15 Ιουλίου 2014

The Grand Budapest Hotel - 2014

Το να σου αφηγηθούν μία συναρπαστική ιστορία και μετά να κοιμηθείς σαν πουλάκι είναι από τις πιο γλυκές παιδικές επιθυμίες. Το να δεις μια ταινία και μετά η επιστροφή σου στην πραγματικότητα να μοιάζει πέταγμα σπουργιτιού, ανάλαφρη και περιπαιχτική, είναι ζητούμενο ενήλικα στην εποχή μας.
Θυμάμαι πριν χρόνια καθώς γύριζα σπίτι, αφού μόλις είχα δει το Tango του Carlos Saura, χόρευα με το νου, ή μάλλον προσπαθούσα να μην αποχωριστώ την μαγεία του χορού που πριν λίγο άφησα στην οθόνη. Τώρα ήρθε η σειρά του Wes Anderson να μου χαρίσει τέτοιας ποιότητας ψυχαγωγία που ξέχασα γιατί ήμουν πριν στρεσαρισμένη.
Κάπου σε μία φανταστική χώρα, σε ένα φανταστικό υπερπολυτελές ξενοδοχείο, ανάμεσα σε δυο πολέμους, ένας φημισμένος Υπεύθυνος Υποδοχής (front office/reception desk manager). Γοητευτικός, τελειομανής, αποτελεσματικός, αγόγγυστα προσφέρει τις υπηρεσίες του προς εξυπηρέτηση των πελατών με τρόπο μοναδικό, αυτό που του χάρισε την φήμη και στην συνέχεια το πλούτο.
Την ιστορία του θα ξεδιπλώσει ο Wes Anderson δια της αφηγήσεως του ηλικιωμένου πλέον μαθητή του και καλύτερού του φίλου.
Η περιπέτεια των πρωταγωνιστών ξεκινά με ένα θάνατο, ακολουθεί μία διαθήκη, ένα κληροδότημα, μία κλοπή και θα τελειώσει εκεί που άρχισε.
Η ταινία είναι μία αφήγηση μέσα σε μία άλλη, με παράλληλες αναδρομές στο παρελθόν δύο ανθρώπων, ενός συγγραφέα και ενός ιδιοκτήτη ξενοδοχείου. Βασίσθηκε σε κείμενα του Stefan Zweig για να λάβει σάρκα και οστά.
Δεν ήταν και τόσο απλό. Έχουμε δει αρκετές ιστορίες που ένα καλό υλικό, μια καλή ιστορία καταποντίζεται. Δούλεψαν πολλοί άνθρωποι από διαφορετικές θέσεις για το καλό αποτέλεσμα.
Μία πλειάδα πολύ γνωστών ηθοποιών, σε απίστευτα επιτυχημένα σκηνικά, με άπειρα προσεγμένη τη μεταμόρφωση τους με ενδυμασία και μακιγιάζ, ενορχηστρωμένοι από έναν άλλο Gustave H., τον πρωταγωνιστή (εν προκειμένω τον σκηνοθέτη), έφθασε να χαρίσει αυτό που επιδιώκει ο κινηματογράφος τη χαρά του «ζω εν ψευδαισθήσει» κατόπιν επιλογής μου.
Περιπέτεια δοσμένη θεατρικά, διακωμώδηση με φλεγματικότητα, αλλά και ποιότητα, ένταση και ευρηματικότητα, έκπληξη, αλλά ευχάριστη. Φόβος που δεν σε τρομάζει γιατί γρήγορα-γρήγορα σου υπενθυμίζει «Ε, σινεμά είναι».
Ατμοσφαιρική αλλά όχι ‘βαριά’. Πίνακες εποχής το κάθε κάδρο. Αισθητική ποιότητα χαρισμένη με περιπαιχτική διάθεση. Μια προτροπή «απόλαυσε... μη παίρνεις και πολύ σοβαρά ό,τι βλέπεις», σε ακολουθεί σ' όλη την διάρκεια. Ούτε τα δάκρυα άφησε να σε λυπήσουν. Υπονόησε ότι είναι μέρος της προσωπικότητας του χαρακτήρα που υποδύεται ο ηθοποιός, ενός χαρακτήρα αγνού, απλοϊκού, συναισθηματικού, που κλαίει και ζηλεύει.
Ο Stefan Zweig έδωσε την μελαγχολία και τον μελοδραματισμό μιας Ευρώπης που αλλάζει, ο Wes Anderson την διεισδυτική ματιά ενός παρατηρητή από την άλλη πλευρά του ωκεανού. Η εκκεντρικότητα προς τέρψιν του θεατή. Η ποιότητα εργαλείο προς επίτευξη του στόχου. Κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές σε μια Ευρώπη που ακόμη αλλάζει το σκηνικό για την ιστορία. Η εμπειρία, το μέσο μεταμόρφωσης του σκηνικού.
Για μήνυμα έλαβα την σημασία της φιλίας και το «την ανταμοιβή του κάνω καλά την οποιαδήποτε δουλειά, ακόμη κι αν κανονικά σερβίρω πρωινό σε Δούκισσες, αλλά σε λίγο θα μοιράζω πρωινό στους συγκρατούμενούς μου στη φυλακή.
Ψεγάδια; Είχε. Εκείνο που μ’ ενόχλησε κάπως περισσότερο ήταν η μάλλον παιδαριώδης εισαγωγή στην εξιστόρηση της ζωής του πρωταγωνιστή. Δεν κατόρθωσε να γίνει πειστική παρ’ όλη την ευρηματικότητά της.
Δεν θα την ονομάσω για να αφήσω την πλάνη του μυστηρίου να υπάρξει…

Σκηνοθέτης               Wes Anderson
Σενάριο.                   Βασισμένο σε κείμενα του Stefan Zweig.
                              Wes Anderson, Hugo Guinness
Κινηματογραφία        Robert D.Yeoman
Editing                     Barney Pilling

Μουσική                   Alexandre Desplat
Ενδυματολογία          Milena Canonero

Art Director              Stephan O Gessler
Set Decoration           Anna Pinnock

Hθοποιοί
Ralf Fiennes              Monsieur Gustave
Murray Bill.               Monsieur Ivan
Saoirse Roman           Agatha
Tild Swinton              Madame D
Edward Norton          Henckels
Adrien Brondy            Dimitri
Willem Dafoe            Jopling
Jude Law                  Νεαρος συγγραφέας
Jeff Goldblum.          Kovacs
Anthony Quinoz         Zero Moustafa
F Murray Abraham.    Monsieur Moustafa
Harvey Keitel.           Ludwig
Tom Wilkison             Συγγραφέας

28 Ιουνίου 2014

The Grandmaster (2013)

Αν διάλεγα γλυκό, θα ήθελα πάστα αμυγδάλου, αν ήθελα λουλούδια, πασχαλιές, μυρωδιά, το άρωμα αγαπημένης αγκαλιάς, ήχο της άρπας, σκηνοθέτη τον Wong Kar Wai, προς το παρόν…
Δεν δεσμεύομαι, στην ζωή όλα αλλάζουν.
Όμως, αυτός κι ο συνεργάτης του ο William Chang, όπως ανακαλύψαμε με φίλους ενώ συζητούσαμε για την ταινία, συνεχίζουν εδώ και χρόνια να δημιουργούν με την ίδια συνταγή. Ευτυχισμένοι αυτοί που αυτό που θέλουν το επιτυγχάνουν. The Grandmaster τους ήρθε και για ακόμη μία φορά επιβεβαίωσε την ποιότητα τους. Με αφορμή ένα θέμα, τις πολεμικές τέχνες, αφηγείται επικά μεν αλλά ποιητικά την ιστορία και πολιτισμό της χώρας του.
Ο μεγάλος δάσκαλος του Βruce Lee, o Ip Man, είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας.
Βρισκόμαστε στην Κίνα το 1937 και ζούμε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 50 εκεί μαζί με τους πρωταγωνιστές.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι η η συνέχειά του στο θέμα επιθυμία. Ποια είναι τα όρια μας, πως στεκόμαστε εμείς και η κοινωνία απέναντι της; Πως διεκδικούμε την ολοκλήρωση της; Ποιο είναι το τίμημα;
Σε μια εποχή γρήγορη και που τα πάντα αγοράζονται είναι δύσκολο να μιλήσεις για τέτοιου είδους προβληματισμούς.
Είτε πρόκειται για ερωτική επιθυμία, είτε για οικογενειακή υπόθεση κύρους και αξιοπρέπειας θέλει χαρακτήρα, θέληση και αποφασιστικότητα για την κατάκτηση ή υλοποίησή της.
Μέσα από την πανάρχαια τέχνη του Kung Fu, αυτού που στις μέρες μας εμπορευματοποιήθηκε, αναμετριόμαστε κι εμείς μαζί με τους πρωταγωνιστές να σταθούμε «όρθιοι». Στην πάλη, όπως και στην ζωή, έχεις εύκολο και δύσκολο δρόμο.
Οι ιστορικές στιγμές που βιώνει η χώρα, η εισβολή των Γιαπωνέζων και στη συνέχεια η επικράτηση του κομμουνισμού διαμορφώνουν ένα νέο κοινωνικό και ηθικό ιστό, αναδεικνύοντας και άλλου είδους συμπεριφορές. Επιχείρησε ο Wong Kar Wai να το αναδείξει με τους χαρακτήρες του και την διαφορετικότητα τους. Ο ένας ενέδωσε και ταπεινώθηκε, ο άλλος αντιστάθηκε, υπέφερε και διακρίθηκε.
Η σύγκρουση αξιών είναι καταλυτική για την εξέλιξη της ζωής τους.
Συμπυκνωμένα αλλά κατανοητά το εισπράττει ο θεατής.
Αναρωτιέμαι πως όμως ένας θεατής που καθημερινά βιώνει το να σε «θάψω» για να επιβιώσει μπορεί να αντιληφθεί το «σε αναγνωρίζω ως τον καλύτερο για να με εκπροσωπήσεις», το «με ομοφωνία αναγνωρίζω ότι είσαι ο καλύτερος».
Έχουν αλλοιωθεί οι συνειδήσεις και οι αξίες μας για να αντιληφθούμε αυτό που οριστικά έχουμε αποποιηθεί, τον αξιακό μας κώδικα ζωής.
Όμως η ταινία δεν είναι μόνο αυτό. Είναι εικαστική παρέμβαση. Όλα συνάδουν σε μία αφήγηση άκρως καλλιτεχνική.
Ηθοποιία, χορογραφίες, φωτογραφία, πλάνα, slow-mo και chiaroscuro και για ακόμη μία φορά, καταπληκτική μουσική, σε καλούν σε 130 λεπτά μέθεξης. Έξι χρόνια προετοιμασίας και τρία γυρίσματος και μοντάζ χρειάσθηκαν για να απολαύσεις. Οπτικά εφέ, ηχητικά, αθλητικές δεξιότητες, εξάσκηση, ο πρωταγωνιστής έσπασε ακόμη και το χέρι του, κουστούμια, τοπία φυσικά και κατασκευασμένα, όλα αυτά για την αφήγηση της ιστορίας ενός ανθρώπου, μιας τέχνης, μιας ζωής που οριστικά έχει χαθεί, μιας αποκατάστασης, μιας εμπορευματοποιημένης κινηματογραφικά τουλάχιστον τέχνης, αυτής των πολεμικών τεχνών.
Μέσα σε αυτήν την εκ βάθρων κοινωνική αλλαγή, ο άνθρωπος με τις ανάγκες του και τις επιθυμίες του. Το ζητούμενο του «θέλω» αλλά με χωρίζουν «τείχη» από αυτό.
Ξέρει να δημιουργεί δράμα, φόρτιση συναισθηματική ο Wong Kar Wai.
Πλησιάζεις το απλησίαστο, το «θέλω». Εκεί βιώνεις το απραγματοποίητο, εκεί στριμώχνονται όλα τα «θέλω» σου, και διαπιστώνεις ότι εκεί είναι που ο great Master του ‘The Grandmaster’ σε οδήγησε με τέχνη περισσή.
Είναι έργο εξίσου συναρπαστικό σαν μια επίσκεψη στο Orsay, σαν μια επιτυχημένη αναδρομική αγαπημένου σου καλλιτέχνη στο ΜοΜA, σαν μια συναυλία στο Ηρώδειο, σαν μια βραδιά καλοκαιριού, σαν την άνοιξη στους Δελφούς.
Ήμουν τυχερή και την είδα σε καλοκαιρινό σινεμά ανάμεσα σε βουκαμβίλιες και γιασεμιά. Με ακολουθεί η κίνηση του ποδιού καθώς γλιστράει, μάλλον «σχίζει», το χιόνι, η επιβλητικότητα των ρούχων, η μελετημένη κίνηση των σωμάτων, ο απόλυτος έλεγχος του τελευταίου μορίου της ύλης μας, με μουσική να σου το υπογραμμίζει.
Σταγόνες νερού, νιφάδες χιονιού χορεύουν ασπρόμαυρη χορογραφία κάνοντας δυνατό το αδύνατον. Δεν είδα ψεγάδια, κι αν υπήρχαν, τα προσπέρασα προς χάριν του όλου.

Σκηνοθεσία                    Wong Kar Wai
Σενάριο.                        Wong Kar Wai, ,Jingzsi Zou, Haofeng Xu
Κινηματογραφία.            Philippe Le Sourd
Μουσική                        Shigerou Umebayashi, Nathaniel Méchaly & Stefano Lentini
Σχεδιασμός παραγωγής,  

Καλλιτεχνική διεύθυνση, 
Ενδυμασία και μοντάζ     William Chang

Ηθοποιοί
Ip Man                            Tony Chiu Wai Leung
Gong Er                          Ziyin Zhang
Ma San.                          Zin Zhang
Gong Yutian                    Wang Quingxiang
Cheung Wing-Sing             Hye - kyo Song

18 Ιουνίου 2014

Κλέφτρα βιβλίων (The Book Thief) 2013

Η ταινία βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Markus Zusak αφηγείται την ζωή της Liesel, ενός εξαιρετικά θαρραλέου νεαρού κοριτσιού που έρχεται στην Γερμανία, λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, να ζήσει με την οικογένεια που την υιοθέτησε. Θα μάθει να διαβάζει με την βοήθεια του θετού της πατέρα Hans και του Max, ενός Εβραίου πρόσφυγα, που η θετή οικογένειά της κρύβει κάτω από την σκάλα.
Για την Liesel και τον Max η δύναμη των λέξεων και η φαντασία γίνονται η μόνη διέξοδος από τα τρομερά γεγονότα που συμβαίνουν γύρω τους. Η ζωή, ένα πετραδάκι κάτω από την μπότα της βίας.
Μπορεί κάποιος να εξοικειωθεί με τον θάνατο; Πως εξακολουθεί να υπάρχει; Ποια αγάπη σε κρατάει στην μνήμη;
Στην ταινία σε υποδέχεται ως αφηγητής, ο θάνατος. Καμία σχέση όμως με ταινία τρόμου.
Γραφικότητα στο τοπίο, αθωότητα στο βλέμμα της μικρής πρωταγωνίστριας.
Η πορεία της ύπαρξής της ξεκινά με το θάνατο του αδελφού της.
Θα πορευτεί δύσκολα στην ζωή. Ο θάνατος θα της πάρει έναν-έναν όλους τους αγαπημένους της.
Θα υπάρχουν αυτή και αυτοί μέσα από τις λέξεις, είτε όταν τις διαβάζει, είτε όταν τις γράφει.
Θα παρακολουθήσουμε τη πορεία της μέσα από τον αναλφαβητισμό της μέχρι τη στιγμή που και η ίδια γίνεται συγγραφέας.
Η πορεία αυτή δεν είναι εύκολη. Ξεκινάει στην Γερμανία το 1938.
Ένα παιδί. Με ορθάνοιχτα μάτια θα ζήσει την εκκόλαψη του φιδιού, την νύχτα των κρυστάλλων, το κάψιμο των βιβλίων από τους Ναζί. Θα ζήσει δίπλα σε θετούς γονιούς. Σε μια γειτονιά φτωχών ανθρώπων. Θα βιώσει την βία, την σημασία του να είσαι άνθρωπος αλλά και την δυσκολία. Τη φιλία. Την οδύνη του πολέμου. Το παράλογο της ναζιστικής άνθισης και επικράτησης.
Ένα παιδί που το ερωτηματικό παραμένει στα μάτια του, στην ψυχή του. Θα βιώσει την δίωξη του ανθρώπου από άνθρωπο. Γνωρίζει τον φόβο του ανθρωποκυνηγητού, την ανελευθερία, τον πόλεμο. Την βαρβαρότητα, τα εγκλήματα πολέμου.
Ζει και ζούμε μαζί της τη μετάλλαξη μιας κοινωνίας από φτωχή και φιλήσυχη σε μια κοινωνία μαινόμενη, που σταδιακά υποτάσσεται στο ναζισμό. Μια κοινωνία ανήμπορη να αντιδράσει.
Σπαράγματα εδώ κι εκεί. Πονάει αλλά δεν αντιστέκεται, μέχρι που έρχεται ο πόλεμος του Χίτλερ. Βιώνει την λαίλαπα του πολέμου που η ίδια η Γερμανική κοινωνία προκάλεσε, ή που δεν τον απέτρεψε. Πεινάει, κρύβεται, θυσιάζει τα παιδιά της, γκρεμίζεται ο κόσμος της. Αδυνατεί να παλέψει, να αντισταθεί. Θρηνεί.
Η Liesel υπάρχει και αναπτύσσεται εντός αυτής της κοινωνίας.
Ένα παιδί.
Το υπέροχο αυτό βιβλίο του Markus Zusak, «Τhe Book Τhief», έγινε ταινία.
Όπως όλα τα βιβλία που γνώρισαν επιτυχία, δύσκολα γίνονται ταινία. Δυσκολεύεται ο λόγος να χωρέσει σε ένα δίωρο εικονικό.
Έχει ο αναγνώστης προσδοκίες, ο δε θεατής ελλείψεις.
Κυρίως πρόβλημα προκύπτει όταν τυχαίνει να είσαι ο ίδιος και αναγνώστης και θεατής.
Βρίσκεις ελαττώματα.
Η ταινία είναι αργή, πολύ αργή μάλιστα σε συγκεκριμένες στιγμές. Όμως τρυφερή. Σκηνικά, κουστούμια, ήχος, μουσική, αψεγάδιαστα. Οι ερμηνείες των Geoffrey Rush και Emily Watson, αξιοθαύμαστες. Τα παιδιά εξαιρετικά, ιδιαίτερα ο Rudy. Η Liesel… θα ήθελα κατά στιγμές να είχε την φρεσκάδα του Rudy, όμως δεν τα κατάφερε. Είχε εκφραστικά μάτια αλλά συμπεριφερόταν λίγο σαν μικρομέγαλη, θα έλεγα. Ίσως ήταν επιλογή του σκηνοθέτη να δείξει ότι δεν πρόλαβε να είναι παιδί. Πως θα μπορούσε άλλωστε;
Όμως, κατορθώνει η πολύ καλή κινηματογραφία της ταινίας, μαζί με τα άλλα πλεονεκτήματά της που ανέφερα, να κρατήσουν το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο
μέχρι τέλους. Παραμένει στα μείον της ταινίας το γεγονός ότι δεν μπορείς με ακρίβεια να εστιάσεις στο θέμα της. Νομίζεις ότι διαρκώς μετατοπίζεται το κέντρο βάρους της.
Θέλει να φθάσεις μέχρι το τέλος για να αποφασίσεις ότι η ζωή είναι καθαρά θέμα τύχης, το αν θα ζήσεις δηλαδή ή όχι. Η γεωγραφία και η ιστορία είναι οι ίδιες για όλους μας. Στον δεδομένο χρόνο, εσύ, εγώ, θα παραμείνουμε ή όχι εν ζωή από μια σειρά συμπτώσεων. Οι ανατροπές κυρίως είναι που καθορίζουν την ζωή.
Το μόνο που έχει σημασία είναι να παραμείνεις άνθρωπος, να διατηρήσεις την αξιοπρέπεια σου και να ζήσεις. Να αγαπήσεις άνθρωπο είτε βιβλίο. Την ζωή την ίδια.
Να κρατήσεις μέσα σου τις στιγμές της ομορφιάς.
Να τις μοιράσεις και να τις μοιραστείς αν και όπου μπορείς.
Η αγάπη της Liesel για τα βιβλία την βοήθησε να ξεπεράσει δυσκολίες, να ζήσει η ίδια, να ζήσουν και οι άλλοι. Το ότι έζησε ήταν επίσης θέμα συμπτώσεων.
Η εισαγωγή της ταινίας, με την αφήγηση, σε προετοιμάζει να εστιάσεις σ' αυτό το σημείο. Όμως η δύνη της εποχής του βιβλίου, της ταινίας, μια εποχή που η ζωή ηττήθηκε από τον θάνατο άνισα, παράλογα, σε παρασύρει στα γεγονότα και τις αιτίες που την έσβησαν. Χάνεις το θέμα.

Τα «γιατί και ποιοι και πως» πληθαίνουν.
Χάνεσαι στην φρίκη της.
Μπροστά στον βωμό των βιβλίων ένα μικρό κοριτσάκι μοιάζει ασήμαντο, αδύναμο, ανίκανο να τα βάλει με τον βίαιο γίγαντα. Μόνο η αθωότητα και αφέλειά της θα επιτρέψουν την επιθυμία και αγάπη της γι’αυτά, τα βιβλία, να ξεπεράσει τον φόβο της και να τα κλέψει..
Η ζωή της χαρίστηκε.
Δεν είναι τυχαίο και αυτό ενισχύει την άποψη μου ότι το πρώτο της βιβλίο, η έναρξη της καινούργιας της ζωής, σαν παιδί ακόμη, ανίκανο να διαβάσει, είναι το Εγχειρίδιο του Νεκροθάφτη, που κι αυτό έπεσε από τον ιερέα ή τον νεκροθάφτη που έθαψαν τον αδελφό της. Ξεκίνησε από το θάνατο και έφθασε στην ζωή.

Σκηνοθέτης                         Brian Percival
Συγγραφέας                       Markus Zusak, το βιβλίο:The Book Thief
Σεναριογράφος                   Michel Petroni
Κινηματογραφία                  Florian Balhaus
Διανομή ρόλων                   Kate Dowd
Μουσική                            John Williams

Ηθοποιοί
Αφηγητής                          Roger Adam
Liesel                                Sophie Nélisse
Hans                                 Geoffrey Rush
Roza                                 Emily Watson
Rudy                                 Nico Liersch
Max                                  Ben Schnetzer

7 Ιουνίου 2014

Philomena (2013)

Αμέσως μετά από την θέαση μου της ταινίας αυτής ήρθε η είδηση:
H Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Ιρλανδίας κάλεσε το τάγμα των μοναχών, που διαχειριζόταν το πρώην μοναστήρι όπου εντοπίστηκε ομαδικός τάφος με τα λείψανα περίπου 800 παιδιών, να συνεργαστεί με τις αρχές που ερευνούν την υπόθεση.
Η Ιρλανδία πρόκειται να ερευνήσει αυτό που η κυβέρνηση χαρακτήρισε «εξαιρετικά ανησυχητική» ανακάλυψη ενός ομαδικού τάφου σε ένα πρώην μοναστήρι που διοικούσε το τάγμα των «Αδελφών του Ελέους», όπου 796 παιδιά πέθαναν κατά το διάστημα 1925-1961.
Ο αρχιεπίσκοπος του Τούαμ δήλωσε ότι ενώ δεν είχε κάποια ανάμειξη στη διοίκηση του μοναστηριού, η επισκοπή του συγκλονίστηκε και λυπήθηκε πολύ όταν πληροφορήθηκε τον αριθμό των παιδιών που ενταφιάστηκαν εκεί.
Η κάποτε ισχυρή Καθολική Εκκλησία της Ιρλανδίας κλυδωνίζεται από μία σειρά σκανδάλων που αφορούν κακοποίηση και παραμέληση παιδιών.
Η Εκκλησία διοικούσε πολλές από τις κοινωνικές υπηρεσίες της χώρας τον 20ό αιώνα, περιλαμβανομένων των ιδρυμάτων για ανύπανδρες μητέρες που στέλνονταν εκεί για να γεννήσουν - ανάμεσά τους και τα θύματα βιασμού.
Οι ανύπανδρες γυναίκες και τα παιδιά τους θεωρούνταν στίγμα για την εικόνα της Ιρλανδίας ως αυστηρής καθολικής χώρας.
Συνιστούσαν βέβαια και πρόβλημα για κάποιους από τους πατέρες -ειδικά αν επρόκειτο για ισχυρές προσωπικότητες, όπως ιερείς ή πλούσιοι, παντρεμένοι άνδρες.
Τα ιδρύματα αυτά, όπως ήταν τα «Πλυντήρια της Μαγδαληνής», εκμεταλλεύονταν εμπορικά οι μοναχές, αλλά λάμβαναν κρατική επιχορήγηση.
Λειτουργούσαν ως κέντρα υιοθεσίας και λόγω αυτής της ιδιότητάς τους τελούσαν υπό κρατικό έλεγχο.
Μου πήρε μέρες να συνέλθω. Το θέμα ήταν τόσο δυνατό που δεν άφηνε περιθώρια για άλλου είδους παρατηρήσεις.
Μεγάλωσα σε χώρα που η εκκλησία παίζει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση τόσο της προσωπικότητας μας όσο και της κοινωνικής ζωής. Έχει επίσης δύναμη και επηρεάζει την πολιτική καθημερινότητα. Τα τελευταία χρόνια ειδήσεις απ όλο το κόσμο όχι μόνο θέτουν υπό αμφισβήτηση την ηθική μελών της, αλλά αποτελούν θέμα ποινικής δίωξης, ως εγκληματικής συμπεριφοράς. Οργανωμένο έγκλημα στο όνομα της ηθικής τάξης, όπως εμφανίζεται στις ειδήσεις και στην ταινία, ξεπερνά τα όρια ανοχής, ανεκτικότητας. Προκαλεί θυμό, κατακραυγή.
Ακολουθήσαμε βήμα-βήμα την μάνα στην αναζήτηση του παιδιού της. Μοιραστήκαμε την απελπισία της, απογοητευτήκαμε με τις άγονες προσπάθειές της. Έμεινα προσωπικά άφωνη μπροστά στην πίστη της. Μια πιστή βαθιά, συγχωρούσα, πίστη. Πίστη Οσιομάρτυρος.
Ήθελε ο Stephen Frears να δούμε πως σφυρηλατείται η πίστη;
Ήθελε να δούμε τη σύγκρουση πίστης και ημών;
Δεν το ξέρω. Έτσι φάνηκε. Βέβαια το συνδύασε με την αφέλεια των γυναικών λαϊκής τάξης.
Την ήθελε στο πόνο της αντιμέτωπης με την πίστη της αλλά και τον άπιστο δημοσιογράφο που προκειμένου να αντιμετωπίσει το προσωπικό του πρόβλημα, της ανεργίας, ανακατεύεται με ένα θέμα ανθρωποκεντρικό, με υπεροψία θα σημείωνα ως προς την τάξη . Όμως o Martin επαγγελματίας στο είδος του, θα ακυρώσει τον επαγγελματισμό όταν τον συνεπαίρνει η αδικία και εδραιώνεται η έντονη και ακλόνητη αντιπάθεια, απόρριψη της Εκκλησίας.
Η ταινία παρουσιάζει κάποιες στιγμές αμηχανίας. Η ροή της δεν είναι απρόσκοπτη. Εν μέρει ο Steve Coogan δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στην Judi Dench. Το σενάριο "κολλούσε" σε αρκετά σημεία, ιδιαίτερα κατά την παραμονή τους στην Αμερική. Έμοιαζε σαν να έλεγαν «και τώρα τι;».
Ένα επιχείρημα θα ήταν ότι όντως υπάρχει αδυναμία να πας παρακάτω όταν η ίδια ζωή σηκώνει απροσπέλαστο τοίχο. Όταν το αμετάκλητο είναι εμπρός σου. Όταν στον πόνο σου απέναντι στέκει η υποκρισία, η προσποίηση, ο κατ’ επίφαση ηθική τάξη, το Θέλημα του Θεού.
Σαν να χτυπάς σίδερο και ο πόνος στην καρδιά να οδηγεί «το χέρι», την γνώση σε βαθύτερο και οξύτερο πόνο.
Μόνο μέσο αντίστασης η πίστη στην μάνα και η τελειομανία του επαγγελματία στον δημοσιογράφο. Παράλληλα συνυπάρχουν με τον αθεράπευτο ρομαντισμό της μίας και την περιφρόνηση της Εκκλησίας από τον άλλο.
Η απάντηση στην οθόνη.
Θα μπορούσα να ήμουν αυστηρότερη στην κριτική μου, όμως ο Frears είναι από τους αγαπημένους μου. Όπως και οι επιλογές του για τη ταινία, παράδειγμα ο Ελληνογάλλος Alexander Desplat για την μουσική επένδυση του έργου.
Το λέω γιατί δεν με έπεισε η αγωνία της μάνας, ούτε ο πόνος της. Έμεινα μετέωρη.
Αφήνω περιθώριο να ήθελε κάτι να πει που δεν το εισέπραξα.
Επιφυλάσσομαι.

Σκηνοθέτης                       Stephen Frears
Συγγραφέας                      Steve Coogan - "The Lost Child of Philomena Lee"
Σενάριο                            Steve Coogan, Jeff Pope
Κινηματογραφιστής            Valerie Bunelli
Διανομή ρόλων                  Leo Davis Lissy Holm
Μουσική                           Alexandre Desplat

Ηθοποιοί
Philomena                         Judi Dench
Martin                              Steve Coogan
H μικρή Philomena              Sophie Kennedy Clark
Αδελφή Hildegarde             Barbara Jefford
Pete Olsson                       Peter Hermann
Michael                             Sean Mahon

Μικρός Antony                   Tadhg Bowen

2 Ιουνίου 2014

12 Χρόνια σκλάβος (12 Years a Slave) - 2013

Η ταινία είναι αψεγάδιαστη, εντυπωσιακή, η πιο ολοκληρωμένη μέχρι στιγμής προσέγγιση στο θέμα ‘δουλεία’. Άξια σάρωσε τα βραβεία. Λέγεται γιατί η άλλη πλευρά του Ατλαντικού δεν έχει κλείσει ακόμη τους λογαριασμούς της με το θέμα.
Η ικανότητα και η ευφυΐα ενός σκηνοθέτη, του Steve McQueen, στην συγκεκριμένη ταινία μαζί με τις καταπληκτικές ερμηνείες την κάνουν να ξεχωρίζει. Είναι ξεχωριστή γιατί τα έχει τα προαναφερθέντα ως προίκα.
Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία. H ταινία βασίζεται στην αυτοβιογραφία του Solomon Northup, ένος μορφωμένου και παντρεμένου μαύρου στη Νέα Υόρκη του 1853, ο οποίος προσεγγίζεται από δύο αγνώστους για μια δουλειά στην Ουάσιγκτον. Όμως, μόλις εμφανίζεται στην πόλη, απαγάγεται και εξωθείται στη δουλεία.
Ο Solomon, που βρέθηκε αντιμέτωπος με την σκληρότητα αλλά ταυτόχρονα και την καλοσύνη του ιδιοκτήτη του, αγωνίστηκε για να παραμείνει ζωντανός και να διατηρήσει όση αξιοπρέπειά του είχε μείνει. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια θα ζήσει αυτό το Γολγοθά, κατά τη διάρκεια των οποίων είχε την ευκαιρία να γνωρίσει έναν Καναδό, που θα του αλλάξει τη ζωή μια για πάντα.
Το γεγονός ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία εντείνει τα συναισθήματα αλλά και την κριτική.
Είναι μεγάλο στοίχημα να μην περάσεις στην καταγγελία, να αναδείξεις όπως πρέπει το μεγάλο ζήτημα της δουλείας αλλά και το προσωπικό δράμα του Solomon.
Ο θεατής βιώνει όλη την απάνθρωπη συμπεριφορά ανθρώπου προς άνθρωπο, διεισδύει στην ψυχολογία του Solomon, βρίσκεται αντιμέτωπος με ότι προσπαθούσε να ξεχάσει ότι υπήρξε.
Στην ουσία δεν ήταν απλώς εκμετάλλευση προς εξασφάλιση φθηνών εργατικών χεριών, τουλάχιστον αυτό επιβεβαίωσε και η ταινία, ήταν ο ‘κακός’ που κουβαλάμε μέσα μας, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, όταν αισθανθούμε ότι είμαστε ανώτεροι, ξεχωριστοί. Η αλαζονεία της υπεροχής, η ανεξέλεγκτη μοχθηρία μας, καλυμμένη πάντοτε από μία κατασκευασμένη ηθική επίφαση. Στην συγκεκριμένη οι δυνάστες, οι βασανιστές, ήταν κατ´ εικόνα τουλάχιστον, ευυπόληπτοι πολίτες, καλοί οικογενειάρχες και κυρίως Χριστιανοί. Εμείς τουλάχιστον, οι Έλληνες, ως υποδουλωμένοι, μπορούσαμε να παρηγορηθούμε ότι δεν λατρεύαμε τον ίδιο Θεό. Στο όνομα του Θεού βέβαια διαπράττονται αποτρόπαια εγκλήματα.
Η ταινία είναι τόσο δυνατή που ακόμη και σε σκηνές που η βία απουσιάζει την νιώθεις. Νιώθεις ότι ελοχεύει.Έχει την ασφυκτική πίεση θρίλερ χωρίς να είναι.
Η βία που βιώνει το σώμα των ηθοποιών μεταφέρεται πάνω σου. Η καταπόνηση του σώματος. Η βάναυση χρήση του είτε είναι από υπερβολική και επίπονη εργασία, ο βιασμός, το μαστίγωμα σε αναγκάζουν να σηκωθείς από το βόλεμα γιατί δεν αντέχεις. Ποια είναι τα όρια πόνου; Πόσο αντέχει ένας άνθρωπος;
Χωρίς μελοδραματισμούς, τις περισσότερες φορές σιωπηλά, συμμετέχεις στον πόνο, στην ταπείνωση, στον εξευτελισμό της ανθρώπινης υπόστασης. Κατανοείς ακόμη και την μην αντίδραση, την καταπίεση, την κατάργηση της αξιοπρέπειας.
Απέδωσαν το ρόλο τους όλοι μοναδικά. Όλοι οι χαρακτήρες αποδόθηκαν με εξαιρετικό τρόπο μέσα στην καλοσύνη τους, την υπεροψία τους, την βιαιοπραγία τους, την απανθρωπιά τους, την φρικαλεότητα, την εγκληματική τους συμπεριφορά, την ανεκτικότητα, την άνευ όρων παράδοση τους, την σιωπή τους, την απόγνωση, την κούραση τους, τον πόνο.
Αξιοπρόσεχτη η αφηγηματική σειρά των γεγονότων. Με δύο-τρία πισωγυρίσματα ακολουθούσες τον ήρωα στην εξέλιξη της ιστορίας. Επιτυχία του σεναριογράφου.
Φοβερή εφευρετικότητα του σκηνοθέτη η αντίθεση του υπέροχου ειδυλλιακού σκηνικού των αγροκτημάτων με τα εγκλήματα που φιλοξενούσε. Μία οργιάζουσα βλάστηση, το καθαρτήριο του πράσινου και του λευκού των επαύλεων απέναντι στην κόλαση του μαύρου. Εξαιρετικά πλάνα, φωτισμός που δραματοποιεί τις σκηνές βοηθώντας την ηθοποιία και την σκηνοθεσία. Εξαιρετικά φωτογραφικά πορτρέτα συμπληρώνουν την έκφραση, εμπεδώνεις την τότε και εκεί πραγματικότητα.
Στα μείον της ταινίας, αν και καθοριστικό για την εξέλιξη της ιστορίας της λήξης της δουλείας, η εμφάνιση του Καναδού και το λογύδριο του περί κατάργηση της δουλείας. Ήταν το κομμάτι που αναρωτιόμουν πως προέκυψε. Ήταν ασύνδετο από άποψη ποιότητας και συνεκτικότητας. Σαν να προστέθηκε εσπευσμένα, εκ των υστέρων, πρόχειρα. Το ίδιο μείον θα έδινα και στο τέλος της ταινίας. Ήταν συμπιεσμένο. Σαν να έπρεπε να τελειώσει.
Είναι γεγονός πως σαν κοινωνία δεν έχουμε απαντήσει κατ’ ιδίαν ή συλλογικά στο θέμα δουλεία. Είναι γεγονός ότι ηθελημένα δεν στεκόμαστε να το αντιμετωπίσουμε. Είναι προσβλητικό της υπόστασης μας. Είναι απάνθρωπο. Δεν θέλουμε να συμβαίνει κι αν συμβαίνει θέλουμε να το αγνοούμε. Προσποιούμεθα ότι δεν είναι δυνατόν. Κι όμως υπάρχουν χώρες που ο άνθρωπος είναι πράγμα για έναν άλλο άνθρωπο, η δύναμη του οποίου ακυρώνει την ύπαρξη. Όταν βρίσκεσαι, ως θεατής, μπροστά στην σκληρή αλήθεια της βίας, της αδικίας, του εξευτελισμού είναι φυσικό να σε συνεπαίρνει το θέμα εις βάρος της μορφής. Μόνο που η μορφή είναι αυτή εξαιτίας της οποίας το θέμα είχε τόσο επιρροή επάνω σου.
Ε! Αυτό είναι Τέχνη.


Σκηνοθέτης.                                Steve McQueen
Συγγραφέας βιβλίου.                    Solomon Northup (βιβλίο Twelve Years A Slave)
Σενάριο.                                     John Ridley
Κινηματογραφία.                          Sean Bobbitt
Μουσική.                                     Hans Zimmer
Διανομή ρόλων.                            Francine Maisler

Ηθοποιοί
Solomon Northup.                         Chiwetel Ejiofor
Freeman                                      Paul Giamatti
Rachel.                                       Nicole Collins
Edwin Epps                                  Michael Fassbender
Mrs Epps.                                    Sarah Paulson
Patsey.                                       Lupita Nyong'o
Mr Ford                                       Benedict Cumberbatch
Tibeats.                                      Paul Dano

29 Μαΐου 2014

The Wolf of Wall Street (2013)

Διάβασα κάπου ότι ένα από τα καλά της κρίσης ήταν ότι απολαύσαμε εξαιρετικές ταινίες, όπως το 'Margin Call', 'Wall Street: Money never sleeps', το 'Capital'. Είναι ακριβό το τίμημα για κάποιες ώρες ευχαρίστησης. Η αλήθεια είναι ότι οι καλλιτέχνες, ως πιο ευαίσθητοι κι ανήσυχοι από εμάς, προσπαθούν να απαντήσουν στα δικά μας μεγάλα ερωτηματικά, να τα αναλύσουν και να τα εξορκίσουν.
Ο Martin Scorsese, με μία υπερβολή που άλλη ονόμασαν μαύρη κωμωδία, μας ξετύλιξε τον κόσμο που ουσιαστικά δρούσε και δρα δίπλα μας και προκάλεσε την μεγαλύτερη σε διάρκεια κρίση. Πρόκειται για αληθινή ιστορία του Jordan Belfort, ενός χρηματιστή από το Long Island, τη δραματική άνοδο και πτώση του στη Wall Street, που συνόδευσε την ταραχώδη ζωή του, με τα ατελείωτα πάρτι, καταχρήσεις και τη διαφθορά.
Η ταινία δεν επιχειρεί να απαντήσει στο πως. Δεν καταπιάνεται στο κομμάτι της οικονομικής ανάλυσης που ίσως κάποιοι να περίμεναν. Εστιάζει στους χαρακτήρες και τη ψυχολογία αυτών που δημιούργησαν το πρόβλημα και που δεν ξέρουμε που και πότε θα σταματήσει. Η θηριώδης λαιμαργία του ανθρώπου και ιδιαίτερα του σύγχρονου για το χρήμα κι ότι αυτό αποφέρει ήταν η καρδιά της ταινίας.
Τον χαρακτήρα τού τον έδωσε το βιβλίο, τη πλοκή, το μύθο. Αυτός, ο Martin Scorsese, τον ανέβασε στα ύψη. Η επιλογή του Leonardo Di Caprio ως πρωταγωνιστή, άριστη. Με μία ανεπανάληπτη ηθοποιία ερμήνευσε έναν ρόλο που ακροβατούσε στα όρια της σάτυρας. Υπερκινητικός, χειμαρρώδης, παθιασμένος, ηδονιστής, άπληστος, ρηξικέλευθος, τολμάει, αρπάζει, κερδίζει, απολαμβάνει. Παραμένει ανικανοποίητος. Δεν έχει όρια. Χρήμα, ναρκωτικά, πορνεία, ηδονή. Ένας ατέρμων κύκλος. Σε αυτή την επιλογή έχει μαζί του μία ομάδα οπαδούς που διέπονται από το ίδιο πάθος, όμως δεν είναι το ίδιο χαρισματικοί με αυτόν.
Ο Scorsese σε δύο σημεία είπε ότι η επιθυμία να λύσεις τα προβλήματα σου οδηγεί στην επιθυμία να αποκτήσεις πολύ χρήμα. Η αθώα εκ πρώτης όψεως επιθυμία για να βρεθείς κι εσύ στον άλλον κόσμο, τον 'καλύτερο', αυτόν που μας έπεισαν για 'καλύτερο', σε οδηγεί σε ατραπούς χωρίς επιστροφή. Αθώα ξεκίνησε ο Βelfort… έμαθε και βρήκε άλλους, τους δίδαξε, τους ντοπάρισε, αναδείχτηκε ο ίδιος σαν Κροίσος.
Που πόνταρε, ή που ποντάρουν οι χρηματιστές; Στην μικρή αθώα επιθυμία να γίνουμε κι εμείς πλούσιοι, άκοπα, γρήγορα.
Η προμήθεια μου για την ικανοποίηση αυτής σου της επιθυμίας θα κάνει κι εμένα πλούσιο.
Όλα αυτά χρειάζονται ενέργεια και αυτή μόνο οι ουσίες σου την δίνουν άμεσα, γρήγορα, αλλά όχι και ακίνδυνα. Γίνεσαι θύμα τους, εκεί που νομίζεις ότι εσύ ελέγχεις.
Άφθονο έρεε το αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Μια υπερβολή. Αναρωτιέσαι αν όντως έτσι είναι, αν γίνεται έτσι σε κάποιες κοινωνίες ή σε κάποιες κοινωνικές ομάδες. Αυτή η φοβερή εξάρτηση. Στην ουσία, ένας παντοδύναμος άνθρωπος εξαρτάται από μια σκόνη. Η ίδια η παντοδυναμία του ακυρώνεται. Ακυρώνεται και ελευθερώνει τα ένστικτά του κι αυτά πανίσχυρα και ενισχυμένα, ταϊσμένα από τις ουσίες, παίρνουν τον έλεγχό του. Έτσι ζητά σεξ όλο και περισσότερο όλο και διαφορετικό. Γέμισε η οθόνη πόρνες, όργια. Ο Καλιγούλας θα ωχριούσε.
Όμως, αν είσαι ο 
σκηνοθέτης Martin Scorsese, δεν αφήνεις τον θεατή να παρασυρθεί μέσα τους.
Παρατηρητής αδιάφορος παραμένεις και πολλές φορές αηδιάζεις μέσα στον εξευτελισμό του ανθρώπινου σώματος, αυτού που σου χάρισε και χαρίζει ηδονή, ευχαρίστηση, αυτού που στα μουσεία του κόσμου λάτρεψες. Δεν ξέρω αν οι άρρενες θεατές ένοιωσαν κάποια ευχαρίστηση, αλλά εμένα προσωπικά με άφησαν οι ερωτικές σκηνές παγερά αδιάφορη. Δεν θέλησε αυτό να δω, ο σκηνοθέτης. Αυτό που ήθελε ήταν ο κύκλος του χρήματος.
Είναι γεγονός ότι ο απεχθής χαρακτήρας του Belfort μέσα από την ταινία, με την βοήθεια της ερμηνείας του Leonardo Di Caprio, του κινηματογραφιστή, αλλά κυρίως του σκηνοθέτη, απέκτησε αίγλη και ωραιοποιήθηκε.
Μετά το τρίωρο θέασης, νιώθεις μια πικρή γεύση. Αν αυτοί είναι οι νέοι ήρωες της κοινωνίας μας δεν με συνεπήραν και ούτε θα ήθελα να τους μοιάσω. Φαντάζομαι μετά τον Σπάρτακο, τον Gladiator, τον Ben Hur, τον Robin Hood, τους Τρεις Σωματοφύλακες, τον Δον Κιχώτη, τον Ναπολέοντα, ακόμη και τον Batman, αγόρια και κορίτσια ζήλεψαν και θέλησαν να ταυτιστούν μαζί τους, ανεξάρτητα από την βία που εικονικά βίωσαν. Όπως ωραιοποιήθηκε ο 
Belfort, έτσι χωρίς καμμιά τελετή αποκαθηλώθηκε. Ακόμη και η εν συνεχεία λαμπρή καριέρα του σε άλλο τομέα δραστηριότητας, δεν δημιούργησε προσωπικότητα για ταύτιση.
Ο άνθρωπος γίνεται πράγμα προς κατανάλωση και αγοραπωλησία, αρκεί να έχεις χρήμα.
Ελεεινή η εικόνα της γυναίκας επίσης σ' αυτό το κόσμο, στη ταινία. Μοναδικό αντικείμενο ηδονής, ακόρεστου πόθου. Στην καλυτέρα των περιπτώσεων μικρή αναφορά σε μια γυναίκα χρηματίστρια που, αφού σώσει τα παιδί της πουλώντας «αέρα», το κάνει συνολάκι Chanel, για το μόνο που νοιάζεται καθώς συλλαμβάνεται για διαφθορά και απάτη.
Τα φρόντισε όλα ο Scorsese. Ήταν λίγες οι γυναίκες στην εταιρεία, πολλές στα πάρτι, άπειρες οι πόρνες. Ο φακός όμως δεν στάθηκε ούτε μια στιγμή στα πρόσωπά τους ή στα προκλητικά και μισόγυμνα κορμιά τους. Έμοιαζε σαν να πήγαινες σε ανθοπωλείο κι αγόραζες μια ανθοδέσμη, ορχιδέες, ή τριαντάφυλλα. Άψογα, άψυχα όντα με ημερομηνία επικείμενης λήξης, αντικείμενα ηδονής.
Ο Leonardo Di Caprio μιμήθηκε αρκετούς κινηματογραφικούς χαρακτήρες. Σε διάφορες σκηνές αναγνώρισα τον Marlon Brando, σε άλλες τον Robert De Niro. Δεν ήταν αντιγραφή νομίζω, ήταν ο Martin Scorsese που θέλησε αυτήν την έκφραση. Αναζήτησε ομοιότητες προκειμένου να αποκωδικοποιήσει για λογαριασμό μας τις κοινωνίες που υπάρχουν, δρουν, καθορίζουν αυτό που φαίνεται έννομο, επιτυχημένο. Σαν τα κυδώνια. Ολόχρυσα απ έξω, διαβρωμένα εσωτερικά από σκουλήκια.
Το κράτος του Δικαίου υπάρχει. Υπάρχει με την μορφή ενός αδαμάντινου χαρακτήρα. Το προσωπικό στοίχημα ενός πράκτορα, του Patrick Denham. Αφήνει μία αιχμή. Ο αδέκαστος δοκίμασε παλιά να μπει κι εκείνος στισ χρηματαγορές. Αν ήθελε να μας πει ότι όλοι μας θα θέλαμε παρόμοιους κόσμους, δεν ήταν τόσο σαφές σαν μήνυμα. Η σύγκριση, ήταν ένας αυτός απέναντι στους άλλους, πανίσχυρους λόγω χρήματος. Τους βάζει απέναντι ο Martin Scorsese, ως μονομάχους. Η δύναμη τους, τα βλέμματα και ο διάλογος. Μία λεκτική μάχη. Η υποκριτική ικανότητα και των δύο υπέροχη. Από τις ωραιότερες σκηνές. Καθόλου τυχαία ο σκηνοθέτης μοιράζει το τέλος της ταινίας με τα πορτρέτα και των δύο.
Δεν έχω απάντηση σε ποιον θα έδινα τα εύσημα. Συγγραφέα, σκηνοθέτη, κινηματογραφιστή, ηθοποιούς; Το βέβαιο είναι ότι είναι μια ταινία με πολλές αναγνώσεις και σε μένα έμοιαζε σαν μία βαθιά τομή στην κοινωνία του σήμερα. Όπου απαγορεύτηκε, λογοκριτές σίγουρα φοβήθηκαν μήπως οι συμπολίτες τους έβλεπαν μόνο μία ανάγνωση, αυτή της φλούδας. Έχει όμως και σάρκα και σπόρους.

Σκηνοθεσία                                     Martin Scorsese
Βιβλίο                                            Jordan Belfort
Σενάριο                                          Terence Winter
κινηματογραφία                               Rodrigo Prieto
διανομή ρόλων                                 Ellen Lewis

Ηθοποιοί

Jordan Belfort                                 Leonardo DiCaprio
Donnie Azoff                                   Jonah Hill
Naomi Lapaglia                                Margot Robbie
Mark Hanna                                     Matthew McConaughey
Max Belfort                                     Rob Renier
Brad Bodnick                                   Jon Bernthal
Manny Riskin                                    Jon Favreau
Jean Jacques Saurel                          Jean Dujardin

21 Μαΐου 2014

Πλανήτης Ωκεανός (Planet Ocean) - 2012

Αν εκτιμάς ότι δεν σε αφορά το τι συμβαίνει στο περιβάλλον, αν θεωρείς τον εαυτό σου αθώο για ό,τι συμβαίνει σ’ αυτό, αν θεωρείς ότι είσαι αδύναμος να συμβάλλεις στην σωστή διαχείριση του, αν πιστεύεις ότι άλλες από τα του περιβάλλοντος είναι οι προτεραιότητες σου, τότε πρέπει να γίνεις εσύ ο θεατής της νέας ταινίας των Michael Pitiot & Yann Arthus Betrand, Planet Ocean.
Μοιάζει υπερβολή η εισαγωγή μου και ίσως περνάει τα όρια της ορθότητας, όμως η κατάσταση στην «αυλή» μας το επιβάλλει. Η ταινία είναι επίτευγμα σε ό,τι αφορά την κάλυψη του θέματος 'ωκεανός'. Διεισδυτική, αισθητικά άρτια, μουσική επένδυση αξιοσημείωτη. Θα σημείωνα ως μη απαραίτητα τα διδάγματα στο τέλος, ή διακριτικότερα. Δεν πιστεύω ότι όποιος είδε την ταινία χρειάζεται δίδαγμα. Ίσως φταίει ότι στην χώρα μας εξαιτίας των κατηχητικών γίναμε ευαίσθητοι επί του θέματος 'ηθικόν δίδαγμα'.
Τόσο η επιστημονική δουλειά όσο η τεχνική και τεχνολογική κάλυψη σε αφήνουν άφωνο. Δεν ταξιδεύεις σε τέτοιο βάθος, έστω κι αν το footage είναι δανεικό. Κάποιος θαρραλέος, ή μάλλον κάποιοι, το κάνανε, κι εγώ, στην πολυθρόνα μου, αναφώνησα. Αυτό που κάνουν οι αριθμοί στις συνειδήσεις είναι συγκλονιστικό. Τόσο στο Home όσο και σε αυτήν την ταινία σε καθηλώνουν, ιδιαίτερα όταν τα νούμερα συνδέονται με εικόνα. Και τι εικόνα!
Η κάμερα πηγαινοέρχεται από την ομορφιά στην ασχήμια, στην εγκληματική συμπεριφορά του ανθρώπου προς το περιβάλλον, στο παράξενο και οικείο, στο γραφικό και αποκρουστικό, στο φανερό και κρυφό, με τέχνη περισσή με ακρίβεια, αριστουργηματικά.
Υπάρχει βεβαίως από πριν και διαθέσιμη, η καταπληκτική δουλειά των Cousteau, παππού, γιαγιάς, παιδιών και εγγονών αντίστοιχα. Είναι πολύτιμη κληρονομιά στην ανθρωπότητα, αλλά η παρούσα ταινία Planet Ocean διεκδικεί μία άλλη θέση στο χώρο του θεάματος. Η συμβολή και φαντάζομαι η χορηγία της Omega αξιέπαινη.

Μαζί με άλλες δημιουργίες όπως: Koyaaniqatsi (1982), Naqoyqatsi Powaqqatsi (1988) του Godfrey Reggio, ο Microcosmos (1996) των Claude Nuridsany & Marie Pérennou, Earth Flight BBC (2011) του John Downer, το Winged Migration (2001)των Jacques Cluzaud, Michel Debats & Jacques Perrin, αποτελούν ένα νέο είδος τέχνης που συνδυάζει αισθητική, μύθο, μουσική, απόλαυση, εγρήγορση, ευαισθητοποίηση. Θέλεις να το χαρίσεις, να το μοιραστείς. Γοητεία και προβληματισμός. Αναγκαιότητα δράσης.
Από την Σαγκάη, στη Νιγηρία, από την Ινδονησία στον Παναμά. Από την ταπεινή σαρδέλα στο καλαμάρι βαμπίρ. Από το πλαγκτόν που προσπερνούμε, στην σφυροκέφαλη φάλαινα. Από τα θηρία, μεταφορείς εμπορευματοκιβωτίων, στα νεκροταφεία πλοίων και στους ξεχασμένους ψαράδες της Αφρικής, εκεί που ο άνθρωπος γίνεται ένα με την σκουριά του πλοίου, για ένα αμφιβόλου ποιότητας και μηδαμινής ποσότητας γεύμα. Γρήγορα περνάς από την ενημέρωση, στον θαυμασμό, στην αναστάτωση, στην αγωνία της επόμενης μέρας του κόσμου μας.
Δεν ξέρω αν μπορέσω να ξαναδώ αδιάφορα το κύμα να σπάει στην ακτή, αν θα διαλέξω απροβλημάτιστα τα ψάρια, αν χαιρετίσω το άνοιγμα της νέας αλιευτικής περιόδου.
Είναι γεγονός ότι ωριμάζουμε μαζί με τα προβλήματα. Είχα παρακολουθήσει, με αδιαφορία ομολογώ, την εισήγηση μιας ευρωβουλευτή το 1996 στο Ευρωκοινοβούλιο για την νέα οδηγία για την αλιεία. Ήμουν μακράν του προβλήματος. Ήταν εποχή που πίστευα ότι οι μηχανότρατες πρόσθεταν στην οικονομία του τόπου. Σε μία 20ετία επιταχύνθηκαν τα προβλήματα, μάλλον σύμφωνα με την ταινία επιταχύνθηκε ο ρυθμός εμφάνισης των συνεπειών μιας αλόγιστης χρήσης των πόρων μιας υπεραλίευσης, μιας υπεροπτικής συμπεριφοράς απέναντι στους προηγούμενους της διατροφικής μας αλυσίδας. Όπως προκύπτει, ο μόνος κυνηγός μας οι συνέπειες των πράξεων μας. Έτσι προσέγγισαν το θέμα οι δημιουργοί της ταινίας. Και εμείς συμφωνήσαμε.
Χάνεσαι στα ρεύματα των ωκεανών, τρομάζεις από το απύθμενο της ύπαρξης των, την σοφία της συνύπαρξης από την αποκατάσταση της υπερβολής. Δεν συγχωρεί η φύση την υπερβολή που εμείς για τις υποτιθέμενες ανάγκες μας επιβάλλουμε. Στο τέλος, ένας-ένας οι συντελεστές, ως συνδημιουργοί παρουσιάζονται σεβόμενοι την συνύπαρξη και συνεργασία ως άλλο κοπάδι σκουμπριών. Ήταν αλυσιδωτή η προσφορά του καθένα και αναπόσπαστος κρίκος η δουλειά του καθενός. Χωρίς το δικό του, δικό της κομμάτι, απραγματοποίητο το αριστούργημα.
Οι φάλαινες φυσητήρες ονειρεύονται με το κεφάλι προς τα κάτω, είδα στην ταινία. Εγώ ονειρεύομαι με το κεφάλι προς τα πάνω κι ελπίζω σε ένα καλύτερο αύριο με την ευχή να εξακολουθώ να κολυμπώ στην θάλασσα κι όχι σε πισίνα. Να απολαμβάνει τον βυθό μαζί με την αθερίνα και η εγγονή μου. Να μυρίζει ιώδιο η αύρα της θάλασσας τα καλοκαιρινά βράδια κι όχι βόθρο, να εξακολουθούν να τραγουδούν τα νήπια το «…πολύ κουράστηκες ψαρά, τα ψάρια είναι δικά σου και πούλα τα στην αγορά να θρέψεις τα παιδιά σου…»

Σκηνοθέτες :                                     Michael Pitiot, YannArtus Bertran
Κείμενο:                                            Lucy Allwood( μετάφραση), Μichael Pitiot
Aφήγηση:                                         Josh Duhamel
Mουσική:                                          Armand Amar
Φωτογραφία:                                    Andy Casagrande
Αεροφωτογραφία:                             Nel Boshoff
Υποβρύχια φωτογράφηση:                 Denis Lagrange
Χειρισμός κάμερας:                            Paul Wildman

10 Απριλίου 2014

Η Τέλεια Ομορφιά (La Grande Bellezza) - 2013

Ένας δημοσιογράφος, συγγραφέας που μόλις έχει κλείσει τα 65 του χρόνια, αγαπημένος και περιζήτητος της ρωμαϊκής κοσμικής ζωής, περιπλανιέται στην αγαπημένη του ιταλική πρωτεύουσα αντιμέτωπος με το δικό του αλλά και το δικό της παρελθόν.
Θα μπορούσε να είναι η περίληψη της τελευταίας και βραβευμένης με Οscar ταινίας του Paolo Sorrentino.
Η σαρκαστική ματιά του σκηνοθέτη για την σύγχρονη κοινωνία εκφράστηκε δια του πρωταγωνιστή του Jep Gambardella έξοχα.
Διαρκείς αντιπαραθέσεις του παρελθόντος και παρόντος μέσα από τη τέχνη βοηθούν όχι μόνο να δει ο πρωταγωνιστής την δική του πορεία στην ζωή αλλά και τις κοινωνικές αλλαγές και στάσεις που συνέβησαν.
Είναι αυστηρός με την σύγχρονη τέχνη, αποθεώνει την παλιά κλασσική τέχνη, αμφισβητεί την φιλία, κριτικάρει τον έρωτα, την δήθεν οικογένεια, τη ματαιοδοξία, τις ομάδες, την πολιτική, την Εκκλησία.
Διάλεξε βεβαίως να κινηθεί στην αριστοκρατική τάξη, την τάξη των διανοούμενων, των πλουσίων.
Εκτιμώ ότι το έκανε με επιλογή. Αρνούμαι ότι τα χαρακτηριστικά αυτά είναι συγκεκριμένου χώρου, τάξης, χώρας.
Δεν χρειάζεται να επαναπαυτεί κανείς επειδή ίσως δεν ανήκει σε μία από τις προαναφερθείσες ομάδες.
Ακόμη και σε επαρχιακές κοινωνίες, σε κατώτερες οικονομικά τάξεις, σε δήθεν ομάδες καλλιεργημένων ατόμων, αναγνωρίζεις τις ομοιότητες, κάνεις συνειρμούς.
Μετά την θέαση της ταινίας μπορούσα να δώσω ονόματα στους χαρακτήρες από αυτά των προσώπων της δικής μου κοινωνίας και να αναφερθώ σε πράξεις τους παρόμοιου περιεχομένου.
Ο ρόλος των κομμάτων και το αλληλένδετό τους στην τέχνη. Η τέχνη δεν κινείται μόνο από το χρήμα, αλλά την ομάδα, το κόμμα. Είναι ένας εκδημοκρατισμένος ρόλος της Εκκλησίας.
Πως θα μπορούσε να μιλήσει για θέματα τέχνης, ΜΜΕ, Εκκλησίας, ‘νύχτας’, αν η ομάδα που αναφερόταν ήταν στα όρια της φτώχειας, της πείνας, ήταν οι οικονομικοί ή πολιτικοί μετανάστες;
Εκεί όλα καταλύονται κάτω από την επιτακτική ανάγκη επιβίωσης. Ελπίδα ο άλλος άνθρωπος, για κάποιους η πίστη. Εκεί τον νεκρό δεν σου δίνεται χρόνος ούτε να τον κλάψεις, πόσο μάλλον να έχεις την πολυτέλεια τι να του πεις και πως να φερθείς.
Ήταν τρυφερός με τους αγνούς πιστούς της Εκκλησίας, τόνισε το πως τους εκμεταλλεύονται και τους περιφέρουν, παράδειγμα, η Αγία της ταινίας.
Έθεσε ο Sorrentino το μεγάλο ερώτημα το τι είναι ομορφιά.
Είναι αυτό που χάθηκε; Είναι αυτό που ψάχνουμε; Είναι αυτό που κουβαλάει ένα κομμάτι από την ψυχή μας; Είναι η έκφραση της ψυχής μας;
Αναρωτήθηκα, πόσο ψεύτικος και δήθεν μπορείς να είσαι όταν έχεις ένα τεράστιο όγκο μάρμαρου και πρέπει να τον δουλέψεις, για να τον κάνεις μία Pieta. Πως μπορεί να είσαι ανάλαφρος και άσκεφτος. Δεν έχεις, ως καλλιτέχνης, το περιθώριο να πείς «έχω μία ωραία ιδέα που αν την υλοποιήσω, με λίγες Δημόσιες Σχέσεις και με λίγο σκούντημα από τον τάδε, θα πουλήσω». Το υλικό πανάκριβο, δυσεύρετο, σκληρό, απαιτεί το δικό σου μόχθο εκτός από έμπνευση, ικανότητα, τέχνη. Δεν έχει περιθώρια πισωγυρίσματος, δεν επιτρέπει αυτή η καθημερινή επαφή και δουλειά, ελαφρότητα. Ζητάει εσένα, αφοσίωση και το κυριότερο, απαιτεί αλήθεια. Έτσι θα μπορείς να παραμείνεις αξιοθαύμαστη ανά τους αιώνες.
Εξάλλου, για όσους βλέπουν χωρίς να σκέφτονται, η ταινία ήταν μία εξαιρετική ξενάγηση στην Ρώμη. Οι δε ζωές των χαρακτήρων διασκεδαστικές, όνειρο των περισσότερων η πολυτελής ζωή και διασκέδαση.
Άφησα τελευταίο το θέμα του έρωτα.
Η καλή ζωή, η ξέφρενη διασκέδαση, η ηδονιστική απόλαυση της στιγμής, το εφήμερο κι άρα και χωρίς κόπο, κάποτε τελειώνουν και φέρνουν τον κορεσμό. Είναι τότε που μαζί με τον χρόνο σου που τελειώνει ζητάς μια άλλη ζωή, αυτήν που άφησες. Θα την βρεις; Δεν είναι εύκολη η απάντηση. Δεν σε περιμένει στην άκρη σε περίπτωση που την αναζητήσεις.
Το ευχάριστο είναι ότι ο Sorrentino δεν σε θλίβει και ακόμη το πιο ευχάριστο είναι ότι σου δίνει ελπίδα.
Την ελπίδα της αλήθειας με τον εαυτό σου.
Είναι επίπονη η διαπίστωση, αλλά και ο μόνος δρόμος για να βρεις την ομορφιά των πραγμάτων και της ζωής.
Ίσως τότε, όπως ο συγγραφέας, έχεις κάτι να πεις, αυτός δε θα γράψει το επόμενό του βιβλίο.

Σκηνοθεσία                                  Paolo Sorrentino
Σενάριο                                       Paolo Sorrentino
                                                 Umberto Contarello
Φωτογραφία                                Luca Bigazzi
Διανομή ρόλων                             Anna Maria Sambucco
Μουσική                                      Lele Marchitelli

Ηθοποιοί
Jep Garbardella                            Toni Servillo
Ramona                                       Sabeina Felilli
Romano                                       Carlo Verdone
Lello Cava                                    Carlo Buccirosso
Santa                                          Giusi Merli

18 Μαρτίου 2014

Blue Jasmine - 2013

Δεν ξέρω αν ο Woody Allen μας είχε στο νου του, την Ελλάδα και τους Έλληνες, όταν έκανε το Blue Jasmine.
Μοιάζουμε λίγο ως πολύ της Jasmine. Ξεπεσμένοι, φτωχοί, απελπισμένοι, κοιτάμε πίσω στο παρελθόν μας, δεν θέλουμε να χάσουμε τις πολυτελείς μας συνήθειες, περιφρονούμε ότι λαϊκό, προδοθήκαμε, κερδίσαμε την πολυτέλεια που απολαύσαμε ως προϊόν απάτης.
Επίσης μυαλό δεν βάλαμε ούτε βάζουμε. Είμαστε ωραίοι, ως χώρα, όπως άλλωστε και η Kate Blanchett, η πρωταγωνίστρια του έργου.
Πρόκειται για την τελευταία ταινία του σκηνοθέτη που την παρακολουθήσαμε με πολύ ενδιαφέρον, την ηθοποιΐα δε της Kate Blanchett τη θαυμάσαμε. Δικαιώθηκε ο θαυμασμός μας με το Oscar γυναικείου ρόλου που της απονεμήθηκε.

Η ιστορία έχει ως εξής: Κοσμοπολίτισσα, χωρίς χρήματα, χωρισμένη, απελπισμένη, έρχεται από την Νέα Υόρκη στο Σαν Φρανσίσκο να ζήσει με την φτωχή αδελφή της Ginger, την οποία μάλιστα δεν εκτιμάει ιδιαίτερα, αλλά ούτε και απαραίτητα. Χωρίς προσόντα, μην έχοντας δουλέψει ποτέ στην ζωή της. Βρέθηκε από τα σαλόνια, θα έλεγε κάποιος, στα αλώνια.
Προσπαθώντας αφενός να δουλέψει για να επιβιώσει και να αποκτήσει επιδεξιότητα σε κάτι, όπως διακόσμηση εσωτερικών χώρων, και αφετέρου να δεχθεί την χωρίς λάμψη ζωή καθημερινών ανθρώπων, ζει μέσα στην θλίψη. Με διάφορες αφορμές επιστρέφει η σκέψη της, κι εμείς μαζί, στην προηγούμενη ζωή της. Μ’ αυτόν τον τρόπο μαθαίνουμε για τον πρώην πολυτελή βίο της, την κενότητα της ζωής της, την υποτιθέμενη καλή σχέση με τον άνδρα της, Hal. Εκείνος, ένας απατεώνας που δεν δίστασε να καταβροχθίσει ακόμη και τα χιλιάρικα που η αδελφή της γυναίκας του με τον πρώην άνδρα της κέρδισαν σε τυχερό παιχνίδι και του τα εμπιστεύτηκαν να τα επενδύσει.
Η αδυναμία της να δεχθεί την πραγματικότητα της ζωής της θα την οδηγήσει σε νέα ψεύδη, τα οποία με ευκολία σερβίρει, δοθείσης ευκαιρίας ενός νέου λαμπρού πολυτελούς μέλλοντος που προκύπτει από την συνάντηση με χήρο, διπλωμάτη και μελλοντικό πολιτικό, τον Dwight. Η πρόκληση μιας νέας εξίσου εύκολης και πλούσιας ζωής με αυτήν του παρελθόντος της είναι παρούσα και δυνατή. Θα την επιλέξει.
Ο θεατής θα μάθει το τι όπως θέλει ο Woody Allen.
Δεν ξεφεύγεις από τον εαυτό σου.
Δεν ευτυχείς όταν ζεις για την εικόνα σου και για τους ‘άλλους’.
Δεν ευτυχείς όταν αρνείσαι την πραγματικότητα, όταν κατασκευάζεις έναν μύθο γύρω από τον εαυτό σου.
Δεν ευτυχείς όταν θέλεις τα περισσότερα και τα καλύτερα για σένα.
Δεν ευτυχείς όταν άκοπα απολαμβάνεις.
Δεν ευτυχείς όταν δεν τραβάς το πέπλο με το οποίο κάλυψες την ζωή σου. Όταν ο εγωκεντρισμός και η ματαιοδοξία σου οδηγούν τα βήματά σου.
Μια καταπληκτική ερμηνεία. Μια τραγική φιγούρα η πρωταγωνίστρια. Έλαμψε και κυριάρχησε, όλα και όλοι ήταν απλώς γύρω της. Ωχριούσαν από την παρουσία της. Όλα τα σκέπασε η θλίψη της. Και το πρόβλημα της. Η Blue Kate Blancett κινήθηκε και μας συνεπήρε στην κατρακύλα της Jasmine όλους, συμπρωταγωνιστές και θεατές.
Είμασταν μέρος της θλίψης της, του προβλήματος της. Ζήσαμε το δράμα της προσωπικής της ζωής. Οι άλλοι έπαιξαν και έδρασαν, αλλά υπήρξαν μόνο για να μεγιστοποιήσουν αυτό που ο Woody Allen ήθελε. Να δούμε το Blue της.
Ο Allen δεν κουράστηκε να αναδεικνύει τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, της ερωτικής μας ζωής, το δύσβατο του έρωτα, την αγάπη και την προδοσία, την απλότητα συγκρινόμενη με την επιτήδευση, την ενδοοικογενειακή πραγματικότητα. Το ‘δήθεν’ της ζωής μας. Τα κατασκευασμένα όνειρα, το παιχνίδι ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα, το απτό και το όνειρο.
Μας έχει συνηθίσει σε μονογραφίες. Δεν είναι τυχαίο που με το πέρασμα του χρόνου μοιάζουν οι ταινίες του. Ένα παζλ χαρακτήρων που μαζί συνθέτουν την σύγχρονη κοινωνία, την δική του βέβαια, χωρίς να υπάρχει ουσιαστική απόκλιση από τις άλλες δυτικές κοινωνίες, τουλάχιστον συγκρινόμενες με την δική του.
Πικρή κι αυτή η ταινία του που την γλυκαίνουν όμως οι συμπεριφορές των απλών ανθρώπων. Η απλοϊκότητα θα έλεγα, αν ήθελα να είμαι δεικτική μαζί του. Αυτήν την απλοϊκότητα την έκφρασαν καλά οι άλλοι χαρακτήρες, κυρίως η αδελφή της Ginger, o νυν σύντροφος της Chili και ο πρώην άνδρας της Augie.
Ως συνήθως, στις ταινίες του Allen, τα εσωτερικά των σπιτιών είναι μέσο έκφρασης της κοινωνικής τάξης των χαρακτήρων. Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι αμερικανικό χαρακτηριστικό. Θα ήθελα να είχα την δυνατότητα να παρακολουθούσα την ελληνική πραγματικότητα των σπιτικών, αυτή που ξέρω, αν κάποιος, ένας σαν τον Woody Allen, την αποτύπωνε κάπως έμμεσα, όχι σαν κοινωνιολογική μελέτη.
Λέγεται ότι οι πρώτες ταινίες του επηρέασαν ως χώρος της αμερικανικής διανόησης της μεσαίας τάξης την αισθητική των Ευρωπαίων. Μύθος; Η αισθητική είναι πολυπλοκότερο θέμα και αποτέλεσμα πολλών παραμέτρων, μία εξ αυτών και ο κινηματογράφος, ως μέσον έκφρασης, αλλά και διαμορφωτής νέων πραγματικοτήτων.
Σκηνοθεσία και Αρχιτεκτονική, δύο τόσο παρόμοιες τέχνες/επιστήμες με κοινούς παρανομαστές...
Ως συγγενείς τέχνες, επηρεασμένες και οι δύο από τις έννοιες του χώρου και του χρόνου, χρησιμοποιούν κοινά εκφραστικά μέσα και οπτικά ερεθίσματα, όπως το φως, τη κίνηση, τα σημεία αναφοράς, την αισθητική, τις φόρμες, κλπ. Ως επιστήμες, απαιτούν την αγαστή συνεργασία πολλών ανθρώπων από διαφορετικούς κλάδους.
Ο Σκηνοθέτης και ο Αρχιτέκτονας δημιουργούν χώρους, οπτικοποιούν εικόνες, σκέφτονται τον άνθρωπο, και δημιουργούν ένα αποτέλεσμα με οπτικοακουστικά μέσα, με εργαλεία τον άνθρωπο, τον χρόνο, τον χώρο, τα αντικείμενα, το φως, την αισθητική και τη λειτουργικότητα. Συνεπώς, οι αρχιτέκτονες, όπως και οι σκηνοθέτες, μπορούν να παίξουν με όλα όσα το μάτι μπορεί να αφομοιώσει μέσω της όρασης, και παράλληλα μπορούν να το εξαπατήσουν.

Σκηνοθέτης                Woody Allen
Σενάριο                     Woody Allen
Φωτογραφία.             Javier Aguirresarobe
Διανομή ρόλων            Patricia Kerrigan - DiCerto, Juliet Taylor

Ηθοποιοί
Jasmine                      Cate Blanchett
Ginger                        Sally Hawkins
Augie                          Andrew Dice Clay
Chili                           Bobby  Cannavale
Hal                             Alec Baldwin 
Dwight                        Peter Sarsgaard

11 Μαρτίου 2014

Βαρύτητα (Gravity) - 2013

Η πολυαναμενόμενη και πολυβραβευμένη ταινία είναι προς θέασιν.
Όπως είναι ήδη γνωστό πρόκειται για την αποστολή τριών αστροναυτών, δύο εκ των οποίων οι Dr. Ryan Stone στη πρώτη της αποστολή και ο βετεράνος αστροναύτης Μαtt Kowalski.
Οι Ρώσοι ανατινάζουν παλιούς δορυφόρους τους και τα διασκορπισμένα κομμάτια αυτών με ιλιγγιώδες ταχύτητες (30.000 χλμ την ώρα) μπαίνουν στη τροχιά του ISS (International Space Station).
Οι δύο αστροναύτες απεγνωσμένα προσπαθούν να διασωθούν, κάτω από την απειλή του δραστικά μειωμένου οξυγόνου της Dr. Stone, χωρίς επικοινωνία με το σταθμό βάσης, με αναπόφευκτο τον διαμελισμό τους εάν δεν μπορέσουν να βγουν εκτός τροχιάς των υπολειμμάτων των κατεστραμμένων ρωσικών δορυφόρων.
Το ονόμασαν θρίλερ επιστημονικής φαντασίας και εν μέρει ήταν.
Αξιοθαύμαστα τα κινηματογραφικά εφέ, αξιοθαύμαστες οι προσομοιώσεις με τα αληθινά διαστημικά οχήματα, σταθμούς και συνθήκες. Η Αγγλικής έδρας εταιρία παραγωγής εφέ Framestore όντως άξιζε την επιβράβευση.
Η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ, δήλωσε ο σκηνοθέτης. Έτσι δικαιολογούνται κάποιες παραλλειψεις, ή τυχόν και λάθη.
Ο θεατής είχε την ευκαιρία να βιώσει την δουλειά, τον αγώνα και τις δυσκολίες των ανθρώπων αποστολής στο διάστημα. Τους ανθρώπους αυτούς τους ονομάσαμε ήρωες και αδιαφορούμε για το πως και με τι επιβιώνουν εκεί ψηλά στο πουθενά, στο σκοτάδι, μακριά από άλλον άνθρωπο, χωρίς ήχο, αιωρούμενοι. Άνθρωποι που η καθημερινότητά τους, εκτός του επιστημονικού έργου τους, είναι απόλυτα διαφορετική.
Μας το είπαν αλλά συνήθως το προσπερνούμε. Εστιάζουμε στο τι καινούριο θα ανακαλύψουν πάλι. Τι θα προκύψει, τι νέα δεδομένα θα παραλάβουμε.
Αυτό το κομμάτι ελαφρά κατά την γνώμη μου το άγγιξε, εκτός από το θέμα της βαρύτητας, εξ' ου και ο τίτλος της ταινίας.
Οι διάλογοι άνευροι, άψυχοι, σε αντίθεση με το δράμα που βιώνουν. Δεν προσέδωσαν καμμιά δραματικότητα.
Η Sandra Bullock, λέγεται, ότι επί δέκα ώρες καθημερινά στην διάρκεια των γυρισμάτων έμενε κυριολεκτικά σ’ ένα κλουβί (rig), όπως το αποκαλούσαν, για την καλύτερη απόδοση της. Αυτό από μόνο του δεν προσδίδει κάτι σε μένα σαν θεατή. Αν δεν το διάβαζα, δεν θα την έψαχνα αυτή την προσπάθεια, γιατί ούτε καν την είδα.Τι είδα; Μια χαριτωμένη, καλογυμνασμένη κοπέλα να ξεντύνεται όπως όταν επιστρέφει στο διαμέρισμα της μετά από μία κουραστική ημέρα. Ο George Clooney, αιώνιος ωραιοπαθής, να φλερτάρει και στο διάστημα, "takin' it easy" ακόμη και μπροστά στο θάνατο.
Όταν αποσυνδέονται για λόγους επιβίωσης σε κάποιο πλάνο, δεν γίνεται καθόλου αντιληπτό το μέλλον του Μatt Kowalski. Που πάει, αν τελικά σώζεται και πως. Προέχει η ‘επιβίωση μου’ από την πλευρά της συναδέλφου του... η δε αντίδραση της, χλιαρή έως ανύπαρκτη.
Δεν θα αναφερθώ στο όνειρο της, ούτε στον διάλογο της με ένα ψαρά στην γη. Ούτε λόγος φυσικά για την προσγείωση. Το βατραχάκι ως μέσω πληροφόρησης ότι πρόκειται για αβαθή λίμνη, παιδαριώδες. Η εμβρυική στάση και στη συνέχεια το περπάτημα στα τέσσερα κάτι προσπαθεί να πει περί αναγέννησης, αλλά ασθενώς. Η δε διασωθείσα στην ακτή, όπως στην ταινία Όσο υπάρχουν άνθρωποι (From Here to Eternity του Fred Zinnemann), περιμένει αυτή όσο και εμείς τον Clooney να εμφανισθεί και να την φιλήσει όπως ο Bart Lancaster την Deborah Kerr.
Μου φάνηκε ότι ο Alfonso Cuarόn έπαιζε το «ταξίδι στο διάστημα» με τον γιο του τόσο στο σενάριο, όσο και στην σκηνοθεσία. Απελπισμένη επιστήμονας η Dr. Stone, έχει χάσει το παιδί της. Tι ακόμη έχει να χάσει με την συμμετοχή της σε διαστημική αποστολή; Δεν την περιμένει κανείς. Ο αστροναύτης Kowalski θέλει να ξεπεράσει το ρεκόρ του κοσμοναύτη Anatoly Solovyev σε ώρες διαστημικού περιπάτου. Μένει ψύχραιμος και στα δύσκολα προτείνει ρώσικη βότκα. Αδύναμα επιχειρήματα για να στηρίξουν μεγάλες αποφάσεις και εγχειρήματα. Η απελπισία ή η φιλοδοξία δεν είναι ούτε κινητήριες δυνάμεις, ούτε εργαλεία για ρηξικέλευθες κινήσεις και αποφάσεις.
Έχει ωραίες ιδέες ο Alfonso Cuarόn, τον απασχολούν μεγάλα θέματα, όπως και στη ταινία του ‘Children of Men’, αλλά η υλοποίηση τους υπολείπεται. Ίσως να ήταν οι τεχνικές δυσκολίες και οι αδυναμίες πραγμάτωσης του φανταστικού, ίσως η αναποτελεσματικότητα συνεργασίας πολλών συντελεστών, ίσως οικονομικά θέματα, που παραμένουν, τουλάχιστον για μένα, αδιάφορες. Δεν έχριζε η ανάγκη τόσο αυστηρής κριτικής από μέρους μου αν δεν ήταν η σάρωση των Όσκαρ από την εν λόγω παραγωγή και το υψηλό της κόστος ($100 εκατομμύρια).
Μερικές φορές άστοχες λεπτομέρειες κρίνουν το σύνολο. Έτσι οι προαναφερθείσες λεπτομέρειες μέρος άλλων, όπως η ανάγνωση των εγχειριδίων και ο τραυματισμός στο μάγουλο, να οδήγησαν στην μη αναγνώριση του επιτεύγματος του σκηνοθέτη και παραγωγού.
Δεν αναδείχτηκε ή δεν το είδα το θέμα της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος από τα κομμάτια (debris) διαστημικών σκαφών αποτυχημένων αποστολών. Τουλάχιστον αυτό ήδη δηλώθηκε και από τον ίδιο το σκηνοθέτη.

The conceit of the movie — that a catastrophic chain of events commences when the Russians shoot down one of their own spy satellites — where did that come from?
This is something called the Kessler Syndrome, named after a scientist who put forward this theory: The area around the Earth is so dense right now [with satellites and various space junk], it will only take one satellite going off course, or a meteor to hit one satellite — everything is orbiting so fast, it could create a chain reaction in which a lot of satellites will be destroyed, turning into space debris. You know, they’re constantly moving [the International Space Station] because of space debris. So you will create a cloud of debris around the Earth that would make further space exploration impossible because you’d be crossing through a layer, basically, of bullets. Obviously our version of the Kessler Syndrome is so fictionalised it wouldn’t be like that at all. But those are the conventions that we needed to do for the film.

Η ταινία διαρκεί 90 λεπτά, όσο χρειάζεται να συμπληρώσει μία τροχιά γύρω από την γη ο Διεθνής Διαστημικός Σταθμός (ISS). Εύστοχος και ευφυής ο παραλληλισμός. 
Για τους λάτρεις των ταινιών διαστημικών ταινιών ίσως είναι συναρπαστική. 
Παρέμεινα αρνητική.

Σκηνοθέτης                                                   Alfonso Cuaròn
Σενάριο                                                        Αlfonso Cuaròn
                                                                  Jonàs Cuaròn
                                                                   George Clooney

Φωτογραφία                                                 Emmanuel Lubeski
Μουσική                                                       Steven Price
Οπτικά εφέ                                                   Framestore
3D                                                                Chris Parks

Ηθοποιοί
Sandra Bullock.                                              Dr. Ryan Stone
George Clooney.                                             Matt Κowalski

Φωνή στο ΚΕ στο Hοuston                                Ed Harris