12 Ιουνίου 2012

Μία Επικίνδυνη Μέθοδος (A dangerous method) - 2011

Ο David Cronenberg στην προτελευταία του ταινία "A dangerous method" επιχειρεί να αφηγηθεί τη σχέση του Sigmund Freud με τον Carl Jung, μέσω της σχέσης του τελευταίου με ασθενή και μαθήτριά του Sabina Spielrein. 
Ο David Cronenberg επιχείρησε να ασχοληθεί με δύο εξέχουσες προσωπικότητες και μάλιστα με εμφανή προτίμηση στον ένα εκ των δύο, τον Carl Jung. Η κόντρα των δύο αντρών, για μένα, τον αδαή θεατή περί Ψυχιατρικής, κατέληξε να εστιαστεί σε μια γυναίκα ασθενή, συνάδελφό τους στο μέλλον, και στην ερωτική σχέση της με έναν εκ των δύο, τον Carl Jung.
Δεδομένα της ταινίας;
Ο έρωτας υπήρξε, τα πρόσωπα υπαρκτά, δύο κολοσσοί που σημάδεψαν τη ζωή μας επίσης, το ανικανοποίητο, το κρυφό, το γνωστό, «η σύζυγός μου και το αίσθημά μου» παρόντα, οι αναστολές και προβληματισμοί δεδομένα, οι συμβάσεις αναπόφευκτες.
Όμως:
Η ταινία πληροφοριακή δεν ήταν, γιατί επισκέφθηκα τη μηχανή αναζήτησης πολλές φορές.
Σίγουρα απομυθοποιητική ήταν σε ό,τι αφορά τους ψυχιάτρους και μάλιστα την επιστήμη τους. Παρουσιάστηκαν ως κοινοί θνητοί, έρμαια των παθών τους και του ανταγωνισμού τους.
Αισθησιακή, επίσης, δεν ήταν. Για μεν τους άνδρες η Keira Knightley (Sabina) εκτός από την έντονη ερωτική επιθυμία και την ιδιαιτερότητα ικανοποίησής της δεν έπεισε για τον αισθησιασμό της, παρ’ όλη την αδιάψευστη ομορφιά της. Όσο για τις γυναίκες, ούτε ο Viggo Mortensen (Sigmund Freud) λειτούργησε ως ελκυστική παράμετρος παρόλο που συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τους 80 ωραιότερους άνδρες. Μετά βίας αναγνωριζόταν.
Δυο ώρες περιπλανήθηκα σε μια άλλη εποχή προσπαθώντας να καταλάβω τι θέλει να πει ο «ποιητής» κ. Cronenberg.
Αργότερα επανήλθα στο θέμα για δεύτερη σκέψη προκειμένου να αποκλείσω την περίπτωση ότι αδικώ την ταινία. Αναγνώρισα: Η γνωστή ιστορία του τριγώνου, το μήλο έριδος ανάμεσα σε φωτισμένα μυαλά, δυνατές προσωπικότητες. Συνταγή αλάνθαστη ανά τους αιώνες. Σημείωσα: Ακόμη κι αν είσαι θεμελιωτής μια θεωρίας, με το δικό σου 
«εγώ» παλεύεις, το «πρέπει», το «θέλω», το «μπορώ», τα φαντάσματα και τις φαντασιώσεις, το δύναμαι και υφίσταμαι, το σχεδιάζω και μου επιβάλλεται, το διαφωνώ και μου χρεώνεται, ως φθόνος ή μικρότητα, το επιχειρηματολογώ και ακυρώνεται από προσωπικά λάθη, επιλογές. Αναρωτήθηκα: Μήπως αυτό ήθελε να πει;
Επέλεξε ο Cronenberg να τονίσει υπερβολικά την υστερία, την αδυναμία, την απραξία και σύμβαση, τον ανταγωνισμό με σκοπό την αφύπνισή μου ή για την ενίσχυση της εμπορικότητας της ταινίας;
Ονόματα σαν του Cronenberg δύσκολα «τα βάζεις στο στόμα» κι ακόμη πιο δύσκολα τα κρίνεις. Πάντα έχω την αίσθηση ότι κάνω λάθος και το μέγα μήνυμα δεν το έλαβα. Είδα το κλείσιμο της ταινίας με ανακούφιση και με όχι μία, αλλά πολλές απορίες για τον σκηνοθέτη και την επιστήμη της ψυχιατρικής. Όχι για να την αμφισβητήσω, ποια είμαι άλλωστε, αλλά για να μου επιβεβαιώσει ή λύσει τις απορίες για την ταινία.
Το σίγουρο είναι ότι εγκαταστάθηκε μέσα μου φόβος για τα πάθη που θα θελήσουν να εκδηλωθούν και δεν θα ’χω πού να απευθυνθώ.
Αναρωτιέμαι αν ζούσαν οι Jung και Freud πώς θα αντιδρούσαν. Ένα θέμα που με απασχολεί αφορά τις προσωπικότητες που δεν είναι πλέον εν ζωή και τη ζωή τους συζητούμε ή παρουσιάζουμε. Πολλά λέμε ή ερμηνεύουμε χωρίς να υπάρχει αντίλογος, χωρίς περιθώριο αμφισβήτησης, ακύρωσης, χωρίς επιβολή ποινών.
Ίσως αν έχουμε ευκαιρία να παραστούμε σε διαλέξεις με θέμα τέχνη και ψυχιατρική, πάρουμε την απάντηση ή τις απαντήσεις.

Σκηνοθέτης                    David Cronenberg
Σενάριο                           Christopher Hamptor και βιβλίο John Kerr “A most dangerous method”
Sabina Spielrein               Keira Knightley
Sigmund Freud                Viggo Mortensen
Carl Jung                         Michael Fassbender
Otto Gross                       Vincent Cassel
Emma Jung                      Sarah Gadon


31 Μαΐου 2012

Η Σιδηρά Κυρία (Iron Lady) - 2011

Η ταινία Iron Lady της Phyllida Lloyd ήρθε δυναμικά με την Meryl Streep να υποδύεται την Margaret Thatcher, την πρώην πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου που διετέλεσε πρωθυπουργός από το 1979 μέχρι το 1990. Αξίζει να σημειωθεί για τους νεότερους ότι ήταν η πρώτη κα μοναδική γυναίκα πρωθυπουργός του 20ου αιώνα. Προέκυψε μετά από τρεις εκλογικές αναμετρήσεις. Ο χαρακτηρισμός Iron Lady της δόθηκε εξαιτίας της άτεγκτης στάσης της απέναντι στα συνδικάτα και την πρώην Σοβιετική Ένωση.
Η ταινία θα έλεγε κανείς είναι η βιογραφία της κ. Margaret Thatcher.
Πριν κρίνεις την ταινία θα πρέπει να τοποθετηθείς αν είσαι υπέρ ή κατά της Thatcher. Απαραίτητη προϋπόθεση – παράμετρος αν είσαι Βρετανός ή όχι, και φυσικά αν σου αρέσει η υποδυητική ικανότητα της Meryl Streep.
Αν δεν είσαι Βρετανός, γυναίκα και κατά της πολιτικής της Thatcher η ταινία δεν έχει να σου πει τίποτα.
Γιατί ακόμη κι αν δεν είσαι Βρετανός ή υπέρ της Margaret Thatcher θα εντυπωσιαστείς από τον αγώνα μιας γυναίκας να επιβληθεί και να παραμείνει σε μια θέση ανδροκρατούμενη. Αν δεν είσαι Βρετανός δεν θα αρκεστείς στα θετικά που προσέφερε η Margaret Thatcher στη χώρα της. Τώρα, αν είσαι άνδρας, κατά της Margaret Thatcher, ανεξάρτητα αν είσαι Βρετανός ή όχι, η ταινία δεν είναι ούτε καν ανεκτή.
Υπάρχουν ερωτήματα όπως: μπορείς να αποφύγεις να κάνεις ντοκιμαντέρ κι όχι να δραματοποιείς τη ζωή μιας προσωπικότητας, όταν μιλάς για ένα πρόσωπο που άλλαξε ριζικά το προφίλ της Βρετανίας; Πιστή οπαδός της φιλελεύθερης οικονομίας, ενίσχυσε καθοριστικά την ελεύθερη πρωτοβουλία, περιόρισε το δημόσιο τομέα. Της χρεώθηκε η υψηλή ανεργία, την οποία με το πόλεμο των Φόκλαντ
ς 1982 την μείωσε με την προκύψασα ανάκαμψη της οικονομίας.
Με ενόχλησε, ακόμη κι αν έτσι είναι η ζωή κι ανεξάρτητα με τη θέση μου για αυτήν την πρωθυπουργό, να την δω να σέρνεται. Αυτό το τόσο δυναμικό πλάσμα, γερασμένη, άρρωστη, ανήμπορη, αποπροσανατολισμένη, ανίκανη να επιβληθεί. Εκτός κι αν η σκηνοθέτης, με αυτή την επιλογή της, αναφέρεται σε νομοτέλεια του είδους «δες τι περιμένει και τους δυνατούς και ίσως τους σκληρούς κι άδικους».
Διέκρινα, επίσης, ότι προσδόθηκε μια υπογράμμιση αφέλειας στο χαρακτήρα της, στην καλύτερη περίπτωση θα το ονόμαζα ένα ξεπερασμένο ρομαντισμό στα οράματα και τους στόχους της από τους συναδέλφους της στο Κοινοβούλιο, ακόμη και στην παράταξή της.
Εκτιμώ ότι η πολιτική είναι πολλές περισσότερες συνισταμένες και συμφέροντα, συγκρούσεις, καταπατήσεις, σαρωτικές ακυρώσεις, διαγραφές. Εν ολίγοις είναι άγριος χώρος που λειτουργεί όχι απαραίτητα με κανόνες δεοντολογίας, όπως θα έπρεπε. Όταν διετέλεσε για τόσα χρόνια πρωθυπουργός, σαν γυναίκα προς γυναίκα απευθύνομαι στη δημιουργό, εξακολουθούν οι αντίπαλοι να σε αντιμετωπίζουν με ελαφρότητα και σχόλια του είδους «είναι θέμα ημερών η αποκαθήλωση της» συνοδευόμενα, επίσης, και τονισμένα, με μειδιάματα.
Ενδεχόμενη απάντηση της σκηνοθέτιδας για τις ανακρίβειες ή ερμηνείες θα ήταν:
Όταν δραματοποιείς τη ζωή μιας προσωπικότητας έχεις άλλοθι για τα λάθη ή τις ανακρίβειες, γιατί απαντάς «δεν κάνω ντοκιμαντέρ, παραθέτω τη δική μου ερμηνεία και καταγραφή». Αν δει κανείς την απόπειρα της Phyllida Lloyd σαν μια ταινία χωρίς αναφορά σε επώνυμο ή πρόσωπο υπαρκτό, είναι μια ταινία καλή που οι γυναίκες πολλά έχουν να διδαχθούν για να πράξουν ή να αποφύγουν.
Οι λάτρεις της Meryl Streep θα αναφωνήσουν και θα επιδοκιμάσουν για ακόμη μια φορά. Οι επικριτές της θα βρουν ευκαιρία να μιλήσουν για μιμητισμό κι όχι ερμηνεία. Διακινδύνευσε και υποδύθηκε ικανοποιητικά. Χωρίς να αποφύγει την μανιέρα της. Σίγουρα δεν την προσπερνάς, γι’ αυτό και την είδαμε.

Σκηνοθέτης            Phyllida Lloyd
Σενάριο                 Abi Morgan
Ηθοποιοί               Meryl Streep, Jim Bradbent,  Richard E Grant

19 Μαΐου 2012

Ο Δρόμος του Χρήματος (Margin Call) - 2011

Ο κινηματογράφος πολλές φορές σε απασχολεί μέσω της θέασης μιας ταινίας με ένα θέμα άγνωστο και ίσως αδιάφορο.
Η επιλογή της εν λόγω ταινίας έγινε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, όχι για τους ηθοποιούς, ούτε για τον σκηνοθέτη. Αυτόν τον κόσμο, λόγω κρίσης, ήθελα να γνωρίσω, να κατανοήσω.
Η προσέγγιση της κρίσης ή των αιτιών της δεν είναι ετεροχρονισμένη, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Η κρίση θα απασχολεί και θα απασχολήσει. Θα επιχειρηθούν κι άλλες, περισσότερες αναλύσεις, παρουσιάσεις, είτε μέσω της τέχνης ή μέσω των ειδικών και διαχειριστών εξουσίας.
Εγώ προσωπικά διαλέγω την τέχνη.
Η ταινία του J.C.Chandor, Margin Call, σύντομα, επιφανειακά, από λάθος γωνία, όπως σχολιάζεται, επιχειρεί να μιλήσει γι αυτό που η Ελληνική μετάφραση του τίτλου λέει καλύτερα, τον δρόμο του χρήματος.
Έχοντας σαν πλεονέκτημα και δύναμη μια ομάδα εξαιρετικών ηθοποιών και μ’ ένα ρεαλιστικό, επίκαιρο σενάριο καταγράφει τον κόσμο πίσω από τις κρίσεις ή την κρίση, αν θέλετε.
Βρισκόμαστε στο 2008, στα εσωτερικά ενός επενδυτικού κολοσσού.
Ο χρόνος εξέλιξης μόνο 24 ώρες.
Έναρξη; μία απόλυση.
Αποκάλυψη; ¨Ένα μεγάλο λάθος στη θεμελιώδη εξίσωση του συστήματος.
Συνέπεια; Κατάρρευση του κολοσσού αλλά και ντόμινο οικονομικών επιπλοκών, καταρρεύσεων στον κόσμο.
Ο μέσος, ο αδαής επί του θέματος θεατής, λίγο, ίσως καθόλου δεν τον ενδιαφέρει η εξίσωση, το λάθος.Το δέχεται με απορίες. Εστιάζει την προσοχή στην λειτουργία του συστήματος, στην κυνικότητα του, στην απρόσκοπτη από συναισθήματα, προσωπικές σχέσεις, δεσμεύσεις, συνέχιση της ροής του κέρδους.
Ο άνθρωπος -το αποτέλεσμα- η εταιρεία. Αυτό μετράει.
Ο άνθρωπος, τα άλλα δύο, υπηρετεί υιοθετώντας τις αρχές που η τελευταία θεσπίζει.
Ίσως από αυτά που σημειώνεις είναι η μία άλλη ηθική. Η αφοσίωση στην εταιρεία και στους στόχους της, το καλό της. Σε εκπλήσσει. Περιμένεις κι αυτή, η εταιρεία, να είναι το ίδιο δεσμευμένη απέναντι στους υπηρετούντες αυτή. Όμως όχι. Αυτή με την σειρά της υπηρετεί το χρήμα. Το τι το κάνει ή αν το επανατροφοδοτεί στην κοινωνία ή προς όφελος των μετόχων δεν είναι ορατό, τουλάχιστον στην ταινία.
Αυτή η σχέση η εντός των τειχών, με όλες τις βαθμίδες των στελεχών, δημιουργεί την ένταση.
Στο πρώτο μέρος, δεν με αφορούσε το αποτέλεσμα, η συνέπεια του λάθους. Έμεινα στον άνθρωπο. Αργότερα, ίσως ιδιαίτερα αργά ο J.C.Chandor, έβαλε κι εμένα, ως κοινωνία, μέσα στην έκβαση της αρχικά εσωτερικής κρίσης. Με έβαλε όταν εμφανώς έγινε αντιληπτή κι ως εξωτερική κρίση.
Ομολογουμένως η ταινία παρέμεινε ως το τέλος δυνατή, χάρη στην ερμηνεία των ηθοποιών, της πλοκής, της επικαιρότητας του θέματος.
Την είδα ως ένα ψυχογράφημα των ανθρώπων με τα σκουρόχρωμα κουστούμια, τα ανοιχτόχρωμα πουκάμισα, τις γραβάτες, αυτών που ξενυχτούν με την τροφή στην χαρτοσακούλα, την μπύρα στο χέρι, τις υψηλές αποδοχές στο πορτοφόλι, των ανθρώπων πίσω από την οθόνη, των ανθρώπων των γυάλινων γιγάντων της City της Wall Street, La Defense, αυτών που την αγωνία τους, την θλίψη τους, την μοναξιά τους θα την καλύψει η προβλεπόμενη γερή αποζημίωση. Οι άλλοι, εμείς, θα αναζητούμε την αιτία της κρίσης, θα συνεχίσουμε να ζούμε με την απορία προς τι τόσος πόθος, πάθος γι αυτόν τον δρόμο.

margin call: https://www.investdirect.hsbc.gr/HSBC/portal/media-type/html/user/anon/page/default.psml/js_panename/Tr_Margin


Σκηνοθέτης : J.C.Chandor
Σενάριο: J.C.Chandor

Ηθοποιοί:
Kevin Spacey Sam Rogers
Paul Bettany Will Emerson
Jeremy Irons John Tuld
Zachary Quinto Peter Sullivan
Penn Badgley Seth Bregman
Simon Baker Jared Cohen
Mary McDonnell Mary Rogers
Demi Moore Sarah Robertson

4 Μαΐου 2012

Moneyball - 2011

Αν δεν είσαι φίλαθλος κάποιου αθλήματος, αν το baseball ανήκει στη σφαίρα των εξωτικών, ίσως μια ταινία σαν το Moneyball να την προσπερνούσες.
Πρόκληση για την ταινία ήρθε αφ’ ενός από τον σκηνοθέτη Bennett Miller (Capote) κι αφ’ ετέρου από φίλο που την επεσήμανε ως case study για φοιτητές σχολών διοίκησης επιχειρήσεων.
Η επιλογή του Brad Pitt για το ρόλο του μάνατζερ των Oakland Athletics ίσως ήταν για κάποιους αποτρεπτική. Όμως προέκυψε ως καλή επιλογή. Ήταν μερικώς έκπληξη, μια και δείγμα για την υποκριτική του ικανότητα υπήρξε στο Babel και το Tree of Life.
Στα συν της ταινίας προστίθεται ότι βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Το βιβλίο του Michael Lewis με τίτλο Moneyball: The Art of Winning An Unfair Game (2003) ήταν η βάση πάνω στην οποία οι σεναριογράφοι Aaron Sorkin (The West Wing, The Social Network) και ο Steve Zaillian (Schindler's List) έγραψαν το σενάριο.
Η περίληψη της ταινίας: Ο Bill Beane (Brad Pitt) είναι μάνατζερ των Oakland Athletics. Η ομάδα μάλλον άσημη, ο προϋπολογισμός του Beane μικρός, απώλειες παικτών για μεγαλύτερες ομάδες, τρείς. Επιλογές για αντικατάσταση παικτών περιορισμένες. Δυσκολίες αρκετές. Τα οικονομικά, η αδιαλλαξία των ανθρώπων του συλλόγου, οι απόψεις περί χαρακτηριστικών και κριτηρίων επιλογής παικτών αδιαπραγμάτευτες, ο δε προπονητής Art Howe (Philip Seymour Hoffman) αρνητικός. Η επιθυμία για νίκη του Bill Beane μεγάλη. Απέρριψε στο παρελθόν μια πανεπιστημιακή εκπαίδευση για το baseball. Το αποτέλεσμα άχρωμο. Ο γάμος του διαλυμένος. Η απόδειξη της νίκης απάντηση στον εαυτό του και στους άλλους η επιδίωξη του.
Επιλέγει και προσλαμβάνει τον Peter Brand (Jonah Hill), νεαρό απόφοιτο του Yale, στα οικονομικά, να τον βοηθήσει σε αυτό που επικρατεί ως άποψη για την επιτυχία μια ομάδας στο baseball, τα sabermetrics. Οι δυο τους διαμορφώνουν τις επιλογές τους μέσω της στατιστικής ανάλυσης με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το εγχείρημα παράτολμο και ζητάει τη δικαίωσή του μέχρι το τέλος της σαιζόν έχοντας απέναντι και επιφυλακτικούς έως απορριπτικούς, Διοικητικό Συμβούλιο, προπονητή, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ακόμη και παίχτες.
Το αποτέλεσμα θα το κρίνει ο φίλαθλος και ο θεατής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο όρος Moneyball έχει ενταχθεί στο λεξικό του αθλήματος κι αφορά τον τρόπο, την τεχνική που ακολουθεί η ομάδα, η οποία προσαρμόζεται στη διαρκή εις βάθος ανάλυση των στατιστικών παράστασης των παικτών της.
Ο δυναμικός, δεσποτικός Beane επιβάλλεται και κινείται με τρόπο αξιοσημείωτο για τους ασκούντες διοίκηση. Ο στόχος ξεκάθαρος, αποστασιοποιημένος από επιρροές και συναισθήματα. Η νίκη και διάκριση το ζητούμενο, μπροστά σ’ αυτήν αξιοποιούνται τα δεδομένα, με στρατηγική, χωρίς συναισθήματα, με ρήξεις, όπου απαιτείται, με απολύσεις, όπου επιβάλλεται.
Ο Brand υποχωρητικός, έξυπνος, ιδιοφυής υποκλίνεται μπροστά στη δύναμη, αλλά μαζί της χαράσσει πορεία.
Οι φίλαθλοι και τα ΜΜΕ μαζί στη νίκη, χώρια στις αποτυχίες. Το εξιλαστήριο θύμα αναζητούν. Ο ευκολότερος στόχος το δίδυμο Beane-Brand μέχρι τη νίκη.
Ο Billy Beane έχει χρωστούμενα προσωπικά, φοβίες, απαντήσεις που οφείλει να δώσει κυρίως στον εαυτό του. Το σύστημα με το οποίο συνθηκολόγησε στα δεκαοκτώ είναι αυτό με το οποίο έρχεται σε ρήξη. Η αγωνία της έκβασης του αγώνα, ο εφιάλτης του.
Η ταινία, χωρίς να είσαι φίλαθλος, σε συναρπάζει με την ηθοποιία, με το παιχνίδι των διαλόγων και των ρόλων των κοινωνικών ομάδων, ο Miller το έδειξε καλά και στο Capote. Λειτουργεί ως ντοκιμαντέρ, εσύ συμμετέχεις και συμπάσχεις.
Μαθαίνεις από το πώς διοικείται ή μανατζάρεται μια ομάδα, όταν μάλιστα τζιράρονται εκατομμύρια και οι πιέσεις είναι πολλαπλές και πολύπλευρες.
Στα αρνητικά της ταινίας, αδύναμες ήταν οι αναφορές στο οικογενειακό περιβάλλον του Beane και όχι αρκετές προκειμένου να στηρίζουν τη διαμόρφωση του χαρακτήρα, τα πάθη ή τις φοβίες του.
Όμως δεν θα αναρωτηθείς γιατί βρέθηκα στο γήπεδο ή στα αποδυτήριά του με ανθρώπους που τον τρόπο ζωής τους αγνοείς. Είναι μια γοητευτική εμπειρία το δίωρο, αλλά δεν θα το έλεγα μοναδικό.
Ίσως αναρωτηθείς,
 Για την επιτυχία φθάνουν μόνο οι αριθμοί, μόνο οι ικανότητες ή τα προσόντα των αθλητών, η καλή διοίκηση, η προπόνηση, το χρήμα ή οι αστάθμητοι παράγοντες; Μπορεί ένας καλός μάνατζερ να τους προβλέψει, να τους χειρισθεί ή είναι εξωγενείς παράγοντες, αστάθμητοι, απρόβλεπτοι, αυτοί που κάνουν το «παιχνίδι»;

Σκηνοθέτης Bennett Miller
Σεναριογράφοι Steve Zaillian - Aaron Sorkin
Βασισμένο στο βιβλίο
Michael Lewis - Moneyball: The Art of Winning An Unfair Game (2003)
Ηθοποιοί

Bill Beane Brad Pitt
Peter Brand Jonah Hill
Art Howe Philip Seymour Hoffman

30 Απριλίου 2012

Tokyo story - 1953

Αριστουργήματα δεν έχει κανείς την ευκαιρία να συναντά συχνά. Το Tokyo Story ήρθε ως δώρο. Διπλή η χαρά. Αυτή του δώρου και του αριστουργήματος.
Ο λόγος για το ασπρόμαυρο φιλμ του Yasujiro Ozu φτιαγμένο το 1953. Θέμα του η επίσκεψη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, από την επαρχία, στα παιδιά τους που ζουν στο Τόκιο. Διαπίστωση και θέμα της ταινίας. Είναι τόσο απασχολημένοι που η ολιγοήμερη επίσκεψη των γονιών δεν χωράει στη δρομολογημένη ζωή τους. Εξαιρέσεις; Μία και η απάντηση από τον Yasujiro Ozu.
Συναρπαστικό, όσες φορές κι αν ειδωθεί. Λιτό, καθαρό, τρυφερό, ευγενικό, ανθρώπινο, σου κλέβει την καρδιά. Κομψότητα στο χειρισμό καθημερινών κινήσεων και διαλόγων. Διακριτικότητα στην ανάδειξη των ενδοοικογενειακών σχέσεων. Υπαινικτικό και δεικτικό ως προς τον αλλοτριωμένο κάτοικο της μεγαλούπολης. Συναινετικό στην κρίση των σχέσεων. Νοσταλγικό για την απολεσθείσα ομορφιά, τον έρωτα. Υμνητικό για την καρδιά που επιλέγει την καλοσύνη, την ευγένεια, την ειλικρίνεια, την έκφραση συναισθημάτων.
Είχα ξεχάσει τι σημαίνει να μιλάς και να σε κοιτούν στα μάτια. Να μην περνούν γρήγορα στο επόμενο θέμα. Είχα ξεχάσει τη γοητεία της λιτότητας, συνήθισα το βάρος και την ασχήμια του περιττού. Είχα ξεχάσει πως οι στιγμές μπορεί να κυλούν ως ρυάκι, και όχι ως χείμαρρος.
Θα ήθελα να είχα την ευκαιρία να χαρίσω ξανά στον εαυτό μου ένα αναδρομικό αφιέρωμα στο έργο αυτού του υπέροχου σκηνοθέτη.
Μοναδικά κάδρα, υπέροχες ερμηνείες, ζεστά βλέμματα. Η μετάβαση εις τόπο και χρόνο ακολουθεί το θρόισμα από το γύρισμα της σελίδας. Η τελετουργία, η αξεπέραστη ιαπωνική τελετουργία, αποθεώνεται. Ακόμη κι αυτή, η τετριμμένη, της ετοιμασίας των αποσκευών.
Φεύγεις από την ταινία γοητευμένη, αλλά με μια πικρή γεύση, όχι για τον δημιουργό, ούτε για το δημιούργημα, αλλά γι’ αυτό που αυτός ήθελε να πει.
Τι δύσκολο να μεγαλώνεις, να ετοιμάζεσαι για το «ταξίδι», κι ακόμη να μην μπορείς να ονομάσεις την αλήθεια για τη ζωή που ετοίμαζες και ονειρευόσουν, για τις αλλαγές που ήρθαν. Το μέλλον που έχτιζες κι αυτό σε αφήνει απ’ έξω. Αιτίες πολλές, τις άγγιξε, αλλά δεν χρειάσθηκε να μείνει. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο ή μάλλον είναι αναπόφευκτο. Θα το συναντήσεις
Οι δύο ταινίες, απ ότι γνωρίζω , εμπνευσμένες από αυτό το έργο, χωρίς να θέλω τις υποτιμήσω δεν με συνεπήραν στον ίδιο βαθμό αν και ήταν ξεχωριστές Το Café Lumiere του Hsiqo-hsien και το Ανθισμένες κερασιές της Doris Dorrie.
Ίσως κι αυτοί της ίδιας γοητείας με μένα θύματα υπήρξαν.

Σκηνοθέτης Yasujiro Ozu
Σενάριο Yasujiro Ozu, Kögo Nodo


Ηθοποιοί
Chieko Higashiyama      (Tomi)
Chishu Ryu                    (Shukich)
Setsuho Hara                 (Noriko)
Haruko Sugimura          (Shige)

So Yamamura               (Koichi)

6 Απριλίου 2012

Το λιμάνι της Χάβρης (Le Havre) - 2011

Ζώντας στα σύνορα, θεωρώντας μας ως περιοχή την κύρια πύλη εισόδου λαθρομεταναστών για την Ευρώπη, η νέα ταινία του Aki KaurismakiLe Havre” (2011) έτυχε ιδιαίτερης υποδοχής και ματιάς από μένα προσωπικά.
Εξελίσσεται στο Λιμάνι της Χάβρης όπου ένας λούστρος, πρώην μποέμ καλλιτέχνης, βοηθά ένα νεαρό αγόρι αφρικανό λαθρομετανάστη να διαφύγει από τις αρχές. Το βοηθά, με τη συμπαράσταση φίλων και γειτόνων, να βρει τη μητέρα του στο Λονδίνο.
Η λαθρομετανάστευση είναι το θέμα που απασχολεί και θα απασχολήσει τη Δύση. Σήμερα απασχολεί έντονα τον καθένα από εμάς.
Βιώνουμε το αποτέλεσμα της αδιαφορίας της Δύσης προς τον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Βιώνουμε τις πληγές των πολιτικών συρράξεων σε διάφορες περιοχές. Βιώνουμε ότι πήραμε, αλλά δεν δώσαμε εκεί όπου πλουτίσαμε.
Ο πόλεμος, οι κλιματικές αλλαγές, η έλλειψη Δημοκρατίας, η βία, η πείνα και το δελεαστικό λαμπρό αστέρι που λέγεται Ευρώπη οδηγεί εκατομμύρια να αναζητήσουν το χαμένο παράδεισο, κατ’ ευφημισμό, να αφήσουν γη, ήθη, έθιμα, οικογένεια, να θυσιασθούν, να εξευτελιστούν, να πονέσουν για να φθάσουν σε μια Χάβρη, μέσα σε ένα κοντέινερ στοιβαγμένοι ως προϊόν, απορημένοι για τους ένστολους που τους περιμένουν για το ΗALT της εισόδου. Όσο κι αν το περιμένεις είναι πέρα από τη φαντασία η δια νόμου άρση εισόδου.
Ο Idrissa ένας από αυτούς κι ένας από τους πρωταγωνιστές της ταινίας μπροστά στο HALT,  θα δραπετεύσει. Η αστυνομία θα τον κυνηγήσει για να ησυχάσει τη κοινή γνώμη και τους πολιτικούς. Ο Marcel, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, θα τον προστατεύσει, θα τον βοηθήσει να φύγει, να βρει τη μάνα του. Μαζί του, ο Aki Kaurismaki θέλει κι άλλους συμπαραστάτες. Μια ομάδα ανθρώπων, που ζουν στην εργατική γειτονιά της Χάβρης, θα σταθεί δίπλα στον Marcel, θα προσφέρει το άσυλο και τη βοήθεια που η οργανωμένη κοινωνική δομή αρνείται να προσφέρει.
Η τρυφερότητα ξεχειλίζει, ο άνθρωπος εξυμνείται. Η δύναμη του ανθρώπου αποθεώνεται. Η απάντηση για  τη ζωή κατά τον Aki Kaurismaki θα είναι από τον άνθρωπο. Αυτό που ξεχάσαμε, αφήσαμε, πουλήσαμε, εξωραΐσαμε, την ανθρωπιά.
Η ταινία είναι ουτοπική, θα συμφωνήσω, αλλά όχι απλοϊκή, ούτε θωπευτική της συνείδησής μας. Έχει μια χαλαρότητα και μια ωραιοποίηση καταστάσεων, σχέσεων. Δεν αναλύει, δεν καταγγέλλει, εκτός κάποιων σποραδικών υπαινιγμών, όμως αναδεικνύει το πρόβλημα, αγγίζει χορδές, δειλά προτείνει. Είναι αυτό που ο ίδιος σε συνέντευξή του λέει «Το σινεμά δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε, όμως ορισμένες φορές μπορεί να δώσει την πρώτη κλωτσιά για µια διαδικασία που θα μπορούσε να καταλήξει σε κάποιου είδους αποτέλεσμα το οποίο θα μπορούσε να είναι µια ελαφρά αλλαγή στον τρόπο σκέψης ή συμπεριφοράς. Στο µακρινό μέλλον, βέβαια, όταν θα είναι πια πολύ αργά.» (Το Βήμα – 5 Απριλίου 2012)
Είναι εντυπωσιακό ότι ο ίδιος ο Kaurismaki χρησιμοποιεί την αισιοδοξία ως αντίδοτο της απαισιοδοξίας του, ως καταφύγιο (συνέντευξη στο Time Out N.Y.).
Ήθελε μια ταινία που να είναι αντιληπτή από τον καθένα, χωρίς να χρειάζονται ακόμη και οι  υπότιτλοι, μια ταινία λιγόλογη, μια ταινία που μιλούν μάτια και κινήσεις, λιτή. Οι αναφορές της σε άλλα αριστουργήματα, κάποιες φορές αρκετά φανερά, άλλοτε όχι, όπως  «Ο κλέφτης των ποδηλάτων», «Το λιμάνι των σκιών», «Η Καζαμπλάνκα» συμβάλλουν στην ποιότητα.¨Όλα αυτά τα στοιχεία την καθιστούν αξιοθέατη, τη βοηθούν, τη μεταφράζουν, τη βγάζουν από σύνορα.
Αφήνεις την αίθουσα με τη σκέψη ότι ακόμη ανήκεις στο ανθρώπινο είδος.

Σενάριο                     Aki Kaurismaki
Σκηνοθέτης               Aki Kaurismaki
Marcel Marx               Andrè Wilms                        
Idrissa                       Blondin Miguel        
Arletty                      Kati Outnen
Yvette                       Evelyne Didi
Claire                        Elina Salo
Monet                        Jean Pierre Darrousin 

23 Μαρτίου 2012

Ο χωρισμός (A separation) - 2011

Ο Ασγκάρ Φαραντί διάλεξε ένα θέμα για το οποίο ο σημερινός άνθρωπος είναι αρκετά εξοικειωμένος κι αρκετοί/ές από εμάς έχουν προσωπική εμπειρία, τις περισσότερες φορές επώδυνη.
Συγκεκριμένα, η Σιμίν θέλει να φύγει. Ο Ναντέρ είναι δέσμιος του άρρωστου πατέρα του και δεν θέλει να τον αφήσει μόνο. Έτσι χωρίζονται, και η κόρη του, ελπίζοντας να γυρίσει γρήγορα η μητέρα της, μένει προσωρινά με τον Ναντέρ.
Βιώνουμε τη σκληρότητα ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που κάποτε αγαπήθηκαν, δυσανασχετούμε για τον εγωισμό και την υπερηφάνεια που το ζευγάρι επιτρέπει να καταστρέψουν αυτό που μαζί ξεκίνησαν και ίσως ήταν όνειρο. Θυμώνουμε για την αδιαφορία που δείχνουν προς το παιδί τους, ενώ εξαακολουθούν κι επιμένουν για την απόφασή τους.
Ο Ασγκάρ Φαραντί επιτρέπει αρκετό χρόνο να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε τον κάθε χαρακτήρα, να τον εντάξουμε στο κοινωνικό πλαίσιο. Δεν εξαντλεί τον κάθε χαρακτήρα με τη μία, αλλά επανέρχεται στα πρόσωπα σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Μας είχε ήδη συνηθίσει στη σφαιρική, ψυχολογική σπουδή των χαρακτήρων από το «Τι απέγινε η Έλλη», την ταινία που τον γνωρίσαμε και εκτιμήσαμε, και είναι αλήθεια μας προετοίμασε για την πρόσφατη βράβευση.
Μολονότι ο χωρισμός συντελείται σε άλλη γεωγραφική ενότητα, διαπιστώνει κανείς ότι κοινωνικές αγκυλώσεις, αδιέξοδα, εμμονές, διεκδικήσεις, αλληλοκατηγορίες, απρόσωπη δικαιοσύνη και άτεγκτη νομοθεσία δημιουργούν εντάσεις, βία, παράπονα, μικροπρέπειες, σφάλματα, ταπεινώσεις, προκαλούν ασύστολα κι επιλεκτικά ψεύδη και μνήμες ανεξάρτητα του χώρου.
Ένα παιδί παρακολουθεί και παρακολουθείται από εμάς ανήμπορο, όπως κι εμείς, να λύσει το γόρδιο δεσμό, να ενώσει τους γονείς του.
Η ταινία θα ήταν συνηθισμένη παρά τη διεισδυτική της ματιά στο θέμα του τίτλου, αν δεν αποτελούσε μια αλληγορία. Από την αρχή η ταινία διαμηνύει ότι πρέπει να αναζητήσεις το άλλο, αυτό πίσω από τον Ναντέρ, τη Σιμίν, τον άρρωστο πατέρα το παιδί το διαζύγιο. Αφήνοντας την αίθουσα η πεποίθηση ότι είτε πρόκειται για ζευγάρι, είτε για χώρα, μόνο οτι η πραγματική επιθυμία για επίλυση διαφορών θα έφερνε αποτελέσματα είναι βεβαιότητα.
Μια χώρα που παλεύει ανάμεσα στο παλιό, το νέο, την παράδοση, τη θρησκεία, την εσωστρέφεια, τη Δύση, το νεωτερισμό και την εξωστρέφεια, τα ήθη και την αλήθεια.
Αυτός που μένει προσκολλημένος κι ακέραιος, αξιοσέβαστος, επίμονος κι η άλλη η προς έξωθεν λύση αναζητούσα, ρηξικέλευθη, νεωτερίστρια. Και οι δυο για το μέλλον και το παιδί αγωνίζονται, κι αυτό, ανήμπορος θεατής, υγιής παρόλα αυτά λόγω νεότητας, συνθέτουν τον κοινωνικό και πολιτικό ιστό του Ιράν. Η παθογένεια ενός συστήματος, βάρος ασήκωτο όπως το παρελθόν, αγαπημένου ωστόσο, ο πατέρας επισημαίνεται καθώς καθορίζει.
Έξοχες ερμηνείες, επιτρέπουν το συναίσθημα να ξεχειλίσει.
Όπως κι αν το δεις, ψυχογράφημα ή αλληγορία, είναι άξιο του χρόνου που διαθέτεις γι’ αυτό, σημείο αναφοράς για τις αλλαγές που ακολοθούν στην ευρύτερη περιοχή μας.

Σενάριο Asghar Farhadi
Σκηνοθεσία Asghar Farhadi
Simin Leila Hatami
Naader Peyman Moaadi
Hodjat Shahab Hosseini
Razieh Sareh Bayat
Termeh Sarina Farhadi
 Naader’s father Ali-Asghar Shahbazi

28 Φεβρουαρίου 2012

Το παιδί με το ποδήλατο (The kid with a bike) - 2011


Συνέπεια. Μια λέξη περιζήτητη στις μέρες μας, που δεν ισχύει όμως για τους αδελφούς Ζαν Πιέρ και Λoυk Νταρντέν.
Όλοι τους θαυμάσαμε στη Ροζέτα, στο Γιο, στο Παιδί, στη Σιωπή της Λόρνα, στην Υπόσχεση.
Τους θαυμάσαμε για την καθηλωτική αφηγηματική τους τέχνη, την προσήλωσή τους σε κοινωνικά θέματα, την προσοχή που δίνουν στο παιδί, στην ανάδειξη κοινωνικών προβλημάτων, αυτά που ζουν δίπλα μας, στην άκρη της πόλης, αυτά που δημιουργούν οι ίδιες οι δομές της κοινωνίας.
Στην τελευταία ταινία, «Το παιδί με το ποδήλατο», ο 12χρονος Σερίλ, εγκαταλελειμμένος σε ίδρυμα από τον πατέρα του, τον αναζητά απεγνωσμένα. Τραυματισμένος από την απόρριψη, όταν τη συνειδητοποιεί, γεμάτος οργή, αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα.  Θα συναντήσει τη Σαμάνθα, μια νεαρή κομμώτρια, που για τους δικούς της λόγους θα θελήσει να τον υιοθετήσει και να τον βοηθήσει να τιθασεύσει την οργή του, να διαχειριστεί το θυμό και τα ολισθήματα του.
Το παιδί με το ποδήλατο είναι μια ακόμη έκφραση αγωνίας για τα παιδιά με όχι ίσες ευκαιρίες.
Οι σκηνοθέτες με ακρίβεια στην ψυχολογική ανάλυση, με δραματουργία, με μαεστρία σκηνοθετική, με χαρακτήρες δουλεμένους, με κάθε λεπτομέρεια, ιδωμένους απ’ όλες τις πλευρές, με πολύ σεβασμό, προσοχή και δικαιοσύνη τους φέρνουν στην οθόνη, τους αποκαλύπτουν, μας επιτρέπουν να τους ακολουθήσουμε.
Σ’ αυτή την ταινία λατρέψαμε το Σερίλ. Βήμα-βήμα, λεπτό προς λεπτό, πεταλιά προς πεταλιά, ζήσαμε το θυμό του, την αγωνία, την απόγνωση, την απόρριψη, την απογοήτευσή του. Το βλέμμα του κι ανάσα του ενώθηκαν με τη δική μας και πόνεσε το κάθε μόριο μας από την αδικία. Δεν είχε δάκρυα. Δεν υπάρχει περιθώριο για δάκρυα στον κόσμο του Σερίλ. Θυμός, πόνος, όχι κλαψουρίσματα. Σκληρότητα, μια βία απάνθρωπη, αλλά χωρίς αίμα. Αυτοί είναι οι Νταρντέν. Να τη νιώθεις να σε διαπερνά χωρίς να εκτονώνεται στη θέα αίματος, στην επιφάνεια. Αυτή η βία και αδικία πάνε βαθιά και παραμένουν για να σου θυμίζουν ότι δεν έχεις δικαίωμα να προσπερνάς και να ξαναγυρνάς στην καθημερινότητά σου ίδιος.
Οι Βέλγοι σκηνοθέτες μας, αυτοί οι διακριτικοί δημιουργοί, απλά, αλλά δυναμικά, δημιουργούν προβληματισμό.
Δεν σ’ αφήνουν μόνο. Σ’ αυτόν τον κόσμο έρχονται με μια Σαμάνθα και σου λένε,«ναι, μπορούμε, αν θέλουμε, κάτι να κάνουμε, να απαντήσουμε εμείς οι ίδιοι στα προβλήματα που η ίδια η κοινωνία γεννά». Η Σαμάνθα, υγιής, γυμνασμένη, απλή, χωρίς περιττά, φυσική, κάνει αυτό που θα ’πρεπε να είναι αυτονόητο, αλλά εδώ και χρόνια η ίδια η ζωή το κατέστησε περίπλοκο. Άπλωσε χέρι συμπαράστασης στον άλλο, στον Σερίλ.
Κάθε ένας από μας μπορεί να ’ναι Σερίλ, Σαμάνθα, Γκυ (ο πατέρας του Σερίλ).
Με αφοπλιστική λιτότητα, χωρίς κομπασμούς, υπάρχει η υπέρβαση της ανάληψης ευθύνης να υιοθετήσεις ένα παιδί και μάλιστα με εκδηλωμένη την επιθετικότητά του και το δύσκολο χαρακτήρα του.
Δεν είναι τυχαίο τίποτα και το σίγουρο είναι πως οι Νταρντέν θέλουν να επισημάνουν με διακριτικότητα, με ελάχιστες αλλά προσεγμένες κινήσεις το θέμα.
Δεν είναι επανάληψη ή μία από τα ίδια. Μήπως το αίτιο έχει εκλείψει;
Δεν είναι άστοχη η σκηνοθεσία, γιατί υπάρχει απάντηση, έστω και εξατομικευμένη.
Το θέμα έχει διαπραγματευθεί, όπως εξάλλου κι όλα τα θέματά τους. Στην τέχνη του καθενός είναι το πώς το διαχειρίζεται ο δημιουργός, κι εμένα μου αρέσει ο τρόπος των Νταρντέν.


Le gamin au velo  2011
Το παιδί με το ποδήλατο

Σκηνοθεσία και σενάριο : Jean-Pierre & Luc Dardenne                                               
Σαμάνθα : Cécil De France
Σερίλ : Thomas Doret
Γκυ (πατέρας) :Jeremie Renier
Μουσική : Αποσπασματα απο Piano Concerto No. 5 Ludwig van Beethoven

2 Φεβρουαρίου 2012

Μεσάνυχτα στο Παρίσι (Midnight in Paris) - 2011

Συνηθίζεται να προσεγγίζει κανείς την καινούργια δουλειά του κάθε σκηνοθέτη με τη ματιά του να βουτάει γρήγορα, αναφορικά, στο προηγούμενο έργο του. Χάνεται η φρεσκάδα που θα ’πρεπε να εισπράττεις από την τέχνη. Μοιάζει κανείς να είναι το τμήμα έρευνας της Χ σχολής ή τμήματος Ασφαλείας προκειμένου να εντοπισθεί η συνέπεια ή συνέχεια του σκηνοθέτη, να εντοπισθεί το ολίσθημα. Μας διαφεύγει ότι αυτός είναι άνθρωπος σαν κι εμάς και βασανίζεται ή όχι από τα ίδια άγχη και πονίδια του κοινού θνητού.
Το μαγευτικό σ’ αυτούς, τους δημιουργούς, είναι ότι με το μαγικό ραβδάκι του δημιουργήματός τους ελαφρύνουν και μερικές φορές ακυρώνουν άγχη, φόβους, ανασφάλειες δικές μας. «Ξεχνάς το θάνατο με μια αγάπη», λέει ο Χέμινγουεϊ σε μια σκηνή της νέας ταινίας του Woody Allen. «Πιστεύω ότι όταν η αγάπη είναι αληθινή αναστέλλει τον θάνατο. (…) Είναι γιατί όταν αγαπούν με αρκετό πάθος διώχνουν τον θάνατο από το μυαλό τους.»
Αυτήν τη φρεσκάδα, αυτή την ελαφράδα που μου χάρισε η νέα δουλειά του Woody Allen δεν θέλω να την μειώσω.
Εξαιρετικοί οι ηθοποιοί, πανέμορφο του Παρίσι, απλή, χωρίς πολυπλοκότητες η μετάβαση στο χρόνο.
Ύμνος στην τέχνη και το πάθος κάποιων από μας γι’ αυτήν. Πάθος που υπερπηδά τα όρια του «κοινώς αποδεκτό».
Έντονη η αντιπαράθεση των δύο κόσμων, Ευρώπης και Νέου Κόσμου, υπογραμμισμένη, όμως όχι αρκούντως επισημασμένη.
Διακωμώδηση με διακριτικότητα, με τέχνη. Όποιος καταλάβει.
Μεγάλος δημιουργός που ελεύθερο σ’ αφήνει να καταλάβεις αυτό που τα όρια σου επιτρέπουν. Το πάθος όμως που απαιτεί η ζωή, η δημιουργία, η τέχνη, η αγάπη, στο δηλώνει, και εσύ, αν το έχεις ζήσει, χαίρεσαι που το μοιράζεσαι.
Ούτε για μια στιγμή δεν θεώρησα αποκλίνοντα τον Γκιλ (Owen Wilson), φαντάζομαι ούτε κι εσείς. Το έβλεπα στην τρυφερότητα που η γλώσσα του σώματος των θεατών εξέφραζε γι’ αυτόν, στη διάρκεια της προβολής της ταινίας, για το δικό τους πάθος.
Πόσες φορές στα παιχνίδια μας, στα όνειρα υποδυθήκαμε, συναντήσαμε, συναναστραφήκαμε, χορέψαμε, συνομιλήσαμε με τον ήρωα, το πάθος μας.
Ο Woody Allen στη νέα ταινία μας κάλεσε να παίξουμε μαζί του και για να μπορέσουμε να το κάνουμε στο κάθε μέρα μας χρησιμοποίησε την ευφυΐα του, τις γνώσεις του, την τέχνη του, μας έβαλε να ακολουθήσουμε τον Γκιλ.
Όλα τα άλλα και οι άλλοι, για την πειστικότητα του επιχειρήματός του δούλευαν. Εννοώ χώροι, ηθοποιοί, κουστούμια, διάλογοι, μουσική. Δεν τίθεται θέμα υποτίμησης κα
μμιάς συνιστώσας της ταινίας, αντίθετα, όλα με την παραμικρή λεπτομέρεια επιλεγμένα, οργανωμένα, διευθετημένα, στημένα να πείσουν, να σε πείσουν για το ταξίδι του πάθους.
Δυσκολίες αρκετές, γιατί το πάθος υπήρχε σ’ άλλο χρόνο και πολυπρόσωπο επίσης. Δεν είναι που πρέπει να ταξιδέψεις προς τα πίσω, είναι που πρέπει εκεί, να συναντήσεις κολοσσούς των γραμμάτων και τεχνών και απ’ αυτούς να διαλέξεις το κομμάτι που γι’ αυτό τους θαυμάζεις.
Αυτή είναι και η μοναδικότητα του Woody της ενηλικίωσής μας.
Το ζευγάρι, η εντός του επικοινωνία, η τέχνη, το πάθος το ανικανοποίητο του παρόντος, η εξιδανίκευση του πριν, η ελαφράδα του παιχνιδιού, η χαλαρότητα της πολυτέλειας, η δήθεν αθωότητα του κοσμοπολίτικου, όλα παρόντα στο αριστούργημα του Woody Allen «Μεσάνυχτα στο Παρίσι».
Αμερικάνος σεναριογράφος, που όμως ήθελε να είναι μυθιστοριογράφος, επισκέπτεται το Παρίσι με την μέλλουσα σύζυγό του και τους γονείς της, επίσης εξ Αμερικής. Η αγάπη του για το Παρίσι, την δεκαετία του ’20 στο Παρίσι, την λογοτεχνία και την τέχνη, καθώς και το αίσθημα «αλλού θα ήμουν άλλος» θα ανατρέψει την εξέλιξη του μύθου έτσι ως αν ήταν αυτή μια comedie.

Woody Allen Σενάριο – Σκηνοθεσία
Owen Wilson Gil
Rachel McAdams Inez
Kathy Bates Gertrude Stein
Marion Cotillard Adriana
Carla Bruni Museum guide