6 Απριλίου 2012

Το λιμάνι της Χάβρης (Le Havre) - 2011

Ζώντας στα σύνορα, θεωρώντας μας ως περιοχή την κύρια πύλη εισόδου λαθρομεταναστών για την Ευρώπη, η νέα ταινία του Aki KaurismakiLe Havre” (2011) έτυχε ιδιαίτερης υποδοχής και ματιάς από μένα προσωπικά.
Εξελίσσεται στο Λιμάνι της Χάβρης όπου ένας λούστρος, πρώην μποέμ καλλιτέχνης, βοηθά ένα νεαρό αγόρι αφρικανό λαθρομετανάστη να διαφύγει από τις αρχές. Το βοηθά, με τη συμπαράσταση φίλων και γειτόνων, να βρει τη μητέρα του στο Λονδίνο.
Η λαθρομετανάστευση είναι το θέμα που απασχολεί και θα απασχολήσει τη Δύση. Σήμερα απασχολεί έντονα τον καθένα από εμάς.
Βιώνουμε το αποτέλεσμα της αδιαφορίας της Δύσης προς τον λεγόμενο τρίτο κόσμο. Βιώνουμε τις πληγές των πολιτικών συρράξεων σε διάφορες περιοχές. Βιώνουμε ότι πήραμε, αλλά δεν δώσαμε εκεί όπου πλουτίσαμε.
Ο πόλεμος, οι κλιματικές αλλαγές, η έλλειψη Δημοκρατίας, η βία, η πείνα και το δελεαστικό λαμπρό αστέρι που λέγεται Ευρώπη οδηγεί εκατομμύρια να αναζητήσουν το χαμένο παράδεισο, κατ’ ευφημισμό, να αφήσουν γη, ήθη, έθιμα, οικογένεια, να θυσιασθούν, να εξευτελιστούν, να πονέσουν για να φθάσουν σε μια Χάβρη, μέσα σε ένα κοντέινερ στοιβαγμένοι ως προϊόν, απορημένοι για τους ένστολους που τους περιμένουν για το ΗALT της εισόδου. Όσο κι αν το περιμένεις είναι πέρα από τη φαντασία η δια νόμου άρση εισόδου.
Ο Idrissa ένας από αυτούς κι ένας από τους πρωταγωνιστές της ταινίας μπροστά στο HALT,  θα δραπετεύσει. Η αστυνομία θα τον κυνηγήσει για να ησυχάσει τη κοινή γνώμη και τους πολιτικούς. Ο Marcel, ο πρωταγωνιστής της ταινίας, θα τον προστατεύσει, θα τον βοηθήσει να φύγει, να βρει τη μάνα του. Μαζί του, ο Aki Kaurismaki θέλει κι άλλους συμπαραστάτες. Μια ομάδα ανθρώπων, που ζουν στην εργατική γειτονιά της Χάβρης, θα σταθεί δίπλα στον Marcel, θα προσφέρει το άσυλο και τη βοήθεια που η οργανωμένη κοινωνική δομή αρνείται να προσφέρει.
Η τρυφερότητα ξεχειλίζει, ο άνθρωπος εξυμνείται. Η δύναμη του ανθρώπου αποθεώνεται. Η απάντηση για  τη ζωή κατά τον Aki Kaurismaki θα είναι από τον άνθρωπο. Αυτό που ξεχάσαμε, αφήσαμε, πουλήσαμε, εξωραΐσαμε, την ανθρωπιά.
Η ταινία είναι ουτοπική, θα συμφωνήσω, αλλά όχι απλοϊκή, ούτε θωπευτική της συνείδησής μας. Έχει μια χαλαρότητα και μια ωραιοποίηση καταστάσεων, σχέσεων. Δεν αναλύει, δεν καταγγέλλει, εκτός κάποιων σποραδικών υπαινιγμών, όμως αναδεικνύει το πρόβλημα, αγγίζει χορδές, δειλά προτείνει. Είναι αυτό που ο ίδιος σε συνέντευξή του λέει «Το σινεμά δεν μπορεί να αλλάξει τίποτε, όμως ορισμένες φορές μπορεί να δώσει την πρώτη κλωτσιά για µια διαδικασία που θα μπορούσε να καταλήξει σε κάποιου είδους αποτέλεσμα το οποίο θα μπορούσε να είναι µια ελαφρά αλλαγή στον τρόπο σκέψης ή συμπεριφοράς. Στο µακρινό μέλλον, βέβαια, όταν θα είναι πια πολύ αργά.» (Το Βήμα – 5 Απριλίου 2012)
Είναι εντυπωσιακό ότι ο ίδιος ο Kaurismaki χρησιμοποιεί την αισιοδοξία ως αντίδοτο της απαισιοδοξίας του, ως καταφύγιο (συνέντευξη στο Time Out N.Y.).
Ήθελε μια ταινία που να είναι αντιληπτή από τον καθένα, χωρίς να χρειάζονται ακόμη και οι  υπότιτλοι, μια ταινία λιγόλογη, μια ταινία που μιλούν μάτια και κινήσεις, λιτή. Οι αναφορές της σε άλλα αριστουργήματα, κάποιες φορές αρκετά φανερά, άλλοτε όχι, όπως  «Ο κλέφτης των ποδηλάτων», «Το λιμάνι των σκιών», «Η Καζαμπλάνκα» συμβάλλουν στην ποιότητα.¨Όλα αυτά τα στοιχεία την καθιστούν αξιοθέατη, τη βοηθούν, τη μεταφράζουν, τη βγάζουν από σύνορα.
Αφήνεις την αίθουσα με τη σκέψη ότι ακόμη ανήκεις στο ανθρώπινο είδος.

Σενάριο                     Aki Kaurismaki
Σκηνοθέτης               Aki Kaurismaki
Marcel Marx               Andrè Wilms                        
Idrissa                       Blondin Miguel        
Arletty                      Kati Outnen
Yvette                       Evelyne Didi
Claire                        Elina Salo
Monet                        Jean Pierre Darrousin 

23 Μαρτίου 2012

Ο χωρισμός (A separation) - 2011

Ο Ασγκάρ Φαραντί διάλεξε ένα θέμα για το οποίο ο σημερινός άνθρωπος είναι αρκετά εξοικειωμένος κι αρκετοί/ές από εμάς έχουν προσωπική εμπειρία, τις περισσότερες φορές επώδυνη.
Συγκεκριμένα, η Σιμίν θέλει να φύγει. Ο Ναντέρ είναι δέσμιος του άρρωστου πατέρα του και δεν θέλει να τον αφήσει μόνο. Έτσι χωρίζονται, και η κόρη του, ελπίζοντας να γυρίσει γρήγορα η μητέρα της, μένει προσωρινά με τον Ναντέρ.
Βιώνουμε τη σκληρότητα ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που κάποτε αγαπήθηκαν, δυσανασχετούμε για τον εγωισμό και την υπερηφάνεια που το ζευγάρι επιτρέπει να καταστρέψουν αυτό που μαζί ξεκίνησαν και ίσως ήταν όνειρο. Θυμώνουμε για την αδιαφορία που δείχνουν προς το παιδί τους, ενώ εξαακολουθούν κι επιμένουν για την απόφασή τους.
Ο Ασγκάρ Φαραντί επιτρέπει αρκετό χρόνο να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε τον κάθε χαρακτήρα, να τον εντάξουμε στο κοινωνικό πλαίσιο. Δεν εξαντλεί τον κάθε χαρακτήρα με τη μία, αλλά επανέρχεται στα πρόσωπα σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Μας είχε ήδη συνηθίσει στη σφαιρική, ψυχολογική σπουδή των χαρακτήρων από το «Τι απέγινε η Έλλη», την ταινία που τον γνωρίσαμε και εκτιμήσαμε, και είναι αλήθεια μας προετοίμασε για την πρόσφατη βράβευση.
Μολονότι ο χωρισμός συντελείται σε άλλη γεωγραφική ενότητα, διαπιστώνει κανείς ότι κοινωνικές αγκυλώσεις, αδιέξοδα, εμμονές, διεκδικήσεις, αλληλοκατηγορίες, απρόσωπη δικαιοσύνη και άτεγκτη νομοθεσία δημιουργούν εντάσεις, βία, παράπονα, μικροπρέπειες, σφάλματα, ταπεινώσεις, προκαλούν ασύστολα κι επιλεκτικά ψεύδη και μνήμες ανεξάρτητα του χώρου.
Ένα παιδί παρακολουθεί και παρακολουθείται από εμάς ανήμπορο, όπως κι εμείς, να λύσει το γόρδιο δεσμό, να ενώσει τους γονείς του.
Η ταινία θα ήταν συνηθισμένη παρά τη διεισδυτική της ματιά στο θέμα του τίτλου, αν δεν αποτελούσε μια αλληγορία. Από την αρχή η ταινία διαμηνύει ότι πρέπει να αναζητήσεις το άλλο, αυτό πίσω από τον Ναντέρ, τη Σιμίν, τον άρρωστο πατέρα το παιδί το διαζύγιο. Αφήνοντας την αίθουσα η πεποίθηση ότι είτε πρόκειται για ζευγάρι, είτε για χώρα, μόνο οτι η πραγματική επιθυμία για επίλυση διαφορών θα έφερνε αποτελέσματα είναι βεβαιότητα.
Μια χώρα που παλεύει ανάμεσα στο παλιό, το νέο, την παράδοση, τη θρησκεία, την εσωστρέφεια, τη Δύση, το νεωτερισμό και την εξωστρέφεια, τα ήθη και την αλήθεια.
Αυτός που μένει προσκολλημένος κι ακέραιος, αξιοσέβαστος, επίμονος κι η άλλη η προς έξωθεν λύση αναζητούσα, ρηξικέλευθη, νεωτερίστρια. Και οι δυο για το μέλλον και το παιδί αγωνίζονται, κι αυτό, ανήμπορος θεατής, υγιής παρόλα αυτά λόγω νεότητας, συνθέτουν τον κοινωνικό και πολιτικό ιστό του Ιράν. Η παθογένεια ενός συστήματος, βάρος ασήκωτο όπως το παρελθόν, αγαπημένου ωστόσο, ο πατέρας επισημαίνεται καθώς καθορίζει.
Έξοχες ερμηνείες, επιτρέπουν το συναίσθημα να ξεχειλίσει.
Όπως κι αν το δεις, ψυχογράφημα ή αλληγορία, είναι άξιο του χρόνου που διαθέτεις γι’ αυτό, σημείο αναφοράς για τις αλλαγές που ακολοθούν στην ευρύτερη περιοχή μας.

Σενάριο Asghar Farhadi
Σκηνοθεσία Asghar Farhadi
Simin Leila Hatami
Naader Peyman Moaadi
Hodjat Shahab Hosseini
Razieh Sareh Bayat
Termeh Sarina Farhadi
 Naader’s father Ali-Asghar Shahbazi

28 Φεβρουαρίου 2012

Το παιδί με το ποδήλατο (The kid with a bike) - 2011


Συνέπεια. Μια λέξη περιζήτητη στις μέρες μας, που δεν ισχύει όμως για τους αδελφούς Ζαν Πιέρ και Λoυk Νταρντέν.
Όλοι τους θαυμάσαμε στη Ροζέτα, στο Γιο, στο Παιδί, στη Σιωπή της Λόρνα, στην Υπόσχεση.
Τους θαυμάσαμε για την καθηλωτική αφηγηματική τους τέχνη, την προσήλωσή τους σε κοινωνικά θέματα, την προσοχή που δίνουν στο παιδί, στην ανάδειξη κοινωνικών προβλημάτων, αυτά που ζουν δίπλα μας, στην άκρη της πόλης, αυτά που δημιουργούν οι ίδιες οι δομές της κοινωνίας.
Στην τελευταία ταινία, «Το παιδί με το ποδήλατο», ο 12χρονος Σερίλ, εγκαταλελειμμένος σε ίδρυμα από τον πατέρα του, τον αναζητά απεγνωσμένα. Τραυματισμένος από την απόρριψη, όταν τη συνειδητοποιεί, γεμάτος οργή, αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα.  Θα συναντήσει τη Σαμάνθα, μια νεαρή κομμώτρια, που για τους δικούς της λόγους θα θελήσει να τον υιοθετήσει και να τον βοηθήσει να τιθασεύσει την οργή του, να διαχειριστεί το θυμό και τα ολισθήματα του.
Το παιδί με το ποδήλατο είναι μια ακόμη έκφραση αγωνίας για τα παιδιά με όχι ίσες ευκαιρίες.
Οι σκηνοθέτες με ακρίβεια στην ψυχολογική ανάλυση, με δραματουργία, με μαεστρία σκηνοθετική, με χαρακτήρες δουλεμένους, με κάθε λεπτομέρεια, ιδωμένους απ’ όλες τις πλευρές, με πολύ σεβασμό, προσοχή και δικαιοσύνη τους φέρνουν στην οθόνη, τους αποκαλύπτουν, μας επιτρέπουν να τους ακολουθήσουμε.
Σ’ αυτή την ταινία λατρέψαμε το Σερίλ. Βήμα-βήμα, λεπτό προς λεπτό, πεταλιά προς πεταλιά, ζήσαμε το θυμό του, την αγωνία, την απόγνωση, την απόρριψη, την απογοήτευσή του. Το βλέμμα του κι ανάσα του ενώθηκαν με τη δική μας και πόνεσε το κάθε μόριο μας από την αδικία. Δεν είχε δάκρυα. Δεν υπάρχει περιθώριο για δάκρυα στον κόσμο του Σερίλ. Θυμός, πόνος, όχι κλαψουρίσματα. Σκληρότητα, μια βία απάνθρωπη, αλλά χωρίς αίμα. Αυτοί είναι οι Νταρντέν. Να τη νιώθεις να σε διαπερνά χωρίς να εκτονώνεται στη θέα αίματος, στην επιφάνεια. Αυτή η βία και αδικία πάνε βαθιά και παραμένουν για να σου θυμίζουν ότι δεν έχεις δικαίωμα να προσπερνάς και να ξαναγυρνάς στην καθημερινότητά σου ίδιος.
Οι Βέλγοι σκηνοθέτες μας, αυτοί οι διακριτικοί δημιουργοί, απλά, αλλά δυναμικά, δημιουργούν προβληματισμό.
Δεν σ’ αφήνουν μόνο. Σ’ αυτόν τον κόσμο έρχονται με μια Σαμάνθα και σου λένε,«ναι, μπορούμε, αν θέλουμε, κάτι να κάνουμε, να απαντήσουμε εμείς οι ίδιοι στα προβλήματα που η ίδια η κοινωνία γεννά». Η Σαμάνθα, υγιής, γυμνασμένη, απλή, χωρίς περιττά, φυσική, κάνει αυτό που θα ’πρεπε να είναι αυτονόητο, αλλά εδώ και χρόνια η ίδια η ζωή το κατέστησε περίπλοκο. Άπλωσε χέρι συμπαράστασης στον άλλο, στον Σερίλ.
Κάθε ένας από μας μπορεί να ’ναι Σερίλ, Σαμάνθα, Γκυ (ο πατέρας του Σερίλ).
Με αφοπλιστική λιτότητα, χωρίς κομπασμούς, υπάρχει η υπέρβαση της ανάληψης ευθύνης να υιοθετήσεις ένα παιδί και μάλιστα με εκδηλωμένη την επιθετικότητά του και το δύσκολο χαρακτήρα του.
Δεν είναι τυχαίο τίποτα και το σίγουρο είναι πως οι Νταρντέν θέλουν να επισημάνουν με διακριτικότητα, με ελάχιστες αλλά προσεγμένες κινήσεις το θέμα.
Δεν είναι επανάληψη ή μία από τα ίδια. Μήπως το αίτιο έχει εκλείψει;
Δεν είναι άστοχη η σκηνοθεσία, γιατί υπάρχει απάντηση, έστω και εξατομικευμένη.
Το θέμα έχει διαπραγματευθεί, όπως εξάλλου κι όλα τα θέματά τους. Στην τέχνη του καθενός είναι το πώς το διαχειρίζεται ο δημιουργός, κι εμένα μου αρέσει ο τρόπος των Νταρντέν.


Le gamin au velo  2011
Το παιδί με το ποδήλατο

Σκηνοθεσία και σενάριο : Jean-Pierre & Luc Dardenne                                               
Σαμάνθα : Cécil De France
Σερίλ : Thomas Doret
Γκυ (πατέρας) :Jeremie Renier
Μουσική : Αποσπασματα απο Piano Concerto No. 5 Ludwig van Beethoven

2 Φεβρουαρίου 2012

Μεσάνυχτα στο Παρίσι (Midnight in Paris) - 2011

Συνηθίζεται να προσεγγίζει κανείς την καινούργια δουλειά του κάθε σκηνοθέτη με τη ματιά του να βουτάει γρήγορα, αναφορικά, στο προηγούμενο έργο του. Χάνεται η φρεσκάδα που θα ’πρεπε να εισπράττεις από την τέχνη. Μοιάζει κανείς να είναι το τμήμα έρευνας της Χ σχολής ή τμήματος Ασφαλείας προκειμένου να εντοπισθεί η συνέπεια ή συνέχεια του σκηνοθέτη, να εντοπισθεί το ολίσθημα. Μας διαφεύγει ότι αυτός είναι άνθρωπος σαν κι εμάς και βασανίζεται ή όχι από τα ίδια άγχη και πονίδια του κοινού θνητού.
Το μαγευτικό σ’ αυτούς, τους δημιουργούς, είναι ότι με το μαγικό ραβδάκι του δημιουργήματός τους ελαφρύνουν και μερικές φορές ακυρώνουν άγχη, φόβους, ανασφάλειες δικές μας. «Ξεχνάς το θάνατο με μια αγάπη», λέει ο Χέμινγουεϊ σε μια σκηνή της νέας ταινίας του Woody Allen. «Πιστεύω ότι όταν η αγάπη είναι αληθινή αναστέλλει τον θάνατο. (…) Είναι γιατί όταν αγαπούν με αρκετό πάθος διώχνουν τον θάνατο από το μυαλό τους.»
Αυτήν τη φρεσκάδα, αυτή την ελαφράδα που μου χάρισε η νέα δουλειά του Woody Allen δεν θέλω να την μειώσω.
Εξαιρετικοί οι ηθοποιοί, πανέμορφο του Παρίσι, απλή, χωρίς πολυπλοκότητες η μετάβαση στο χρόνο.
Ύμνος στην τέχνη και το πάθος κάποιων από μας γι’ αυτήν. Πάθος που υπερπηδά τα όρια του «κοινώς αποδεκτό».
Έντονη η αντιπαράθεση των δύο κόσμων, Ευρώπης και Νέου Κόσμου, υπογραμμισμένη, όμως όχι αρκούντως επισημασμένη.
Διακωμώδηση με διακριτικότητα, με τέχνη. Όποιος καταλάβει.
Μεγάλος δημιουργός που ελεύθερο σ’ αφήνει να καταλάβεις αυτό που τα όρια σου επιτρέπουν. Το πάθος όμως που απαιτεί η ζωή, η δημιουργία, η τέχνη, η αγάπη, στο δηλώνει, και εσύ, αν το έχεις ζήσει, χαίρεσαι που το μοιράζεσαι.
Ούτε για μια στιγμή δεν θεώρησα αποκλίνοντα τον Γκιλ (Owen Wilson), φαντάζομαι ούτε κι εσείς. Το έβλεπα στην τρυφερότητα που η γλώσσα του σώματος των θεατών εξέφραζε γι’ αυτόν, στη διάρκεια της προβολής της ταινίας, για το δικό τους πάθος.
Πόσες φορές στα παιχνίδια μας, στα όνειρα υποδυθήκαμε, συναντήσαμε, συναναστραφήκαμε, χορέψαμε, συνομιλήσαμε με τον ήρωα, το πάθος μας.
Ο Woody Allen στη νέα ταινία μας κάλεσε να παίξουμε μαζί του και για να μπορέσουμε να το κάνουμε στο κάθε μέρα μας χρησιμοποίησε την ευφυΐα του, τις γνώσεις του, την τέχνη του, μας έβαλε να ακολουθήσουμε τον Γκιλ.
Όλα τα άλλα και οι άλλοι, για την πειστικότητα του επιχειρήματός του δούλευαν. Εννοώ χώροι, ηθοποιοί, κουστούμια, διάλογοι, μουσική. Δεν τίθεται θέμα υποτίμησης κα
μμιάς συνιστώσας της ταινίας, αντίθετα, όλα με την παραμικρή λεπτομέρεια επιλεγμένα, οργανωμένα, διευθετημένα, στημένα να πείσουν, να σε πείσουν για το ταξίδι του πάθους.
Δυσκολίες αρκετές, γιατί το πάθος υπήρχε σ’ άλλο χρόνο και πολυπρόσωπο επίσης. Δεν είναι που πρέπει να ταξιδέψεις προς τα πίσω, είναι που πρέπει εκεί, να συναντήσεις κολοσσούς των γραμμάτων και τεχνών και απ’ αυτούς να διαλέξεις το κομμάτι που γι’ αυτό τους θαυμάζεις.
Αυτή είναι και η μοναδικότητα του Woody της ενηλικίωσής μας.
Το ζευγάρι, η εντός του επικοινωνία, η τέχνη, το πάθος το ανικανοποίητο του παρόντος, η εξιδανίκευση του πριν, η ελαφράδα του παιχνιδιού, η χαλαρότητα της πολυτέλειας, η δήθεν αθωότητα του κοσμοπολίτικου, όλα παρόντα στο αριστούργημα του Woody Allen «Μεσάνυχτα στο Παρίσι».
Αμερικάνος σεναριογράφος, που όμως ήθελε να είναι μυθιστοριογράφος, επισκέπτεται το Παρίσι με την μέλλουσα σύζυγό του και τους γονείς της, επίσης εξ Αμερικής. Η αγάπη του για το Παρίσι, την δεκαετία του ’20 στο Παρίσι, την λογοτεχνία και την τέχνη, καθώς και το αίσθημα «αλλού θα ήμουν άλλος» θα ανατρέψει την εξέλιξη του μύθου έτσι ως αν ήταν αυτή μια comedie.

Woody Allen Σενάριο – Σκηνοθεσία
Owen Wilson Gil
Rachel McAdams Inez
Kathy Bates Gertrude Stein
Marion Cotillard Adriana
Carla Bruni Museum guide

14 Δεκεμβρίου 2011

Melancholia - 2011


Βγαίνοντας από την αίθουσα μετά την προβολή της ταινίας του Lars Von Trier Melancholia, νιώθεις θυμωμένη. Ήμουν θυμωμένη γι’ αυτό που βίωσα, γι’ αυτό που δεν μπορούσα να καταλάβω, θυμωμένη που με το που θα εξέφραζα κριτική για τον θρύλο Lars Von Trier θα εισέπραττα στην καλύτερη περίπτωση αντιρρήσεις, στη χειρότερη χλευασμό.
Η ταινία διαπραγματεύεται την επερχόμενη σύγκρουση ενός φανταστικού πλανήτη, Melancholia, μέσα από την ανάδειξη των χαρακτήρων δύο αδελφών, την σχέση μεταξύ τους , την ένταξή τους στην άμεση οικογένειά τους, και ίσως  με ένα ελάχιστο φωτισμένο, από το σκηνοθέτη, ευρύτερο περίγυρο.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια ταινία με τρία μέρη. Ο πρόλογος, ή κατά τα Ομηρικά έπη το προοίμιο, ο οποίος ομολογουμένως σου προκαλεί δέος και σε καθηλώνει τόσο με την μαγεία των εικόνων, όσο και με την μουσική του Wagner, κυρίως με το μυστήριο που σε προϊδεάζει για το τι θα ακολουθήσει και εσύ θα λύσεις.
Οι αδελφές Justine (Kristen Dunst) και Claire (Charlotte Gainsbourg) αποτελούν τα δύο επόμενα και μόνα κεφάλαια του ψυχογραφήματος με επικά χαρακτηριστικά.
Η μεν Justine παρακολουθώντας την βαρετή δεξίωση γάμου, της διαπιστώνουμε ότι ήδη έχει συναντήσει την «Μελαγχολία», γιατί αλλιώς πώς να εξηγηθεί η αγένεια, η αδιαφορία και η σκληρότητα, με ερωτηματικά, που επιδεικνύει, το ανερμάτιστο της συμπεριφοράς και η εκ των υστέρων επιβεβαίωση των προϊδεασμών της περί του τέλους. Αδιάφορο έως κουραστικό το πρώτο μέρος. Με μια Kristen που ρόλος και αυτή είναι δύο ξεχωριστά πράγματα. Παραμένεις και την ακολουθείς, οι άνδρες φαντάζομαι με το συν της ομορφιάς της, οι γυναίκες με το μείον αυτής, αλλά με έντονη την επιθυμία του πού οδηγείται – οδηγούμεθα. Στο κεφάλαιο Justine έχουμε συνοπτικά και μια απάντηση για το πως και πόσο ευθύνονται οι γονείς για τη διαμόρφωση τόσο των χαρακτήρων μας όσο και για τη διαμόρφωση των ενδοοικογενειακών σχέσεων, μεσω των δικών της γονιών και την σχέση μεταξύ τους και μαζί τους.
Στο δεύτερο κεφάλαιο Claire, όλα κυλούν με τάξη, οργάνωση, οικογενειακή γαλήνη τέτοια που επιτρέπει να βρει στέγη και γιατρειά η Justine, ήδη επιβαρυμένη με μελαγχολία. Η απόλυτη τάξη και γαλήνη, το ειδυλλιακό περιβάλλον, παρά τις διαβεβαιώσεις των επισήμων και λάτρη αυτών συζύγου της Claire, απειλείται από την επερχόμενη σύγκρουση με τον πλανήτη Melancholia.
Ο γιος της ClaireLeo, η ελπίδα του Lars, ως η νεότητα να δύναται να ακυρώσει τα επιτεύγματα των επιστημών μέσα από την αγάπη για το μέλλον.
Η απειλή του επερχόμενου τέλους οδηγούν σε απεγνωσμένες, κινήσεις, σπασμωδικές αντιδράσεις, αποτελεί αιτία  κατάθλιψης, ανησυχητικό δείγμα της εποχής. Ο πανικός στην αυτοκτονία.  Η Πυθία Kristen θα οδηγήσει με νηφαλιότητα αδελφή κι ανεψιό σε μια υπό έλεγχο και αξιοπρέπεια αντιμετώπιση του αναπόφευκτου και ήδη νομοτελειακά τετελεσμένου.
Τώρα οι απορίες παραμένουν. Πού προβλήθηκε η αδιαφορία και ο  εφησυχασμός του σύγχρονου ανθρώπου γι’ αυτήν την καταστροφή, όπως αναφέρθηκε. Ή μήπως δεν είναι ευθύνη των κατοίκων αυτού του πλανήτη Γη η αναπόφευκτη καταστροφή τους;
Απορία επίσης παραμένει ο προβληματισμός και το αδιέξοδο. Δηλαδή είτε γνωρίζεις, προβλέπεις και τρελαίνεσαι, ή εθελοτυφλείς και βρίσκεσαι ενώπιον ειλημμένης καταστροφής.
Τελευταία απορία, προς τι η τόση χλιδή του περιβάλλοντος χώρου, (Trier explained that the visual style he aimed at in Melancholia was "a clash between what is romantic and grand and stylized and then some form of reality")  η εκτυφλωτική ομορφιά του τοπίου, της Kristen; Μήπως η άνευ όρων λατρεία αυτών μας οδηγεί νομοτελειακά στην καταστροφή;

Οι υπόλοιποι συντελεστές:
Kiefer Sutherland, Charlotte Rampling, John Hurt, Alexander Skarsgard, Stellan Skarsgard, Brady Corbet, Udo Kier, James Cagnard, Jesper Chistensen, Stefan Cronwall, Deborah Fronko, Cameron Spurr.
Σκηνοθέτης και σεναριογράφος: Lars Von Trier
Μουσική: Wilhelm Richard Wagner (Tristan und Isolde)

8 Δεκεμβρίου 2011

Πορτοκάλια στον Ήλιο (Oranges and Sunshine) - 2010

Ένα από τα πιο επώδυνα σκάνδαλα των νεότερων χρόνων, την οργανωμένη απέλαση παιδιών, στις 10ετίες ’50 –‘60 από το Ηνωμένο Βασίλειο στην Αυστραλία αποκάλυψε η Margaret Humphreys, κοινωνική λειτουργός από το Nottingham, το 1980.
Αυτό έκανε ταινία το 2010 ο Jim Loach σε σενάριο της Rona Munro με πρωταγωνιστές τους Emily Wation, David Wenham, Hugo Weaving.

Υπερπηδώντας αλλεπάλληλα εμπόδια κι αψηφώντας αμέτρητους κινδύνους η Margaret αποκάλυψε και έδωσε στη δημοσιότητα αυτή την τραγωδία, ενώ βοήθησε χιλιάδες οικογένειες να ανταμώσουν, να ενωθούν μετά από χρόνια χωρισμού, πίκρας και μοναξιάς.

Ο Jim Loach επιχείρησε με την ταινία να παρουσιάσει αυτήν την τραγωδία βήμα βήμα, δίνοντας χώρο στους ίδιους τους τραγωδούς και τις συνισταμένες του δράματος. Κρατάει απόσταση από καταγγελίες. Αφήνει αναπάντητη την αιτία και το λόγο της απέλασης. Μένει στον αγώνα του ατόμου απέναντι στο σύστημα, της κοινωνικής λειτουργού απέναντι στην κυβέρνηση, στην εκκλησία, στην έλξη των ατόμων να εκμεταλλευτούν την σκανδαλοθηρική προσέγγιση των μέσων ενημέρωσης, απέναντι στο δράμα των «απελαθέντων». Κυρίως εστιάζει στην πραγματικότητα, στις κατακερματισμένες προσωπικότητες των πρωταγωνιστών αυτού του απάνθρωπου γεγονότος, 176.000 παιδιά, λέγεται, απελάθηκαν μαζικά. Ενήλικες πια αφηγούνται αυτό που τους συνόδεψε από τα πρώτα τους βήματα στην ζωή η έλλειψη της μάνας, της οικογένειας, η βία της πατρίδας, η βαρβαρότητα κι η ψυχασθένεια των δήθεν ευεργετούντων, η έλλειψη ταυτότητας, ο μόχθος, η σεξουαλική εκμετάλλευσή τους, ο πόνος, η μοναξιά και το κυριότερο το «γιατί δεν με ήθελε εμένα η μάνα μου». Παιδιά που τους υποσχέθηκαν ένα ψέμα, ήλιο και πορτοκάλια, και έλαβαν σκοτεινιά. Στην καλύτερη περίπτωση βίωσαν κούραση κι εκμετάλλευση, στην χειρότερη δέχτηκαν βία σωματική και ψυχολογική. Άσβεστη η επιθυμία τους για την επανασύνδεση με την οικογένεια, με τη μάνα.

Ακολουθούμε τον αγώνα της Margaret. Ακολουθούμε το τι σημαίνει μόνος απέναντι στο πλήθος, στο σύστημα. Το τι σημαίνει το εγώ μπροστά στο σκοπό. Ποιους έχεις ανάγκη. Τι σημαίνει στήριξη σε ένα στόχο τέτοιου μεγέθους. Η ταινία είναι αρκετές φορές αργή. Ίσως για να ενισχύσει την δραματικότητα. Για κάποιους υπερβολικά εκθειασμένος ο αγώνας της Margaret.. Εστιάζει σε πληροφορίες που ξέρεις ότι χρησιμοποιήθηκαν εμβόλιμα στην αφήγηση. Έλλειψη άλλου μέσου; Δεν είναι σαφές. Απλοϊκά θα έλεγα. Όπως κάποιες υπερβολικές αντιδράσεις, θετική ή απορριπτική προς αυτήν, απότομες εναλλαγές πλάνων. Παρόλα αυτά η ταινία δεν ήταν απλοϊκή.

Ακολουθώντας ο Jim Loach τα χνάρια του πατέρα του Ken Loach κινήθηκε σε θέμα κοινωνικού περιεχομένου, χωρίς να αγγίζει τις αιτίες, το άκαμπτο απρόσωπο προσωπείο της εξουσίας, των αρχών, της εκκλησίας.  Επιλέγει με αυτόν τον τρόπο την ρεαλιστική καταγραφή αντί της πολιτικής ανάλυσης. Δεν ενοχλεί. Αντίθετα αφήνει ελευθερία στον θεατή για να οδηγηθεί στα συμπεράσματα ή να ξαναδιαβάσει την ιστορία των εμπλεκομένων χωρών των αναφερόμενων δεκαετιών. Προτρέπεται έμμεσα να επανεξετάσει τον ρόλο των κοινωφελών ιδρυμάτων, των εκκλησιαστικών αδελφοτήτων και το γιατί της φιλανθρωπίας, τον εφησυχασμό και το αφήνω στους άλλους την εφαρμογή του νόμου, της τάξης, της αλληλεγγύης.

1 Δεκεμβρίου 2011

Στις παρυφές (Outbound) - 2010


Ένα πρόσωπο, η Ματίλντα (Ana Ularu), πρώην πόρνη αφήνει την φυλακή, όπου έχει εκτίσει δύο από τα πέντε χρόνια για λογαριασμό άλλου, με το πρόσχημα να παραστεί στην κηδεία της μάνας της.
Ξεκινά την ημέρα με στόχο σε 24 ώρες να κάνει το μεγάλο άλμα, την φυγή από τη χώρα.
Ο θεατής προετοιμάζεται για μια ιστορία λαθρομετανάστευσης, όπως αυτή των αδελφών Νταρντέν, σταδιακά σε τρεις πράξεις. Η μεν Ματίλντα ξεκαθαρίζει λογαριασμούς ή μάλλον επιχειρεί το ξεκαθάρισμα με οικογένεια - παιδική ηλικία, ενηλικίωση  - έρωτα και το τρίτο - μέλλον – μητρότητα.
Πράξη Α, Αντρέι. Θα συναντήσει τον αδελφό της Αντρέι και την οικογένειά της, θα θάψει τη μάνα της, θα βάλει τέλος με το θέμα οικογένεια.
Πράξη Β, Paul. Θα συναντήσει τον έρωτα, πατέρα του παιδιού της, προαγωγό της, αλλά και αιτία φυλάκισής της, αντ’ αυτού. Θα αναζητήσει τα λεφτά της αποζημίωσης, αλλά και της υλοποίησης της φυγής.
Πράξη Γ, Τομά. Ο οχτάχρονος γιος, η συνέχεια, το μέλλον. Η μάνα, έστω και ως φοβισμένο ή εξαγριωμένο αγρίμι παραμένει και δεν είναι μια από τις τρεις πράξεις, τους τρεις λογαριασμούς, είναι ο στόχος ο μη εκφρασμένος ή υπονοούμενος εξαρχής.
Είναι αρκετές 24 ώρες να αποκαταστήσουν σχέσεις, να περιγράψουν μια ζωή έστω και 30 χρόνων, να σκιαγραφήσουν την προσωπικότητα της Ματίλντας, να υποψιασθούμε την αγριότητα στις παρυφές μιας ζωής, μια πόλης, μιας χώρας;
Το κείμενο υπογράφουν μεγάλα ονόματα του ρουμάνικου σινεμά, Tudor Voican (California Dreamin), Cristian Murciu (4months, 3 weeks and 2 days), Ioana Uricaru (Tales from the Golden Age), ο Bogdan George Apetri, σκηνοθέτης και σεναριογράφος, νέος αλλά αποφασισμένος μακριά από τη χώρα του. Το Romania National Centre στήριξε και τα Φεστιβάλ New Directors Film Festival at Moma και το Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης υποδέχτηκαν και βράβευσαν αυτό το δύσκολο φιλμ.
Η Ματίλντα, ένα εξαιρετικά όμορφο πρόσωπο με βλέμμα κι ανάσα αγριμιού αφηγείται τα συναισθήματα που εμείς βιώνουμε.
Οι διάλογοι λιτοί, η δράση και ταχύτητα όπως πρέπει. Η βία μη εμφανώς περιγραφόμενη, αλλά παρούσα, πολλές φορές μη απαραίτητη ή υπερβολική στηλιτεύει την εύκολη ζωή που εμείς διάγουμε.
Η νομοτέλεια που εμφανίζεται τρομάζει.
Το αγρίμι Ματίλντα αποφασισμένο, αλλά εγκλωβισμένο.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται στο χώρο των παρυφών. Οι άνθρωποι σκληραίνουν από μικροί, το συναίσθημα, η ασφάλεια, το εμείς είναι απόντα. Δεν υπάρχουν (με τον αληθινό τους ρόλο) αδελφός, νύφη, συγγενείς, εραστής, αλλά ούτε και ο γιος. Οι δεσμοί έχουν καταλυθεί.
Το ερώτημα «μόνο στις παρυφές;» παραμένει.
Η αγριότητα της επιβίωσης σαρώνει τις πράξεις ανθρωπιάς. Μόνο κάποια βλέμματα επιτρέπει η ζωή και ο Apetri να υπάρξουν ως δείγματα άλλης ζωής και άλλων σχέσεων. Αυτά, των συγκρατούμενων, του αδελφού, του ανεψιού, του σκληρού προαγωγού ως ψιχίο, των ορφανών και φευγαλέα της Ματίλντας.
Τελειώνοντας φοβάσαι μήπως κατά λάθος βηματίσεις εντός των παρυφών.