24 Ιουνίου 2015

Θεϊκό Κόλπο (Svecenikova djeca - The Priest's Children) - 2013

Η Κινηματογραφική Λέσχη Αλεξανδρούπολης, η λέσχη μας, ξεκίνησε τις προβολές στο θερινό κινηματογράφο Φλοίσβο με μία έξυπνη ταινία από την κοντινή μας Κροατία.
Η ταινία είναι του Vinko Bresan.
Κάποιοι τον γνωρίζουν και τον αγάπησαν  από την ταινία του «How the War Started on My Island?» του 1996. 
Η ταινία προσεγγίζει ένα θέμα οικείο για μας στο Νότο της Ευρώπης. Το ρόλο της Εκκλησίας στην ζωή των ανθρώπων, στην καθημερινότητά τους.
Σε χώρες που η Θρησκεία δεν έχει καθοριστικό ρόλο θα ήταν δύσκολο να αντιληφθεί κανείς την σοβαρή πλευρά του θέματος. Το αναφέρω γιατί πολλές φορές χρειάσθηκε να αντιμετωπίσω αντιδράσεις έκπληξης για δικά μου αυτονόητα θέματα και λειτουργίες.
Με λίγα λόγια η υπόθεση έχει ως εξής:
Ο πατήρ Φαμπιάν αναλαμβάνει καθήκοντα σε ένα μικρό νησί των Δαλματικών ακτών που μαστίζεται από υπογεννητικότητα. Υπό την απειλή να μειωθεί το καθολικό ποίμνιο του, συλλαμβάνει ένα σατανικό σχέδιο. Με τη βοήθεια του περιπτερά του χωριού τρυπάνε όλα τα προφυλακτικά που είναι προς πώληση, ενώ στην πορεία συνεργάζεται και ο φαρμακοποιός του χωριού, ο οποίος αντικαθιστά τα αντισυλληπτικά χάπια με βιταμίνες. Σύντομα, μία σειρά από ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και άλλα γεγονότα θα προκαλέσουν το χάος και την ακύρωση κατά κάποιο τρόπο του θεϊκού κόλπου.
Εξαιρετικές ερμηνείες, έξυπνοι διάλογοι, φαντάζομαι ακόμη διασκεδαστικότεροι στα Κροατικά.
Με πολύ έξυπνο τρόπο ο σκηνοθέτης μας προχωρεί από μία κωμωδία, αβίαστου γέλιου, με απλότητα, σε τραγωδία.
Η ζωή εξάλλου τα έχει και τα δύο.
Η ταινία δεν καταγγέλλει, δεν καταδικάζει, δεν αφορά μόνο την Εκκλησία και τον ρόλο της.
Θα μπορούσε κανείς να μείνει στο τι συμβαίνει όταν  δίπλα μας κάποιοι υιοθετούν  τον ρόλο του ακέραιου, του άμεμπτου, όταν παίρνουν ως Θεοί την λύση επάνω τους, κόντρα στο ρεύμα και στην μάζα. Μάζα κοινωνική που, ναι μεν, διατηρεί την ιδιαιτερότητα της ατομικότητας, αλλά ταυτόχρονα έχει και καθολικότητα στις συμπεριφορές.
Δεν διακρίνει κανείς διαφορές, εύκολα θα πει, «εδώ είναι Βαλκάνια». Είτε το παραθαλάσσιο μέρος είναι στην Κροατία είτε στην Ελλάδα. Κοινωνίες που περιμένουν το καλοκαίρι για να ζήσουν, κοινωνίες που η προσποίηση και ο καθωσπρεπισμός καλύπτουν μία άλλη ζωή, κρυφή, ίσως όχι αποδεκτή λόγω της επικρατούσας ηθικής.
Κοινωνίες που οι εξέχουσες προσωπικότητες είναι  οι λεγόμενες αρχές κι αυτές όχι απαραίτητα ‘αγνές’.
Η ταινία κυλάει ομαλά με ανάλογο ρυθμό, επιλογή δε του σκηνοθέτη να τον κρατάει σταθερό διαφοροποιώντας την  προσέγγιση του θέματος. Όπως ανέφερα και πριν από το γελοίο αγγίζει σταδιακά το τραγικό. Πιστοί και κληρικοί σε μία παρωδία. Δήθεν πίστη και δήθεν αξιοπρέπεια, δήθεν ηθική. Όλοι πορευόμαστε παρομοίως μόνο που η εξομολόγηση για τον κλήρο, θεωρητικά, τα λύνει όλα. Μένει να αιωρούνται οι συνέπειες ως σπάθη επί των κεφαλών μας και της υποκρισίας μας.
Έτσι αφηγήθηκαν την ιστορία ο Vinko Bresan και ο συγγραφές του θεατρικού και συνεργάτης στο σενάριο Mate Matisic. Έτσι κατέθεσε την αμφισβήτηση του περί του άμεμπτου ρόλου της Εκκλησίας και την άφεση αμαρτιών.
Γελάς στην αρχή, κλαις στο τέλος. Όμως παρέα σου η ποιότητα.
Έχει όλα τα εχέγγυα μιας καλής ταινίας. Σενάριο, πλάνα, ηθοποιία, άποψη.
Δεν παραπαίει. Την δική του κατασταλαγμένη άποψη καταθέτει ο Vinko Bresan. Δεν περιμένει ούτε αφήνει την ταινία να την διαμορφώσει.

Σκηνοθέτης             Vinko Bresan
Σενάριο                   Vinko Bresan, Mate Matisic
Φωτογραφία           Mirko Pivcevic
Editing.                   Sandra Botica
Μουσική                  Mate Matisic

Ηθοποιοί
Krešimir Mikić          Πατήρ Fabijan
Nikša Butijer            Petar
Marija Škaričić         Marija
Dražen Kühn            Marin
Jadranka Đokić        Ana
Marinko Prga            Δάσκαλος Vinko

27 Μαΐου 2015

Βόλτα με τον Μολιέρο (Alceste à Bicyclette) - 2013

Στο απόγειο της υποκριτικής του καριέρας, ο Serge Tanneur (Fabrice Luchini), αποφασίζει να γυρίσει την πλάτη στον κόσμο του θεάματος. Ήταν όλα απογοητευτικά μέχρι λύπης. Eίχε φθαρεί σε ένα κόσμο υποκρισίας και προδοσίας, σε ένα κόσμο λαμπερό εξωτερικά αλλά σκοτεινό και εχθρικό εσωτερικά. O Serge αποσύρεται να ζήσει απομονωμένος σε ένα υποβαθμισμένο σπίτι στο νησί Île de Ré, στον Ατλαντικό Ωκεανό, κοντά στις Γαλλικές ακτές. 
Τρία χρόνια αργότερα, ο Gauthier Valence, (Lambert Wilson), ένας ηθοποιός πετυχημένος στην μικρή οθόνη, θα εμφανιστεί στο νησί. Σκοπός του να πείσει τον Serge να επιστρέψει στο θέατρο για να παίξει το ρόλο του Μισάνθρωπου στο ομώνυμο κλασσικό έργο του Μολιέρου. Ο Serge αρχικά αρνείται κατηγορηματικά και «ορκίζεται» πως δε θα ξαναγυρίσει ποτέ πια στο palcoscenico. Ο ηθοποιός όμως μέσα του προσπαθεί να τον κανει να αλλάξει γνώμη, συμβοηθούντος βέβαια και του Gauthier. Προτείνει λοιπόν στον Gauthier να προβάρουν την πρώτη σκηνή του έργου, τον διάλογο μεταξύ Alceste και  Philinte, η δε συμφωνία τους συμπεριλαμβάνει και την εναλλαγή των ρόλων. Η μαγεία του θεατρικού κειμένου, το πάθος και η γοητεία της ερμηνείας τους μαζί με διάφορα άλλα συμβάντα, ολοκληρώνουν την πρόβα και την ταινία για μας τους θεατές. Μετά από πέντε μέρες εκκρεμεί ακόμη η απάντηση, η δε έκβαση αφήνει αναπάντητα και ακάλυπτα ερωτηματικά. 
Είναι γεγονός πως με τον Μισάνθρωπο ο Μολιέρος, ο άνθρωπος που τοποθέτησε στο σύγχρονο κόσμο την Αριστοφανική θέση της κωμωδίας, έθεσε όπως και σε όλα του τα έργα του αναπάντητα ερωτηματικά, όπως: 
Είναι μία η αλήθεια; 
Ποιος είθισται να είναι ο αποδέκτης της; 
Επηρεάζεται από ποιους και ποιος ο ρόλος των εχόντων εξουσία, δύναμη και πλούτο;
Τι είναι ελάττωμα και πότε εκλαμβάνεται ως προτέρημα;
Είναι αναπόφευκτη η υποκρισία και ο φθόνος;
Είμαστε κριτές και κρινόμενοι; 
Η αξιοπρέπεια και ο αγώνας της εξασφάλισης της, πού μας οδηγεί;
Τη σύγχρονη και έμμεση μεταφορά του κλασσικού έργου στη μεγάλη οθόνη επιχείρησε ο σκηνοθέτης με ανάλαφρο τρόπο ομολογουμένως, κυρίως με εξαιρετικά καλές ερμηνείες, και σχεδόν κατάφερε να παραμείνει στις βασικές φιλοσοφικές δομές του. Εξάλλου και ο ίδιος ο Μολιέρος, γελώντας και διασκεδάζοντας, έθεσε την κριτική του για την κοινωνία της εποχής του.
Είναι επίσης γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια ο Γαλλικός κινηματογράφος επιχειρεί με απλά σενάρια, καλή σκηνοθεσία και καλές ερμηνείες να θίξει σύγχρονες κοινωνικές πτυχές χωρίς να κουράσει τον θεατή. Έχει διάφορους υποστηρικτές αλλά και αυστηρούς κριτές, ενίοτε πολέμιους του εγχειρήματος.
Αν η σκηνοθεσία, όπως στην εν λόγω ταινία, η ερμηνεία των ρόλων και το σενάριο είναι προσεγμένα, τότε το αναμενόμενο τέλος, η υπάρχουσα εξοικείωση με το θέμα και η ταύτιση των θεατών με τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών δεν το ακυρώνουν εύκολα ως δημιούργημα.
Την ταινία θα την πρότεινα για ένα ακόμη λόγο. Για τον διάλογο ανάμεσα σε δύο φίλους, συναδέλφους, επικοινωνία που σχεδόν έχουμε ξεχάσει, τουλάχιστον εδώ γύρω όπου ζω. Ευτυχώς παρακολούθησα την ταινία σε DVD κι έτσι μπόρεσα να επαναλάβω τις στιχομυθίες τους και τις ξανάκουσα όσο ήθελα, είτε ανήκαν στο έργο του Μολιέρου, είτε στο σενάριο της ταινίας.
Ναι, υπήρχε μια διάχυτη πικρή μελαγχολία, αναπόφευκτη ακόμη και στις κωμωδίες του Μολιέρου. Η εποχή που ζούμε χαρακτηρίζεται γενικά από μια τέτοια πικρία. Πως να μπορούσε ο σκηνοθέτης να την προσπεράσει; Οι γνωρίζοντες την ιστορία του θεάτρου θα επιβεβαιώσουν ότι έτσι ήταν και ο Μολιέρος και τα έργα της εποχής του. Μία ανάλαφρη ιστορία, που όμως μέσα από το γέλιο αναδεικνύει και σατιρίζει γεγονότα και συμπεριφορές ή χαρακτήρες.
Χαλαρή, αλλά όχι αδιάφορη, όντως ευρηματική.
Η αφορμή της ταινίας ενισχύει την δημιουργικότητα και ικανότητα του σκηνοθέτη και σεναριογράφου, Philippe Le Guay:
«Η ταινία γεννήθηκε κατά ένα περίεργο τρόπο. Ετοίμαζα την ταινία «Οι Γυναίκες Του Τελευταίου Ορόφου» και προσπαθούσα να συμφωνήσω να παίξει ο Fabrice Luchini τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Fabrice είναι γενικά πολύ αφηρημένος και μπορεί να ξεχάσει το σενάριο οπουδήποτε. Έφτασα στο Île de Ré για να του δώσω ένα αντίγραφο του ρόλου. Με το που τον συνάντησα άρχισε να μου απαγγέλλει ατάκες από το έργο του Μολιέρου, υποδυόταν και τους δύο ρόλους – του Alceste και του Philinte – με φοβερή άνεση. Ήξερε σχεδόν όλο το έργο απ’ έξω. Εκείνη τη στιγμή ακριβώς ήταν που «είδα» την ταινία και μου ήρθε η ιδέα του τίτλου « Alceste à Bicyclette». Η ιστορία ενός μοναχικού ηθοποιού σ’ αυτό το νησί.»

Σκηνοθέτης               Philippe Le Guay
Σενάριο.                   Philippe Le Guay συνεργάστηκε Emmanuel Carrėre
Φωτογραφία            Jean-Caude Larrieu
Editing                     Monica Coleman
Μουσική                   Lorge Arriagata

Ηθοποιοί
Fabrice Luchini         Serge Tanneur
Lambert Wilson        Gauthier Valence
Maya Sansa               Francesca

23 Μαΐου 2015

Whiplash - 2014

Η περσινή χρονιά μας χάρισε ένα κινηματογραφικό διαμαντάκι με τρία Oscars, ήχου, editing και δεύτερου ανδρικού ρόλου, με τον J.K.Simmons, ο οποίος σάρωσε και σε άλλα «σπουδαία» βραβεία (Golden Globe Award, BAFTA Award for Best Supporting Actor).
Η ταινία του Damien Chazelle θεατρική, συναρπαστική, δυναμική, τολμηρή. Τόλμησε και κατέρριψε την αθώα διάκριση, κατέθεσε την σκληρή διαδικασία ανάδειξης μουσικού ταλέντου.
Δεν αρκούν οι περίφημες 10 χιλιάδες ώρες εξάσκησης (Outliers - Malcolm Gladwell), δεν αρκεί μόνο το ταλέντο. Θέλει κάποιον-κάποια να το θέσει σκοπό της ζωής του-της, κάποιον-κάποια που να μην υποκύπτει σε συναισθηματισμούς και αδυναμίες, για να βρεθείς εσύ, ο καλλιτέχνης, στην κορυφή, να περάσεις στην αιωνιότητα.
Καταθέτεις την ψυχή σου, μάλλον σου την κλέβει αυτός-αυτή που θα θελήσει να σε πλάσει και να σε μετατρέψει σε ένα νέο Charlie Parker της Jazz. Βεβαίως και δεν αφορά αυτή η διαδικασία μόνο την Jazz*. Το σίγουρο είναι ότι στην άκρως ανταγωνιστική κοινωνία του σήμερα, για να φθάσεις στην κορυφή, χρειάζεσαι θυσίες που ενίοτε γίνονται καταστροφικές.
O Terence Fletcher (J.K.Simmons) είναι διευθυντής του μουσικού σχήματος Jazz στο Shaffer Conservatory, το περίφημο μουσικό Σχολείο της Νέας Υόρκης. (Θα πρέπει να αναφέρω ότι η επιλογή του J.K.Simmons στο ρόλο του δάσκαλου μουσικής ήταν πρόταση της Helen Eastbrook, μιας των παραγωγών της ταινίας.) Ο Andrew Neiman (Miles Teller), σπουδαστής της Jazz, στα τύμπανα, ταλαντούχος, φέρελπις.
Το πάθος του Fletcher για τελειότητα, για άψογη εκτέλεση, για την λεπτομέρεια που κάνει την διαφορά, για μουσική ανατροπή, για την ανάδειξη νέων μουσικών μέσα από την δεξαμενή των ταλέντων που φοιτούν στο εν λόγω σχολείο, δημιούργησαν ένα «τέρας», όπως χαρακτηρίστηκε, ανελέητο με τους μαθητές του, ασυγκίνητα σκληρού στις απαιτήσεις του απέναντί τους, απαιτήσεις που οδηγούν και σε αυτοκτονία.
Κυριολεκτικά ματώνουν οι υποψήφιοι  για την επιτυχία.
Τον γνωρίζουμε μέσα από την σχέση του με έναν από τους μαθητές του, έναν προικισμένο και παθιασμένο drummer. Επιβεβαιώνεται αυτό που είδαμε και επίσης ακούσαμε μέσω του διαλόγου για τις σχέσεις του με άλλους μουσικούς σε προηγούμενες συνεργασίες του.
Μέχρι που μπορεί να φθάσει η πίεση ενός δάσκαλου; Που σταματάει η απαίτηση; Υπάρχει ηθικό δίλημμα για τον βαθμό πίεσης;
Το αποτέλεσμα, το μουσικό κομμάτι που ακούμε όταν τελειώνει μία ημέρα και που μας ταξιδεύει μακριά σε χρόνο και τόπο, αυτό που απολαμβάνουμε σε ένα δημόσιο χώρο διασκέδασης, σε μία συναυλία και βιώνουμε την ευχαρίστηση της μοναδικότητας του, δεν ξεκίνησε για πάρτη μας ανώδυνα. Πόση προσπάθεια απαίτησε από τον καλλιτέχνη; Πόση τρυφερότητα και προσωπικές στιγμές του θυσιάστηκαν, ποιο «εγώ» του έγινε κομμάτια;
Είναι μεγάλα τα ερωτηματικά που ο σκηνοθέτης σεναριογράφος αριστοτεχνικά πρόβαλε.
Εξαιρετικές οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, δεν θεωρώ ότι υπήρχε δεύτερος ρόλος. Τα βλέμματα των μουσικών, τα ασύγκριτα editing cuts, ο τέλειος ήχος, οι εκτελέσεις, όλα μαζί συνέβαλαν στο άρτιο αποτέλεσμα.
Οι μουσικοί που συμμετείχαν στο έργο ήταν βέβαια επαγγελματίες, τουλάχιστον οι περισσότεροι, παρ’ όλα αυτά, εξαιτίας της σκηνοθεσίας και του editing, ενσωματώθηκαν τέλεια και συμμετείχαν άψογα στο δράμα.
Αναρωτήθηκα πόσοι και ποιοι αυτοί που συνέβαλλαν ώσπου η κίνηση ενός χεριού, μιας μπαγκέτας, ενός κεφαλιού, έφθασαν σε μένα τον θεατή με αυτή την αναμφισβήτητη ενέργεια και αρτιότητα και με καθήλωσαν.
Θέμα, ήχος, συντονισμός, κίνηση, όλα σε μια τέλεια αρμονία.
Με συνόδεψε για χρόνο αρκετό η απολυτότητα του Fletcher, η σκληρότητα του σαν μαστίγωμα, εξ ου και ο τίτλος της ταινίας. Επίσης, το μουσικό κομμάτι που προβάρεται και θα οδηγήσει στην ανάδειξη είναι το «Whiplash» του Hank Levy. Με συνόδεψε για πολύ χρόνο ο ήχος του. Με την ερώτηση, ποια όρια επιτρέπεται να διαβεί κάποιος που θέλει το καλό μου, την ανάδειξη μου;
Με συνόδεψε η εναρμόνιση και αυτοκυριαρχία του. 
Η σχέση «δάσκαλος - μαθητής», μήπως ήταν σχέση «θύτης - θύμα»; Ή «εξουσιαστής - εξουσιαζόμενος;» Ο τελικός σκοπός, πόσα να επιτρέπει; 

Ο σκηνοθέτης (λέγεται ότι) εμπνεύστηκε το σενάριο από την φοίτηση του σε ένα παρόμοιο μουσικό σχολείο και συγκεκριμένα από έναν δάσκαλο.

106 λεπτά, δικά σας.

* Ένα μέρος του κόσμου της Jazz, μετά την προβολή της ταινίας, εσωτερικεύοντας το πρόβλημα, θεώρησε ότι θίγεται και αδικείται. Wickman, Forrest (October 11, 2014). «What Whiplash gets wrong about genius, work, and the Charlie Parker myth».

Σκηνοθέτης            Damien Chazelle
Σενάριο                  Damien Chazelle
Φωτογραφία          Sharone Meir
Μουσική                 Justin Hurwitz
Editing                   Tom Cross

Ηθοποιοί
Miles Teller            Andrew Neiman.
J. K. Simmons        Terence Fletcher
Paul Reiser            Jim Neiman, (πατέρας του Andrew)

8 Μαΐου 2015

Diplomacy (Diplomatie) - Η Νύχτα πριν Πέσει το Παρίσι - 2014

Αν σας αρέσει το Παρίσι, αν πιστεύετε ότι είναι κυρίαρχο κομμάτι του σύγχρονου πολιτισμού, αν σας αρέσουν ταινίες που μοιάζουν με θεατρικά έργα, έχετε τότε κάνει μία σωστή επιλογή με την ταινία Diplomacy του Volker Schlöndorff.
Η ταινία βασίζεται σε θεατρικό έργο του Cyril Gély ο οποίος είναι και ο ένας εκ των δύο σεναριογράφων.
Είναι Αύγουστος του 1944. Τη βραδιά πριν οι σύμμαχοι μπουν στο Παρίσι, ο Στρατηγός υπεύθυνος της Γερμανικής κατοχής του έλαβε εντολή από τον Χίτλερ να το καταστρέψει, και είναι πραγματικά αποφασισμένος να το κάνει. Σαν «καλός» στρατιώτης, απέδειξε ήδη στην Σεβαστούπολη πόσο σκληρός και πειθαρχημένος Ναζί στην γενοκτονία Εβραίων ήταν, και εξαιτίας αυτής της σκληρότητάς του στάλθηκε τελικά στο Παρίσι για την καταστροφή του.
Στο γραφείο του εμφανίζεται ο Σουηδός Γενικός Πρόξενος, Raoul Nordling, λάτρης του Παρισιού και της τέχνης, και οι δυο τους ξεκινούν ένα διάλογο, ενώ εμείς παρακολουθούμε και αγωνιούμε, διπλωματικό από μια πλευρά, στρατιωτικό από την άλλη, ένα λεκτικό σκάκι προκειμένου να σωθεί ή να καταστραφεί η Πόλη του Φωτός.
Ιστορικά βέβαια δεν υπήρξε ποτέ μια τέτοια συνάντηση. Ήταν κυρίως ο Σουηδός Πρέσβης εκείνος που συνάντησε συχνά τον Στρατηγό για διάφορους αιχμαλώτους και μία ενδεχόμενη συνθήκη, αλλά ποτέ ο Γενικός Πρόξενος.
Ο χώρος στρατηγείου, το ξενοδοχείο Meurice της  Rue de Rivoli, γνωστός επίσης ως χώρος συνεύρεσης και διασκέδασης του Ναπολέοντα.
Έπιπλα Λουδοβίκου ενώ μέσα από την μπαλκονόπορτα απλώνονταν ένα Παρίσι στο χάραγμα της ημέρας, κάνοντας την διαπραγμάτευση δυσκολότερη και την ένταση και συγκίνηση των θεατών λόγω της ομορφιάς του τοπίου μεγάλη. Διακυβεύεται η καταστροφή ενός μοναδικού, από άποψη ομορφιάς, πολιτισμού, ένας μοναδικός κρίκος στην ιστορία της ανθρωπότητας, της τέχνης. Θα σωθεί τελικά;
Οι διάλογοι και τα επιχειρήματα φανταστικά αλλά όχι μακριά της ιστορικής αλήθειας.
Η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ, ούτε ο Volker Schlöndorff ιστορικός.
Εστιάζει ο σκηνοθέτης στην δύναμη της πειθούς και καταθέτει ένα δυνητικό «εάν» σε περίπτωση που δεν πετύχαινε αυτό που τελικά η ιστορία κατέγραψε.
Σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες, η εποχή. Δίνει ο σκηνοθέτης την δική του ερμηνεία στον Von Choltitz.
Το ότι κατόρθωσε ο συγκεκριμένος χαρακτήρας/ρόλος από εγκληματίας Ναζί να περάσει σχεδόν σαν ήρωας στην ιστορία νομίζω ότι, όχι απλώς φάνηκε, αλλά υπογραμμίσθηκε με το παραπάνω. Ως έξυπνος και ικανός στρατηγός μπόρεσε να εκτιμήσει την κατάσταση απόλυτα και να δράσει ανάλογα. Απλά διάλεξε το «ανάλογα» αυτή την φορά να είναι υπέρ του Παρισιού κι όχι υπέρ του Χίτλερ.
Η επιλογή του Niels Arestrup, ως General Dietrich von Choltitz, εξαιρετική. Εμφανίστηκε σκληρός μεν αλλά όχι απροσπέλαστος. Ζύγιαζε την κάθε λέξη και φράση που ο Nordling κατέθετε.
Επίσης φρόντισε ο σκηνοθέτης να μην προσωποποιήσει το ρόλο του διπλωμάτη χωρίς παράλληλα να τον αδικήσει. Παρουσιάστηκε ως μέρος μιας ευρύτερης (και πραγματικά, έτσι έγινε ιστορικά) οργάνωσης της αντίστασης και των συμμάχων.               
Περιττεύει η επισήμανση ότι οι ερμηνείες τους ήταν απλά εξαιρετικές. Πως θα μπορούσε εξάλλου να κρατηθεί ένα δίωρο έργο με δύο μόνο πρωταγωνιστές μέσα σε ένα κλειστό χώρο;
Και όμως το κατάφερε.

(Έχουν προηγηθεί τουλάχιστον δύο ταινίες απ’ ό,τι γνωρίζω με τον τίτλο: Is Paris Burning? Η πρώτη το 1955 και η δεύτερη έντεκα χρόνια αργότερα, το 1966. Είδα τη δεύτερη ταινία Is Paris Burning? του René Clément (1966) με τον Orson Welles στο ρόλο του διπλωμάτη.)

Σκηνοθέτης                    Volker Schlöndorff
Σενάριο                         Cyril Gely Volker Schlöndorff
Βασισμένο στο θεατρικό εργο Diplomatie του Cyril Gely
Φωτογραφια                  Michel Amathieu
Editing                          Virginie Bruant
Μουσική                        Jörg Lemberg
Διανομή Ρόλω.                Okinawa Valérie Guerard

Ηθοποιοί
André Dussollier              Raoul Nordling
Niels Arestrup                General von Choltitz
Burghart Klaußner           Hauptmann Werner Ebernach
Robert Stadlober             Bressensdorf

30 Απριλίου 2015

Birdman: Or (The Unexpected Virtue of Ignorance) - 2014

Ο πρώην ήρωας κινηματογράφου Riggan Thomson (Michael Keaton) έχει ξεκινήσει μια φιλόδοξη παραγωγή στο Broadway, το έργο «What We Talk About When We Talk About Love» του Raymond Carver, που ελπίζει ότι θα δώσει νέα πνοή στην στάσιμη προς το παρόν σταδιοδρομία του. Είναι επικίνδυνο, αλλά ελπίζει ότι το δημιουργικό στοίχημά του θα αποδείξει ότι είναι πραγματικός καλλιτέχνης και όχι μόνο ένας ξοφλημένος σταρ του σινεμά. Καθώς πλησιάζει το άνοιγμα της αυλαίας, ένας συμπρωταγωνιστής τραυματίζεται, αναγκάζοντας τον Riggan να προσλάβει έναν άλλο ηθοποιό (Edward Norton) που θα είναι και η εγγύηση για την επιτυχία. Εν τω μεταξύ, ο Riggan πρέπει να ασχοληθεί επίσης με την ερωμένη του, την κόρη του και την πρώην σύζυγό του.
Με αυτήν την μικρή παράγραφο τοποθετείται κανείς στη τελευταία ταινία του Gonzalez Iñárritu.
Mε μεγάλη μαεστρία σκηνοθέτης, φωτογράφος και editor αποδίδουν την διαρκή προσωπική σύγκρουση του Riggan με τον εαυτό του, την εικόνα του και τον άλλο του εαυτό, τον Birdman, τους διάφορους άλλους, και την εποχή που αλλάζει.
Ένας άνθρωπος μη διαδικτυακά συνδεδεμένος, μακριά από media και δίκτυα, προσπαθεί να βρει τον εαυτό του, από εκεί που ξεκίνησε, εκεί που βρέθηκε και εκεί που θα βρεθεί.
Η ερμηνεία του συναρπαστική, όπως και όλων των συμπρωταγωνιστών του.
Ένα σενάριο που υπάρχει, οδηγεί, καθορίζει. Δεν θα παραλείψω να αναφερθώ στη μουσική.
Τύμπανα που από μόνα τους μιλούν, εκφράζουν φόβο, ένταση, όνειρο, σύγκρουση.
Πολλές φορές δε υποκαθιστούν τον διάλογο.
Αυτός και αυτοί στη σκηνή… εμείς από κάτω, έξω απ’ αυτήν, όλοι δίνουμε μάχη για το τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Φθάνουμε όλοι μαζί στην υπέρβαση, την τελευταία ατάκα της ταινίας.
Τα είκοσι πρώτα λεπτά της ταινίας προβληματίζουν, όχι βεβαίως σαν αστοχία των δημιουργών, αλλά περισσότερο ως προς το χαρακτηρισμό «κωμωδία» που της απέδωσαν τα μέσα. Είχαν παραλείψει οι περισσότεροι τον χαρακτηρισμό «μαύρη» βέβαια.
Προετοιμάσθηκε λοιπόν ο θεατής για μια κωμωδία και δεν παρέμεινε... έφυγε, δεν εισήλθε στον χώρο του σαρκασμού, αυτοσαρκασμού καλύτερα, θα έλεγα.
Είναι μία από τις ενστάσεις μου για τους χαρακτηρισμούς και κατηγοριοποιήσεις των ταινιών.
Αναμφισβήτητα όμως, ακόμη και ο πιο απληροφόρητος θεατής θα καταλάβει ότι πρόκειται για δουλειά ποιότητας.
Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι η ταινία γυρίστηκε μία κι έξω (single shot), επιθυμία και εμμονή του σκηνοθέτη, δήλωσε ότι στη ζωή δεν υπάρχουν «ξαναγυρίσματα» ούτε επαναλήψεις, πόσο μάλλον editing. Στο «decision to make the film appear as a single shot came from the realization that we live our lives with no editing» βρίσκεις ακόμη ένα λόγο να αναφωνήσεις με θαυμασμό.
Υπήρχαν αντιρρήσεις για το πως και την επιτυχία, από πολλούς συνεργάτες.
Διαψεύσθηκαν οι φόβοι και επιβεβαιώθηκε ο Iñárritu. Βασική προϋπόθεση το καλοδουλεμένο σενάριο. Γράφτηκε από τέσσερις, πήρε αρκετό χρόνο. Οι σεναριογράφοι ζούσαν σε διαφορετικά μέρη, επικοινωνούσαν και δούλευαν μέσω μιας άλλης εικονικής πραγματικότητας, που όλοι ζούμε σήμερα, Facetime και Skype. «The project began nonetheless With González Iñárritu in Los Angeles, Giacobone and Bo in Buenos Aires, and Dinelaris in New York. The script was mainly written through Skype calls and emails.»
Η ταινία έχει πολλές αναγνώσεις.
Αν ένας ηθοποιός παλεύει με τον εαυτό του, σαν σταρ και celeb από μια πλευρά, και τον καλλιτέχνη που ποτέ δεν εξέφρασε από την άλλη, αυτό που πουλάει, και το άλλο, το δύσκολο, το μη εύπεπτο, αυτό που προβληματίζει. Εμείς, εσύ κι εγώ παλεύουμε με την «αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» και την βαρύτητα του «ταυτόχρονα», ακροβάτες στην λεπτή γραμμή των ορίων του «υπάρχω, είμαι, υφίσταμαι».
Οι εσωτερικοί διάλογοí μας μοιάζουν μάλιστα, χωρίς να είμαστε απαραίτητα θύματα του star system.
Ο καθρέπτης είναι εκεί και επιμένει να υπενθυμίζει που ταυτίστηκες με την εικόνα σου και που έκανες διακοπή. Που απαρνήθηκες την μάσκα.
Γύρω μας, όπως και στον Riggan, άλλοι με αγάπη, άλλοι με ανοχή, ωφελιμισμό και ανταγωνισμό πορεύονται μαζί αλλά και εναντίον μας.
Μία εξαιρετική ταινία, που αβίαστα την τοποθέτησα σ' αυτές τις μεγάλες λίστες με τα «πρέπει» του «να ακούσεις, να δεις και να έχεις».

Σκηνοθέτης                          Alejandro González Iñárritu
Σενάριο                                Alejandro González Iñárritu, Nicolás Giacobone, 
                                           Alexander Dinelaris, Armando Bo
Φωτογράφος                        Emmanuel Lubezki
Μουσική                               Antonio Sanchez
Editing                                 Douglas Crise Stephen Mirrione
Διανομή ρόλων                     Francine Maisler
Θεατρικό έργο:                    What We Talk When We Talk About Love του Raymond Carver

Ηθοποιοί
Michael Keaton                     Riggan Thomson γνωστός από τον ρόλο του ως  Birdman
Edward Norton                      Mike Shiner
Emma Stone                         Samantha Thomson, κόρη του Riggan
Naomi Watts                         Lesley Truman 
Zach Galifianakis                  Jake, δικηγόρος και φίλος του  Riggan
Andrea Riseborough              Laura Aulburn, ερωμένη του  Riggan
Amy Ryan                             Sylvia Thomson, πρώην σύζυγος του Riggan, 
                                            μητέρα της Samantha
Lindsay Duncan                     Tabitha Dickinson, σαν κορυφαία κριτικός θεάτρου

23 Απριλίου 2015

Tο Μαύρο Ψωμί (Pa Negre) - 2010

Είναι λίγες οι φορές που ταινία με δύσκολο θέμα, χωρίς ευχάριστη εξέλιξη, να κερδίζει τον άμεσο και αβίαστο θαυμασμό σου.
Τα δάκρυα μου ακόμη κυλούσαν όταν αναφώνησα, «Εύγε!».
Ατμοσφαιρική; Ναι.
Σκοτεινή; Ναι.
Δεικτική; Επίσης.
Λυρική; Ασυζητητί!
Βία; Αρκετή…
Καταγγελτική; Με διακριτικότητα, αλλά ναι.
Με σταθερή ροή; Σίγουρα.
Μια ταινία που αγγίζει την τελειότητα. Της άξιζε το Όσκαρ ξενόγλωσσης, που δεν έλαβε το 2011. Συμπτωματικά είδα τυχαία την βραβευμένη In a Better World της Susanne Bier την ίδια μέρα. Δυστυχώς για την πολύ καλή σκηνοθέτιδα, η ταινία της υπολειπόταν και των δικών της παλαιότερων ταινιών αλλά και κυρίως της Ισπανικής εκπροσώπησης.
Στην Ισπανία λίγο μετά την λήξη του εμφυλίου, δεκαετία του 30, με την χώρα διχασμένη σε νικητές και ηττημένους, σε ένα ορεινό, απομονωμένο χωριό, με άθλιες συνθήκες διαβίωσης, φτώχεια, εκμετάλλευση από μία οικογένεια, τους Manubens, αφεντικά στο βίο τους, στον κόπο τους, στη γη, στα ζώα, στην εξέλιξή τους, στη ζωή τους. Οι πλούσιοι αφεντάδες, οι αρχές και η Εκκλησία πειθήνιο όργανο και στυλοβάτης των αφεντικών και συμφερόντων τους.
Οι «κόκκινοι» υπό κατατρεγμό για ιδεολογικούς και όχι μόνο λόγους. Ίσως είναι το άλλοθι της δίωξης τους.
Σε αυτόν τον κοινωνικά ασφυκτικό κλοιό δεν έχουν θέση οι άρρωστοι, φθισικοί, οι διαφορετικοί ομοφυλόφιλοι, μένουν απροστάτευτα τα ορφανά και ικανοποιούν την σεξουαλική πείνα  των ισχυρών οι φτωχές, άπορες γυναίκες, οι έχουσες ανάγκη.
Σ’ αυτό το περιβάλλον εξελίσσεται η ταινία, διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του μικρού πρωταγωνιστή, του Andreu. Παρακολουθούμε την οικογένεια του, την άμεση και ευρύτερη, στην δύσκολη έως δυσβάσταχτη ζωή τους.
Ο Andreu στο κυνήγι αναζήτησης της αλήθειας, των ορίων ανάμεσα σε ψέμα και αλήθεια ωριμάζει. Όχι χωρίς τίμημα. Αυτές τις πληγές της ψυχής του παρακολουθούμε κι εμείς  από πίσω του ή μέσα του, ενώ αυτός αγωνιά να ξεκαθαρίσει διάφορα φονικά, να βεβαιωθεί για την αθωότητα ή όχι του πατέρα του. Ματώνει για να πάρει απάντηση στο τι είναι ψέμα. Προκειμένου να μην πληγωθεί ένα παιδί οργιάζει η υποκρισία ενηλίκων. Ένα παιδί που προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα δάκρυα της μάνας και του πατέρα του, που ανακαλύπτει την αποκρουστική πλευρά του επιβαλλόμενου έρωτα. Ένα παιδί υπό τον τρόμο των φαντασμάτων, φαντασμάτων κατασκευασμένων για την εξασφάλιση της καθεστηκυίας τάξης. Ενοχλεί και είναι πικρή η διαπίστωση ότι μπορεί να είναι συγκάλυψη εγκληματικών πράξεων η ιδεολογία.
Είναι αφόρητα επίπονη η διαπίστωση σε τι οδηγείται  ο άνθρωπος όταν είναι εξαρτημένος, ηττημένος, εξαθλιωμένος από την φτώχεια, ανελεύθερος.
Εξαιρετικοί ηθοποιοί. Αψεγάδιαστη υποκριτική ικανότητα από όλους. Καλά ζυγιασμένες σκηνές.
Θεαματικό και απίστευτα οδυνηρό το άνοιγμα της ταινίας σφραγίζει με την βία του, όλη η  βαναυσότητα των συνθηκών του τόπου και της χρονικής στιγμής του δράματος, συνοδεύει τον θεατή μέχρι το τέλος, υπενθυμίζοντας την σκληρότητα και βιαιότητα της εποχής. Ο θεατής έχει καθηλωθεί από το σκηνοθέτη, τον Agusti Villaronga. Τον κρατάει μέχρι τέλους  η άνευ όρων, αρχικά, παράδοσή του στο πρώτο κεφάλαιο.
Πολλοί χαρακτήρες πολλές φορές στριμώχνονται. Όμως απαραίτητοι για την απόδοση μιας κοινωνίας που ασφυκτιά.
Δεν έχω εμπειρία της εποχής στην Ισπανία. Η μικρή κοινωνία του Νότου της Ευρώπης είναι γνωστή μια και οι συνθήκες που την διαμορφώνουν είναι ίδιες. Λιγοστοί πόροι, φτώχεια, συγκέντρωση του πλούτου σε λίγους, μια πολιτεία ανύπαρκτη που υπηρετεί τα συμφέροντα συγκεκριμένων, μια καθόλου αθώα και αμέτοχη Εκκλησία. Χώρες όμως που δεν τις έβαψε εμφύλιος, δεν τις έβαψε αίμα μαχόμενων αδελφών, ίσως δεν βίωσαν, ούτε βιώνουν με τον ίδιο τρόπο την τότε πραγματικότητα και την σημερινή εικονική μεταφορά της.
Ο σκηνοθέτης με δεξιοτεχνία και με υψηλών προδιαγραφών αισθητική φωτογραφία, editing, μουσική, διαλόγους, φως, προσεγμένα σκηνικά, λιτότητα σε κινήσεις κυρίως με αξιοθαύμαστο βοηθό το φως, αφηγήθηκε ένα θέμα με περιεχόμενο που αφορά πολλούς και με θέση ορατή, αλλά όχι επιβαλλόμενη.
Ξαναείδα τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής του Andreu. Αξίζει να το βιώσετε κι εσείς.

Σκηνοθέτης                   Agusti Villaronga
Σενάριο.                       Agusti  Villaronga
Βιβλίο Συγγραφέας        Pa Negre του Emili Teixidor
Φωτογραφία                 Antonio Riestra
Editing                         Raul Roman
Μουσική                       Jose Manuel Pagan

Ηθοποιοί
Αndreu                          Francesc.  Colomer
Nuria                             Marina Comas
Florencia                       Nora Navas
Farriol                           Roger Casamajor
Ció                                Luisa Castell
Avia                              Elisa Crehuet

13 Απριλίου 2015

Interstellar - 2014

Οφείλω να παραδεχτώ ότι η ταινία είναι ευφάνταστη. Σενάριο, σκηνοθεσία, σκηνικά σε αφήνουν άφωνη.
Όταν είσαι μικρή/ός και έρχεσαι αντιμέτωπη/ος με «σπουδαία» πράγματα που παρουσιάζουν ή πραγματοποιούν άλλοι, νομίζεις ότι, όταν θα μεγαλώσεις, θα είσαι σε θέση να τα πραγματώσεις κι εσύ.
Ο προβληματισμός προκύπτει όταν βρίσκεσαι συνομήλικος με τους δημιουργούς και θαυμάζεις την δουλειά τους.
Ο Alain de Botton, στο διάσημο πλέον βιβλίο του «Status Anxiety», λέει ότι έτσι αρχίζει η ζήλια. Η αιτία είναι ότι ζηλεύουμε μόνο εκείνους με τους οποίους νιώθουμε όμοιοι, φθονούμε μόνο τα μέλη της ομάδας αναφοράς… 
Δεν ζήλεψα όμως, και είπα: «Μπράβο τους, πως τα σκέφθηκαν, και πως τα παρουσιάζουν!» κι εγώ να πηγαίνω μπρος-πίσω με το τηλεχειριστήριο για να επαναλάβω τους διαλόγους μήπως και καταλάβω κάτι για την «βαρύτητα», την σχέση της με τον «χρόνο», και άλλα παρόμοια…
Ο λόγος, όπως ο τίλος προετοιμάζει, για την ταινία Ιnterstellar.
Η ανθρωπότητα διέρχεται την μετά τον λοιμό εποχή, την μετά των αποστολών στο διάστημα, την μετά των πολεμικών επιχειρήσεων άρα και αντίστοιχων εξοπλισμών εποχή.
Οι επιστήμονες αμφισβητούνται, οι έξυπνοι αγρότες χρειάζονται. Η ιστορία ξαναγράφεται.
Παραδεκτή και στα σχολικά βιβλία η έννοια της προπαγάνδας.
Αναλλοίωτη και αδιαμφισβήτητη η αγάπη. Η κινητήριος δύναμη για να τολμήσεις, να αψηφήσεις τον φόβο, να ακυρώσεις τις αναστολές.
Η ταινία έχει ως πλαίσιο της τα προαναφερθέντα.
Η σκόνη, αποτέλεσμα ίσως ανομβρίας, σκεπάζει τα πάντα και τα σπαρτά, με ορατό κίνδυνο την καταστροφή της σοδειάς. Οι άνθρωποι απελπισμένοι έχουν χάσει την ελπίδα και δεν πιστεύουν στο αύριο, ως καλύτερο του σήμερα.
Η οικογένεια του πρωταγωνιστή, μία εκ των πολλών, με μορφωμένο, ικανό, αρχηγό, πρώην πιλότο της ΝΑΣΑ. Συμβιώνει με τον πατέρα της πεθαμένης γυναίκας του και τα δυο παιδιά του, ένα γιο και μία ιδιαίτερα προικισμένη με μυαλό κόρη. Τόσο που αρχικά εμφανίζεται ότι έχει μεταφυσικές επικοινωνιακές ικανότητες.
Η ιστορία θα πάρει μία νέα τροπή με αφορμή ένα υπερφυσικό μήνυμά της.
Κάπου μια ομάδα επιχειρεί, όχι να σώσει την υπάρχουσα ζωή στην γη, αλλά να σωθεί η ζωή του ανθρώπινου είδους σε άλλο πλανήτη.
Ξεκινά η ιστορία μας, με επάνω-κάτω, αμείωτο ενδιαφέρον και αγωνία.
Φρόντισαν οι σεναριογράφοι, ο σκηνοθέτης, ο φωτογράφος, η ομάδα των σκηνικών, των οπτικών εφέ, και κυρίως ο editor του φιλμ, να δημιουργήσουν δυόμισι ώρες συμμετοχής σε μία ταινία επιστημονικής φαντασίας. Φρόντισαν να πιστεύεις ότι ζεις μια αλήθεια. 
Δεν ευχαριστήθηκα τελικά με την ηθοποιία των πρωταγωνιστών. Έμοιαζαν αταίριαστοι στον ρόλο τους, ίσως και η επιλογή τους να έφταιγε. Η μεν Anne Hathaway έμοιαζε σαν παιδάκι και καθόλου σαν αφοσιωμένη επιστήμονας, ο δε Matthew McConaughey περισσότερο με redneck cowboy έμοιαζε. Τα δε δάκρυά του δεν με συγκίνησαν. Εξαίρεση η Jessica Chastain και Mackenzie Foy ως Murph στις αντίστοιχες ηλικίες. Ούτε καν ο Μat Damon έπεισε στην σύντομη παρουσία του.
Καλός πάντα βέβαια ο Μichael Caine ως γηραιός επιστήμονας.
Αξιοσημείωτη η ευρηματικότητα και η φαντασία της ομάδας των τεχνικών, είναι τόσοι πολλοί που δεν αναφέρονται, υπό την καθοδήγηση του σκηνοθέτη. Εξαιρετική η μουσική του Hans Zimmer, δεν μπορούσε να είναι καλύτερη.
Του το οφείλω του Christopher Νοlan ότι, παρ’ όλην την «ε, τι μας είπε τώρα; Ωραίο παραμυθάκι» ταινία του, μου παρέμεινε τελικά η ανησυχία. «Λες έτσι να είναι, άραγε;» 
Βέβαια να σημειωθεί ότι η επιστημονική έμπνευση και πληροφορία  προέρχεται από τον Kip Stephen Thorne που γεννήθηκε το 1940 και είναι Αμερικανός θεωρητικός φυσικός, γνωστός για την συμβολή του στην φυσική της βαρύτητας και στην αστροφυσική. Επί πολλά χρόνια φίλος και συνάδελφος των Stephen Hawking και Carl Sagan, κατείχε σαν καθηγητής την έδρα Feynman θεωρητικής Φυσικής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας. Είναι βασικά ένας από τους κυρίους ερευνητές αστροφυσικών εφαρμογών της θεωρίας της σχετικότητας. Συνεχίζει ακόμη την επιστημονική έρευνα και ήταν συνεργάτης και σύμβουλος, καθώς και παραγωγός, στo Interstellar.
Πολλές φορές αναρωτιέσαι για την ποιότητα, την ηθοποιία, την πειστικότητα, την είσπραξη μηνύματος, όλα αυτά, ενώ κάπου αιωρείται η σκέψη ότι πρόκειται για κατασκεύασμα νοητικό, ένα καλοφτιαγμένο ψέμα. Παρ' όλες τις προσδοκίες μας, μας πείθουν εξίσου και οι εισπράξεις των ταμείων. Σύμφωνα με στοιχεία του περασμένου Μαρτίου το Interstellar εισέπραξε 188 εκατ. δολάρια στην Β. Αμερική και 484.7 εκατ. σε άλλες περιοχές παγκοσμίως, έναντι ενός προϋπολογισμού παραγωγής 165 εκατ δολαρίων. Υπολογίζοντας όλες τις σχετικές δαπάνες το deadline.com ανέφερε ότι η ταινία έκανε τελικά κέρδος μόνο 47.16 εκατ δολάρια. Σε σύγκριση με προηγούμενα φιλμ του Holywood ‘Golden Boy’  Christopher Nolan ήταν μία πολύ μέτρια ταινία. Με τόσο θόρυβο που δημιούργησε περιμέναμε πολύ περισσότερα.

Σκηνοθέτης                            Christopher Nolan
Σενάριο                                 Jonathan Nolan, Christopher Nolan
Φωτογράφος                         Hoyte Van Hoytema
Editor                                   Lee Smith
Μουσική                                Hans Zimmer
Διανομή ρόλων                       John Papsidero
Σκηνικά                                 Gary Fettis

Ηθοποιοί
Matthew McConaughey            Cooper
Anne Hathaway                      Dr. Amelia Brand
Matt Damon                           Dr. Mann
David Gyasi                            Dr. Romilly
Wes Bentley                           Dr. Doyle
Bill Irwin                                robot TARS 
Josh Stewart                          robot CASE
Jessica Chastain                      Murphy "Murph" Cooper
Mackenzie Foy.                       Νεαρη Murphy
Ellen Burstyn                          Γηραία  Murphy
Michael Caine                         Dr. John Brand
Casey Affleck                         Tom Cooper
Timothée Chalamet                 Νεαρός Tom

6 Απριλίου 2015

The Judge

Νιώθω την ανάγκη να δικαιολογηθώ για ποιο λόγο αναφέρομαι σε ταινίες που κυκλοφόρησαν όπως η εν λόγω τον Οκτώβριο του 2014 στις αίθουσες.
Πρώτον, δεν την παρακολουθώ σε αίθουσα, ζω σε επαρχία με όλες τις αίθουσες κλειστές εκτός της Κινηματογραφικής λέσχης (που προβάλλει 2 ημέρες την εβδομάδα), δεύτερον, δεν κατεβάζω παράνομα ταινίες από το διαδίκτυο, όπως πολύ συχνά ακούγεται να γίνεται και τρίτον, περιμένω τις επιλογές του video club που ευτυχώς συνεχίζει να υπάρχει μια και στηρίζεται από τα παιδιά που τους αρέσει να νοικιάζουν και να παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Αυτά για την ιστορία και τους αναγνώστες του μέλλοντος.
141 λεπτά κρατάει αυτό το δράμα. Θα μπορούσε να είναι εκτός από εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία, που για μένα τελικά δεν ήταν.
Πετυχημένος δικηγόρος στο Σικάγο, υπερασπιστής του υπόκοσμου, επιστρέφει στην πατρίδα του, επαρχία, πολιτεία Ιndiana των ΗΠΑ.
Επιστρέφει για την κηδεία της μητέρας του, η αφορμή. Επιθυμεί τον επαναπροσδιορισμό του, αυτό που συμβαίνει όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι στο θάνατο μπροστά, με αυτό που αφήσαμε πριν χρόνια και δεν αντιμετωπίσαμε. Διαλέξαμε την φυγή.
Κυρίως έρχεται αντιμέτωπος με τον πατέρα του, έναν αδέκαστο, αυστηρό δικαστή. Έναν επίσης αυστηρό πατέρα, με τρεις γιους, τους οποίους μεγάλωσε και επιβράβευσε ή τιμώρησε σαν σε δίκη, μην επιτρέποντας το συναίσθημα να διαφανεί, να υπερισχύσει.
Ως είναι φυσικό αυτό δημιουργεί βαθιά ρήγματα, επώδυνα και ίσως αξεπέραστα. Η κόντρα με τον πετυχημένο δικηγόρο γιο του είναι μεγάλη και άκαμπτη, τουλάχιστον για τον γιο που μοιάζει να ζητά την αναγνώριση και την επιβράβευση.
Ένα συμβάν, φόνος ή ατύχημα, θα αποδείξει η δίκη, θα φέρει την ανατροπή και την εξέλιξη στην ταινία.
Ένα παλιό αμόρε, Vera Farmiga, θα χρησιμοποιηθεί για να υπάρχει και ο έρωτας στην ταινία, ενώ μοιάζει να επιχειρεί να συμπληρώσει την εικόνα του νεαρού γιου, πριν εγκαταλείψει τα πάτρια εδάφη.
Η ταινία έχει πολλά περιττά κομμάτια τα οποία αδικούν τις εξαιρετικές ερμηνείες και τα μηνύματα που θα μπορούσε να διαμηνύσει.
Ο editor Mark Livolsi θα μπορούσε να διαχειρισθεί καλύτερα και συντομότερα τα πλάνα και να εκφρασθεί η αντιπαράθεση των «πατέρας - γιος - αδελφός» με «παλιά αγάπη - Hank Palmer».
Συρθήκαμε μπρος πίσω, άνευ λόγου και με εκπλήξεις, που όμως δεν μας συνεπήραν, αν και αυτή ήταν η πρόθεση.
Οι σεναριογράφοι David Dobkin (ιστορία), Nick Schenk (ιστορία), και Bill Dubuque μπούκωσαν το σενάριο στην προσπάθεια να μην αφήσουν ακάλυπτη καμμιά πτυχή της ιστορίας.
Είναι ενδιαφέρον το θέμα ιδιαίτερα για οικογένειες με ισχυρές ξεχωριστές  προσωπικότητες. Είναι θέμα που απασχολεί αυτούς που αναρωτιούνται ακόμη:
Τι είναι δικαιοσύνη; Τιμωρία; Πόσο σκληρός παραμένεις σε δύσκολες καταστάσεις; Χρειάζεσαι ώμο να γείρεις ενώ η ζωή και τα γεγονότα σε λυγίζουν;
Απόλαυσα ηθοποιία, την φωτογραφία του Janusz Kaminski, ξαναείδα τον μικροαστισμό της επαρχίας που από μακριά μοιάζει κάπως «τι ωραία και καλά που περνάνε εκεί κοντά στην φύση».
Το καλό τέλος δεν μ’ έπεισε. Κατά την άποψη μου η ταινία έπρεπε να κλείσει αμέσως μετά την δίκη. Η αγωνία του σκηνοθέτη David Dobkin, μην και δεν καλύψει ένα τόσο σοβαρό θέμα, ήταν έκδηλη.
Καμμία φορά ένιωθα ότι ήταν βιωματική η ταινία για τον σκηνοθέτη. Ειδικά στις προσωπικές και ίσως δυνατότερες στιγμές της αντιπαράθεσης πατέρα και γιου, Robert Duvall με Robert Downey, Jr. Αν ήταν κείμενο θα είχε υπογραμμισθεί. Στην εικόνα απλά βοήθησαν όλοι να το νιώσουμε μέσα μας.

Σκηνοθέτης                  David Dobkin
Σενάριο                       David Dobkin (ιστορία), Nick Schenk (ιστορία), Bill Dubuque
Φωτογραφία                Janusz Kaminski
Μουσική                      Thomas Newman
Editing                        Mark Livolsi
Διανομή ρόλων             Kerry Barden,Paul Schnee


Ηθοποιοί
Robert Downey, Jr.      Henry "Hank" Palmer
Robert Duvall               Δικαστής Joseph Palmer
Vera Farmiga               Samantha "Sam" Powell
Vincent D'Onofrio         Glen Palmer
Jeremy Strong              Dale Palmer
Billy Bob Thornton         Dwight Dickham
Sarah Lancaster            Lisa Palmer
David Krumholtz           Mike Kattan
Emma Tremblay            Lauren Palmer
Ken Howard.                Δικαστής Warren
Leighton Meester          Carla Powell
Dax Shepard                 C.P. Kennedy
Denis O'Hare                Doc Morris
Frank Ridley                Ένορκος Forema
Mark Kiely                   Mark Blackwell

22 Μαρτίου 2015

The Guard - 2011

Μετά την ταινία Calvary του John-Michael MacDonagh, αναζήτησα να δω ό,τι έχει δημιουργήσει ο αναφερόμενος σκηνοθέτης, ή όπου συμμετείχε ο Brendan Gleeson.
The Guard του 2011 ήταν η πρώτη που συνάντησα.
Σκηνοθέτης και σεναριογράφος ο John Michael MacDonagh, πρωταγωνιστής ο Brendan Gleeson.
Απόλαυσα μία εξαιρετική ταινία. Ευφυές σενάριο, ευρηματική σκηνοθεσία, υποδειγματική υποκριτική.
Λάτρεψα τον Brendan Gleeson ως ηθοποιό, θαύμασα τον χαρακτήρα του.
Αν στο Calvary το θέμα είναι η Καθολική Εκκλησία, εδώ είναι η Αστυνομία. Και τα δύο διαδραματίζονται στην Ιρλανδία. Το διαδραματίζονται είναι φτωχό σαν έννοια. Στην πραγματικότητα διεισδύουν βαθιά στον κοινωνικό ιστό της χώρας. Το κάνει ανώδυνα, ακούραστα και με χιούμορ.
Η δεύτερη, ή τρίτη ανάγνωση των σκηνών και διαλόγων σου επιτρέπει να «δεις». Να δεις τις λεπτές αποχρώσεις που λες «είμαι εδώ κι όχι εκεί».
Αναζητώντας την καταγωγή του John Michael MacDonagh, βρήκα ότι γεννήθηκε στο Λονδίνο. Επέμενα γιατί δεν με έπεισε ότι μπορεί κανείς να αναφέρεται στην Ιρλανδία με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο χωρίς να είναι ο ίδιος Ιρλανδός. Είναι πραγματικά εκ καταγωγής Ιρλανδός. Θα αναρωτηθεί κάποιος και τι σημασία έχει αυτό; Όμως έχει.
Όταν οι Αθηναίοι επισκέπτονται την περιοχή μου και περιγράφουν τις εμπειρίες τους, αυτά που είδαν, έφαγαν, συνάντησαν, βίωσαν, αγγίζουν τον τόπο ακόμη και στις καλύτερες των προθέσεων, παρασάγγας απέχουν από την ιδιαίτερη πραγματικότητα.
Εδώ την αγγίζει την Ιρλανδία όπως αγγίζουμε την πατρίδα, άλλοτε με τρυφερότητα, άλλοτε με θυμό. Την χαϊδεύει και την κατακεραυνώνει. Εμείς βλέπουμε μέσα από αυτόν τους ανθρώπους, τις απόψεις τους, τη ματιά τους για τον κόσμο, τις συμπεριφορές και τις στάσεις  τους. Εννοείται ότι είναι μία δίωρη ταινία και όχι ακαδημαϊκή διατριβή.
Μολονότι επιλέγει να αφηγηθεί μία αστυνομικής φύσης ιστορία με χαρακτηριστικά του 1970, μία ταινία ειρωνικά προσεγγίζουσα αντιστοίχου περιεχομένου ταινίες του Hollywood κατά την ταπεινή μου άποψη, περιγράφει την διαμορφωμένη υφιστάμενη κατάσταση στο χώρο αστυνομία-έγκλημα-δράστες-υπόκοσμος-κοινωνία.
Με αφορμή διακίνηση ναρκωτικών και εμπλοκή κάποιων άθελα, κάποιων ηθελημένα, άλλων διαπλεκόμενων και άλλων άμεσων συμφερόντων, οδηγείσαι με ενδιαφέρον, ευχάριστα, χωρίς να σε βαρύνει περιττή βία, αποφεύγοντας βίαιες, και όπως έχουμε συνηθίσει, στάζουσες με αίμα αποτροπιαστικές εικόνες στην αποκατάσταση.
Άψογη η διανομή ρόλων, δυνατές οι ερμηνείες ακόμη και στους δευτερεύοντες ρόλους. Ενώ παραμένουν αξιοπρόσεχτοι όλοι, γυναίκες, σύζυγοι, μητέρα, πόρνες, διευθυντές, έμποροι ναρκωτικών, «βαποράκια», εκτελεστές, εξακολουθεί να κυριαρχεί στην σκηνή ο Brendan Gleeson. Είναι καλός ο Don Cheadle ως ειδικός δίωξης εγκλήματος του FΒΙ. Ίσως δίπλα σε έναν άλλον, λιγότερο ικανό πρωταγωνιστή, να έλαμπε περισσότερο… ήταν η ατυχία του!
Λέγεται ότι η συνεργασία του John Michael MacDonagh με τον Brendan Gleeson άρχισε από το in Bruges, όπου το σενάριο ήταν του αδελφού του John-Martin MacDonagh. 
Ανεξάρτητα από που ξεκίνησε, ήταν επιτυχημένη και εύχομαι να συνεχίσει η συνεργασία τους.
Ο χαρακτήρας του Gerry Boyle, που υποδύεται ο Brendan Gleeson, βαδίζει έναν ιδιαίτερο δρόμο. Είναι ταυτόχρονα αδιάφορος αλλά και εν εγρηγόρσει, τρυφερός και αφοσιωμένος στην μητέρα του, σκληρός, όταν πρέπει, ενημερωμένος και, όπως οι περισσότεροι Ιρλανδοί, βαρύς πότης. Είναι όπως «έτσι είναι ο σωστός άνδρας και αστυνομικός», ή κατασκευάστηκε έτσι για να αρέσει;
Αρέσει πάντως σε όλους. «Βγάζει» την καλή και κακή μας πλευρά, μια και ταυτιζόμαστε μαζί του.
Αναρωτήθηκα κι εγώ, όπως και ο Don Cheadle: «Εσύ πρέπει να είσαι πολύ βλάκας, ή πανέξυπνος!»
Αναρωτήθηκα πως δεν μ' εκνευρίζει ένας άνδρας που δυο είδη γυναίκας υπάρχουν γι αυτόν. Η μάνα του και η πόρνη. Άραγε επέλεξε να μείνει εργένης;
Οικειοποιείται παράνομα όπλα και τα χαρίζει για το «καλό σκοπό» στον αγώνα του ΙRA.
Ερωτηματικά πολλά και στο τέλος απογοήτευση επειδή τελείωσε... θέλεις κι άλλο... λύπη για το πως. Μόλις λίγα λεπτά πριν διασκέδαζες ακόμη με την θεατρική έκβαση της λύσης.
Μου αρέσουν οι σκηνοθέτες που χωρίς στόμφο και υπερβολές, με λεπτότητα, ελαφρά ειρωνεία και καυστικότητα διαχειρίζονται λεπτά θέματα. Υπενθυμίζοντας ότι είσαι θεατής, συμβαίνουν μεν επί σκηνής, μουσική υπόκρουση Calexico, αλλά είναι η σκληρή πραγματικότητα που εσύ ηθελημένα αγνοείς στην καθημερινότητα σου.
Τι άλλο να περιμένεις λοιπόν από μία ταινία;

Σκηνοθέτης                  John Michael MacDonagh
Σενάριο                       John Michael MacDonagh
Φωτογραφία                Larry Smith
Editing                        Chris Gill
Μουσική                      Calexico
Διανομή Ρόλων             Jina Jay

Ηθοποιοί
Brendan Gleeson          αστυνόμος Gerry Boyle
Don Cheadle                πράκτορας FBI Wendell Everett
Mark Strong.                Clive Cornell
Liam Cunningham         Francis Sheehy-Skeffington
Fionnula Flanagan         μητέρα του Gerry Boyle, Eileen Boyle
Michael Og Lane           Eugene Moloney
David Wilmot               Liam O'Leary
Sarah Greene               Sinéad Mulligan
Rory Keenan                Garda Aidan McBride
Dominique McElligott     Aoife O'Carroll
Katarina Čas                Gabriela McBride
Dermot Healy               Jimmy Moody
Pat Shortt                    Colm Hennessy