18 Μαρτίου 2014

Blue Jasmine - 2013

Δεν ξέρω αν ο Woody Allen μας είχε στο νου του, την Ελλάδα και τους Έλληνες, όταν έκανε το Blue Jasmine.
Μοιάζουμε λίγο ως πολύ της Jasmine. Ξεπεσμένοι, φτωχοί, απελπισμένοι, κοιτάμε πίσω στο παρελθόν μας, δεν θέλουμε να χάσουμε τις πολυτελείς μας συνήθειες, περιφρονούμε ότι λαϊκό, προδοθήκαμε, κερδίσαμε την πολυτέλεια που απολαύσαμε ως προϊόν απάτης.
Επίσης μυαλό δεν βάλαμε ούτε βάζουμε. Είμαστε ωραίοι, ως χώρα, όπως άλλωστε και η Kate Blanchett, η πρωταγωνίστρια του έργου.
Πρόκειται για την τελευταία ταινία του σκηνοθέτη που την παρακολουθήσαμε με πολύ ενδιαφέρον, την ηθοποιΐα δε της Kate Blanchett τη θαυμάσαμε. Δικαιώθηκε ο θαυμασμός μας με το Oscar γυναικείου ρόλου που της απονεμήθηκε.

Η ιστορία έχει ως εξής: Κοσμοπολίτισσα, χωρίς χρήματα, χωρισμένη, απελπισμένη, έρχεται από την Νέα Υόρκη στο Σαν Φρανσίσκο να ζήσει με την φτωχή αδελφή της Ginger, την οποία μάλιστα δεν εκτιμάει ιδιαίτερα, αλλά ούτε και απαραίτητα. Χωρίς προσόντα, μην έχοντας δουλέψει ποτέ στην ζωή της. Βρέθηκε από τα σαλόνια, θα έλεγε κάποιος, στα αλώνια.
Προσπαθώντας αφενός να δουλέψει για να επιβιώσει και να αποκτήσει επιδεξιότητα σε κάτι, όπως διακόσμηση εσωτερικών χώρων, και αφετέρου να δεχθεί την χωρίς λάμψη ζωή καθημερινών ανθρώπων, ζει μέσα στην θλίψη. Με διάφορες αφορμές επιστρέφει η σκέψη της, κι εμείς μαζί, στην προηγούμενη ζωή της. Μ’ αυτόν τον τρόπο μαθαίνουμε για τον πρώην πολυτελή βίο της, την κενότητα της ζωής της, την υποτιθέμενη καλή σχέση με τον άνδρα της, Hal. Εκείνος, ένας απατεώνας που δεν δίστασε να καταβροχθίσει ακόμη και τα χιλιάρικα που η αδελφή της γυναίκας του με τον πρώην άνδρα της κέρδισαν σε τυχερό παιχνίδι και του τα εμπιστεύτηκαν να τα επενδύσει.
Η αδυναμία της να δεχθεί την πραγματικότητα της ζωής της θα την οδηγήσει σε νέα ψεύδη, τα οποία με ευκολία σερβίρει, δοθείσης ευκαιρίας ενός νέου λαμπρού πολυτελούς μέλλοντος που προκύπτει από την συνάντηση με χήρο, διπλωμάτη και μελλοντικό πολιτικό, τον Dwight. Η πρόκληση μιας νέας εξίσου εύκολης και πλούσιας ζωής με αυτήν του παρελθόντος της είναι παρούσα και δυνατή. Θα την επιλέξει.
Ο θεατής θα μάθει το τι όπως θέλει ο Woody Allen.
Δεν ξεφεύγεις από τον εαυτό σου.
Δεν ευτυχείς όταν ζεις για την εικόνα σου και για τους ‘άλλους’.
Δεν ευτυχείς όταν αρνείσαι την πραγματικότητα, όταν κατασκευάζεις έναν μύθο γύρω από τον εαυτό σου.
Δεν ευτυχείς όταν θέλεις τα περισσότερα και τα καλύτερα για σένα.
Δεν ευτυχείς όταν άκοπα απολαμβάνεις.
Δεν ευτυχείς όταν δεν τραβάς το πέπλο με το οποίο κάλυψες την ζωή σου. Όταν ο εγωκεντρισμός και η ματαιοδοξία σου οδηγούν τα βήματά σου.
Μια καταπληκτική ερμηνεία. Μια τραγική φιγούρα η πρωταγωνίστρια. Έλαμψε και κυριάρχησε, όλα και όλοι ήταν απλώς γύρω της. Ωχριούσαν από την παρουσία της. Όλα τα σκέπασε η θλίψη της. Και το πρόβλημα της. Η Blue Kate Blancett κινήθηκε και μας συνεπήρε στην κατρακύλα της Jasmine όλους, συμπρωταγωνιστές και θεατές.
Είμασταν μέρος της θλίψης της, του προβλήματος της. Ζήσαμε το δράμα της προσωπικής της ζωής. Οι άλλοι έπαιξαν και έδρασαν, αλλά υπήρξαν μόνο για να μεγιστοποιήσουν αυτό που ο Woody Allen ήθελε. Να δούμε το Blue της.
Ο Allen δεν κουράστηκε να αναδεικνύει τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, την πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, της ερωτικής μας ζωής, το δύσβατο του έρωτα, την αγάπη και την προδοσία, την απλότητα συγκρινόμενη με την επιτήδευση, την ενδοοικογενειακή πραγματικότητα. Το ‘δήθεν’ της ζωής μας. Τα κατασκευασμένα όνειρα, το παιχνίδι ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα, το απτό και το όνειρο.
Μας έχει συνηθίσει σε μονογραφίες. Δεν είναι τυχαίο που με το πέρασμα του χρόνου μοιάζουν οι ταινίες του. Ένα παζλ χαρακτήρων που μαζί συνθέτουν την σύγχρονη κοινωνία, την δική του βέβαια, χωρίς να υπάρχει ουσιαστική απόκλιση από τις άλλες δυτικές κοινωνίες, τουλάχιστον συγκρινόμενες με την δική του.
Πικρή κι αυτή η ταινία του που την γλυκαίνουν όμως οι συμπεριφορές των απλών ανθρώπων. Η απλοϊκότητα θα έλεγα, αν ήθελα να είμαι δεικτική μαζί του. Αυτήν την απλοϊκότητα την έκφρασαν καλά οι άλλοι χαρακτήρες, κυρίως η αδελφή της Ginger, o νυν σύντροφος της Chili και ο πρώην άνδρας της Augie.
Ως συνήθως, στις ταινίες του Allen, τα εσωτερικά των σπιτιών είναι μέσο έκφρασης της κοινωνικής τάξης των χαρακτήρων. Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι αμερικανικό χαρακτηριστικό. Θα ήθελα να είχα την δυνατότητα να παρακολουθούσα την ελληνική πραγματικότητα των σπιτικών, αυτή που ξέρω, αν κάποιος, ένας σαν τον Woody Allen, την αποτύπωνε κάπως έμμεσα, όχι σαν κοινωνιολογική μελέτη.
Λέγεται ότι οι πρώτες ταινίες του επηρέασαν ως χώρος της αμερικανικής διανόησης της μεσαίας τάξης την αισθητική των Ευρωπαίων. Μύθος; Η αισθητική είναι πολυπλοκότερο θέμα και αποτέλεσμα πολλών παραμέτρων, μία εξ αυτών και ο κινηματογράφος, ως μέσον έκφρασης, αλλά και διαμορφωτής νέων πραγματικοτήτων.
Σκηνοθεσία και Αρχιτεκτονική, δύο τόσο παρόμοιες τέχνες/επιστήμες με κοινούς παρανομαστές...
Ως συγγενείς τέχνες, επηρεασμένες και οι δύο από τις έννοιες του χώρου και του χρόνου, χρησιμοποιούν κοινά εκφραστικά μέσα και οπτικά ερεθίσματα, όπως το φως, τη κίνηση, τα σημεία αναφοράς, την αισθητική, τις φόρμες, κλπ. Ως επιστήμες, απαιτούν την αγαστή συνεργασία πολλών ανθρώπων από διαφορετικούς κλάδους.
Ο Σκηνοθέτης και ο Αρχιτέκτονας δημιουργούν χώρους, οπτικοποιούν εικόνες, σκέφτονται τον άνθρωπο, και δημιουργούν ένα αποτέλεσμα με οπτικοακουστικά μέσα, με εργαλεία τον άνθρωπο, τον χρόνο, τον χώρο, τα αντικείμενα, το φως, την αισθητική και τη λειτουργικότητα. Συνεπώς, οι αρχιτέκτονες, όπως και οι σκηνοθέτες, μπορούν να παίξουν με όλα όσα το μάτι μπορεί να αφομοιώσει μέσω της όρασης, και παράλληλα μπορούν να το εξαπατήσουν.

Σκηνοθέτης                Woody Allen
Σενάριο                     Woody Allen
Φωτογραφία.             Javier Aguirresarobe
Διανομή ρόλων            Patricia Kerrigan - DiCerto, Juliet Taylor

Ηθοποιοί
Jasmine                      Cate Blanchett
Ginger                        Sally Hawkins
Augie                          Andrew Dice Clay
Chili                           Bobby  Cannavale
Hal                             Alec Baldwin 
Dwight                        Peter Sarsgaard

11 Μαρτίου 2014

Βαρύτητα (Gravity) - 2013

Η πολυαναμενόμενη και πολυβραβευμένη ταινία είναι προς θέασιν.
Όπως είναι ήδη γνωστό πρόκειται για την αποστολή τριών αστροναυτών, δύο εκ των οποίων οι Dr. Ryan Stone στη πρώτη της αποστολή και ο βετεράνος αστροναύτης Μαtt Kowalski.
Οι Ρώσοι ανατινάζουν παλιούς δορυφόρους τους και τα διασκορπισμένα κομμάτια αυτών με ιλιγγιώδες ταχύτητες (30.000 χλμ την ώρα) μπαίνουν στη τροχιά του ISS (International Space Station).
Οι δύο αστροναύτες απεγνωσμένα προσπαθούν να διασωθούν, κάτω από την απειλή του δραστικά μειωμένου οξυγόνου της Dr. Stone, χωρίς επικοινωνία με το σταθμό βάσης, με αναπόφευκτο τον διαμελισμό τους εάν δεν μπορέσουν να βγουν εκτός τροχιάς των υπολειμμάτων των κατεστραμμένων ρωσικών δορυφόρων.
Το ονόμασαν θρίλερ επιστημονικής φαντασίας και εν μέρει ήταν.
Αξιοθαύμαστα τα κινηματογραφικά εφέ, αξιοθαύμαστες οι προσομοιώσεις με τα αληθινά διαστημικά οχήματα, σταθμούς και συνθήκες. Η Αγγλικής έδρας εταιρία παραγωγής εφέ Framestore όντως άξιζε την επιβράβευση.
Η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ, δήλωσε ο σκηνοθέτης. Έτσι δικαιολογούνται κάποιες παραλλειψεις, ή τυχόν και λάθη.
Ο θεατής είχε την ευκαιρία να βιώσει την δουλειά, τον αγώνα και τις δυσκολίες των ανθρώπων αποστολής στο διάστημα. Τους ανθρώπους αυτούς τους ονομάσαμε ήρωες και αδιαφορούμε για το πως και με τι επιβιώνουν εκεί ψηλά στο πουθενά, στο σκοτάδι, μακριά από άλλον άνθρωπο, χωρίς ήχο, αιωρούμενοι. Άνθρωποι που η καθημερινότητά τους, εκτός του επιστημονικού έργου τους, είναι απόλυτα διαφορετική.
Μας το είπαν αλλά συνήθως το προσπερνούμε. Εστιάζουμε στο τι καινούριο θα ανακαλύψουν πάλι. Τι θα προκύψει, τι νέα δεδομένα θα παραλάβουμε.
Αυτό το κομμάτι ελαφρά κατά την γνώμη μου το άγγιξε, εκτός από το θέμα της βαρύτητας, εξ' ου και ο τίτλος της ταινίας.
Οι διάλογοι άνευροι, άψυχοι, σε αντίθεση με το δράμα που βιώνουν. Δεν προσέδωσαν καμμιά δραματικότητα.
Η Sandra Bullock, λέγεται, ότι επί δέκα ώρες καθημερινά στην διάρκεια των γυρισμάτων έμενε κυριολεκτικά σ’ ένα κλουβί (rig), όπως το αποκαλούσαν, για την καλύτερη απόδοση της. Αυτό από μόνο του δεν προσδίδει κάτι σε μένα σαν θεατή. Αν δεν το διάβαζα, δεν θα την έψαχνα αυτή την προσπάθεια, γιατί ούτε καν την είδα.Τι είδα; Μια χαριτωμένη, καλογυμνασμένη κοπέλα να ξεντύνεται όπως όταν επιστρέφει στο διαμέρισμα της μετά από μία κουραστική ημέρα. Ο George Clooney, αιώνιος ωραιοπαθής, να φλερτάρει και στο διάστημα, "takin' it easy" ακόμη και μπροστά στο θάνατο.
Όταν αποσυνδέονται για λόγους επιβίωσης σε κάποιο πλάνο, δεν γίνεται καθόλου αντιληπτό το μέλλον του Μatt Kowalski. Που πάει, αν τελικά σώζεται και πως. Προέχει η ‘επιβίωση μου’ από την πλευρά της συναδέλφου του... η δε αντίδραση της, χλιαρή έως ανύπαρκτη.
Δεν θα αναφερθώ στο όνειρο της, ούτε στον διάλογο της με ένα ψαρά στην γη. Ούτε λόγος φυσικά για την προσγείωση. Το βατραχάκι ως μέσω πληροφόρησης ότι πρόκειται για αβαθή λίμνη, παιδαριώδες. Η εμβρυική στάση και στη συνέχεια το περπάτημα στα τέσσερα κάτι προσπαθεί να πει περί αναγέννησης, αλλά ασθενώς. Η δε διασωθείσα στην ακτή, όπως στην ταινία Όσο υπάρχουν άνθρωποι (From Here to Eternity του Fred Zinnemann), περιμένει αυτή όσο και εμείς τον Clooney να εμφανισθεί και να την φιλήσει όπως ο Bart Lancaster την Deborah Kerr.
Μου φάνηκε ότι ο Alfonso Cuarόn έπαιζε το «ταξίδι στο διάστημα» με τον γιο του τόσο στο σενάριο, όσο και στην σκηνοθεσία. Απελπισμένη επιστήμονας η Dr. Stone, έχει χάσει το παιδί της. Tι ακόμη έχει να χάσει με την συμμετοχή της σε διαστημική αποστολή; Δεν την περιμένει κανείς. Ο αστροναύτης Kowalski θέλει να ξεπεράσει το ρεκόρ του κοσμοναύτη Anatoly Solovyev σε ώρες διαστημικού περιπάτου. Μένει ψύχραιμος και στα δύσκολα προτείνει ρώσικη βότκα. Αδύναμα επιχειρήματα για να στηρίξουν μεγάλες αποφάσεις και εγχειρήματα. Η απελπισία ή η φιλοδοξία δεν είναι ούτε κινητήριες δυνάμεις, ούτε εργαλεία για ρηξικέλευθες κινήσεις και αποφάσεις.
Έχει ωραίες ιδέες ο Alfonso Cuarόn, τον απασχολούν μεγάλα θέματα, όπως και στη ταινία του ‘Children of Men’, αλλά η υλοποίηση τους υπολείπεται. Ίσως να ήταν οι τεχνικές δυσκολίες και οι αδυναμίες πραγμάτωσης του φανταστικού, ίσως η αναποτελεσματικότητα συνεργασίας πολλών συντελεστών, ίσως οικονομικά θέματα, που παραμένουν, τουλάχιστον για μένα, αδιάφορες. Δεν έχριζε η ανάγκη τόσο αυστηρής κριτικής από μέρους μου αν δεν ήταν η σάρωση των Όσκαρ από την εν λόγω παραγωγή και το υψηλό της κόστος ($100 εκατομμύρια).
Μερικές φορές άστοχες λεπτομέρειες κρίνουν το σύνολο. Έτσι οι προαναφερθείσες λεπτομέρειες μέρος άλλων, όπως η ανάγνωση των εγχειριδίων και ο τραυματισμός στο μάγουλο, να οδήγησαν στην μη αναγνώριση του επιτεύγματος του σκηνοθέτη και παραγωγού.
Δεν αναδείχτηκε ή δεν το είδα το θέμα της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος από τα κομμάτια (debris) διαστημικών σκαφών αποτυχημένων αποστολών. Τουλάχιστον αυτό ήδη δηλώθηκε και από τον ίδιο το σκηνοθέτη.

The conceit of the movie — that a catastrophic chain of events commences when the Russians shoot down one of their own spy satellites — where did that come from?
This is something called the Kessler Syndrome, named after a scientist who put forward this theory: The area around the Earth is so dense right now [with satellites and various space junk], it will only take one satellite going off course, or a meteor to hit one satellite — everything is orbiting so fast, it could create a chain reaction in which a lot of satellites will be destroyed, turning into space debris. You know, they’re constantly moving [the International Space Station] because of space debris. So you will create a cloud of debris around the Earth that would make further space exploration impossible because you’d be crossing through a layer, basically, of bullets. Obviously our version of the Kessler Syndrome is so fictionalised it wouldn’t be like that at all. But those are the conventions that we needed to do for the film.

Η ταινία διαρκεί 90 λεπτά, όσο χρειάζεται να συμπληρώσει μία τροχιά γύρω από την γη ο Διεθνής Διαστημικός Σταθμός (ISS). Εύστοχος και ευφυής ο παραλληλισμός. 
Για τους λάτρεις των ταινιών διαστημικών ταινιών ίσως είναι συναρπαστική. 
Παρέμεινα αρνητική.

Σκηνοθέτης                                                   Alfonso Cuaròn
Σενάριο                                                        Αlfonso Cuaròn
                                                                  Jonàs Cuaròn
                                                                   George Clooney

Φωτογραφία                                                 Emmanuel Lubeski
Μουσική                                                       Steven Price
Οπτικά εφέ                                                   Framestore
3D                                                                Chris Parks

Ηθοποιοί
Sandra Bullock.                                              Dr. Ryan Stone
George Clooney.                                             Matt Κowalski

Φωνή στο ΚΕ στο Hοuston                                Ed Harris

Χιροσίμα Αγάπη μου (Hiroshima mon Αmour) - 1959

Με λύπη οι άνθρωποι και φίλοι του κινηματογράφου αποχαιρετίσαμε τον Alain Resnais. Σε μια εποχή που προσπερνούμε ακόμη και την είδηση θανάτου.
Θέλησα να δω την ταινία, να αφιερώσω κάποιο χρόνο στην παρουσία του στο κόσμο μας και στη δημιουργία του. Να τον ξαναδώ. Τον είχα γνωρίσει στο ‘Last Year at Marienbad’ του 1960. Διάλεξα μία ταινία που έφερε το νέο στην οθόνη, το Hiroshima mon Amour.
Μια Γαλλίδα ηθοποιός, που βρίσκεται για λίγες μέρες στην ανοικοδομημένη Χιροσίμα, ζει για 24 ώρες έναν τρελό έρωτα με έναν Ιάπωνα αρχιτέκτονα. Ταυτόχρονα, αναπολεί σκηνές από το τραυματικό παρελθόν της, όταν είχε δεσμό με έναν Γερμανό στρατιώτη την περίοδο της Κατοχής. Η ταινία έγινε το 1959.
Τονίζω την χρονολογία,γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να αναδειχθεί η πρωτοπορία της.
Αυτό που σήμερα είναι σχεδόν κλισέ, με όχι απαραίτητα ωραίο αποτέλεσμα, η ταινία, δηλαδή ο Alain Resnais, το εγκαινίασε και το καθιέρωσε μαζί με τους Jean-Luc Godard στο ‘Breathless’ και τον François Truffaut στο ‘The 400 Blows’, την αναδρομή στο παρελθόν, την κατάργηση της γραμμικής αφήγησης. Ήταν η αρχή της nouvelle vague.
Μία ταινία ποίημα. Αιρετική όπως και ο δημιουργός της. Προκλητική στην σκέψη του απλοποιημένου μυαλού του 21 αι.
Χρειάζεται να πεις, σταματώ γα να δω,
να σκεφτώ,
να πάρω,
να μοιραστώ,
να αναρωτηθώ,
να πάρω απάντηση.
Μπαινοβγαίνεις μέσα στο χρόνο, παλεύεις με την μνήμη, με την λήθη, την ύλη σου, τις επιθυμίες, το κοινωνικό γίγνεσθαι, αλλάζεις πρόσωπα. Δίνεις την συνέχεια του όνειρου σε άλλο πρόσωπο, σε άλλο περιβάλλον, σε άλλο χρόνο.
Η Γαλλίδα, Αυτή, η πρωταγωνίστρια, ηθοποιός, θα συναντήσει Αυτόν, τον αρχιτέκτονα, Ιάπωνα, στην Χιροσίμα,15 χρόνια μετά την βιβλική καταστροφή της πόλης, μετά τη ρίψη της ατομικής βόμβας. Όλα συμβολικά. Θέμα της ταινίας, που Αυτή συμμετέχει και γι αυτό βρίσκεται στην Ιαπωνία, η καταστροφή της Hiroshima. Αρχιτέκτονας Αυτός, ίσον: ανάπλαση, αναδημιουργία.
Ξεχνάει ο άνθρωπος; Τι σημαίνει ξεκινώ από την αρχή; Πόλεμος: Νίκη για τον ένα, θάνατος κι οδύνη για τον άλλον.
Η ενσωμάτωση των επικαίρων της εποχής στην ταινία, έδωσαν την ιστορική πληροφορία, αφύπνισαν την ένταση, έθεσαν το πλαίσιο εξέλιξης του μύθου. Επέτρεψαν τους παραλληλισμούς, τις αναδρομές, τις συγκρίσεις.
Τραυματισμένη, Αυτή, από το νικηφόρο τέλος του πολέμου στη Νεβέρ.
Θάνατος, πληγές, αναπηρίες, πόνος, ράκη σωματικά οι επιζώντες το τίμημα της λήξης.
Υπάρχει απάντηση;
Μπορεί ο άνθρωπος να επουλώσει; Τι ακριβώς;
Να ξανακτίσει;
Να ανορθώσει τα ερείπια ψυχής και σώματος;
Να δικαιολογήσει το παράλογο;
Να φτιάξει όνειρα;
Είναι ο έρωτας η απάντηση;
Στην ταινία το πολιτικό είναι αναπόσπαστα δεμένο με τα υπαρξιακά μας προβλήματα. Η δύναμη του έρωτα, η έλξη των δυο κορμιών, αυτά θα δώσουν την απάντηση στην ζωή και στον θάνατο. Αυτό ισχυρίζεται τουλάχιστον η ταινία.
Εξαιρετικές ερμηνείες. Απουσία σπατάλης ακόμη και στην εμφάνιση και ενδυμασία των ηθοποιών. Τα μάτια μέσω έκφρασης. Η δύναμη της έκφρασης. Μαγνητίζουν με την λάμψη τους, την λύπη τους, την απορία, την επιθυμία, την απόγνωση, τον πόνο τους.
Σε συνεπαίρνουν μάτια, σώματα, κινήσεις στην ένταση της αφήγησης, η ένταση του κειμένου που με μαεστρία, ευρηματικότητα, περιεχόμενο προσπαθεί να μετουσιώσει.
Ποιος;
Η Μarguerite Duras.
Η Marguerite στα καλύτερα της. Στο θέμα που μεταφέρει σε όλα τα κείμενα της, τον άνδρα και την γυναίκα. Αυτή την αέναη συνάντηση-μάχη. «Θέλω να σε ξεχάσω», είναι η κραυγή του πόνου του αποχωρισμού. Είτε είσαι άνδρας, είτε γυναίκα, ένιωσες τον πόνο του αποχωρισμού. Εκείνον τον αφόρητο πόνο του λέω ‘αντίο’. Την στιγμή που το ‘εγώ’ παύει να υπάρχει και καταργείται με την απουσία του άλλου/άλλης.
«Θα έχουμε πεθάνει. Πριν συναντηθούμε.»
«Σε πρόδωσα. Σήμερα, μετά από δεκαπέντε χρόνια απουσίας, υπόσχεσης. Σε βρήκα στο κορμί και τη ψυχή άλλου. Είπα, δεν θα σε ξεχάσω την ώρα που ξεχνούσα εσένα, αυτόν που είπα θ’ αγαπώ για πάντα.»
Αυτή είναι η Μarguerite Duras και ο Alain Resnais
Ο Alain Resnais μπόρεσε και έδειξε σε μας. Ονειρικά, ακόμη και στις δύσκολες στιγμές. Επέτρεψε και απενοχοποίησε την επιθυμία. Την επιλογή προσωποποίησης του ονείρου.
Μετά από αυτή την πραγμάτωση της δεξιοτεχνίας γίνεσαι αυστηρός κριτής των εύκολω προσεγγίσεων. Αναζητάς την τριβή του επιμένω, προσπαθώ, απαιτώ την τελειότητα.
Την τελειότητα του Αlain Resnais.

Σκηνοθεσία                                Alain Resnais
Σενάριο.
                                    Marguerite Duras
Φωτογραφία Ιαπωνία                  Mochio Takahashi
                   Γαλλία                    Sacha Vierny

Μουσική.                                   Georges Delerue
                                                Giovanni Fusco

Ηθοποιοί                                   Emmanuelle Riva
                                                Eiji Okada

30 Ιανουαρίου 2014

Gloria - 2013

Το να είσαι εξήντα, χωρίς ταίρι, τα παιδιά σου να έχουν πάρει τον δικό τους δρόμο στην ζωή, να διατηρείς την αισιοδοξία σου, όχι ανώδυνα, με καθημερινή προσπάθεια, κόντρα σε ένα περιβάλλον που κι αυτό με την σειρά του αγωνίζεται να ορθοποδήσει, με τις ανάλογες συνέπειες στις συμπεριφορές και κοινωνικές αλλαγές, δεν είναι καθόλου εύκολο. Ο λόγος για την πρωταγωνίστρια της ομώνυμης ταινίας Gloria του Sebastian Lelio.

Είναι ταινία που μας έρχεται από τη Χιλή.
Απλή, με απερίγραπτη απλότητα, χωρίς δογματισμούς, χωρίς καμία απόπειρα διδακτισμού, με εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα της Paulina Garcia στον ρόλο της Gloria.

Το ότι βρίσκεσαι στην Χιλή το καταλαβαίνεις, αφενός από την γλώσσα, αφετέρου από τις μικρές νύξεις που κάνουν οι μεσήλικες στις κουβέντες. Η ζωή συνεχίζεται για τους νέους με παγκόσμιες ομοιότητες. Αυτοί, μπορεί να ήταν και εδώ και εκεί. Στο νέο κόσμο που δημιουργείται δεν θα υπάρχουν εθνικά χαρακτηριστικά ή ιδιαιτερότητες. Ήταν σαφἐς και στην ταινία. Είναι απορίας άξιο, πως τις περισσότερες φορές, όταν καλούμε τα ενήλικα παιδιά μας, είτε βρίσκεσαι στην Χιλή είτε στην Αλεξανδρούπολη, αφήνουμε μήνυμα στον τηλεφωνητή. Οι ρυθμοί εντατικοποιούνται σε όλον τον κόσμο, οι άνθρωποι τρέχουν να επιβιώσουν, να προλάβουν, να καλύψουν αποστάσεις κι έτσι λίγος χρόνος αφιερώνεται στον άλλον. Ποιον αφήνεις; Αυτόν, ή αυτούς που θεωρείς 'δεδομένο'. Οι γονείς είναι από αυτούς τους 'δεδομένους'. Έτσι 'δεδομένη' θεωρείται και η Gloria για τα παιδιά της. Μην φανταστείτε ότι παίρνει πολύ χρόνο για να το αφηγηθεί ο Sebastian Lelio. Αυτό που εγώ έγραψα σε πέντε σειρές, αυτός το είπε σε δύο τρία πλάνα. Αυτό εννοώ με 'λιτότητα'.

Τον χρόνο τον 'τιμαρεύει', όπως έλεγαν και οι παλαιότεροι. Προχωράει την αφήγηση, μας μετακινεί στην διαδρομή του χρόνου της ιστορίας με έξυπνους τρόπους, καθόλου κουραστικά. Μας εντάσσει γεωγραφικά, χρονικά, πολιτικά, για να μιλήσει για τους ανθρώπους και τους χαρακτήρες του.

Ναι, η χώρα του αγωνίζεται, έχει κάνει βήματα, οι άνθρωποι κλείνουν τις πληγές που άφησαν η δικτατορία, οι αγώνες για την ελευθερία και τη δημοκρατία. Σήμερα η ζωή συνεχίζεται με ρυθμούς παγκοσμιοποίησης και η ελευθερία του κοινωνικού συστήματος δημιούργησε καινούριες ανάγκες, κάποτε δευτερευούσης σημασίας. Ποιος μιλούσε τότε για μοναξιά, για οικογενειακές εξαρτήσεις, για προσπάθειες βελτίωσης καθημερινότητας, εμφάνισης, για ομφαλοσκοπήσεις όταν δαμόκλειος σπάθη αιωρείτο πάνω από την κεφαλή σου.
 Σε αυτό το πλαίσιο ξετυλίγεται η προσωπικότητα της Gloria και ο μύθος της ταινίας.

Η άκρως συμπαθητική πρωταγωνίστρια χειρίζεται το ρομαντισμό της, την ευαισθησία της, τα όνειρα της, με ζήλο θα έλεγα. Αναζητά να συναντήσει το όνειρο και την πραγματικότητα με τον δικό της τρόπο. Είτε τραγουδώντας ενώ οδηγεί, είτε συμμετέχοντας σε βραδιές χορού. Στολίζεται, κινείται, ονειρεύεται. Όχι απαραίτητα για να βρει γαμπρό. Αν τύχει. Δεν μεμψιμοιρεί. Απλά υπάρχει σε ένα όνειρο, το δικό της. Δεν επιβάλλεται. Ούτε στα παιδιά της. Έχεις την αίσθηση ότι ανά πάσα ώρα και στιγμή αυτοελέγχεται μην και γίνει βάρος. Εύθραυστη και αόρατη αν ήταν δυνατόν.

Τα γυαλιά της, τεράστια, της επιτρέπουν να εισέλθει στο κόσμο της κατά βούληση, να τον δει και να εξέλθει, να βλέπει γύρω με τα δικά της φίλτρα. Συμβολικό αντικείμενο. Χρειάστηκε αρκετή ώρα μέχρι να παύσουν τα γυαλιά της να μ’ εκνευρίζουν. Αναρωτήθηκα γιατί. Μετά θυμήθηκα εκείνη την παλιά συνταγή του κινηματογράφου, ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο σε μια ταινία. Βοήθησε στην απάντηση. Ήθελε ο σκηνοθέτης το βλέμμα της και τα γυαλιά της να μ’ εκνευρίσουν για να σκεφτώ το γιατί της ύπαρξης των. 

Θα συναντήσει αυτής η ματιά την άλλη, ενός μεσήλικα, του Rodolfo, σε μια βραδιά χορού. Ήταν ήδη εκεί, ή τον είδε; Μπήκε, ή τον έβαλε η ίδια στο όνειρό της; Ζήσανε αρκετό χρόνο μια ονειρεμένη σχέση. Όμως, ενίοτε ήταν ακανθώδης και προκαλούσε θλίψη. Όχι με τον τρόπο που οι σχεδόν φθαρμένες σάρκες έσμιγαν η μία με την άλλη, αυτό μάλιστα ήταν ελπιδοφόρο και αισιόδοξο. Το πάθος, η ανάγκη για ζωή έδωσε στα κορμιά και στην ένωση ομορφιά. Μας προκάλεσε ζήλια, ίσως και ερωτική διάθεση. Δεν κρυφοκοιτάζαμε, ζούσαμε μαζί τους.

Όμως, η σάρκα απελευθερώνεται από τον πόθο και τη δίψα για ζωή. Νομίζω, και συμφωνεί και ο σκηνοθέτης, ότι οι άλλες οι αλυσίδες, αυτές που το «θέλω» σφιχτά κρατούν, αυτές που στην σύμβαση και στον καθωσπρεπισμό σε καθηλώνουν, δεν επιτρέπουν το όνειρο. Αν είσαι εκ φύσεως αιθεροβάμων, πορεύεσαι προς την ελευθερία. Αν όμως η λογική έχει σμιλέψει την κάθε κίνησή σου, όπως ο γλύπτης το γλυπτό του, παραμένεις στην καλύτερη των περιπτώσεων ένα άγαλμα επιτυχημένο, με ωραία κίνηση, με πλαστικότητα. Στην χειροτέρα, ένας αγκιλωμένος όγκος.

Δεν θα θέσω θέμα διαφορετικότητας φύλου, τουλάχιστον δεν τονίσθηκε καθόλου στην ταινία, κι αν το κάνω θα είναι γιατί έτσι το είδα, με τις δικές μου προσλαμβάνουσες, καθώς και από την ιστορία που επαναλαμβάνεται στον μικρόκοσμό μου. Γεγονός είναι ότι η αδυναμία να απελευθερωθείς από τον εαυτό σου και να ζήσεις διαφορετικά σε οδηγεί σε θλίψη. Μια θλίψη που σ' ακολουθεί και εκτός αίθουσας προβολής. Η Gloria συνέχισε να έχει σαν μέγιστη παρηγοριά τον δικό της κόσμο, που για λίγο τον εγκατέλειψε ελπίζοντας σε μια πραγματικότητα που μπορεί να ήταν και όνειρο.

Μία ταινία, ένα καλό παράδειγμα. Ένα παράδειγμα πως με μία απλή ιστορία, μια από τις τόσες, εδώ δίπλα μας με καθημερινούς και συνηθισμένους ανθρώπους, μπορείς να κάνεις μια σπουδή, να πας λίγο πιο βαθιά απ' αυτό που είσαι, ν' αγγίξεις τη ποιότητα.

Σκηνοθέτης                 Sebastian Lelio
Σενάριο                      Sebastian Lelio &Gonzalo Maza
Φωτογραφία               Benjamin Echazarreta
Διανομή ρόλων            Moira Miller

Ηθοποιοί
Gloria                         Paulina Garcia
Rodolfo                       Sergio Hernandez

15 Ιανουαρίου 2014

The lunchbox - 2013

Μία τρυφερή αισιόδοξη ματιά από έναν Ινδό σκηνοθέτη, τον Ritesh Batra. Στην πολυπληθή Ινδία, αρκετά μακριά από τις δικές μας καθημερινές προσλαμβάνουσες, τόσο μακριά που μερικές λεπτομέρειες αργείς να τις κατανοήσεις, διατροφικές συνήθειες που κάποτε υπήρχαν και τώρα έχουν ξεχασθεί. Όμως παρ όλες τις διαφορές συνηθειών, περιβάλλοντος, διατροφής, μετακινήσεων και διασκέδασης, παραμένουν ίδιες οι ανάγκες του ανθρώπου για επικοινωνία. Παραμένει ίδια η μοναξιά, η κατάθλιψη, η εργασιακή καταπίεση, η ανάσα της φιλίας, η ελπίδα του έρωτα, η ζωντάνια των παιδιών, τα κουρασμένα βλέμματα των εργαζομένων, η ανάγκη να προστατευτείς από τον κοινωνικό περίγυρο, η σπουδαιότητα του «κάνω όνειρα», η επιθυμία φυγής, η δυσκολία να κάνεις εκείνα τα βήματα προκειμένου να μετατρέψεις τα όνειρα σε πραγματικότητα.
Η ταινία δεν προσποιείται μέσα στην λιτότητα της, είναι ανθρώπινη και γι αυτό άκρως γοητευτική.
Ένας άνδρας και μια γυναίκα μέσω γευμάτων, που η μία ετοιμάζει για τον σύζυγο και ο άλλος κατα λάθος λαμβάνει από την εταιρία διανομής στο χώρο εργασίας, αναπτύσσεται μία εικονική σχέση. Εργαλεία, η γεύση και τα σημειώματα στον πάτο του «σεφέρτασι», έτσι λέγανε τα αλουμίνια στρογγυλά δοχεία που το ένα προσαρμοζόταν πάνω στο άλλο εξασφαλίζοντας το γεύμα στον εργαζόμενο και μαθητή που αδυνατούσε να επιστρέψει στο σπίτι για φαγητό. Από ό,τι βρήκα, ας διορθωθεί, η λέξη σεφέρ είναι στα τούρκικα η εκστρατεία, ταξίδι και το τάσι. 
Στην Ινδία, πρωτοπόρος εταιρία συλλέγει από τα σπίτια ή εστιατόρια τα φαγητά και με την εναλλαγή διαφόρων μέσων μεταφοράς, ποδήλατο, λεωφορείο, τραίνο, παραδίδει το γεύμα στο γραφείο του εργαζόμενου, την σωστή ώρα, στον σωστό άνθρωπο!
Στην εν λόγω ταινία, έγινε το μοιραίο λάθος και βοήθησε δύο ανθρώπους να επανατοποθετηθούν στη ζωή, να σκεφθούν την υπάρχουσα ζωή τους, να ονειρευτούν μία άλλη, που ίσως κατορθώσουν να ζήσουν.
Η ηθοποιΐα και των δύο Irrfan Khan και Nimrat Kaur εξαιρετική, όπως και του Nawazuddin Siddiqui.
Δεν θα ήθελα να μην αναφέρω την ποιότητα των σημειωμάτων. Το κάθε ένα από αυτά ήταν κι ένα απόφθεγμα ζωής.
Συνήθως, όταν ταξιδεύεις έρχεσαι κοντά με τις πραγματικότητες άλλων λαών. Η ταινία από μόνη της ήταν ένα ταξίδι στην σύγχρονη καθημερινή Ινδία, ίσως μόνο σε ένα κομμάτι της. Ήταν το είδος ταινίας που μου αρέσει. Λιτή, τρυφερή, απαλλαγμένη από βαρύγδουπα κλισέ, ανθρώπινη, χαμηλού κόστους, ελπιδοφόρα. Χωρίς «αρρωστημένες» ματιές. Προειδοποιώ τους ετοιμάζοντες τα βέλη ότι κουράστηκε ο θεατής από την βία, την ασχήμια, το αδιέξοδο.
Λίγο ν'ανοίξει ίσως ένα παράθυρο; Ο Batra το έκανε εντός κι εκτός ταινίας.

Σκηνοθεσία                  Ritesh Batra
Σενάριο.                        Ritesh Batra, Rutvik Oza
Φωτογραφία                Μichel Simmonds
Μουσική                       Max Richter

Ηθοποιοί
Irrfan Khan.                   Saajan
Nimrat Kaur                   Ila

Nawazuddin Siddiqui    Shaikh

6 Ιανουαρίου 2014

Hannah Arendt - 2012


Την ταινία Hannah Arendt την είδα όπως συνηθίζουμε να λέμε πριν 'τις γιορτές'. Άφησα χρόνο για να σκεφτώ και να διαβάσω. Πάντα γι αυτά που με εντυπωσιάζουν, εκνευρίζουν, απογοητεύουν, θέλω χρόνο για να επιβεβαιώσω ότι δεν έκανα λάθος εκτίμηση.

Η ταινία έχει τέσσερα τουλάχιστον στοιχεία που είναι τα διαπιστευτήριά της για να την χαρακτηρίσεις καλή. Πρώτον, την παρακολουθείς απνευστί, χωρίς δυσανασχετήσεις, διακοπές, με αμείωτο ενδιαφέρον. Δεύτερον, έχει εξαιρετική ερμηνεία από την Barbara Sukowa στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ως Hannah. Τρίτον, χρησιμοποιεί υλικό απο την βιντεοσκόπηση της πολύκροτης δίκης για την απόδοση της αντικειμενικότητας και την μη αμφισβήτηση του χαρακτήρος του Adolf Eichmann. Τέταρτον και σημαντικότερον, πέτυχε να δώσει έναυσμα προβληματισμού, αναζήτησης πληροφοριών, ανάγνωσης για την ίδια την Hannah Arendt, την εποχή και τον αντισημιτισμό.

Ο κεντρικός αφηγηματικός άξονας της ταινίας δεν είναι η δίκη του Eichmann αλλά το μέσο για την σκιαγράφηση της προσωπικότητας της Hannah. Απόδειξη γι αυτό; Με αφορμή την προβολή της ταινίας της, τα περισσότερα έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα, παρουσίασαν την προσωπικότητα και το έργο της αντί για κριτική της ταινίας. Από αυτή την άποψη η σκηνοθέτης και ο παραγωγός θα πρέπει να νιώθουν επιτυχημένοι. Βέβαια, μόνο ματιές ρίχνουμε στην προσωπικότητα αυτής της γυναίκας, της Hannah Arendt.

Η Arendt είναι περισσότερο γνωστή σήμερα για τη συμβολή της στην πολιτική επιστήμη και την μελέτη των ολοκληρωτικών καθεστώτων, με έργα της όπως 'The Origins of Totalitarianism' (1951) και 'The Human Condition' (1958). Διατύπωσε την κλασική πλέον θέση της σχετικά με την «κοινοτοπία του κακού» στο έργο της 'Eichmann in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil' (1963), με αφορμή την κάλυψη από την Ιερουσαλήμ της δίκης του πρώην ναζί Adolf Eichmann για το γνωστό περιοδικό The New Yorker.

Η Hannah Arendt τόλμησε και είπε ότι πίσω από την αποτρόπαια γενοκτονία δεν κρυβόταν τόσο μία σταθερή ιδεολογική άποψη, παρά ένας άβουλος, απροβλημάτιστος πειθαρχημένος μηχανισμός. Εκφραστής του άνθρωποι σαν τον δικαζόμενο. Όπως έγραψε, περίμενε «ένα θηρίο, βίαιο, αιμοσταγές, και είδε ένα ανθρωπάκι.»

Κατονόμασε επίσης ευθύνες στη ιερατική ηγεσία της Εβραϊκής κοινότητας, όπως εξάλλου αναφέρθηκε και από μάρτυρες. Όπως ήταν αναμενόμενο, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και κατηγοριών. Νωπές οι μνήμες από τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, τις απώλειες, τις φρικιαστικές εικόνες, δεν ήταν έτοιμη η κοινωνία να δεχτεί την φιλοσοφική της άποψη. Η ανάγκη για απονομή δικαιοσύνης και τιμωρία του κακού ήταν επιτακτική και το μόνο ζητούμενο.

Μέσω διαλόγων και σχολίων από τον άμεσο περίγυρό της αποκτούμε μερική ομολογουμένως και περιορισμένη εικόνα της επικρατούσας πολιτικής, ακαδημαϊκής ζωής, σε Αμερική και Ισραήλ. Αναγνώσεις επιστολών του κοινού, μετά την δημοσίευση των άρθρων στο The New Yorker για την δίκη, η αποστροφή του φίλου της από αυτήν, εκδηλώνοντας την διαφωνία του για την στάση της στο νεκροκρέβατό του, υπογραμμίζουν για τον θεατή το μέγεθος της αντίδρασης στον σχολιασμό και την άποψή της. Η Ισραηλινή κυβέρνηση την απειλεί, η ακαδημαϊκή κοινότητα την απορρίπτει, οι φίλοι της απομακρύνονται και χιλιάδες αναγνώστες την καταγγέλλουν, την καταριούνται και την βρίζουν. Παραμένουν δίπλα της ελάχιστοι, όπως ο σύζυγός της Heinrich Blücher, η φίλη της συγγραφέας Mary McCarthy και κάποιοι φοιτητές. Μάταια η Arendt τονίζει ότι «το να προσπαθείς να κατανοήσεις δεν σημαίνει ότι συγχωρείς». Κάποια στιγμή, όταν νιώθει ότι σχεδόν όλοι την έχουν εγκαταλείψει, ξεσπάει σε λυγμούς.

Ποιο ήταν τελικά το λάθος της; Απλά, εξέφρασε την άποψη της, σχολίασε την δίκη με τον δικό της τρόπο. Είπε διαφορετική άποψη από την επικρατούσα, από αυτήν που ήθελαν να ακούσουν οι πολλοί. Τόλμησε!

Είπε ότι ένας άνθρωπος που δεν είχε την ικανότητα να σκεφθεί ήταν η πηγή του κακού. Ένας άνθρωπος που ενεργεί άκριτα, υπακούοντας πειθήνια τους ανωτέρους του, οδηγείται σε αποτρόπαιες πράξεις, και στην περίπτωση του Eichmann, σε φρικιαστικά  εγκλήματα. Όπως ήδη είχε η ίδια επισημάνει το 1945: «Το πρόβλημα του κακού θα αποτελέσει το θεμελιώδες ζήτημα της μεταπολεμικής ζωής στην Ευρώπη.»

Αυτή την σχέση ανάμεσα στην κοινοτοπία, το κακό και το έγκλημα κατέθεσε στην έκθεση της για την δίκη και σ'αυτήν βασίσθηκε η ταινία. Η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ. Το μόνο που έκανε είναι να δείξει τον δυναμισμό και την ισχυρή προσωπικότητα της Hannah Arendt.

Θα συμφωνήσω ότι η σκηνοθέτις σκιαγραφεί με απόσταση. Αφήνει όπως ανέφερα τον θεατή να μελετήσει το θέμα μετά ο ίδιος. Το αν έτσι το έκανε, επειδή αυτός είναι ο ρόλος της τέχνης, ή αν αυτές ήταν οι δυνατότητες της, ή από κάποια σκοπιμότητα, αυτό αφορά και το πως εμείς ως θεατές τοποθετούμεθα επί του έργου και λόγου της Margarethe von Trotta.

Η ταινία κρίθηκε ως αδύναμη να χειρισθεί την πολυπλοκότητα του θέματος και ότι η Hannah Arendt άξιζε μεγαλύτερης προσοχής. Όμως θα επιμείνω στην άποψη μου ότι η τέχνη είναι ‘για να σου ανοίξει την όρεξη κι όχι να σου καλύψει την πείνα’. Εξάλλου, η ίδια η Arendt είπε, ότι αν ξεκινήσεις από την ερώτηση «ποια είμαι εγώ που θα κρίνω, έχεις ήδη χάσει». Καταθέτει άποψη και μάλιστα προκαλεί μ’ αυτήν. Όταν είπε ότι «αν οι Εβραίοι δεν είχαν αρχηγούς και ήταν ανοργάνωτοι, θα γινόταν χάος, αλλά έτσι είναι ζήτημα αν είχαμε τελικά νεκρούς να κυμαίνονται ανάμεσα σε 4,5 με 6 εκατομμύρια» προκάλεσε κυριολεκτικά θύελλα ακόμη κι αν το γεγονός αυτό μαρτυρήθηκε μέσα στην αίθουσα του ακροατηρίου της δίκης. Πολλοί θα ήθελαν κάτι τέτοιο να ξεχασθεί τελέιως ή ούτε καν ν' αναφερθεί. Αυτή όμως το είπε και το τόνισε. Ανέλαβε την ευθύνη των λεγομένων της.

Αυτή την Hannah, την επίμονη, την δυναμική, την πολυγραφότατη, την αδιαπραγμάτευτη, την πανέξυπνη, την θαρραλέα, την μαχητική παρουσίασε η Margarethe von Trotta. Για τους ανικανοποίητους υπάρχει επίσης το ντοκιμαντέρ που δημιούργησε από το υλικό της βιντεοσκόπησης της δίκης μετά απο 40 περίπου χρόνια ο γνωστός Εβραίος σκηνοθέτης ντοκιμαντερίστας Eyal Sivan (The Specialist: the Portrait of a Modern Ccriminal - 1999).

Θελημένα δεν αναφέρθηκα στην σχέση της με τον καθηγητή της, φιλόσοφο Martin Heidegger, γιατί θεωρώ ότι η ίδια ήταν μία εξέχουσα πολιτική θεωρητικός, όπως θέλει να λέγεται, και όχι φιλόσοφος, που δεν χρειάζεται καν τα δεκανίκια που δίνει μια σχέση με έναν μεγάλο αλλά αμφιλεγόμενο φιλόσοφο, ο οποίος επιπλέον ακούστηκε ότι υποστήριξε το Χιτλερικό καθεστώς.

Θα ήθελα να την ξαναδώ μετά από όσα εν τω μεταξύ ανακάλυψα.

Σκηνοθέτης                         Margarethe von Trotta
Σενάριο.                             Pam Katz, Margarethe von Trotta
Διανομή ρόλων                    Bettina Böhler
Mουσική                             André Megenthaler
Διευθυνση φωτογραφίας       Caroline Champetier

Ηθοποιοί
Hannah Arendt.                    Barbara Sukowa
Mary McCarthy                     Janet McTeer
Heinrich Blücher                   Axel Milberg

14 Δεκεμβρίου 2013

House of Cards (TV series Season 1) 2013

designLAB Architects
Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την σειρά δεκατριών επεισοδίων του House of Cards, της διαδικτυακής τηλεόρασης Netflix. Βασισμένη στην ομώνυμη σειρά του 1990 από το BBC, αλλά προσαρμοσμένη στο σύστημα διακυβέρνησης των ΗΠΑ.
Εντυπωσιάσθηκα από την ποιότητα, αλλά βεβαίως δεν ήμουν η μόνη, γιατί φαίνεται ότι θα σαρώσει τα βραβεία.
Πρόκειται για ένα πολιτικό θρίλερ. Ο χαρακτηρισμός σε προετοιμάζει αλλά ταυτόχρονα σε αποστασιοποιεί, εσένα, εμένα, τον θεατή, μην και πιστέψεις ότι είναι αλήθεια.
Ένας φιλόδοξος και αδίστακτος πολιτικός θα φθάσει στα άκρα της διαπλοκής, της διαφθοράς, της εγκληματικότητας προκειμένου να ανέλθει.
Μαζί του η έξυπνη, όμορφη, εξίσου φιλόδοξη, διαπλεκόμενη σύζυγος. Σ'αυτό το ζευγάρι δίπλα υπάρχει το απαραίτητο τρίγωνο, αθώο από μια πλευρά, διαπλεκόμενο από την άλλη.
'Αθώοι' εκ πρώτης όψεως με τον ανάλογο εκλεπτυσμό, με τις υπεράνω υποψίας δημόσιες σχέσεις στην λεγόμενη ‘καλή κοινωνία’, με χειραγώγηση των ΜΜΕ, εκβιάζοντας συνεργάτες, υποτελείς και υφιστάμενους, θα πετύχουν να είναι ‘πρώτο θέμα’ και μάλιστα αποδεκτοί κι εκτιμώμενοι.
Ήταν καινοτόμο από την πλευρά του Netflix, όπως είπε και ο υπεύθυνος προγράμματος, Ελληνικής καταγωγής Ted Sarantos, ότι διέθεσαν όλα τα επεισόδια από την αρχή. Δεν χρειάσθηκε να περιμένουν οι θεατές για τη επόμενη εβδομάδα προκειμένου να παρακολουθήσουν την συνέχεια.

Ήταν πολύ τολμηρό, γιατί τουλάχιστον στην δική μας χώρα δεν βλέπεις εύκολα την άνοδο κάποιου πολιτικού, δεν μπαίνει έτσι μέσα στο σαλόνι του καθενός η διαπλοκή των ΜΜΕ και των πολιτικών. Καθοριστικός παράγοντας δολιότητας και εργαλείο διαπλοκής οι δημοσιογράφοι και μάλιστα οι γυναίκες. Δεν κατονομάζεται τόσο απροκάλυπτα η δύναμη του σεξ, η εκπόρνευση, η απαξίωση του οράματος, το στυγνό συμφέρον, η άνευ όρων φιλοδοξία, η σκευωρία στον πολιτικό χώρο. Χάριν της εξαιρετικής ηθοποιίας και σκηνοθεσίας αποδίδονται πειστικά και ως αυτονόητα, καθίστανται μην αμφισβητήσιμα.
Αδυνατείς να πιστέψεις ότι όταν εσύ μαλώνεις και δεν μιλάς για χρόνια με τον φίλο για τα κόμματα, όταν στην Ελλάδα ακόμη και σήμερα τα καφενεία στο χωριό, στην ίδια πλατεία, είναι χρωματισμένα, δηλαδή επιλέγονται από τους ψηφοφόρους όχι απλά του ενός κόμματος αλλά από τον ίδιο και συγκεκριμένο βουλευτή του κόμματος, αυτοί εκεί στα κέντρα λήψης αποφάσεων λειτουργούν με βάση τα προσωπικά τους συμφέροντά, τη στιγμή που ο δικός σου ρόλος έληξε μετά την κάλπη. Το αν μείνεις άνεργος, αν δεν σου αρέσει ο προϋπολογισμός για την παιδεία, οι αλλαγές στην Υγεία, αν απεργείς, αν μειώνεται ο μισθός σου, αν κλείνουν τα σχολεία για εβδομάδες, αν καταργούνται εργοτάξια, ναυπηγεία, αν χιλιάδες οδηγούνται στην ανεργία, παραμένεις ένα κουνουπάκι που σύντομα θα εξοντωθείς, αν έτσι θέλουν και οι συσχετισμοί επιβάλλουν…
Σκληρό το μήνυμα, απαισιόδοξο, ανέλπιδο, απεχθές.
Το χρήμα, το ‘εγώ’ και το σεξ. Το τρίπτυχο της εξουσίας. Εύχεσαι με όλη την δύναμη της ψυχής σου να είναι ψέμα, να μην αφορά στην χώρα σου.
Εύχεσαι να είναι προμελετημένο ώστε να δημιουργεί αδιάφορους και μη συμμετοχικούς πολίτες. Κάποιοι λες το επινόησαν για να σε κρατήσουν κάποιες ώρες ως θεατή σε ένταση, να σε ευχαριστήσουν και αν πετύχουν την αποστασιοποίηση σου από την πολιτική ζωή έχει καλώς.
Όμως, είναι έτσι; Ο σεναριογράφος συνδύασε και έπλεξε γνωστά στον πολιτικό χώρο συμβάντα, κομμάτια, σκάνδαλα, ανατρεπτικά νομοσχέδια, περικοπές προϋπολογισμών και καταργήσεις κωδικών προϋπολογισμών σε ένα σενάριο. Τα έπλεξε όλα και τα έδεσε με την ανάλογη ίντριγκα, το χρησιμοποιούμενο για άλλα συμφέροντα σεξ. Το κυριότερο, έδειξε αυτό που ο λαός λέει ‘κακά τα ψέμματα, τα μεγάλα συμφέροντα πάντα θα κυβερνούν’.
'Ευτυχισμένα', δήθεν, πρόσωπα, ζευγάρια, φιλοφρονήσεις, αγαθοεργίες, ωραίοι χώροι, φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, ισορροπίες συζυγικές, φιλικές, ενδοκομματικές, αθώα βλέμματα, χαμόγελα, εναγκαλισμοί και ευχές η βιτρίνα, που από πίσω της υφίσταται η άλλη πραγματικότητα, του μαχαιρώματος, της δολοπλοκίας, της απιστίας, της προδοσίας, της αποκαθήλωσης του άλλου, του ‘αδειάσματος’. Εξόντωση του άλλου, αυτού που ‘εμπόδιο στα σχέδια μου’ αποτελεί, μέχρι τελικής πτώσεως, δυστυχώς ακόμη και φόνου. Η σκληρότητα του ξεπερνά τη πραγματικότητα.
Δεν υπάρχουν καλοί για να ταυτισθεί ο θεατής μαζί τους. Εξαίρεση και μάλιστα υπερτονισμένη μια και οι δύο 'ανθρώπινοι' χαρακτήρες ανήκουν στον καλλιτεχνικό χώρο.
Άνθρωποι πειθαρχημένοι και του καθήκοντος οι οδηγοί φύλακες.

Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν διακρίσεις φύλου και χρώματος στην εκφορά του κακού. Οι αποφάσεις παίρνονται χωρίς συναίσθημα, αποφάσεις χωρίς τον άνθρωπο, ‘υποτίθεται’ για τον άνθρωπο.
Αναρωτήθηκα πως αισθάνονται οι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και οι υπηρετούντες αυτούς αφού παρακολούθησαν τα επεισόδια.
Είπαν ‘αίσχος', ‘ασύστολα ψέμματα’, ‘αδικία’, ‘ευτυχώς δεν είμαστε έτσι’;
Αφού γύρισαν και φίλησαν την σύζυγο, διαβεβαιώνοντας την για την αγάπη, πήγαν στο διπλανό δωμάτιο να τηλεφωνήσουν την ερωμένη δημοσιογράφο για να κανονίσουν την επόμενη είδηση, ικανοποιημένοι που αυτοί δεν ανήκουν στην απεχθέστατη ομάδα που μόλις παρακολούθησαν στην οθόνη.
Ευτυχώς ζούμε σε ελεύθερες χώρες κι έτσι είμαστε ελεύθεροι να το παρακολουθήσουμε κι ο καθένας να πάρει την θέση και να έχει την άποψη που θέλει.
Είναι τόσο δυνατό το περιεχόμενο για συζήτηση και σκέψη που δεν σου επιτρέπει να ασχοληθείς με θέματα, όπως αν έκανε κοιλιά, αν ήταν αργό, αν έδεσαν τα πλάνα, αν ήταν καλή η ηθοποιία. Αν και για την
ηθοποιία πιστεύω ότι ήταν πολύ καλή από όλους και μαζί με σενάριο και σκηνοθεσία το έκανε σχεδόν αληθινό. Ελάχιστα τα σημεία όπου δεν είχες την αίσθηση του αληθινού και ότι είναι εικονική πραγματικότητα.
Για μας τους εκτός Αμερικής, το άλλο εκλογικό και κυβερνητικό σύστημα, οι διαδικασίες, τα πρωτόκολλα, βοηθούν ίσως στο να πεις ότι δεν σε αφορά, συμβαίνει αλλού. Συμβαίνει;
Το μόνο μειονέκτημα, χρειάζονται αρκετές ώρες για να το παρακολουθήσεις γιατί δεν θέλεις να το αφήσεις (13 επεισόδια), να το δεις σε δόσεις. Όμως σε αποζημιώνει.



Βασίσθηκε στο House of Cards του Michael Dobbs και House of Cards του Andrew Davies (1990, BBC)

Δημιουργός                      Beau Willimon
Σκηνοθεσία                      David Fincher

Κινηματογραφία               Eigil Bryld 
Μουσική Jeff Beal
Διανομή ρόλων
                 Laray Mayfield 

Ηθοποιοί
Kevin Spacey 

Robin Wright
Kate Mara
Corey Stoll
Michael Kelly
Sakina Jaffrey
Kristen Connolly
Constance Zimmer 





6 Δεκεμβρίου 2013

Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι (God loves caviar) - 2012

«Πρόκειται για την ιστορία του Ιωάννη Βαρβάκη, ενός πειρατή που γίνεται ζάμπλουτος έμπορος χαβιαριού και δεν σταματά να αγωνίζεται ενάντια σε κάθε εμπόδιο για την απόκτηση χρήματος, εξουσίας και πολιτικής επιρροής, για να χαρίσει στο τέλος όλα του τα υπάρχοντα στο όνομα της αγάπης. Η επική αυτή ιστορία βασίζεται στην πραγματική ζωή του Ιωάννη Βαρβάκη και ξεκινά από τα Ψαρά του Αιγαίου Πελάγους, φτάνει στην αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης στη Ρωσία, απλώνεται στις ακτές της Κασπίας Θάλασσας για να καταλήξει στη διχασμένη από εμφύλιες διαμάχες Ελλάδα, κατά την Επανάσταση του 1821».

Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή με απασχόλησε για πολλούς λόγους, όχι απαραίτητα τέχνης.

Θα προλάβω τους δύσκολους και θα πω «ναι, υστερεί ως ταινία εποχής, μοιάζει με πτυχιακή εργασιά, από άποψη σκηνικών, το παλάτι της Αικατερινής, ηχητικής, δεν ήταν ευκρινή τα λόγια σε όλα τα σημεία, ευρηματικότητας, η εμφάνιση του ψαρά, μοντάζ, ο τρόπος που περνάει από το ένα πλάνο στο άλλο.»

Όμως είναι μία καλή ταινία. Τα 99 λεπτά τα παρακολουθείς αδιάσπαστα και με προσήλωση. Όταν τελειώνει, εγώ τουλάχιστον ήμουν θυμωμένη, υπερήφανη, απορημένη, διεκδικητική, αποφασισμένη να υπερασπισθώ τα κεκτημένα, να μιλήσω ελεύθερα. Μου έδωσε την αφορμή να σηκωθώ και να υπάρξω.

Φθάνει η ηττοπάθεια σε προσωπικό και εθνικό επίπεδο.

Είπα, μπορώ. Η δύναμη του θέματος της προσωπικότητας του Βαρβάκη ήταν μεταδοτική.

Ο Γιάννης Σμαραγδής σε μία συνέντευξή του είπε: «η τέχνη θυμίζει στον άνθρωπο την μέσα φύση του, του θυμίζει ότι είμαστε όλοι ένα κομμάτι του Θείου Φωτός. Βοηθάει στο να επανεύρει την αισιοδοξία και πίστη για τα καλύτερα. Να κοιτάξει επάνω. Το ‘Άνω σχώμεν τας καρδίας’»

Με αυτό το κριτήριο το έκανε.

Ο άνθρωπος και ηθοποιός Βαρβάκης, ο σκηνοθέτης, η ζωή αυτού του ‘πειρατή’ μου θύμισε αυτό που είχα ξεχάσει, την ψυχή μου.

Η αφήγηση της «διαδρομής της ψυχής αυτού του ανθρώπου», η «μετακίνηση από την ιδιοτέλεια στην ανιδιοτέλεια, από την φθαρτότητα στην αφθαρσία» με συνεπήρε.

Η παρακολούθηση αυτής της πορείας ήταν θωπευτικό της ψυχής μου.

Ο ιδιοτελής πειρατής μετατρέπεται σε ευεργέτη Άγιο.

Ένας ελεύθερος άνθρωπος, με ελαττώματα, με αγάπη για τον πλούτο, αλλά και την πατρίδα. Ένας αδικημένος ευεργέτης. Ένας ακόμη προδομένος.

Η ζωή αυτού του άνδρα είναι το θέμα της ταινίας. Βιογραφική και γι αυτό συγκινητική, ίσως μεροληπτική. Όμως διδακτική.

Ο Γιάννης Σμαραγδής αναδεικνύει πολλά, της προσωπικότητας αλλά και των συνθηκών, των δήθεν συμμαχιών, της ελληνικής διχόνοιας, της μικροπολιτικής, της εθνικής μας μικροπρέπειας και υποτακτικότητας, της οσφυοκαμψίας μας.

Η ερμηνεία του Sebastian Koch ως Ιωάννης Βαρβάκης εξαιρετική. Περίμενα καλύτερη την Catherine Deneuve. Έμοιαζε να λέει «τόσα με πληρώσατε, τόσα θα πάρετε». Ξεχώρισε επίσης ο Evgenly Stychkin ως Ιβάν.

Δεν θα έλεγα το ίδιο για την μάνα και κόρη του Ιωάννη Βαρβάκη.

Όμως την ταινία με τα μείον της θα την δω για το αποτέλεσμα και την επιρροή που μου ασκεί.

Μου θυμίζει ότι έχω πατρίδα, σε μια εποχή που κοντεύω να ξεχασθώ ως άπατρις.

Η πατρίς είναι εγκληματική απέναντι στα τέκνα της.

Τον βράβευσε και τον απομόνωσε σε λοιμοκαθαρτήριο, υπακούοντας σε προτροπές Άγγλων υπό την απειλή καθυστέρησης δανείου.

Τρία εκατομμύρια χρυσά ρούβλια της χάρισε ο Ιωάννης Βαρβάκης αλλά δεν ήταν αρκετά. Ήταν απειλή.

Μήπως αυτοί που έμειναν και προστάτευσαν την χώρα από τις απειλές, δεν αποδείχτηκαν μεγαλύτερες καταστροφές;

Η ταινία νύξεις κάνει για προβληματισμό. Τον άνθρωπο τιμά.

Την μνήμη του, τις ψυχές σαν τα βαρβάκια, γενναία και ελεύθερα.

Λεοντής ήταν το επίθετό του τού Βαρβάκη. Το επίθετο έλαβε εξαιτίας της ομοιότητας με τα συγκεκριμένα πτηνά.

Δεν θα ήθελα να ξεχάσω την μουσική. Την πρόσεξα και αναζήτησα τον δημιουργό της, είναι ο Μίνως Μάτσας, εγγονός του ιδρυτή της γνωστής εταιρείας παραγωγής μουσικής. Διακριτική, ευχάριστη, ακολουθεί και προηγείται όπου χρειάζεται. Θα έλεγα Ελληνική, αλλά φοβάμαι το σχόλιο «το επίθετο περιττό».

Με αφορμή την ταινία, θα ήθελα να καταθέσω το ερώτημα για το μέλλον, των εγγονών μου ίσως. Γιατί ποτέ στα χρόνια της εκπαίδευσης μας δεν μας μίλησαν γι αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί δεν έδωσαν μία εργασία; τι φοβόταν;

Ακόμη και τα χρόνια που ακολούθησαν με την εκπαίδευση των παιδιων μου και των λοιπών της οικογένειας παρ’ όλο που είχαμε απομακρυνθεί απο επώδυνες εποχές, πάλι δεν άκουσα γι αυτόν. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα από μέρους των αναγνωστών: «μα δεν συζητάμε για Εθνικούς Ευεργέτες. Το θέμα μας είναι η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή. Είναι καλή; Την απάντηση την έδωσα ήδη και οι μετέπειτα προβληματισμοί, τα σχόλια μου.

Ευτύχησα να την δω. Θέλω να την δουν και άλλοι.

Σκηνοθεσία                             Γιάννης Σμαραγδής
Σενάριο                                  Γιάννης Σμαραγδης, Παναγιώτης Πασχίδης
                                            Jackie Pavlenko, Vladimir Valutsky
Διεύθυνση Φωτογραφίας           Άρις Σταύρου
Μουσική                                 Μίνως Μάτσας
Σκηνικά                                  Νίκος Πετρόπουλος
Κουστούμια                             Lala Huete

Ηθοποιοί
Ιωάννης Βαρβάκης                    Sebastian Koch
Αικατερινή Μεγάλη                   Catherine Deneuve
Ιβάν                                       Evgenly Stychkin
Ψαράς του Θεού                      Λάκης Λαζόπουλος
Έλενα                                    Olga Sutulova
Κίμων                                     Άκης Σακελλαρίου
Ποτέμκιν                                 Χριστόφορος Παπακαλιάτης
Λεφεντάριος                           Juan-Diego Botto
ΜcCormick                              John Cleese
Κολοκοτρώνης                         Γιώργος Κολοβός

3 Δεκεμβρίου 2013

Παρενέργειες (Side Effects) - 2013

Η νέα και τελευταία ταινία του Steven Soderbergh θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένα παράδειγμα ότι μπορείς να κάνεις τέχνη, να κρατήσεις ακούνητο τον θεατή στην θέση του, να είσαι στο Χόλυγουντ και να προβληματίσεις για τα τα πιο επίκαιρα και καυτά θέματα αυτά που συνήθως δεν τα αγγίζουν οι δημιουργοί εξαιτίας του φόβου μην και χαρακτηρισθούν στρατευμένοι.

Κι όμως τρία καυτά θέματα του κοινωνικού οικονομικού ρεπορτάζ, όχι απλά θίγονται, αλλά αποτελούν τον κορμό του μύθου της ταινίας.

Inside trading, χρήση αντικαταθλιπτικών κατά κόρον σε ευημερούσα οικονομικά κοινωνία, ο ρόλος των φαρμακευτικών εταιρειών και η σύνδεση τους με το χρηματιστήριο.

Είναι ο σκελετός, τα στιμόνια, πάνω στα οποία υφάνθηκε η ιστορία. Νεαρό πετυχημένο ζευγάρι διάγει πολυτελή βίο μέχρι που για λόγους διαρροής εσωτερικών οικονομικών πληροφοριών στον επαγγελματικό χώρο του άνδρα, καταρρέει ο μύθος της ευημερίας τους και φυλακίζεται ο σύζυγος. Η νεαρή σύζυγος έχοντας ανάγκη αντικαταθλιπτικών και ψυχιατρικής στήριξης λόγω απώλειας της ευημερίας, όπως και του συζύγου, θα αναζητήσει όπως και στο παρελθόν ψυχίατρο. Άνδρα αυτή την φορά. Αφορμή, αυτοκτονική απόπειρα, εκ μέρους της.

Ο ψυχίατρος ζει κι αυτός μία ζωή που επεδίωξε και επιδιώκει να είναι η καλύτερη. Ακριβό σπίτι, ακριβό ιατρείο, γειτονιά με όνομα, ιδιωτικό σχολείο για τον θετό τους γυιό. Για να μπορέσει όχι να επιβιώσει αλλά για να αποκτήσει αυτήν την καλή ζωή εργάζεται πολλές ώρες και συνδιαλέγεται με φαρμακευτική εταιρεία, προκειμένου να σταθεί στο ύψος της ποιότητας ζωής που αυτός και η σύζυγος επέλεξαν...

Πόσοι από εμάς δεν ακούσαμε την προτροπή πάρε κανένα χάπι για να είσαι καλύτερα. Πόσοι από εμας δεν αναρωτηθήκαμε «το γιατί όχι». Πόσοι από εμάς δεν ενδώσαμε, πόσοι δεν μπήκαμε στην διαδικασία να ψάξουμε και να βρούμε. Πόσοι απο εμάς δεν ζηλέψαμε την ζωή των άλλων. Δεν κάναμε σύγκριση με το τι καταφέραμε εμείς, πόσο «λίγοι» αισθανθήκαμε στο «πολύ» των άλλων. Πόσες φορές δεν αμελήσαμε να συμπληρώσουμε ότι εύκολος πλούτος δεν υπάρχει.

Πόσοι δεν εντάχθηκαν στο παιχνίδι του εύκολου κέρδους με ολέθριες συνέπειες για όλους. Ήδη η χώρα μας βρίσκεται σε δεινή θέση εξαιτίας του άκρατου καταναλωτισμού και του εύκολου αλλά όχι ένομου κέρδους.

Αποτέλεσμα άνθρωποι με ανικανοποίητες ανάγκες, χαμένοι στην αναζήτηση του πλούτου, κενοί μέσα τους κι αδηφάγοι με τους άλλους, με την ανάγκη ενός θαυματουργού χαπιού που θα μας κάνει να ξεχάσουμε.

Ξεχνάμε; Που πάμε;

Στην ταινία, ένας φόνος θα μετατρέψει την ταινία από υπαρξιακό και κοινωνικό δράμα σε ένα καταπληκτικό θρίλερ με τρία πρόσωπα. Ένα μεστό έργο, χωρίς πολυλογίες και επαναλήψεις με γρήγορα άλλά εύστοχα πλάνα, διακριτική μουσική, τόσο όσο χρειάζεται από έναν Τhomas Newman που ξέρει τι να τονίσει και τι να αφήσει. Εξαιρετική φωτογραφία, που ξέρει τι κάνει, γκρί που να πνίγει, φωτεινά διαυγή στα κοσμοπολίτικα. Λεπτομέρεια που απαιτεί ένα καλό θρίλερ. Το κυριώτερο, εξαιρετική ερμηνεία από τους Rooney Mara ως Emily Taylor και Jude Law ως Dr Jonathan Banks.

Το τρίτο πρόσωπο από τους πρωταγωνιστές, η Catherine Zeta Jones, ως Dr Victoria Siebert, θα σημείωνα ότι είναι ένα μικρό ψεγάδι στην ταινία. Ήθελε να είναι σκληρή, πετυχημένη, φιλόδοξη αλλά το μόνο που πέτυχε ήταν να είναι πολύ στυλιαρισμένη, έως άκαμπτη.

Θα ήθελα να μην είναι η τελευταία ταινία του Steven Soderbergh Αλλά αν είναι, ένας ακόμη λόγος για να την απολαύσετε.

Σκηνοθέτης                                   Steven Soderbergh
Σενάριο                                        Scott Z. Burns
Κινηματογραφία                            Steven Soderbergh και Peter Andrews
Μουσική                                       Thomas Newman
Διανομή ρόλων                              Carmen Cuba

Ηθοποιοί:
Emily Taylor                                  Rooney Mara,
Martin Taylor                                 Channing Tatum,
Dr Jonathan Banks                          Jude Law
Dr Victoria Siebert                          Catherine Zeta Jones

30 Νοεμβρίου 2013

Έρωτας είναι (Love is all you need) - 2012


Love is all you need, η τελευταία, για μας τουλάχιστον, ταινία της Susanne Bier, είναι μία πρόταση για το πως θα μπορούσε να κινηθεί αισιόδοξα προς το μέλλον η ζωή μας.
Δεν μας είχε συνηθίσει σε αισιόδοξες ματιές.
Πάντα είχα μία πικρία διάχυτη μέσα μου καθώς παρακολουθούσα τις προηγούμενες ταινίες της, ‘Things We Lost in the Fire’, ‘In a Better World’, ‘After the Wedding’, ‘Brothers’.
Ο έρωτας, η ασθένεια, οι ανθρώπινες σχέσεις, ο γάμος, η οικογένεια είναι οι προβληματισμοί της.
Στην εν λόγω ταινία το δυσάρεστο συναντά το ευχάριστο, ο βορράς το νότο, η σοβαρότητα το γελοίο.
Η Ida μία ώριμη κυρία, απλή, αισιόδοξη με πίστη στους ανθρώπους και την ζωή, έχοντας ολοκληρώσει την θεραπεία της για καρκίνο του στήθους, επιστρέφει σπίτι της προκειμένου να ετοιμασθεί για τον γάμο της κόρης της που θα γίνει στο νότο της Ιταλίας, στο αγρόκτημα του μέλλοντος γαμπρού της. Ένας ειδυλλιακός χώρος, έπαυλη περιτριγυρισμένη από λεμονιές, με θέα την θάλασσα της Νάπολης, όπως θα τον αντικρίσουμε όταν, παρ’ όλες τις δυσκολίες, φθάσει η πρωταγωνίστριά μας.
Πίσω λοιπόν, στην γκρι Δανία, μετά το ραντεβού με την ογκολόγο, 
βρίσκει τον σύζυγο της να κάνει έρωτα στο καναπέ του σπιτιού της με νεαρή συνάδελφο του.
Η ιστορία ξεκινά με πικρία εξαιτίας της συμπεριφοράς του συζύγου, των εγωκεντρικών απαντήσεων του και την Ιda σε ταραχή, έκπληκτη για την τροπή των πραγμάτων, την εξ ολοκλήρου ανατροπή του κόσμου της.
Θα συμβούν διάφορα γεγονότα που, επειδή αποτελούν τα ενδιαφέροντα σημεία της ταινίας, δεν θά ‘πρεπε να αναφερθούν. Είναι αυτά που κάνουν την διαφορά και παρακολουθούμε ένα ρομάντζο αλλά με καλές συστάσεις.
Η ιστορία είναι απλή. Η διαφορά της είναι, όπως ανέφερα μικρές λεπτομέρειες, η υπογράμμιση των ανθρωπίνων συμπεριφορών στα ευχάριστα και στα δύσκολα.
Δεν είναι μόνο η ερμηνεία των πρωταγωνιστών που στο σύνολο τους είναι καλή, είναι η άποψη της Ιda για την ζωή, η αυτοσυγκράτηση της, η τρυφερότητα της, η ‘καθαρή’ της ματιά για τους ανθρώπους που σε γλυκαίνει.
Σενάριο και σκηνοθεσία, φωτογράφηση και παρουσίαση των χαρακτήρων, η εστίαση στα μάτια των ανθρώπων γεμίζουν οθόνη και καρδιές με ζεστασιά και τρυφερότητα.
Αυτό που έχει ανάγκη ο σύγχρονος άνθρωπος.
«Κοίτα με στα μάτια και μίλησε μου» κι εγώ θα αφεθώ στην ομολογία της σκέψης σου και των επιθυμιών σου με τις καλύτερες των προθέσεων μου.
Δύσκολα θα αποφύγεις την συγκίνηση.
Το τέλος της ταινίας είναι προβλέψιμο αλλά αυτό δεν σε εμποδίζει να παρακολουθείς την εξέλιξη της ιστορίας. Έχει μικρο-ανατροπές η ετοιμασία του γάμου. Μία ετοιμασία που αποκαλύπτει τους ανθρώπους, τις αδυναμίες και τις δυσκολίες τους, τις συμβάσεις.
Αισθάνεσαι ότι τα απρόοπτα είναι η αφορμή για να αναφερθεί στις ανθρώπινες σχέσεις. Να μειώσει την ένταση και εσένα τον θεατή να σε ‘κρατήσει’ μαζί της.
Θέλει τόλμη να παρουσιάσεις ερωτεύσιμη μία γυναίκα ταλαιπωρημένη από τον χρόνο και την αρρώστια, σε ένα κόσμο όπως του κινηματογράφου. Ένας κόσμος, όπου η ομορφιά κατασκευάζεται, προβάλλεται, επιβάλλεται ως role model, αποθεώνεται.
Θέλει τόλμη και δύναμη, αλλά... τι δύναμη και αισιοδοξία! 
Ελπίδα, για τον άνθρωπο που καθημερινά παλεύει με τον χρόνο, τον φόβο του θανάτου, τα χτυπήματα της αρρώστιας.
Απλή ευχάριστη αφήγηση, ελπιδοφόρα ταινία, μία μικρή όαση στον καταιγισμό των απειλών που δέχεται ο άνθρωπος.

Σκηνοθεσία                     Susanne Bier
Σενάριο, ιστορία.            Susanne Bier, Anders Thomas Jensen
Φωτογραφία.                 Morten Soborg
Διανομή ρόλων               Lene Seested
Μουσική                       Johan. Soderqvist

Ηθοποιοί 
Ida                               Trine Dyrholm
Philip                            Pierce Brosnan
Patrick                          Sebastian  Jensen
Astrid                            Molly Blixt Egelind
Leif                              Kim. Bodnia
Benedikte                      Birthe Neumann