπλέον του εκπαιδευτικού της χαρακτήρα είναι αρκετά απολαυστική.
Όλοι θα 'θελαν ένα T.S. για δικό τους παιδί, αλλά δεν βλέπουν ότι συχνά βρίσκεται ήδη δίπλα τους.
Εύγε στον μικρό πρωταγωνιστή, Kyle Catlett. Απόλυτα φυσικός κι αξιολάτρευτος ως T.S.

Σκηνοθέτης                         Jean-Pierre Jeunet
Σενάριο                              Jean-Pierre Jeunet, Guillaume Laurant

Βιβλίο και συγγραφέας του βιβλίου στο οποίο βασίσθηκε το σενάριο: The Selected Works of T.S.Spivet του Reif Larsen

Φωτογραφία                       Thomas Hardmerier
Editing                                Hervé. Schneidv
Μουσική                              Denis Sanacore
Καλλιτεχνική Διεύθυνση      Jean-Andre Carriere,  Paul Healy

Ηθοποιοί
Helena Bonham Carter        Dr. Clair ,μητέρα
Judy Davis                          G.H. Jibsen
Callum Keith Rennie.           Πατέρας
Kyle Catlett                        T.S. Spivet
Niamh Wilson.                     Gracie, αδελφή
Jakob Davies.                      Layton, δίδυμος αδελφός
Rick Mercer                         Roy
Dominique Pinon                 Two Clouds
Julian Richings                    Ricky
Richard Jutras                     Mr. Stenpock

20 Ιουλίου 2015

Απρόσμενος Έρωτας (Last Love) - 2013

Με τον Ελληνικό τίτλο Απρόσμενος Έρωτας η σκηνοθέτης Sandra Nettelbeck μας χάρισε ακόμη έναν υπέροχο Μichael Caine. Αν οι μελαγχολικές ταινίες δεν είναι η προτίμηση σου δεν θα την συνιστούσα.
Αν όμως, παρ' όλη την θλίψη τους, υπάρχουν και άλλα ελκυστικά θέματα τα οποία σ' ενδιαφέρουν η ταινία έχει αρκετά έως πολλά από αυτά.
Συναντούμε τον υπερήλικα Μichael Caine μετά τον θάνατό της γυναίκας του. 'Εχει προηγηθεί, όπως πληροφορούμεθα με την εξέλιξη του μύθου και τις επαναλαμβανόμενες φανταστικές συνομιλίες του πρωταγωνιστή με την απεβιώσασα, μία ιδανική, μακροχρόνια σχέση, ουσιαστική, αν κρίνουμε από την ποιότητα των διαλόγων.
Απελπισμένος, μόνος, σε μία όμορφη γειτονιά του Παρισιού (St Germain), σε ένα ακόμη πιο ελκυστικό διαμέρισμα, επιχειρεί να αυτοκτονήσει.
Υπάρχει μια οικογένεια κάπου, εννοώ τα παιδιά του, πληροφορία έμμεση, μέσω τηλεφωνημάτων. Θα εμφανιστούν κάποια στιγμή ένας γιός και μια κόρη.  
Ο ΜIchael Caine θα συναντήσει την Pauline (Clémence Poésy), μία τρυφερή, δροσερή, ανέμελη κοπέλα, δασκάλα χορού, και θα αναπτυχθεί μία σχέση ενδιαφέρουσα, ερμηνευόμενη διαφορετικά από τον καθένα, όταν την συναντά συμμετέχοντας, ή παρακολουθώντας την ταινία. Η σκηνοθέτης διευκρινίζει ότι δεν υπάρχει σεξουαλική έλξη. 
Θα ήθελα να είχα διαβάσει το βιβλίο, La Douceur Assassine (Η γλύκα σκοτώνει),
της  Francoise Dorner που αποτέλεσε την βάση του σεναρίου.
Το αναφέρω γιατί υπάρχουν σκέψεις, διάλογοι, που πραγματικά θαύμασα για την επισήμανσή τους. Καριέρα, γάμος, παιδιά, φθορά, χρόνος. Όλοι κοντά κι όλοι μακριά. Μοναξιά και ηλικία. Οι σχέσεις μας με τους γονείς μας. Τι θέλουμε να κρατήσουμε και τι να αρνηθούμε. 
Έρωτας και σεξ. Το άγγιξε χωρίς να γίνει έκδηλο. Κύλησε υπογείως.
Σου επέτρεπε να σκεφθείς, να ερμηνεύσεις, χωρίς απαραίτητα να τα εκφράσει άμεσα.
Θα μπορούσε να σχολιασθεί ότι αγγίζει πολλά θέματα χωρίς να τα προχωράει και κάπως επιφανειακά.
Διαφωνώ γιατί, όταν αντικρίζεις τον θάνατο, μάλλον όταν είναι πολύ κοντά σου, είτε με την απώλεια αγαπημένου, είτε ηλικιακά, λειτουργείς σπασμωδικά. Όλα περνούν μπροστά σου γρήγορα και χωρίς σειρά. Ενώ σκέφτεσαι παρελθόν, επιτακτικά παρουσιάζεται το αύριο. Λυπάσαι μετά πόνου, και ταυτόχρονα ένα ένστικτο, αυτό της επιβίωσης, σε ‘τραβολογάει’ στο μέλλον. Γίνεσαι εγωιστής και μέσα στη θλίψη σου κυνικός. Τώρα αν ήσουν κυνικός και πριν, ακόμη χειρότερα. Αρπάζεις και σε αρπάζει με δέλεαρ η ζωή.
Και μετά αυτομαστιγώνεσαι.
Ο κ Morgan ήθελε να επαναλάβει αυτό που έζησε, να φτιάξει δηλαδή ένα ‘μέλλον’, το αύριό του, και παράλληλα επέστρεφε αναπόφευκτα στο παρελθόν, το δικό του, για έγκριση και εξιλέωση, κυρίως για συνέχεια -τη συνέχειά του- φλερτάροντας διαρκώς με το ‘μη εφικτό’.
Τι θα συμβεί σε εκείνον και σε εμάς είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας, έλεγε η μάνα μου.
Αυτή η λέξη με πήρε αρκετά χρόνια, μάλλον πολλά, να την καταλάβω και να την αποδεχθώ.
Αποδέχεται αρκετά ο πρωταγωνιστής μας.
Η Sandra Nettelbeck δούλεψε προσεκτικά πλάνο-πλάνο την ιστορία. Οι ερμηνείες, όχι απλά εξαιρετικές, αλλά υπέροχες. Φυσικά και ο Michael Caine  ανεπανάληπτος, αλλά στάθηκε εξίσου καλά δίπλα του και η Clémence Poésy.     
Μικρός αλλά αξιοπρόσεκτος και ο ρόλος του γιού Miles (Justin Kirk).            
Η κ Nettelbeck ξέρει τι κάνει βέβαια. Είχε σαν συνεργάτη στην μουσική τον Hans Zimmer. Άψογο αποτέλεσμα, κλασσική ομορφιά στα φωτογραφικά πλάνα, όπως το παλιό καλό κρασί. Ποιότητα.
Καθόλου δεν με ενόχλησε αν ήταν Άγγλος o Caine και μιλούσε Γαλλικά με Αμερικανική προφορά. Εμείς του υπόλοιπου κόσμου, όπου Αγγλικά ή Γαλλικά δεν είναι μητρικές μας γλώσσες, δεν έχουμε τέτοιες ευαισθησίες. Μας καθήλωσαν βλέμμα, χροιά της φωνής, κινήσεις και οι αβίαστοι τρόποι του. 

Σκηνοθέτης              Sandra Nettelbeck
Σενάριο                   Sandra Nettelbeck 
Editing                    Christoph Strothjohann
Φωτογραφία          Michael Bertl
Μουσική                  Hans Zimmer

Ηθοποιοί
Michael Caine          Matthew Morgan
Clémence Poésy       Pauline Laubie
Justin Kirk               Miles Morgan
Jane Alexander       Joan Morgan
Gillian Anderson      Karen Morgan

7 Ιουλίου 2015

What happened, Miss Simone? (ντοκιμαντέρ) 2015

Μία από τις μεγάλες προσωπικότητες της παγκόσμιας μουσικής είναι αναμφισβήτητα η Νina Simone.
Το ντοκιμαντέρ της Liz Garbus «What happened Miss Simone?» μας παρουσιάζει με επιτυχία την αξεπέραστη δημιουργό και τραγουδίστρια.
Συνήθως, όταν επιχειρείς να παρουσιάσεις μία τόσο έντονη και πολύπλευρη προσωπικότητα, διακινδυνεύεις να αποτύχεις ή να ακυρώσεις την σπουδαιότητά της. Η Liz Garbus με το έργο της πέτυχε όμως να μας συναρπάσει.
Ένα δίωρο ντοκιμαντέρ γεμάτο μουσική και πληροφορία που μας καθήλωσε.
Χρησιμοποιώντας απρόβλητα και μη αρχεία μαγνητοσκοπήσεων συναυλιών, παλαιότερων συνεντεύξεων, νέων συνεντεύξεων των εν ζωή ακόμη φίλων, συγγενών και συνεργατών της, σκιαγράφησε στο ντοκιμαντέρ της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την προσωπικότητα της μεγάλης δημιουργού.
Κατασκεύασε αξιοθαύμαστη κινηματογραφική πλοκή, μόνο που εδώ ήταν αληθινή και τεκμηριωμένη. Δεν άφησε καμμία πλευρά της υπέροχης αυτής γυναίκας αφώτιστη.
Γνωρίσαμε την ταλαντούχα μουσικό και τραγουδίστρια, όπως και την αγωνιστική της πλευρά, που δεν είχε ποτέ προβληθεί σε τέτοιο βαθμό στο παρελθόν. Πλευρά που της στοίχισε για αρκετά χρόνια την καριέρα. Θα είχε πραγματικά οδηγηθεί στην αφάνεια και καταστροφή αν δεν είχε αληθινούς φίλους να τη στηρίξουν και να την επαναφέρουν στη σκηνή.
Το θέμα της ψυχικής της ασθένειας προσεγγίσθηκε με ιδιαίτερη λεπτότητα σε βαθμό που τελικά αναρωτιέσαι αν όντως ήταν γεγονός.
Η Νina Simone είναι από τις τραγουδίστριες που τη σκέψη και ψυχική της κατάσταση, όσο και το πάθος της τα έκανε στίχο και μουσική.
Δεν είχα συνειδητοποιήσει ποτέ στο παρελθον τι σήμαιναν ακριβώς πολλοί στίχοι των τραγουδιών της όταν τους σιγομουρμούριζα οδηγώντας, πίνοντας ή ρεμβάζοντας. Έτσι, στίχους της που λατρέψαμε παλιά, μάθαμε τελικά ποιες καταστάσεις προσωπικές ή κοινωνικές τους προκάλεσαν.
Αγνοούσα το πόνο και το θυμό της, το παράπονο και την αδικία που έζησε, τη ταπείνωση και τον εξευτελισμό που τέτοιους στίχους γέννησαν. Η ντίβα με το προκλητικό βάψιμο και τα φανταχτερά ρούχα είχε μία ψυχή εύθραυστη σαν πορσελάνη και το απειροελάχιστο χάραγμα της γεννούσε τον ήχο και στίχο που μας μαγεύει. Μια δύναμη που αληθινά σε ξεσηκώνει. Το αίμα γεννάει διαμάντια.
Εξαιρετική η δουλειά της Liz Garbus. Αν δεν γνώρισες ποτέ τη Νίνα θα τη λατρέψεις, αν τη γνώριζες και τη θαύμαζες, θα την αγαπήσεις ακόμη περισσότερο.
Το σχετικά δύσκολο του χαρακτήρα της, μπορει λίγο και δικό μας «πλεονέκτημα», φανερώθηκε στην κινηματογραφική αφήγηση διακριτικά, αλλά δεν «λάβωσε» την Νίνα όταν κοινοποιήθηκε μέσω της εικόνας και αφηγήσεως.
Αναρωτιέμαι αν στη δημιουργό του ντοκιμαντέρ ήταν ήδη γνωστές οι πτυχές της ζωής της Νίνας εκ των προτέρων, ή και στην ίδια αποκαλύφθηκαν κάνοντάς το.
Το βέβαιο είναι ότι τις δούλεψε εξαιρετικά και με πολύ προσοχή τις κέντησε.
Ακόμη κι όταν η Νίνα Σιμόνε καλούσε τους μαύρους να «σκοτώσουν λευκούς στον αγώνα τους κατά των φυλετικών διακρίσεων» σχεδόν της το «συγχωρούσες». Ήξερες καλά τι ήθελε να πει, το γιατί και ποιος πόνος την έφερε σ’ αυτό το σημείο. Τις διακρίσεις που την εξευτέλισαν, ζώντας στο Jim Crow, North Carolina, στην περιοχή των απάνθρωπων διακρίσεων, πόρτες που της έκλεισαν λόγω χρώματος, όπως εκείνη της Curtis Academy of Music.
Δεν μπορεί να σ’ αφήσει αδιάφορο και ασυγκίνητο η τόλμη αυτή της γυναίκας, αυτής που άρθρωσε το Mississippi Goddam όταν μαύροι άνδρες σιωπούσαν, σαν αντίδραση στο φόνο του Medgar Evers και το εμπρησμό της εκκλησίας του Birmingham, Alabama, όπου κάηκαν ζωντανά τέσσερα μαύρα κορίτσια.
Δεν μπορεί να σ’ αφήσει αδιάφορο η καλλιτέχνης που δημιούργησε και τραγούδησε το My baby Just Cares for Me. Το Nobody Knows You when You're Down and Out. Το Who knows where the time goes? Η τραγουδίστρια που ερμήνευσε το Ι loves You, Porgy, το Sinnerman και το I put a spell on you. 
Εκείνη που ζήτησε Don't Let Be Misunderstood. Μιας γυναίκας που ποτέ δεν ήταν μόνο λόγια. Ο λόγος της περνούσε απ’ τη καρδιά πριν γίνει στίχος και νότα.
Έφυγε να βρει τις ρίζες της, να ζήσει και η ίδια το ταξίδι του σκλάβου. Αυτή που από το κόσμο των φλας των παπαράτσι βρέθηκε στην σκόνη που πνίγει, στην αρχή που πονάει, που ματώνει, που σου ξεσκίζει τη σάρκα και ακυρώνει τα «θέλω», την σκέψη και το άδικο που σε λυγίζει.
Λύγισε, γονάτισε, αλλά η αγάπη, από εκείνες που δεν ζητούν αντάλλαγμα, όπως του κιθαρίστα συνάδελφου και πιστού της φίλου για 42 χρόνια, Al Schackman, την σήκωσε, της σκούπισε τα δάκρυα κι εκείνη ξαναείδε τον ήλιο, κι εμείς απολαύσαμε για λίγα ακόμη χρόνια το δημιουργικό της ταλέντο.
Σκεφτόμουν ότι εγώ την γνώρισα και την αγάπησα σχετικά πολύ αργά στη καριέρα της, από τον δίσκο Nina Simone in Concert. Όταν είχε πλέον αναστηθεί από τις δοκιμασίες που περνούσε.
Εύγε στην σκηνοθέτιδα, τους συντελεστές της ταινίας, την κόρη της Lisa Simone-Kelly και τους φίλους της.
Ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από μία φράση της άλλης αγαπημένης μου των δημιουργών, της ποιήτριας και συγγραφέως Μάγιας Αγγέλου: Nina Simone: High Priestess of Soul (by Maya Angelou - Redbook, November, 1970): “Miss Simone, you are idolized, even loved by millions now. What happened, Miss Simone?”

Είχα την ευκαιρία να το παρακολουθήσω μέσω του Netflix στη Γαλλία. Όπου το βρείτε, απλά αρπάξτε το.

Σκηνοθεσία       Liz Garbus
Φωτογραφία     Igor Martinovic
Editing             Joshua L.Pearson




Oh, Sinnerman, where you gonna run to?
Sinnerman, where you gonna run to?
Where you gonna run to?
All along dem day

Well I run to the rock, please hide me
I run to the Rock, please hide me
I run to the Rock, please hide me, Lord
All along dem day

But the rock cried out, I can't hide you
The Rock cried out, I can't hide you
The Rock cried out, I ain't gonna hide you guy
All along dem day

I said, "Rock, what's a matter with you, Rock?"
"Don't you see I need you, Rock?"
Lord, Lord, Lord
All along dem day

So I run to the river, it was bleedin'
I run to the sea, it was bleedin'
I run to the sea, it was bleedin'
Along dem day

So I run to the Lord, please hide me Lord
Don't you see me prayin'?
Don't you see me down here prayin'?

But the Lord said, "Go to the devil"
The Lord said, "Go to the devil"
He said, "Go to the devil"
All along dem day

I cried, power
(Power to da Lord)
Power
(Power to da Lord)
Power
(Power to da Lord)
....

2 Ιουλίου 2015

Miss Julie - (Δεσποινίς Τζούλια) 2014

Μερικές φορές νομίζεις ότι ο κόσμος είναι όπως τον βρήκες. Ξεχνάς τον δρόμο που διήνυσε η ανθρωπότητα και τα εμπόδια που ξεπέρασε. Τις κοινωνικές αλλαγές που συνέβησαν στη διάρκεια των αιώνων. Η ταινία της Liv Ullmann, βασισμένη πάνω στο θεατρικό έργο του August Strindberg, επανέφερε θέματα όπως των φύλων, των τάξεων και της ηθικής, τον τρόπο που αντιμετωπίζονται σημαντικά γεγονότα με χαρακτηριστικά των «νατουραλιστών». Ρεαλιστικό σενάριο, απλό το σκηνικό, μία κουζίνα εν προκειμένω, δυνατές συγκρούσεις με περιεχόμενο και χωρίς δευτερεύουσες πλοκές.
Σε ένα πύργο, στο Fermanagh της Ιρλανδίας, η κόρη ενός βαρώνου, Miss Julie (Jessica Chastain), αποφασίζει να αναγκάσει τον υπηρέτη του πατέρα της John (Colin Farrell), να συνουσιασθεί μαζί της, παρούσας ως κριτής των γεγονότων η μαγείρισσα και μνηστή του John, Kathleen (Samantha Morton). Παλεύει εκείνη με τα αισθήματα και την ηθική της, οι άλλοι δύο δε, εγκλωβισμένοι στην επιθυμία, με το παρελθόν τους, τα άλυτα της ζωής και τη προσωπικότητά τους.
Πάλη για την ζωή ο ένας (John), για τον θάνατο η άλλη (Julie).
Όλα συμβαίνουν σε μία πράξη, μια νύχτα, την νύχτα του θερινού ηλιοστασίου, την νύχτα που «όλα επιτρέπονται όταν είσαι λαός», που τον ακούμε και δεν βλέπουμε και κάπου μακριά ξεφαντώνει.
Σπουδαίο τελικά σαν έργο θεατρικό με τρεις ηθοποιούς και εξίσου πρωταγωνιστές. Η Liv Ullmann τους διάλεξε και τους τρεις και έστησε μία ταινία για την οποία μετέφρασε το βιβλίο και το έκανε σενάριο.
Δεν απέφυγε την θεατρικότητα του, αντίθετα την υπερτόνισε.
Δυνατές ερμηνείες, με την Julie να μας θυμίζει την ίδια τη σκηνοθέτιδα στο τότε ξεκίνημά της. Μία τέτοια ομοιότητα που δεν μπορείς εύκολα να αποφύγεις, ούτε και να μην κάνεις τους απαραίτητους συνειρμούς.
Αναζήτησή της προσωπική; Ίσως.
Πολύπλοκες οι  προσεγγίσεις αυτές με το «εγώ» μας, την καταγωγή μας, την κοινωνική μας θέση, την οικογένειά μας, τους υπαρκτούς ή μη γονείς μας, την θρησκεία, τον έρωτα, την επιθυμία, το πόθο, το ένστικτο, το θυμό.
Ο τρόπος που ορίζουμε το λάθος, τις συνέπειες, η σύγκρουση με την επικρατούσα ηθική και τους κανόνες της, η υπευθυνότητα, το κακό και το καλό μέσα μας.
Αυτά και πολλά άλλα μας είπαν τα λόγια, άλλα τόσα (και ίσως περιττά) μας είπαν τα cuts του μοντάζ και τα close ups. Σ’ αυτά και κυρίως στα close ups συνειδητοποιούσες ότι πρόκειται για ταινία.
Δύσκολη πάντως, απαιτούσε διαρκώς και επισταμένως την προσοχή σου αυτή η πρόσφατη απόδοση του έργου, ανεξάρτητα με το πόσες φορές είδαμε το αρχικό.
Είναι από μόνο του δυνατό, πρωτοπόρο, με πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες. Απέδειξε ότι μπορεί να παραμείνει ακόμη σύγχρονο 127 χρόνια μετά (γράφτηκε το 1888).
Δυσκολεύεσαι επίσης να αναγνωρίσεις και να κατανοήσεις την έννοια του αμαρτήματος.
Ζούμε σε μία εποχή που έχουμε, όπως έλεγε πρόσφατο άρθρο, απομακρυνθεί ως άτομα και κοινωνία από τον Χριστιανισμό και τις συμπεριφορές που μας επιβάλλει ή οικειοθελώς υπακούμε. 
Οφείλω να πω ότι, κάτω από το βάρος της πολλαπλότητας των θεμάτων που έπρεπε να διαχειρισθεί η σκηνοθέτης, υπήρξε μια σχετική ασάφεια στις προθέσεις και στις σκέψεις, κυρίως του John. Ήταν σαφέστερος ο προσανατολισμός και τα κίνητρα της Julie και ακόμη πιο ξεκάθαρα της Kathleen, χαρακτήρα που ζει και δρα με κανόνες και που γρήγορα κλείνει τα θέματα του «εγώ».
Δεν θα παρέλειπα να αναφέρω  την εξαιρετική φωτογραφία, αλλά θα παινέψω ιδιαίτερα την μουσική της ταινίας, που την διάλεξε η ίδια η Liv Ullmann. Παρότι οι περισσότεροι έχουμε μία εξοικείωση με τα κομμάτια του Schubert (Andante con moto) και του Bach, διατήρησαν άνετα την υποστηρικτική τους ιδιότητα και μας πρόσφεραν μια πρόσθετη ευχαρίστηση.
Βοήθησε βέβαια στην απόλαυση η θέαση στο θερινό μας κινηματογράφο. Σκεφτόμουν ότι θα μου ήταν ιδιαίτερα ασφυκτικό σε σκοτεινή χειμερινή αίθουσα, ή μόνη μου, μπροστά στη μικρή οθόνη.

Σκηνοθέτης                    Liv Ulmann
Σενάριο                         Liv Ulmann
Φωτογραφία                  Mikhail Krichman
Editing                          Michal Leszczylowski

Ηθοποιοί
Jessica Chastain             Miss Julie
Colin Farrell                  John
Samantha Morton           Kathleen   

24 Ιουνίου 2015

Θεϊκό Κόλπο (Svecenikova djeca - The Priest's Children) - 2013

Η Κινηματογραφική Λέσχη Αλεξανδρούπολης, η λέσχη μας, ξεκίνησε τις προβολές στο θερινό κινηματογράφο Φλοίσβο με μία έξυπνη ταινία από την κοντινή μας Κροατία.
Η ταινία είναι του Vinko Bresan.
Κάποιοι τον γνωρίζουν και τον αγάπησαν  από την ταινία του «How the War Started on My Island?» του 1996. 
Η ταινία προσεγγίζει ένα θέμα οικείο για μας στο Νότο της Ευρώπης. Το ρόλο της Εκκλησίας στην ζωή των ανθρώπων, στην καθημερινότητά τους.
Σε χώρες που η Θρησκεία δεν έχει καθοριστικό ρόλο θα ήταν δύσκολο να αντιληφθεί κανείς την σοβαρή πλευρά του θέματος. Το αναφέρω γιατί πολλές φορές χρειάσθηκε να αντιμετωπίσω αντιδράσεις έκπληξης για δικά μου αυτονόητα θέματα και λειτουργίες.
Με λίγα λόγια η υπόθεση έχει ως εξής:
Ο πατήρ Φαμπιάν αναλαμβάνει καθήκοντα σε ένα μικρό νησί των Δαλματικών ακτών που μαστίζεται από υπογεννητικότητα. Υπό την απειλή να μειωθεί το καθολικό ποίμνιο του, συλλαμβάνει ένα σατανικό σχέδιο. Με τη βοήθεια του περιπτερά του χωριού τρυπάνε όλα τα προφυλακτικά που είναι προς πώληση, ενώ στην πορεία συνεργάζεται και ο φαρμακοποιός του χωριού, ο οποίος αντικαθιστά τα αντισυλληπτικά χάπια με βιταμίνες. Σύντομα, μία σειρά από ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και άλλα γεγονότα θα προκαλέσουν το χάος και την ακύρωση κατά κάποιο τρόπο του θεϊκού κόλπου.
Εξαιρετικές ερμηνείες, έξυπνοι διάλογοι, φαντάζομαι ακόμη διασκεδαστικότεροι στα Κροατικά.
Με πολύ έξυπνο τρόπο ο σκηνοθέτης μας προχωρεί από μία κωμωδία, αβίαστου γέλιου, με απλότητα, σε τραγωδία.
Η ζωή εξάλλου τα έχει και τα δύο.
Η ταινία δεν καταγγέλλει, δεν καταδικάζει, δεν αφορά μόνο την Εκκλησία και τον ρόλο της.
Θα μπορούσε κανείς να μείνει στο τι συμβαίνει όταν  δίπλα μας κάποιοι υιοθετούν  τον ρόλο του ακέραιου, του άμεμπτου, όταν παίρνουν ως Θεοί την λύση επάνω τους, κόντρα στο ρεύμα και στην μάζα. Μάζα κοινωνική που, ναι μεν, διατηρεί την ιδιαιτερότητα της ατομικότητας, αλλά ταυτόχρονα έχει και καθολικότητα στις συμπεριφορές.
Δεν διακρίνει κανείς διαφορές, εύκολα θα πει, «εδώ είναι Βαλκάνια». Είτε το παραθαλάσσιο μέρος είναι στην Κροατία είτε στην Ελλάδα. Κοινωνίες που περιμένουν το καλοκαίρι για να ζήσουν, κοινωνίες που η προσποίηση και ο καθωσπρεπισμός καλύπτουν μία άλλη ζωή, κρυφή, ίσως όχι αποδεκτή λόγω της επικρατούσας ηθικής.
Κοινωνίες που οι εξέχουσες προσωπικότητες είναι  οι λεγόμενες αρχές κι αυτές όχι απαραίτητα ‘αγνές’.
Η ταινία κυλάει ομαλά με ανάλογο ρυθμό, επιλογή δε του σκηνοθέτη να τον κρατάει σταθερό διαφοροποιώντας την  προσέγγιση του θέματος. Όπως ανέφερα και πριν από το γελοίο αγγίζει σταδιακά το τραγικό. Πιστοί και κληρικοί σε μία παρωδία. Δήθεν πίστη και δήθεν αξιοπρέπεια, δήθεν ηθική. Όλοι πορευόμαστε παρομοίως μόνο που η εξομολόγηση για τον κλήρο, θεωρητικά, τα λύνει όλα. Μένει να αιωρούνται οι συνέπειες ως σπάθη επί των κεφαλών μας και της υποκρισίας μας.
Έτσι αφηγήθηκαν την ιστορία ο Vinko Bresan και ο συγγραφές του θεατρικού και συνεργάτης στο σενάριο Mate Matisic. Έτσι κατέθεσε την αμφισβήτηση του περί του άμεμπτου ρόλου της Εκκλησίας και την άφεση αμαρτιών.
Γελάς στην αρχή, κλαις στο τέλος. Όμως παρέα σου η ποιότητα.
Έχει όλα τα εχέγγυα μιας καλής ταινίας. Σενάριο, πλάνα, ηθοποιία, άποψη.
Δεν παραπαίει. Την δική του κατασταλαγμένη άποψη καταθέτει ο Vinko Bresan. Δεν περιμένει ούτε αφήνει την ταινία να την διαμορφώσει.

Σκηνοθέτης             Vinko Bresan
Σενάριο                   Vinko Bresan, Mate Matisic
Φωτογραφία           Mirko Pivcevic
Editing.                   Sandra Botica
Μουσική                  Mate Matisic

Ηθοποιοί
Krešimir Mikić          Πατήρ Fabijan
Nikša Butijer            Petar
Marija Škaričić         Marija
Dražen Kühn            Marin
Jadranka Đokić        Ana
Marinko Prga            Δάσκαλος Vinko

27 Μαΐου 2015

Βόλτα με τον Μολιέρο (Alceste à Bicyclette) - 2013

Στο απόγειο της υποκριτικής του καριέρας, ο Serge Tanneur (Fabrice Luchini), αποφασίζει να γυρίσει την πλάτη στον κόσμο του θεάματος. Ήταν όλα απογοητευτικά μέχρι λύπης. Eίχε φθαρεί σε ένα κόσμο υποκρισίας και προδοσίας, σε ένα κόσμο λαμπερό εξωτερικά αλλά σκοτεινό και εχθρικό εσωτερικά. O Serge αποσύρεται να ζήσει απομονωμένος σε ένα υποβαθμισμένο σπίτι στο νησί Île de Ré, στον Ατλαντικό Ωκεανό, κοντά στις Γαλλικές ακτές. 
Τρία χρόνια αργότερα, ο Gauthier Valence, (Lambert Wilson), ένας ηθοποιός πετυχημένος στην μικρή οθόνη, θα εμφανιστεί στο νησί. Σκοπός του να πείσει τον Serge να επιστρέψει στο θέατρο για να παίξει το ρόλο του Μισάνθρωπου στο ομώνυμο κλασσικό έργο του Μολιέρου. Ο Serge αρχικά αρνείται κατηγορηματικά και «ορκίζεται» πως δε θα ξαναγυρίσει ποτέ πια στο palcoscenico. Ο ηθοποιός όμως μέσα του προσπαθεί να τον κανει να αλλάξει γνώμη, συμβοηθούντος βέβαια και του Gauthier. Προτείνει λοιπόν στον Gauthier να προβάρουν την πρώτη σκηνή του έργου, τον διάλογο μεταξύ Alceste και  Philinte, η δε συμφωνία τους συμπεριλαμβάνει και την εναλλαγή των ρόλων. Η μαγεία του θεατρικού κειμένου, το πάθος και η γοητεία της ερμηνείας τους μαζί με διάφορα άλλα συμβάντα, ολοκληρώνουν την πρόβα και την ταινία για μας τους θεατές. Μετά από πέντε μέρες εκκρεμεί ακόμη η απάντηση, η δε έκβαση αφήνει αναπάντητα και ακάλυπτα ερωτηματικά. 
Είναι γεγονός πως με τον Μισάνθρωπο ο Μολιέρος, ο άνθρωπος που τοποθέτησε στο σύγχρονο κόσμο την Αριστοφανική θέση της κωμωδίας, έθεσε όπως και σε όλα του τα έργα του αναπάντητα ερωτηματικά, όπως: 
Είναι μία η αλήθεια; 
Ποιος είθισται να είναι ο αποδέκτης της; 
Επηρεάζεται από ποιους και ποιος ο ρόλος των εχόντων εξουσία, δύναμη και πλούτο;
Τι είναι ελάττωμα και πότε εκλαμβάνεται ως προτέρημα;
Είναι αναπόφευκτη η υποκρισία και ο φθόνος;
Είμαστε κριτές και κρινόμενοι; 
Η αξιοπρέπεια και ο αγώνας της εξασφάλισης της, πού μας οδηγεί;
Τη σύγχρονη και έμμεση μεταφορά του κλασσικού έργου στη μεγάλη οθόνη επιχείρησε ο σκηνοθέτης με ανάλαφρο τρόπο ομολογουμένως, κυρίως με εξαιρετικά καλές ερμηνείες, και σχεδόν κατάφερε να παραμείνει στις βασικές φιλοσοφικές δομές του. Εξάλλου και ο ίδιος ο Μολιέρος, γελώντας και διασκεδάζοντας, έθεσε την κριτική του για την κοινωνία της εποχής του.
Είναι επίσης γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ο Γαλλικός κινηματογράφος επιχειρεί με απλά σενάρια, καλή σκηνοθεσία και καλές ερμηνείες να θίξει σύγχρονες κοινωνικές πτυχές χωρίς να κουράσει τον θεατή. Έχει διάφορους υποστηρικτές αλλά και αυστηρούς κριτές, ενίοτε πολέμιους του εγχειρήματος.
Αν η σκηνοθεσία, όπως στην εν λόγω ταινία, η ερμηνεία των ρόλων και το σενάριο είναι προσεγμένα, τότε το αναμενόμενο τέλος, η υπάρχουσα εξοικείωση με το θέμα και η ταύτιση των θεατών με τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών δεν το ακυρώνουν εύκολα ως δημιούργημα.
Την ταινία θα την πρότεινα για ένα ακόμη λόγο. Για τον διάλογο ανάμεσα σε δύο φίλους, συναδέλφους, επικοινωνία που σχεδόν έχουμε ξεχάσει, τουλάχιστον εδώ γύρω όπου ζω. Ευτυχώς παρακολούθησα την ταινία σε DVD κι έτσι μπόρεσα να επαναλάβω τις στιχομυθίες τους και τις ξανάκουσα όσο ήθελα, είτε ανήκαν στο έργο του Μολιέρου, είτε στο σενάριο της ταινίας.
Ναι, υπήρχε μια διάχυτη πικρή μελαγχολία, αναπόφευκτη ακόμη και στις κωμωδίες του Μολιέρου. Η εποχή που ζούμε χαρακτηρίζεται γενικά από μια τέτοια πικρία. Πως να μπορούσε ο σκηνοθέτης να την προσπεράσει; Οι γνωρίζοντες την ιστορία του θεάτρου θα επιβεβαιώσουν ότι έτσι ήταν και ο Μολιέρος και τα έργα της εποχής του. Μία ανάλαφρη ιστορία, που όμως μέσα από το γέλιο αναδεικνύει και σατιρίζει γεγονότα και συμπεριφορές ή χαρακτήρες.
Χαλαρή, αλλά όχι αδιάφορη, όντως ευρηματική.
Η αφορμή της ταινίας ενισχύει την δημιουργικότητα και ικανότητα του σκηνοθέτη και σεναριογράφου, Philippe Le Guay:
«Η ταινία γεννήθηκε κατά ένα περίεργο τρόπο. Ετοίμαζα την ταινία «Οι Γυναίκες Του Τελευταίου Ορόφου» και προσπαθούσα να συμφωνήσω να παίξει ο Fabrice Luchini τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Fabrice είναι γενικά πολύ αφηρημένος και μπορεί να ξεχάσει το σενάριο οπουδήποτε. Έφτασα στο Île de Ré για να του δώσω ένα αντίγραφο του ρόλου. Με το που τον συνάντησα άρχισε να μου απαγγέλλει ατάκες από το έργο του Μολιέρου, υποδυόταν και τους δύο ρόλους – του Alceste και του Philinte – με φοβερή άνεση. Ήξερε σχεδόν όλο το έργο απ’ έξω. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς ήταν που «είδα» την ταινία και μου ήρθε η ιδέα του τίτλου « Alceste à Bicyclette». Η ιστορία ενός μοναχικού ηθοποιού σ’ αυτό το νησί.»

Σκηνοθέτης               Philippe Le Guay
Σενάριο.                   Philippe Le Guay συνεργάστηκε Emmanuel Carrėre
Φωτογραφία            Jean-Caude Larrieu
Editing                     Monica Coleman
Μουσική                   Lorge Arriagata

Ηθοποιοί
Fabrice Luchini         Serge Tanneur
Lambert Wilson        Gauthier Valence
Maya Sansa               Francesca

23 Μαΐου 2015

Whiplash - 2014

Η περσινή χρονιά μας χάρισε ένα κινηματογραφικό διαμαντάκι με τρία Oscars, ήχου, editing και δεύτερου ανδρικού ρόλου, με τον J.K.Simmons, ο οποίος σάρωσε και σε άλλα «σπουδαία» βραβεία (Golden Globe Award, BAFTA Award for Best Supporting Actor).
Η ταινία του Damien Chazelle θεατρική, συναρπαστική, δυναμική, τολμηρή. Τόλμησε και κατέρριψε την αθώα διάκριση, κατέθεσε την σκληρή διαδικασία ανάδειξης μουσικού ταλέντου.
Δεν αρκούν οι περίφημες 10 χιλιάδες ώρες εξάσκησης (Outliers - Malcolm Gladwell), δεν αρκεί μόνο το ταλέντο. Θέλει κάποιον-κάποια να το θέσει σκοπό της ζωής του-της, κάποιον-κάποια που να μην υποκύπτει σε συναισθηματισμούς και αδυναμίες, για να βρεθείς εσύ, ο καλλιτέχνης, στην κορυφή, να περάσεις στην αιωνιότητα.
Καταθέτεις την ψυχή σου, μάλλον σου την κλέβει αυτός-αυτή που θα θελήσει να σε πλάσει και να σε μετατρέψει σε ένα νέο Charlie Parker της Jazz. Βεβαίως και δεν αφορά αυτή η διαδικασία μόνο την Jazz*. Το σίγουρο είναι ότι στην άκρως ανταγωνιστική κοινωνία του σήμερα, για να φθάσεις στην κορυφή, χρειάζεσαι θυσίες που ενίοτε γίνονται καταστροφικές.
O Terence Fletcher (J.K.Simmons) είναι διευθυντής του μουσικού σχήματος Jazz στο Shaffer Conservatory, το περίφημο μουσικό Σχολείο της Νέας Υόρκης. (Θα πρέπει να αναφέρω ότι η επιλογή του J.K.Simmons στο ρόλο του δάσκαλου μουσικής ήταν πρόταση της Helen Eastbrook, μιας των παραγωγών της ταινίας.) Ο Andrew Neiman (Miles Teller), σπουδαστής της Jazz, στα τύμπανα, ταλαντούχος, φέρελπις.
Το πάθος του Fletcher για τελειότητα, για άψογη εκτέλεση, για την λεπτομέρεια που κάνει την διαφορά, για μουσική ανατροπή, για την ανάδειξη νέων μουσικών μέσα από την δεξαμενή των ταλέντων που φοιτούν στο εν λόγω σχολείο, δημιούργησαν ένα «τέρας», όπως χαρακτηρίστηκε, ανελέητο με τους μαθητές του, ασυγκίνητα σκληρού στις απαιτήσεις του απέναντί τους, απαιτήσεις που οδηγούν και σε αυτοκτονία.
Κυριολεκτικά ματώνουν οι υποψήφιοι  για την επιτυχία.
Τον γνωρίζουμε μέσα από την σχέση του με έναν από τους μαθητές του, έναν προικισμένο και παθιασμένο drummer. Επιβεβαιώνεται αυτό που είδαμε και επίσης ακούσαμε μέσω του διαλόγου για τις σχέσεις του με άλλους μουσικούς σε προηγούμενες συνεργασίες του.
Μέχρι που μπορεί να φθάσει η πίεση ενός δάσκαλου; Που σταματάει η απαίτηση; Υπάρχει ηθικό δίλημμα για τον βαθμό πίεσης;
Το αποτέλεσμα, το μουσικό κομμάτι που ακούμε όταν τελειώνει μία ημέρα και που μας ταξιδεύει μακριά σε χρόνο και τόπο, αυτό που απολαμβάνουμε σε ένα δημόσιο χώρο διασκέδασης, σε μία συναυλία και βιώνουμε την ευχαρίστηση της μοναδικότητας του, δεν ξεκίνησε για πάρτη μας ανώδυνα. Πόση προσπάθεια απαίτησε από τον καλλιτέχνη; Πόση τρυφερότητα και προσωπικές στιγμές του θυσιάστηκαν, ποιο «εγώ» του έγινε κομμάτια;
Είναι μεγάλα τα ερωτηματικά που ο σκηνοθέτης σεναριογράφος αριστοτεχνικά πρόβαλε.
Εξαιρετικές οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, δεν θεωρώ ότι υπήρχε δεύτερος ρόλος. Τα βλέμματα των μουσικών, τα ασύγκριτα editing cuts, ο τέλειος ήχος, οι εκτελέσεις, όλα μαζί συνέβαλαν στο άρτιο αποτέλεσμα.
Οι μουσικοί που συμμετείχαν στο έργο ήταν βέβαια επαγγελματίες, τουλάχιστον οι περισσότεροι, παρ’ όλα αυτά, εξαιτίας της σκηνοθεσίας και του editing, ενσωματώθηκαν τέλεια και συμμετείχαν άψογα στο δράμα.
Αναρωτήθηκα πόσοι και ποιοι αυτοί που συνέβαλλαν ώσπου η κίνηση ενός χεριού, μιας μπαγκέτας, ενός κεφαλιού, έφθασαν σε μένα τον θεατή με αυτή την αναμφισβήτητη ενέργεια και αρτιότητα και με καθήλωσαν.
Θέμα, ήχος, συντονισμός, κίνηση, όλα σε μια τέλεια αρμονία.
Με συνόδεψε για χρόνο αρκετό η απολυτότητα του Fletcher, η σκληρότητα του σαν μαστίγωμα, εξ ου και ο τίτλος της ταινίας. Επίσης, το μουσικό κομμάτι που προβάρεται και θα οδηγήσει στην ανάδειξη είναι το «Whiplash» του Hank Levy. Με συνόδεψε για πολύ χρόνο ο ήχος του. Με την ερώτηση, ποια όρια επιτρέπεται να διαβεί κάποιος που θέλει το καλό μου, την ανάδειξη μου;
Με συνόδεψε η εναρμόνιση και αυτοκυριαρχία του. 
Η σχέση «δάσκαλος - μαθητής», μήπως ήταν σχέση «θύτης - θύμα»; Ή «εξουσιαστής - εξουσιαζόμενος;» Ο τελικός σκοπός, πόσα να επιτρέπει; 

Ο σκηνοθέτης (λέγεται ότι) εμπνεύστηκε το σενάριο από την φοίτηση του σε ένα παρόμοιο μουσικό σχολείο και συγκεκριμένα από έναν δάσκαλο.

106 λεπτά, δικά σας.

* Ένα μέρος του κόσμου της Jazz, μετά την προβολή της ταινίας, εσωτερικεύοντας το πρόβλημα, θεώρησε ότι θίγεται και αδικείται. Wickman, Forrest (October 11, 2014). «What Whiplash gets wrong about genius, work, and the Charlie Parker myth».

Σκηνοθέτης            Damien Chazelle
Σενάριο                  Damien Chazelle
Φωτογραφία          Sharone Meir
Μουσική                 Justin Hurwitz
Editing                   Tom Cross

Ηθοποιοί
Miles Teller            Andrew Neiman.
J. K. Simmons        Terence Fletcher
Paul Reiser            Jim Neiman, (πατέρας του Andrew)

8 Μαΐου 2015

Diplomacy (Diplomatie) - Η Νύχτα πριν Πέσει το Παρίσι - 2014

Αν σας αρέσει το Παρίσι, αν πιστεύετε ότι είναι κυρίαρχο κομμάτι του σύγχρονου πολιτισμού, αν σας αρέσουν ταινίες που μοιάζουν με θεατρικά έργα, έχετε τότε κάνει μία σωστή επιλογή με την ταινία Diplomacy του Volker Schlöndorff.
Η ταινία βασίζεται σε θεατρικό έργο του Cyril Gély ο οποίος είναι και ο ένας εκ των δύο σεναριογράφων.
Είναι Αύγουστος του 1944. Τη βραδιά πριν οι σύμμαχοι μπουν στο Παρίσι, ο Στρατηγός υπεύθυνος της Γερμανικής κατοχής του έλαβε εντολή από τον Χίτλερ να το καταστρέψει, και είναι πραγματικά αποφασισμένος να το κάνει. Σαν «καλός» στρατιώτης, απέδειξε ήδη στην Σεβαστούπολη πόσο σκληρός και πειθαρχημένος Ναζί στην γενοκτονία Εβραίων ήταν, και εξαιτίας αυτής της σκληρότητάς του στάλθηκε τελικά στο Παρίσι για την καταστροφή του.
Στο γραφείο του εμφανίζεται ο Σουηδός Γενικός Πρόξενος, Raoul Nordling, λάτρης του Παρισιού και της τέχνης, και οι δυο τους ξεκινούν ένα διάλογο, ενώ εμείς παρακολουθούμε και αγωνιούμε, διπλωματικό από μια πλευρά, στρατιωτικό από την άλλη, ένα λεκτικό σκάκι προκειμένου να σωθεί ή να καταστραφεί η Πόλη του Φωτός.
Ιστορικά βέβαια δεν υπήρξε ποτέ μια τέτοια συνάντηση. Ήταν κυρίως ο Σουηδός Πρέσβης εκείνος που συνάντησε συχνά τον Στρατηγό για διάφορους αιχμαλώτους και μία ενδεχόμενη συνθήκη, αλλά ποτέ ο Γενικός Πρόξενος.
Ο χώρος στρατηγείου, το ξενοδοχείο Meurice της  Rue de Rivoli, γνωστός επίσης ως χώρος συνεύρεσης και διασκέδασης του Ναπολέοντα.
Έπιπλα Λουδοβίκου ενώ μέσα από την μπαλκονόπορτα απλώνονταν ένα Παρίσι στο χάραγμα της ημέρας, κάνοντας την διαπραγμάτευση δυσκολότερη και την ένταση και συγκίνηση των θεατών λόγω της ομορφιάς του τοπίου μεγάλη. Διακυβεύεται η καταστροφή ενός μοναδικού, από άποψη ομορφιάς, πολιτισμού, ένας μοναδικός κρίκος στην ιστορία της ανθρωπότητας, της τέχνης. Θα σωθεί τελικά;
Οι διάλογοι και τα επιχειρήματα φανταστικά αλλά όχι μακριά της ιστορικής αλήθειας.
Η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ, ούτε ο Volker Schlöndorff ιστορικός.
Εστιάζει ο σκηνοθέτης στην δύναμη της πειθούς και καταθέτει ένα δυνητικό «εάν» σε περίπτωση που δεν πετύχαινε αυτό που τελικά η ιστορία κατέγραψε.
Σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες, η εποχή. Δίνει ο σκηνοθέτης την δική του ερμηνεία στον Von Choltitz.
Το ότι κατόρθωσε ο συγκεκριμένος χαρακτήρας/ρόλος από εγκληματίας Ναζί να περάσει σχεδόν σαν ήρωας στην ιστορία νομίζω ότι, όχι απλώς φάνηκε, αλλά υπογραμμίσθηκε με το παραπάνω. Ως έξυπνος και ικανός στρατηγός μπόρεσε να εκτιμήσει την κατάσταση απόλυτα και να δράσει ανάλογα. Απλά διάλεξε το «ανάλογα» αυτή την φορά να είναι υπέρ του Παρισιού κι όχι υπέρ του Χίτλερ.
Η επιλογή του Niels Arestrup, ως General Dietrich von Choltitz, εξαιρετική. Εμφανίστηκε σκληρός μεν αλλά όχι απροσπέλαστος. Ζύγιαζε την κάθε λέξη και φράση που ο Nordling κατέθετε.
Επίσης φρόντισε ο σκηνοθέτης να μην προσωποποιήσει το ρόλο του διπλωμάτη χωρίς παράλληλα να τον αδικήσει. Παρουσιάστηκε ως μέρος μιας ευρύτερης (και πραγματικά, έτσι έγινε ιστορικά) οργάνωσης της αντίστασης και των συμμάχων.               
Περιττεύει η επισήμανση ότι οι ερμηνείες τους ήταν απλά εξαιρετικές. Πως θα μπορούσε εξάλλου να κρατηθεί ένα δίωρο έργο με δύο μόνο πρωταγωνιστές μέσα σε ένα κλειστό χώρο;
Και όμως το κατάφερε.

(Έχουν προηγηθεί τουλάχιστον δύο ταινίες απ’ ό,τι γνωρίζω με τον τίτλο: Is Paris Burning? Η πρώτη το 1955 και η δεύτερη έντεκα χρόνια αργότερα, το 1966. Είδα τη δεύτερη ταινία Is Paris Burning? του René Clément (1966) με τον Orson Welles στο ρόλο του διπλωμάτη.)

Σκηνοθέτης                    Volker Schlöndorff
Σενάριο                         Cyril Gely Volker Schlöndorff
Βασισμένο στο θεατρικό εργο Diplomatie του Cyril Gely
Φωτογραφια                  Michel Amathieu
Editing                          Virginie Bruant
Μουσική                        Jörg Lemberg
Διανομή Ρόλω.                Okinawa Valérie Guerard

Ηθοποιοί
André Dussollier              Raoul Nordling
Niels Arestrup                General von Choltitz
Burghart Klaußner           Hauptmann Werner Ebernach
Robert Stadlober             Bressensdorf