26 Απριλίου 2016

The Program 2015 Το Πρόγραμμα

Τον Stephen Frears παρακολουθώ από την εποχή που έκανε τις χαμηλού προϋπολογισμού ταινίες όπως το My Beautiful Laundrette (1985),
Sammy and Rosie Get Laid (1987).
Τον αναζητώ στις νέες πρεμιέρες παρ’ όλο που με απογοητεύει τελευταία. Σαν να θέλω να του δίνω ευκαιρίες.
Κι αυτή η ταινία με το ζόρι αγγίζει το μέτριο. Σαν να έχασε ο άνθρωπος την δυναμική του. Προσπαθεί να αρθρώσει λόγο αλλά χωρίς να το τολμάει στο τέλος.
Η Βασίλισσα, η Καθολική Εκκλησία, δηλώνεται της Ιρλανδίας και τώρα ο Αθλητισμός. Δύσκολα και δυνατά θέματα. Πολυσυζητημένα κατ ιδίαν, ανέγγιχτα δημοσίως, κοινωνικά, πολιτικά.
Διαλέγει ένα πρόσωπο The Queen of England, Philomena, Lance Armstrong, για να μιλήσει για κάτι που αν όχι διχάζει την κοινωνία την θέτει προς προβληματισμό και επιλογή της.
Αυτή την φορά διάλεξε τον Lance Armstrong άφωνοι μείναμε και αποσβολωμένοι όταν ανακοινώθηκε το 2015 η χρήση ουσιών από τον καταξιωμένο ποδηλάτη και 7 φορές πρωταθλητή του Tour de France. Ίνδαλμα και πρότυπο για νέους αθλητές και οπαδούς όχι μόνο της ποδηλασίας.
Για μας, τους εκτός αθλημάτων, παράδειγμα σθένους, θέλησης, κουράγιου. Ελπίδα για το πως ξεπέρασε τον καρκίνο που του έτυχε στα 21 του χρόνια. Όχι μόνο τον ξεπέρασε αλλά τον <μετάλλαξε> σε έναν προσωπικό κι ανθρώπινο θρίαμβο. Εν ολίγοις αυτό είναι και η υπόθεση της ταινίας.
Ευτυχώς ο πρωταγωνιστής του Ben Foster, όπως και τις άλλες φορές οι πρωταγωνίστριες, Helen Mirren, Judi Dence, ήταν κορυφαίος. Θα μπορούσε κανείς να πει έχει συνέπεια και στόχο. Μοιάζουν με μονογραφίες τα έργα του. Αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσω. Δια της εξαιρετικής ερμηνείας αποδίδεται το θέμα. Είναι αρκετό; Απουσίαζε όχι όπως λέχθηκε η εστίαση αλλά η θέση.
Ένα ίνδαλμα καταρρέει.
Μας κορόιδευε επί εφτά χρόνια και πλέον. Δήλωνε ότι ήταν καθαρός ενώ αυτός και η ομάδα του ήταν ένα χημικό κοκτέιλ.
Ήταν διαταραγμένη προσωπικότητα; Αφελής; Φιλόδοξος; Εγωιστής; Μισαλλόδοξος; Άπληστος; Ανικανοποίητος; Είναι εξαίρεση ή ο κανόνας; Μήπως είναι αυτό που εμείς ως κοινωνία ζητούμε και το σύστημα κατασκευάζει ενώ είναι όλοι ευχαριστημένοι. Αυτοί που πουλούν θέαμα, οι ασφαλιστές, οι διαφημιστές, οι Αθλητικές οργανώσεις, τα Σωματεία, οι εταιρείες, οι αθλητικογράφοι, εμείς το κοινό, αρένα. Κάποτε το κοινό ζητούσε αίμα τώρα το παίρνει αλλά δεν φαίνεται, γίνεται επιστημονικά. Εκτός του αίματος, άφθονο ρέει και το χρήμα που επίσης δεν αναφέρθηκε. Εύλογα θα έλεγε κάποιος μα αναλύεις το αθλητικό φαινόμενο; Βεβαίως όχι, αλλά αυτό περίμενα από την ταινία που όχι απλά δεν το πήρα, αλλά προσεγγίσθηκαν διάφορα θέματα, επιδερμικά, χλιαρά. Το σημαντικότερο χωρίς μεθοδικότητα. Το δε ηθικό δίλημμα που θα έπρεπε, κατά την ταπεινή μου γνώμη να είναι κυρίαρχο, αναφέρθηκε περιστασιακά, είχε επίσης να κάνει με συγκεκριμένη ομάδα εξαιτίας του ότι ο συναθλητής Floyd Landis του και μία φορά νικητής του Γύρου Γαλλίας, προερχόταν από αυτήν. Μόνο οι θρησκευόμενοι έχουν ηθικά διλήμματα; Μόνο αυτή η ομάδα;
Δεν περίμενα ένα ντοκιμαντέρ αλλά απουσίαζε και το συναίσθημα εκτός της τεκμηριωμένης και αντικειμενικής προσέγγισης του θέματος, όπως θα ήταν ένα ντοκιμαντέρ απέναντι σε μία ταινία δράματος με βιογραφικό θέμα.
Ο σύγχρονος θεατής είναι κακομαθημένος, έτσι ήμουν ανικανοποίητη με τον τρόπο που ενσωματώθηκαν τα πραγματικά πλάνα, που έγινε το editing, η φωτογράφηση. Δεν δημιουργήθηκε ένταση, αντίθετα παραήταν απλοϊκά τα τρυπάνια στο χειρουργείο, το ίδιο πλάνο στις Άλπεις.
Εξαιρετικά τα πορτρέτα του Lance Armstrong από τον Danny Cohen, εντυπωσιακές οι λήψεις τις στιγμές που ο Lance Armstrong νουθετεί απειλεί τους συναγωνιζόμενους και θα έλεγα βοήθησε ως προς την ελάχιστη ένταση η μουσική επένδυση.
Η ερμηνεία του Ben Foster όπως ανέφερα θα μπορούσε να είναι ο λόγος θέασης της ταινίας.

Σκηνοθέτης: Stephen Frears
Σενἀριο: John Hodge
Βιβλίο: Seven Deadly Sins του David Walsh
Φωτογραφία: Danny Cohen
Μουσική: Alex Heffes
Editing: Valerio Bonelli
Ηθοποιοί:
Ben Foster: Lance Armstrong
Chris O Dowd: David Walsh
Guillaume Canet: Michele Ferrari
Jesse Plemons: Floyd Landis
Lee Pace: Bill Stapleton
Denis Menochet :Johan Bruyneel
Dustin Hoffman: Bob Hamman
Edward Hogg : Frankie Andreu
Elaine Cassidy : Betsy Andreu
Laura Donnelly: Emma O'Reilly
Bryan Greenberg
Sam Hoare : Stephen Swart
Kevin Hulsmans : Filippo Simeoni

18 Απριλίου 2016

Macbeth - 2015

Τα μεγάλα έργα είναι πρόκληση για τους δημιουργούς. Κάθε δε φορά αναρωτιέμαι τι καινούργιο έχουν να πουν. Παράδειγμα η Πιετά και οι διάφορες επαναλήψεις της, επίκαιρο το θέμα στην χώρα μας εξαιτίας του δημιουργού της, Jan Fabre.
Εγώ προσωπικά ξέρω δύο κινηματογραφικές μεταφορές του Macbeth από τους Roman Polanski και Orson Welles.
Πριν δω την ταινία αναρωτιόμουν τι θα έλεγε περισσότερο ο Justin Kurzel στον Macbeth του 2015.
Και όμως.
Πριν προχωρήσω για την ταινία θα παραθέσω ένα κομμάτι από το σημείωμα του Γιώργου Χειμωνά για τον William Shakespeare και τον Macbeth (ομώνυμο βιβλίο εκδόσεις Κέδρος, την μετάφραση του οποίου έκανε ο Γιώργος Χειμωνάς.)

Ο Μάκβεθ είναι ένα αριστούργημα. Όταν το διαβάζεις - και κυρίως  το ζεις στη θεατρική του πραγματικότητα - αισθάνεσαι δέος απέναντι στον δημιουργό Νου που το έκανε αριστούργημα. Όταν το μεταφράζεις, ανακαλύπτεις τον τρόπο που χρησιμοποιεί αυτός ο νους για να το κάνει αριστούργημα. Ο τρόπος του Σαίξπηρ είναι να γεννήσει τον "νου" του έργου και να τον αφήσει, στη συνέχεια, να δημιουργεί σχεδόν αυτόνομος - με μια δική του πλέον «σκέψη» - το νόημα ή την συγκίνηση ή την ποιητική του εαυτού του. Και ο νους του δράματος Μάκβεθ είναι, κυριολεκτικά, ένας λαβύρινθος - στον οποίον, ως μεταφραστής μπαίνεις γνωρίζοντας από την απλή του ήδη ανάγνωση ότι εκεί μέσα σε περιμένουν τρία θέματα - τέρατα. Ο Θάνατος, σε ολόκληρο τον οντογνωσιολογικό του όγκο και δίπλα του ο ανθρώπινος δήμιος: ο φόνος˙ το Μεγάλο, ως δεδομένο, φυσικό αίτημα της ψυχής και δίπλα του, η ανθρώπινη αναπηρία που το εξαθλιώνει: η πολιτική εξουσία˙ το Κακό, με όλη την κοσμολογική του ισχύ και δίπλα του, η γήινη θεολογία που το εξανθρωπίζει για να το παραδώσει στον ομόλογο αντίπαλό του˙ το Καλό. Και πάνω απ όλα, ο Φόβος που εκλύεται από την ανισορροπία αυτών των άνισων δίδυμων μεγεθών - αλλά και παραμερίζει το μεγάλο, για να διασταυρωθούν τα δύο άλλα: η ένωσή τους θα γίνει ένας εφιάλτης του Χάους˙ ή ένα «αριστούργημα του Χάους», όπως αναγγέλλεται το έγκλημα του Μάκβεθ. […]

Σε περίπτωση που η υπόθεση δεν είναι γνωστή:

Ο στρατηγός Macbeth γυρίζει νικητής απ' τον πόλεμο και τρεις μάγισσες, τέσσερις στην ταινία, τον καλούν να του ανακοινώσουν την προφητεία τους ότι θα γίνει βασιλιάς. Παρακινούμενος από τη σύζυγό του και από τη φιλοδοξία του, ο Macbeth σκοτώνει το βασιλιά Duncan ενώ τον φιλοξενούσε και γίνεται βασιλιάς της Σκωτίας. Θέλοντας να εδραιώσει ακόμη περισσότερο τη θέση του, δολοφονεί και τον στρατηγό Banquo, φίλο του, επειδή οι τρεις μάγισσες είχαν προβλέψει, ότι ο στρατηγός θα γεννήσει βασιλιάδες . Από τη δολοφονία ξέφυγε ο γιος του Banquo, Fleance. Το ίδιο διάστημα, η λαίδη Macbeth βασανίζεται από τύψεις και παθαίνει νευρικές κρίσεις. Ένα βράδυ που υπνοβατεί, βλέπει τα χέρια της βαμμένα με αίμα και πεθαίνει. Ο Μacbeth βλέπει ότι ο στρατός πλησιάζει τον πύργο του, με αρχηγό το Μalcolm κρατώντας κλαδιά απ' το Birnam δάσος, όπως του είχαν πει και οι μάγισσες. Μονομαχεί με το Μacduff του οποίου είχε δολοφονήσει τα παιδιά και τη γυναίκα, και τελικά ο Μacbeth σκοτώνεται.

Οι σεναριογράφοι Jacob Koskoff, Michael Lesslie και Todd Louiso υπεραπλουστεύουν το κείμενο και γίνονται κάποιες αλλαγές στους χώρους, στον τρόπο που παρουσιάζεται το τέλος της Λαίδης, προστίθεται αυθαίρετα μία ακόμη μάγισσα, η τέταρτη, όπως περικοπές στους διαλόγους και τον χώρο που αυτοί λαμβάνουν χώρο.
Όμως αν προσπεράσει κανείς αυτές τις υπερβάσεις έχεις ένα δυνατό έργο. Ένα που αντίθετα με την άποψη που υπερασπίζεται ότι έργα σαν κι αυτό τα ακουμπούμε με περισσή ευλάβεια και προσοχή σχεδόν τα επαναλαμβάνουμε μουσειακά και τα αντιμετωπίζουμε ως ιερά, μπόρεσε με τον τρόπο του και πέρασε τα μηνύματα που το έργο διαμηνύει και πολύ εύστοχα ο Γιώργος Χειμωνάς ανέλυσε.
Το δίδυμο Michael Fassbender, Marion Cotillard απέδωσε τους ρόλους του με εξαιρετικό τρόπο.
Η αθώα έκφραση στα μάτια της Marion Cotillard σε συνδυασμό με τον γεμάτο δολοπλοκίες και πειστικότητα λόγο της προσέδωσαν σχεδόν μία υπερφυσική διάσταση στον ρόλο της προκειμένου να ξεπερασθούν οι αντιστάσεις του Macbeth για δολοφονία του βασιλιά και να επιτευχθεί η φιλοδοξία της. Η μεταμέλεια της με απόλυτη λιτότητα στην ίδια εκκλησία που δρομολογήθηκε το έγκλημα, έφερε τον θάνατό της ως μία φυσική κατάληξη.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν έχω δει άλλον Macbeth να αποδίδει τον φόβο και την εσωτερική σύγκρουση τόσο έντονα. Διέτρεχε την ραχοκοκκαλιά μου ο φόβος του κακού και ο φόβος μπροστά στην αλαζονεία της εξουσίας του. Ένα τίποτα ο άνθρωπος μπροστά στην αδηφάγα λατρεία της παραμονής του στον θρόνο και στη δίνη των φόνων.
Ο σκηνοθέτης ήθελε να μιλήσει σε καινούργιο κοινό και τόλμησε καινοτομίες. Εκτιμώ ότι το πέτυχε και δεν επέτρεψα να με απωθήσουν οι καινοτομίες του.
Εξάλλου τα έργα για ζήσουν και να είναι χρήσιμα πρέπει να ειδωθούν σε παρούσες συνθήκες και με ερμηνείες οικείες των καιρών.
Αμφιβάλλω αν οι μονόλογοι του Μαcbeth είχαν να πουν κάτι στον θεατή των ημερών μας, αν λεγόταν με τον κλασσικό τρόπο, αν δεν ήταν σαν να μιλούσε όπως ένας αλλόφρων της εποχής μας.
Εντυπωσίασε ο φωτογράφος, Adam Arkapaw και η επιλογή τους με τον σκηνοθέτη, να μεταφέρουν με αργή κίνηση, στατικότητα τις μάχες, το αίμα, την βία.
Το κόκκινο επίσης βοήθησε να βιωθεί ο θάνατος, προοίμιο για τους φόνους που θα ακολουθήσουν. Η ομίχλη και η βροχή μέρος της μεταφοράς στον τόπο, προσομοίωση για την ροή των εγκλημάτων.
Βωβοί οι παριστάμενοι στην μισαλλοδοξία και εγκληματικότητα του βασιλέως όπως βωβοί και οι σύγχρονοι πολίτες του κόσμου στις θηριωδίες της εξουσίας.
Η μουσική του Jed Kurzel, οι φυσικοί και μη ήχοι βοήθησαν και ενίσχυσαν τον τρόμο που προκαλούσε η ακόρεστη επιθυμία του βασιλιά για παραμονή στον θρόνο. Θάνατος στον εν δυνάμει διεκδικητή του θρόνου, στους αθώους γόνους αυτού.
Του έπρεπε και αυτού ο θάνατος για να λυτρωθεί ο θεατής και επέλθει η κάθαρση.
Καθόλου τυχαία η τελευταία σκηνή με τον Μalcolm μεν να αποχωρεί και τον Fleance, τον γιο του Banquo, τον μελλοντικό βασιλιά, σύμφωνα με τις μάγισσες, να παίρνει το σπαθί του Macbeth και να απομακρύνεται στο άδειο πεδίο της μάχης. Είχε προηγηθεί βέβαια η εικόνα του σκοτωμένου Macbeth καθώς των προσπερνούν αδιάφορα τα πόδια των στρατιωτών που επελαύνουν προς το κάστρο.

Σκηνοθέτης: Justin Kurzel
Σενάριο για το θεατρικὀ έργο Macbeth του William Shakespeare: Jacob Koskoff,Michael Lesslie,Todd Louiso
Φωτογραφία: Adam Arkapaw
Μουσική: Jed Kurzel
Editing: Chris Dickens

Ηθοποιοί
Michael Fassbender: Macbeth
Marion Cotillard: Λαίδη Macbeth
Paddy Considine: Banquo
Sean Harris: Macduff
Jack Reynor: Malcolm
Elizabeth Debicki: Λαίδη Macduff
David Thewlis: Βασιλιάς Duncan
Seylan Baxter, Lynn Kennedy, Kayla Fallon and Amber Rissmann: οι μάγισσες
Lochlann Harris: Fleance

14 Απριλίου 2016

Η Γέφυρα των Κατασκόπων (Bridge of Spies) - 2015

Ο αφηγηματικός Steven Spielberg με μία ακόμη καλή ταινία.
Ξέρει να αφηγείται και μάλιστα πολύ καλά.
Ενώ ήξερα ότι η ιστορία αφορά αληθινά γεγονότα, μέχρι το τέλος ένιωθα ότι ήμουν μέσα σε ένα καλογυρισμένο θρίλερ.
Μπορεί και σε αποστασιοποιεί με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Σε βολεύει στην πολυθρόνα σου και ενώ σε κρατάει σε εγρήγορση, δεν σε ταλαιπωρεί.
Ξεκινάει την ταινία σχεδόν χωρίς ήχο, με τον κατάσκοπο ανάμεσα στο είδωλο του αριστερά και στο πορτρέτο του δεξιά.
Είναι σαν να λέει, κυρίες και κύριοι, είμαστε στην εποχή του ψυχρού πολέμου και αυτός είναι o κατάσκοπος Rudolf Alber (Mark Rylance) με δύο ταυτότητες και δύο ρόλους. Ο εαυτός του παλεύει ανάμεσα στους ρόλους που θα υπηρετήσει. Οι δε αρχές, σε αμφότερες πλευρές, παλεύουν να βεβαιωθούν σε ποια πλευρά βρίσκεται ο άνθρωπος τους, μας.
Σε αυτόν τον πόλεμο και φυσικά στην ταινία υπάρχουν όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι χαρακτήρες με κυρίαρχους φυσικά αυτούς που υπηρετούν ηθελημένα ή άθελα τους το σύστημα, τους κατά λάθος εμπλεκόμενους και φυσικά τον επαγγελματία, James B.Donovan (Tom Hanks) τον πολιτικά μην εμπλεκόμενο, αυτόν που κοιτάει να κάνει καλά την δουλειά του που όμως σέβεται τους νόμους και εν προκειμένω το Σύνταγμα. Αυτό είναι και το εργαλείο με το οποίο δουλεύει και επικαλείται στις διαπραγματεύσεις και στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις, αν πρέπει να πείσει τον συνομιλητή του, να διεκδικήσει και να κερδίσει τον στόχο του.
Ένα σενάριο που οι αδελφοί Joel και Ethan Coen μαζί με τον Matt Charman το έγραψαν έτσι που να υπάρχει μια πινελιά σαρκασμού και κριτικής των επικρατουσών πολιτικών αποφάσεων και στόχων και της λειτουργίας των συστημάτων ασφαλείας. Ο σαρκασμός των αποφάσεων και των δράσεων εν γένει. Για παράδειγμα, ο κόσμος ανατρέπεται και ο κατάσκοπος, ως απλός μεσήλικας, ζητάει την τεχνητή οδοντοστοιχία του. Είναι όμως οι σαν από εικονογραφημένο περιοδικό φιγούρες και οι κινήσεις των προσώπων (ήταν η επιλογή του σκηνοθέτη αυτή), όχι απλά ελαφρύνουν την ατμόσφαιρα, αλλά δηλώνουν την θέση του για το όλο εγχείρημα και οικοδόμημα του ψυχρού πολέμου.
Φυσικά δεν μπορείς παρά να συμφωνήσεις για τις εξαιρετικές ερμηνείες. Χωρίς εξαίρεση εξαιρετικές, ιδιαίτερη μνεία στον που δικαίως έλαβε και το αγαλματάκι των Oscars.
H διανομή των ρόλων έξυπνη και αρμόζουσα, φροντισμένη έως τον τελευταίο ρόλο.
Με εντυπωσίασε η επιλογή της συντηρητικής μεγαλοαστής συζύγου που εμφανίζεται μόλις δύο-τρεις φορές, αλλά καθοριστικές για τον ρόλο της, τον ρόλο της οικογένειας.
Ο δε αγαπημένος του Spielberg, Tom Hanks, άψογος.
Στιβαρός, σε εμφάνιση, καλοβαλμένος, ευφυής, δίκαιος, επιτυχημένος, ανθρώπινος, σωστός ως επαγγελματίας, ως οικογενειάρχης. Με αρχές, σεβασμό στον άνθρωπο, παράτολμος, η εικόνα ενός αξιοπρεπή Αμερικανού πολίτη, που κινείται άφοβα και με άνεση ακόμη και στο χώρο του εχθρού.
Ήταν έτσι ο Donovan, ή έτσι τον απέδωσε ο Tom Hanks, όπως κι αν έχει, εμείς τον απολαύσαμε.
Άφησα τελευταία τον κινηματογραφιστή φωτογράφο, Janusz Kaminski, που οι εικόνες του μιλούσαν και συμμετείχαν χωρίς διάλογο, αλλά και χωρίς την αξιόλογη μουσική επένδυση του Thomas Newman.
Δημιουργήθηκε άψογα επίσης το κατάλληλο περιβάλλον για να αποδοθεί η πολιτική εποχή που κρατούσε με κομμένη ανάσα τότε όλη την ανθρωπότητα. Μια εποχή, που από τότε που χώρισε τον κόσμο στα δυο, συσπείρωσε τους ανθρώπους σε δύο ομάδες και δημιούργησε τις αναμενόμενες έχθρες.
Μοιάζει με ένα εφιάλτη που πέρασε, που όμως υφίσταται εν υπνὠσει και κάθε τόσο ξυπνά και θεριεύει συχνά στις διαπραγματεύσεις στην Διεθνή σκηνή.
Ο Donovan είχε δίλημμα και η απόφαση του δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε δύσκολη.
Έκανε εχθρούς, αμφισβητήθηκε από την ίδια την οικογένεια του, πέτυχε και δικαιώθηκε.
Οι ιστορίες των κατασκόπων ήταν πολλές, αυτή ισχυρή ως αληθινό γεγονός, που όμως, ανάμεσα στις πολλές κινηματογραφικές κατασκοπευτικές εκδοχές της, χάριν στον σκηνοθέτη τον ίδιο, εκλαμβάνεται ως ωραίο παραμύθι.
Δεν θα αναφερθώ στην ιστορία, καλείσθε να δείτε τη ταινία.
Προσωπικά, απεύχομαι να βρεθώ στην υποχρέωση να υπηρετήσω την πατρίδα μου όπως ο Donovan. Δεν ξέρω αν είμαι τόσο δυνατή ή αν είναι οι εποχές που μας διαμόρφωσαν σε άλλου είδους χαρακτήρες, που δύσκολα θέτουν τον εαυτό και τα «θέλω» αυτού απέναντι σε παρόμοιες επιλογές. Οι ήρωες (εκτιμώ ότι) πέθαναν και όμως ακόμη συνεχίζουμε να φωνάζουμε «Ζήτω οι Ήρωες».

Σκηνοθέτης: Steven Spielberg
Σενάριο: Matt Charman, Joel και Ethan Coen
Φωτογραφία: Janusz Kaminski
Μουσική: Thomas Newman
Διανομἠ Ρόλων: Ellen Lewis
Editing: Michael Kahn
Ηθοποιοί
Tom Hanks: James B. Donovan
Mark Rylance: Rudolf Abel
Scott Shepherd: Agent Hoffman
Amy Ryan: Mary McKenna Donovan
Sebastian Koch: Wolfgang Vogel
Alan Alda: Thomas Watters
Austin Stowell: Francis Gary Powers

4 Απριλίου 2016

45 χρόνια (45 years) - 2015

Βασική προϋπόθεση κατά την ταπεινή μου γνώμη, για να δεις την εν λόγω ταινία του Andrew Haigh δεν είναι απλά να σου αρέσει ο κινηματογράφος, πρέπει να έχεις κι έναν μακρόχρονο γάμο. Δεν θα τολμούσα να πω σχέση.
Ένα αργό ιδιαίτερης έμφασης δράμα βασισμένο στο διήγημα του David Constantine "In Another Country” oι Kate (Charlotte Rampling) και Geoff (Tom Courtenay) ηλικιωμένοι, μεσαίας τάξης, συνταξιούχοι, εγκατεστημένοι στην αγγλική εξοχή, ετοιμάζονται να γιορτάσουν την 45η τους επέτειο. Η συνήθως τιμώμενη επέτειος, η 40η, ακυρώθηκε λόγω ασθενείας, επέμβαση bypass του Geoff.
Οι ετοιμασίες προχωρούν ομαλά όταν μία εβδομάδα πριν το πάρτι ο Geoff λαμβάνει μία ανατρεπτική για τον ίδιο, την Kate, την κοινή ζωή τους και την εξέλιξη της ταινίας, επιστολή.
Βρέθηκε στην Ελβετία, σε πάγο, άρτια διατηρημένο, το πτὠμα της σκοτωμένης, πριν 45 χρόνια, αγαπημένης του Katia.
Πληροφορούμεθα εμείς και η σύζυγος, το είδος του δεσμού με την νεκρή, την αιτιολόγηση της τοποθεσίας του δυστυχήματος, την αιτία θανάτου.
Μας καλούν οι καλογραμμένοι ρόλοι, η εξαιρετική απόδοση τους, το καθηλωτικό και απίστευτα εκφραστικό βλέμμα της Charlotte Rampling να βιώσουμε την αποδόμηση του κατά τ άλλα καλά "στεριωμένου" γάμου.
Τόσο που η επικείμενη γιορτή της επετείου, η υπενθύμιση της αέναου ευτυχίας να μοιάζει περιττή.
Για ακόμη φορά θα βρεθούμε ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Για ακόμη μία φορά θα μπαινοβγεί η προσωπική μας σχέση μέσα στο σενάριο. Ακόμη μία φορά θα ξαναπούμε στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τον άλλο. Δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που έχουμε με τον/την επί 45 χρόνια σύζυγο.
Οι γιορτές και οι επέτειοι για ποιους γιορτάζονται; Οι γάμοι για ποιους υφίστανται;
Ευτυχώς δεν έμεινε πολύ ο σκηνοθέτης στην σύμβαση. Χρησιμοποίησε την εναλλαγή πλάνων προσώπου προκειμένου να αφηγηθεί τις διαδρομές των σκέψεών τους. Τις διαδρομές, παρελθόν-παρόν, στο βάδισμα τους, στο ασταθές του κορμιού του Geoff και τις μοναχικές περιπλανήσεις της Kate. Περιπλανήσεις που η σιωπή τους είπε περισσότερα από τον λόγο. Επηρεασμένη από πρόσφατη έκθεση, ακούσαμε, ως θεατές, με τα μάτια μας.
Η κίνηση των χεριών της Kate έδωσε και το φινάλε της ταινίας.
Αν δεν προσέχεις λεπτομέρειες, αν προσπερνάς τα βλέμματα, αν αγνοείς το τρέμουλο των χεριών, το ελαφρύ πετάρισμα των βλεφάρων, την αμυδρή σύσπαση των χειλιών, η ταινία δεν θα σου πει τίποτα. Είναι για «δυνατούς» παρατηρητές της ζωής.
Αν βεβαίως δεν σε απασχόλησε η λέξη προδοσία ή την θεωρείς αναπόσπαστο κομμάτι της σχέσης, επίσης δύσκολα να σε κρατήσει.Το τι φανερώνουμε και το τι λέμε σ’ αυτόν, που μέσα μας παίρνουμε, είναι μία παράμετρος της σχέσης αλλά και της ταινίας.
Σκιαγράφηση και μελέτη χαρακτήρων την αποκάλεσαν. Το ζευγάρι για μένα. Το θηλυκό και αρσενικό. Οι αναμονές μας. Πως μπορεί ακόμη και ένας υγρός ορίζοντας να παραλληλισθεί με την θλίψη της ψυχής; Το παγκάκι και το τσιγάρο με το αδιέξοδο; Το νερό που κυλάει και κατακλύζει την μνήμη σαρώνει την εικόνα με τον χρόνο;
Κι όμως ήταν εργαλεία, δεν ήταν εικόνες κλισέ. Χρησιμοποιήθηκαν, γλίστρησαν μέσα στην ταινία και συναγωνίστηκαν το λόγο.
Το πάθος και η ένταση δεν ήταν μέρος της σχέσης τους και έτσι δεν χρειάσθηκε παρά μόνο να πει «δεν πιστεύω να περιμένεις να μην θυμώσω». Ίσως αυτή η έκφραση, μαζί με το «δεν θέλω να μιλώ γι αυτήν» να ήταν οι πλέον συγκρουσιακά λεκτικές στιγμές. Τα άλλα, τα επίπονα, τα δηλητηριώδη ειπώθηκαν με τον φακό. Αυτός κατέγραψε ότι η ερμηνεία τους εξέφρασε.
Κάποιος είπε ήταν η αγγλική απάντηση στο Αmour. Εγώ λέω ήταν μία άλλη απάντηση. Επειδή ζω στο Νότο και τα φλέγματα απελευθερώνονται με φραστικές βιαιότητες και όχι μόνο, θα δικαιολογήσω και την αντίδραση του δικού μας κοινού περί «χλιαρότητας έως μετριότητα». Είναι αλήθεια πως πρέπει να την δεις συνειδητά και ως επιλογή. Προετοιμασμένος/η. Ανήκει σ΄ αυτή τη κατηγορία. Προετοιμασμένη ή απροετοίμαστη αποτελεί προσωπικό διαχωρισμό.

Σκηνοθέτης: Andrew Haigh
Σενάριο: Andrew Haigh,
βασισμένο στο διήγημα
In Another Country David Constantine
Φωτογραφία: Lol Crawley
Editing: Jonathan Alberts
Ηθοποιοί
Charlotte Rampling : Kate Mercer
Tom Courtenay: Geoff Mercer
Geraldine James: Lena
Dolly Wells: Charlotte
David Sibley: George

13 Μαρτίου 2016

Το Δωμάτιο (Room) - 2015

Την ταινία του Lenny Abrahamson είδα μετά την απονομή των Oscar και με την πρωταγωνίστρια Brie Larson ως Joy "Ma" να έχει πάρει, όχι αδίκως, το αγαλματάκι της καλύτερης πρωταγωνίστριας.
Μία πρωτότυπη παραγωγή μετέφερε αξιόλογα το βιβλίο της Emma Donogue στην οθόνη.
Το ‘πρωτότυπη’ το δικαιολογεί διότι το πρώτο μέρος της ταινίας γυρίστηκε σε ένα πολύ μικρό χώρο, 3.5 επί 3.5 μέτρα. Παρ’ όλα αυτά είχε εξαιρετικά πλάνα και αφηγηματικότητα χωρίς κενά.
Η Joy βρίσκεται για εφτά χρόνια κλεισμένη σε αυτό τον ασφυκτικό χώρο μετά την απαγωγή της στα δεκαεπτά της από τον OldNick (Sean Bridgers). Σε αυτό τον χώρο θα γεννήσει τον γιο της Jack (Jacob Tremblay), που είναι ήδη πέντε χρονών, όταν ξεκινάει η ταινία. Θα κατορθώσει να βγάλει έξω το παιδί ξεγελώντας τον απαγωγέα και στην συνέχεια θα ελευθερωθεί και η ίδια. Εμείς θα παρακολουθήσουμε στην συνέχεια την προσαρμογή τους μετά την απόκτηση της ελευθερίας τους.
Οι συνθήκες όπου ζουν είναι άθλιες με το παιδί να αγνοεί, επιλογή της μαμάς του, την ύπαρξη του έξω κόσμου. Όταν θα αποφασίσει να του μιλήσει για τον αληθινό κόσμο, κρίνοντας ότι ήρθε η κατάλληλη ώρα και ηλικία, ήδη έχει αποφασίσει και αρχικά δρομολογεί την απελευθέρωση του με την ελπίδα να επιτευχθεί αυτή τελικά και για τους δυο τους.
Μία ιδανική και πολύ στενή σχέση μάνας παιδιού. Αναρωτιέμαι και ίσως οι ειδικοί γνωρίζουν αν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Επιθετική ή παρεκκλίνουσα. Διατηρεί ηρεμία και ποιότητα στην συμπεριφορά μέχρι απορίας.
Το πρώτο μέρος της ταινίας , μέσα στο δωμάτιο, είναι εξαιρετικό, άρτια δομημένο, με καλή ροή, αξεπέραστες ερμηνείες από την μάνα και το αγόρι, τρυφερές σκηνές, καλοφωτισμένες. Παρακολουθείς με την βαθιά πεποίθηση, αν δεν ξέρεις την ιστορία, ότι είναι μία εμβάθυνση στην σχέση μάνας - γιου, ή η ανάπτυξη και ο κόσμος του παιδιού σε άθλιες συνθήκες. Μέχρι να εμφανισθεί ή να αναφερθεί ο απαγωγέας θεωρείς ότι είναι φυλακή ή κάποιο φθηνό τριτοκοσμικό ίδρυμα.
Καθηλωτική η πρώτη ώρα. Το κατάφεραν ο σκηνοθέτης, ο φωτογράφος και οι ερμηνείες των δύο, Joy και Jack.
Και ενώ ακολουθείς με αμείωτο, θα έλεγα, με αυξανόμενο ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, είναι το δεύτερο μέρος που ουσιαστικά μεταβάλει την ταινία σε μέτρια.
Αν αφαιρέσεις τον μικρό που εξακολουθεί να ερμηνεύει άψογα, ακόμη και η πρωταγωνίστρια αφέθηκε, σαν να κουράστηκε. Την έχασε κι ο φακός. Μάλλον εκείνος δεν ήξερε που να εστιάσει. Απορούσα βέβαια πως χρειάστηκε να φθάσει να νοσηλευτεί η Joy, δηλαδή που με προετοίμασε γι αυτό; Δεν έπεισε η δήθεν σταδιακή αύξηση του ψυχολογικού δράματος της; Περισσότερο το φανταζόμασταν παρά που το είδαμε. Όσο για τον πατέρα της και τους άλλους ενήλικες, δεν έχω να προσθέσω τίποτα. Ήταν απλά άχρωμοι και προβλεπόμενοι.
Δεν είδα την έκπληξη του μικρού για τον κόσμο, την περιέργεια. Είδα μερικά κλισέ, το ανάποδο πιάσιμο του τηλεφώνου, τα κέικ που θα κάνει με την γιαγιά. Δεν είδα ούτε την υποτιθέμενη προσκόλληση στην μητέρα του, την επικοινωνία που είχαν οι δυο τους.
Η αστυνομία άψογη, η περίθαλψη, η γειτονιά, η οικογένεια επίσης. Ένας ιδανικός κόσμος όπως θα πρεπε να είναι και να λειτουργεί. Όμως πολύ εξιδανικευμένος για να είναι αληθινός και σ’ αυτήν την προσπάθεια, της ωραιοποίησης, παρέσυρε προς τα κάτω και την ταινία.
Είχα την αίσθηση ότι άλλαξε ο σκηνοθέτης, ή σαν να υπήρξε πίεση και καθοδήγηση έξωθεν για περισσότερο εύπεπτο σινεμά.
Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μία πραγματικά ξεχωριστή ταινία. Το θέμα υπήρχε, μάλιστα δυνατό, οι ηθοποιοί έδειξαν ότι μπορούν, οι Lenny Abrahamson και Danny Cohen τα πήγαν αρχικά καταπληκτικά. Αναρωτιέμαι. Αν ήθελε να δείξει ότι όλοι τους τα είχαν ‘χαμένα’, κυρίως τελικά τα έχασε κι ο θεατής. Από πολύ ψηλά κατάφερε και μας προσγείωσε απότομα. Δεν θα την ξαναέβλεπα, αλλά δεν ξέρω αν θα ήθελα και να τη χάσω. Κι αυτό γιατί, όπως έγραψα, είναι μία ιδιαίτερη ταινία από άποψη δυσκολιών, ο μικρός χώρος και το ενδιαφέρον θέμα.

Σκηνοθέτης: Lenny Abrahamson
Σενάριο: Emma Donogue (συγγραφέας του βιβλίου Room, που μεταφέρθηκε στην οθόνη)
Φωτογραφία: Danny Cohen
Μουσική: Stephen Rennicks
Μοντάζ: Nathan Nugent
Ηθοποιοί
Brie Larson: Joy "Ma"
Jacob Tremblay: Jack
Joan Allen: Nancy μητέρα
William H.:Macy Πατέρας
Sean Bridgers: Old Nick, απαγωγέας
Tom McCamus: Leo, πατριός της Joy

2 Μαρτίου 2016

Μία δεύτερη Ευκαιρία (En Chance Til) - 2014

Επέστρεψε η σκηνοθέτης Susanne Bier και ο συχνά συνεργάτης και σεναριογράφος Anders Thomas Jensen με το κοινωνικό, ψυχολογικό δράμα «Μία δεύτερη Ευκαιρία».
Δύο αστυνομικοί, ο Andreas (Nikolaj Coster-Waldau) και ο Simon (Ulrich Thomsen) ζουν πολύ διαφορετικές ζωές.
Ο Andreas απολαμβάνει την ζωή, με την όμορφη σύζυγό του Anne (Maria Bonnevie) και το νεογέννητο αγόρι τους, Alexander, ενώ ο Simon βρίσκει παρηγοριά στα μπαρ και το ποτό προκειμένου να ξεπεράσει το πρόσφατο διαζύγιο. Μια αποστολή ρουτίνας παίρνει άλλη ροπή όταν καλούνται στο διαμέρισμα ενός ζευγαριού χρηστών ουσιών, Tristan (Nikolaj Lie Kaas), Sanne (Lykke May Andersen) που καυγαδίζουν ουρλιάζοντας ενώ ένα αφρόντιστο μωρό, Sofus, το μωρό τους, κλαίει πασαλειμμένο με τις ακαθαρσίες του.
Μία οικογενειακή τραγωδία, θα σπρώξει τον συνετό και αξιοπρεπή Andreas να προβεί σε πράξη που τον οδηγεί όχι απλά σε αδιέξοδο αλλά στην άβυσσο. Απομένει στον φίλο και συνάδελφο Simon να αποκαταστήσει την τάξη. Μία ταινία που όντως σε κρατά όμηρο μέχρι το τέλος με αμείωτη την ένταση και απρόβλεπτη την εξέλιξη.
Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο σωστό και λάθος, στο δίκαιο και άδικο; Πότε ο άνθρωπος περνά τα όρια του νόμου; Πότε παίρνει την λύση στα χέρια του; Πότε κι αν πρέπει η πολιτεία να παίρνει τα ανήλικα από τους γονείς θεωρώντας ότι χρήζουν φροντίδας εκτιμώντας ότι υπολείπονται σε γονική μέριμνα και φροντίδα;
Αναπάντητα ερωτήματα από την πλευρά των δημιουργών. Τα προκαλούν αλλά δεν τα απαντούν. Για μένα ορθώς. Μπορεί ο καθένας να απαντήσει μόνος του και σύμφωνα με τις συνθήκες και περιοχή του πλανήτη όπου ζει. Το τράνταγμα, το ερέθισμα ηπιότερα, όπως θα το χαρακτηρίζαμε, το δίνουν.
Η Susanne Bier καταπιάνεται με δύσκολα θέματα. Πάντα όμως δίνει μία ανθρώπινη διέξοδο. Δεν σε αφήνει άρρωστο. Προβληματισμένο και ανήσυχο σε κρατά. Το ίδιο κάνει κι αυτή την φορά.
Οι αντιθέσεις στους χώρους, στις κατοικίες, στα ρούχα, στην φροντίδα των μωρών, τα ψυχρά χρώματα και o χαμηλός φωτισμός βοηθούν την ένταση και την εξέλιξη της ιστορίας.
Οι ηθοποιοί της ικανότατοι. Θα ήθελα να υπογραμμίσω τον Nikolaj Coster-Waldau, όχι γιατί ήταν πρωταγωνιστής αλλά γιατί με συνεπήρε η τρυφερότητα του με τα μωρά. Είναι ευκολότερο να υποδύεσαι τον κακό παρά τον τρυφερό. Δεν συγκρίνεται η μπουνιά και η φωνή με την κίνηση, χάδι στο μάγουλο ενός μωρού. Τοποθετώ, γι αυτόν τον λόγο, δεύτερο στην προτίμηση μου τον Nikolaj Lie Kaas. Η φωτογραφία του Michael Keith Snyman, πολύ καλή, με εναλλαγή εστιάζει στο πρασινογάλαζο των ματιών απάντηση στην άποψη ότι εν δυνάμει όλοι είμαστε καλοί και κακοί. Οι περιστάσεις είναι αυτές που αναδεικνύουν το καλό ή κακό μάτι και κατά συνέπεια πράξη.
Ήταν ίσως, μέσω της κάμερας, μία από τις απαντήσεις που έπρεπε να δοθούν και δεν δόθηκαν στα ηθικά ερωτήματα που τέθηκαν.

Σκηνοθέτης: Susanne Bier
Σενάριο:Anders Thomas Jensen
Φωτογραφία: MIchael Keith Snyman:
Μουσική:Johan Soderqvist
Editing: Pernille Bech Christensen
Ηθοποιοί
Nikolaj Coster-Waldau: Andreas
Ulrich Thomsen: Simon
Maria Bonnevie: Anne
Nikolaj Lie Kaas: Tristan
Lykke May Andersen: Sanne

1 Μαρτίου 2016

Αγαπητή Ελένα (Θέατρο Επί Κολωνώ, Ομάδα Νάμα)

Δεν συνηθίζω να γράφω κριτική για θέατρο, εξάλλου είναι κάτι που λείπει από την επαρχία, εκτός βέβαια αν ζεις στη Καβάλα.
Το έργο που με απασχόλησε είναι το Αγαπητή Ελένα της Λουντμίλα Ραζουμόβσκαγια.
Εν ολίγοις η υπόθεση:
Μια καθηγήτρια, η Ελένα, που έχει εκτελέσει το κομμουνιστικό της καθήκον διδάσκοντας στους μαθητές της ισότητα και δικαιοσύνη, τους βλέπει να κάνουν τα πάντα για την προσωπική τους επιτυχία και να βουλιάζουν στη διαφθορά. Το έργο της Λουντμίλα Ραζουμόβσκαγια απαγορεύτηκε στη Σοβιετική Ένωση το 1980 κι επανήλθε θριαμβευτικά στην περίοδο της Περεστρόικα. Να σημειωθεί ότι της ζητήθηκε να γράψει ένα έργο για την εφηβεία και τα προβλήματά της.
Τέσσερις μαθητές επισκέπτονται την καθηγήτριά τους με άλλοθι τα γενέθλιά της προκειμένου να της αποσπάσουν το κλειδί­ για το ντουλάπι όπου φυλάσσονται τα γραπτά τους. Θεωρούν πως από αυτά­ κρίνονται η μελλοντική ευτυχία και η ευημερία τους. Η καθηγήτρια όμως είναι ανένδοτη. Η σύγκρουση είναι σφοδρή, αντικατοπτρίζοντας το χάσμα γενεών και το τέλμα των αντιπαρατιθέμενων ιδεολογιών.
Ὀλα αυτά είναι η ιστορία.
Η αντιπαράθεση ιδεολογιών σε ένα κόσμο που αλλάζει εν τάχει είναι μία σύγκρουση επίσης εκτός Σοβιετικών συνόρων. Είναι επίκαιρη τόσο αυτή όσο και το χάσμα των γενεών. Πρόσφατα μου έλεγε κάποιος φίλος ότι κάθε γενιά την χαρακτηρίζει μία έκφραση, όπως τη γενιά των εγγονών μας το «δεν με νοιάζει».
Στην γενιά του 80 στην πρώην Σοβιετική Ένωση και όχι μόνο μαθαίνουμε δια στόματος ηθοποιού:
Εσείς παλεύατε για να ζήσετε, εμείς για να ζήσουμε καλύτερα.
Όμως, δεν ήταν η σύγκρουση αυτή που με εντυπωσίασε.
Ήταν η αδυναμία του καλού να αντιπαρατεθεί στο κακό και ο τρόπος που ένα σύστημα εξαναγκάζει τους πολίτες στο συμβιβασμό και στη διαπλοκή. Σ’ αυτή την αρχή πιστεύει η Ελένα Σεργκέγεβνα, η Αγαπητή Έλένα. «Αν έστω ένας πει όχι στο βασίλειο του κακού, τότε το κακό θα υποχωρήσει και η καλοσύνη και η δικαιοσύνη θα θριαμβεύσουν». Οι αδυναμίες, ή, καλύτερα, τα αδύναμα κομμάτια μας και το πόσο ευάλωτα είναι όταν αυτά εντοπισθούν, είναι ο μοχλός πίεσης, ο εξαναγκασμός. Μία μάχη με τεχνικές και τακτικές, με κλιμάκωση και εμπλοκή και άλλων πάντα με τον εντοπισμό του αδύναμου κρίκου.
Τρόμαξα και συμμετείχα χάριν της υποκριτικής ικανότητας των ηθοποιών σε αυτή την μακράς διάρκειας αγωνία, αυτήν του ενδίδειν.
Ζήσαμε εμείς, της μεταπολίτευσης η γενιά, στο πετσί μας το ενδίδω και μη, όπως και τις συνέπειες αυτών των επιλογών. Ίσως ήταν επιπλέον οδυνηρό το έργο γιατί με αναγωγή το μετέφερα στην καθ’ ημάς καθημερινότητα. Επιβεβαιώθηκε η θεωρία μου περί αδυναμιών και ανεπαίσθητων ηθικών ολισθημάτων.
Τρόμαξα για την αδυναμία του ατόμου απέναντι στην μάζα, στην περιρρέουσα ηθική. Την σκληρότητα να σου πουλούν συναίσθημα για δική τους ωφέλεια. Να βιάζουν την ψυχή σου και το σώμα σου προκειμένου να εκμαιεύσουν το ζητούμενο τους.
Τρόμαξα με την λαγνεία του εύκολου. Του γυαλιστερού.
Τρόμαξα για το ότι ενδέχεται να σου χρεωθεί όχι αυτό που εσύ δεν έκανες αλλά κι αυτό που η κοινωνία επέβαλλε. Ως μέλος της όχι μόνο δεν σου χαρίστηκε, τα οφέλη της ζητούμενης σύμβασης σου, αλλά σου χρεώνει και την αναποτελεσματικότητα της.
Η Έλενα ένα πλάσμα τέτοιο.
Η ομάδα Νάμα έκανε εξαιρετική δουλειά. Τόσο που στο τέλος σαν μωρό παιδί έβριζα τον Γιάννη Λεάκο ως Βαλόντια και απέφυγα να τον κοιτάξω. Δεν μπορώ να κρίνω την μετάφραση (Β. και Ειρ. Χαραλαμπίδου) λένε ότι είναι εξαιρετική. Επαινώ την λιτότητα και ορθότητα των σκηνικὠν (Γ. Χατζηνικολάου), την ευρηματικότητα της σκηνοθεσίας. Βρήκα ίσως υπερβολικές τις κινήσεις, σαν κάποιος να υπογράμμιζε κάποιες προτάσεις σε ένα κείμενο. Όμως άξια η δουλειά τους. Κάποιος την χαρακτήρισε «παράσταση δυναμίτη». Δεν είχε άδικο. Συμμετείχα και ήμουν στα χέρια των ηθοποιών, Αριέττα Μουτούση, Γιάννη Λεάκο, Δημήτρη Σαμόλη, Χρήστου Κοντογεώργη, Ηρώ Πεκτέση υπό την διδαχή της Ελένης Σκότη της σκηνοθέτιδος. Η Αριέττα Μουτούση ,η αγαπητή Ελένα, ήταν ένα αξιοθαύμαστο πλάσμα, τρυφερή, πειστική, αδιαπραγμάτευτη, αδαμάντινη.
Το θέατρο Επί Κολωνώ επίσης μια μικρή όαση στο χάος της Αθήνας, αυτής της Αθήνας που κρύβει τόσες εκπλήξεις.
Πριν κλείσω θα ήθελα να σημειώσω κάτι για το κοινό. Ένα κοινό αντιπροσωπευτικό των τάξεων και ηλικιών και του μορφωτικού επιπέδου. Άλλαξε ο κόσμος, ευτυχώς, από την εποχή των ανέκφραστων μη-μου-άπτου κυριών και των εχόντων καταπιεί «μπαστούνι» συνοδών τους.

9 Φεβρουαρίου 2016

Αράγια (Araya) – 1959

Επέλεξα να δω ένα ντοκιμαντέρ του 1959 που βέβαια το ανακάλυψε η Milestone Films και το κυκλοφόρησε το 2009, πενήντα χρόνια μετά την προβολή του, αναγνωρίζοντάς του τον τίτλο αριστούργημα. Προβλήθηκε την εποχή που ο δικτάτορας της Βενεζουέλας Marcos Perez- Jimenez ανατράπηκε και διέφυγε στο Μαϊάμι με 13 εκατομμύρια δολάρια αφήνοντας πίσω ανθρώπους σκλάβους να αγωνίζονται για την επιβίωση τους.
Είναι συναρπαστική δουλειά, είναι σαν αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε, παρ όλο που σαν κοινωνία σύμφωνα με τις στατιστικές δεν διαβάζουμε αρκετά, ποίημα.
Το έκανε η Margot Bennacerraf που παρουσιάζει την άγνωστη, τουλάχιστον σε μένα, Araya και την ιστορία των ανθρώπων της.
Araya είναι μία χερσόνησος στην Βενεζουέλα που ‘τοποθετήθηκε’ στο χάρτη και στην ιστορία γιατί παράγει αλάτι. Αλάτι που πλούτισε τους εκμεταλλευτές, κατακτητές και μη, και εκμεταλλεύτηκε μέχρι σκλαβιάς τους ντόπιους. Τόπος άνυδρος που τον εντόπισαν πρώτα, το 1550, οι άποικοι και φρόντισαν να εκμεταλλευτούν το προϊόν για χρόνια. Ένα εγκαταλελειμμένο φρούριο μαρτυρά την παρουσία τους στον χώρο.
Η Margot Benacerraf παρουσιάζει μια μέρα από την ζωή τριών οικογενειών, των Pereda, Salaz και των Ortiz. Τα μέλη της οικογένειας, ο καθένας στο πόστο του, δουλεύουν αγόγγυστα υπό συνθήκες, η λέξη ‘σκληρές’ είναι το ελάχιστον που μπορείς να χρησιμοποιήσεις εδώ, ως σύγχρονοι δούλοι θα ταίριαζε πολύ καλύτερα. Είναι ολιγαρκείς, σιωπηλοί, σύγχρονοι μάρτυρες για την εποχή που γυρίστηκε το ντοκυμαντέρ. Οι μεν Pereda σκάβουν όλη νύχτα για αλάτι, οι Salaz το φτιαρίζουν και το φορτώνουν, οι δε Ortiz ψαρεύουν και ουσιαστικά τρέφονται οι ίδιοι αλλά και τρέφουν τους υπόλοιπους της κοινότητας που αγοράζουν την ψαριά τους, όποια κι αν είναι. Το πλεόνασμα παστώνεται για τις δύσκολες μέρες. Το νερό διανέμεται με ένα βυτιοφόρο, η βλάστηση σχεδόν ανύπαρκτη.
Η δουλειά παραμένει σε οικογενειακό επίπεδο και η συμμετοχή όλων, ανδρών, γυναικών και μικρών παιδιών, αυτονόητα απαραίτητη.
Ασπρόμαυρα πλάνα, κοντινά, μακρινά με την ομορφιά σωμάτων, βλεμμάτων, φύσης, κύματος, κίνησης, ορίζοντα να περνάει τα όρια της φαντασίας σου. Αν δεν ήταν εικαστικά και ηχητικά αψεγάδιαστο δεν θα άντεχε κανείς τον μόχθο και την καταπόνηση, την αδιάκοπη εργασία, την σκληρή πραγματικότητα επιβίωσης εκείνων των ανθρώπων.
Η διαρκής κίνηση των σωμάτων τους, ο επαναλαμβανόμενος νυχθημερόν μόχθος. Μια ανθρώπινη μάζα που κινείται σαν μια τεράστια μηχανή, να παλεύει με το περιβάλλον. Θα είχες εξαφανισθεί κάτω από το βάρος της αδικίας και της κούρασης που περνάει από την οθόνη και σε βρίσκει στον αναπαυτικό καναπέ σου, αν δεν ήταν τόσο μαστόρισσα η σκηνοθέτις.
Λιπόσαρκα κορμιά, σμιλεμένα από την αλμύρα, κυριολεκτικά, ψημένα στον ήλιο, περνούν μπροστά από τον φακό και δεν καθρεπτίζονται, αλλά συνεχίζουν αυτά που χρόνια κάνουν σαν να υπακούν την ενδέκατη εντολή. Μάτια μεγάλα πλαισιωμένα από τις χαρακιές του ήλιου και της θάλασσας, φωτισμένα από την ολιγάρκεια της ύπαρξής τους.
Παιδιά υπομονετικά περιμένουν το στήθος της μάνας μυημένα από τα φασκιά στην υπομονή και στο ολίγον που δικαιούνται, σαν να είναι νομοτέλεια, στην καρτερικότητα και στη μη απαίτηση.
Ακόμη και οι τάφοι λιτοί, μόνα στολίδια τους τα κοχύλια που μαζεύουν παιδιά και μαζί με τις γιαγιάδες μετά εναποθέτουν για τους νεκρούς.
Τελετουργικά η κάμερα καταγράφει την ζωή και τον χώρο, το τοπίο, τις μορφές. Μυσταγωγία η εισαγωγή σου στην ζωή τους. Τόση διακριτικότητα, σεβασμός, αγάπη για το αντικείμενο της έχει η κάμερα.
Παρ όλη την ομορφιά που αφειδώλευτα χαρίστηκε στον θεατή θα περίμενε κανείς ότι ήθελε να του χαϊδέψει και τ’ αυτιά με παραμύθια.
Όχι! Ένα ‘όχι’ βρονταχτό. Δεν μένεις εφησυχασμένος. Μένεις, αν όχι εξεγερμένος, τουλάχιστον ντροπιασμένος για τα ατέλειωτα θέλω σου και τα παράπονα. Ντροπιασμένος για τα περιττά της ζωής σου, εκείνα που χρόνια τώρα συσσώρευες γύρω σου και συχνά, άθελα ή μη, στέρησες από άλλους.
Ο τρόπος που κινείται η κάμερα από τα δάχτυλα στα μάτια, στα δίχτυα και στα μπράτσα, στα κεφάλια, στα πενιχρά ενδύματα, στον ύπνο κατά γης, στο νερό που πηγαινοέρχεται αέναα, στην τελετουργική εναποθέτηση του κασμά και του φτυαριού, σε προβληματίζει και αναρωτιέσαι που ξέχασες από που ήλθες εδώ και που βρίσκεσαι. Βεβαίως στα 60 περίπου χρόνια που κύλησαν στο μεταξύ πολλά συνέβησαν. Όμως η δουλειά της Bennacerraf μπορεί να βρει σύγχρονους μιμητές για μια ανάλογη ανάδειξη του σήμερα. Η δουλειά που αναδεικνύει την δουλεία με μοναδική τέχνη.

Σκηνοθέτης: Margot Benacerraf
Σενάριο: Margot Benecerraf, Pierre Seghers
Φωτογραφία: Giuseppe Nisoli
Editing: Pierre Jallaud, Francine Grübert
Μουσική: Guy Bernard
Αφήγηση:
Γαλλικά: Laurent Terzieff

Ισπανικά: Jose Ignacio Cabrujas (έκανε και τη μετάφραση από τα γαλλικά)

7 Φεβρουαρίου 2016

Η Επιστροφή (The Revenant) - 2015

Σχεδόν τρίωρη, 156 λεπτά, η τελευταία ταινία του Αlejandro Gonzalez Iñárritu.
Tο ενδιαφέρον δεν είναι η διάρκειά της, αλλά το ότι την παρακολουθείς καθηλωμένη/ος, με κομμένη την ανάσα, συμμετέχοντας στον αγώνα του Hugh Glass (Leonardo DiCaprio) να επιβιώσει και να εκδικηθεί.
Η ιστορία είναι εν μέρει αληθινή μια και ο Hugh Glass είναι υπαρκτό πρόσωπο, ένας γνωστός θρύλος του 19ου αι.
Είναι κυνηγός αρκούδων, που δύσκολα δέχεται οδηγίες, ικανός, όπως τουλάχιστον σημειώνουν και οι εργοδότες του. Γνωρίζει πολλά, εν μέρει από τη συμβίωση με Ινδιάνους εξαιτίας του γάμου του. Από το γάμο του αυτό απέκτησε κι ένα γιο. Η φυλή και η σύζυγός του έπεσαν θύματα της βιαιότητας και εγκληματικότητας των λευκών στη διάρκεια μίας επιδρομής με αποτέλεσμα να χάσει την γυναίκα του.
Ο Iñárritu και ο σεναριογράφος Mark Smith, ναι μεν ακολούθησαν την ιστορία του Hugh Glass από το βιβλίο του Michael Punke, αλλά πήγαν πολύ πιο μακριά από μια απλή ιστορία επιβίωσης σε δύσκολες και δυσβάστακτες συνθήκες, καιρικές και συγκαιριών. Αναδεικνύουν αξίες όπως αυτή του δικαίου, της ελπίδας, της επιμονής στο στόχο, το σεβασμό της φύσης, του άλλου ανθρώπου, τη συγχώρεση. Η ταινία ξεκινάει με αίμα, πολύ αίμα, όταν οι κυνηγοί μετά από αρκετό κόπο, προετοιμαζόμενοι να φύγουν με μία καλή λεία, δέχονται επίθεση από τους Ινδιάνους της φυλής Αrikara. Τους εκδικούνται αυτοί γιατί οι λευκοί είχαν απαγάγει τη κόρη του αρχηγού τους.
Τα βέλη και τα τσεκούρια αφαιρούν την ζωή πολλών. Ένα μακελειό χωρίς προηγούμενο. Επιβιβάζονται τελικά με τα τομάρια σε μία βάρκα και πορεύονται κατά μήκος του ποταμού Missouri εκτεθειμένοι και ακάλυπτοι στον ελλοχεύοντα εχθρό. Σταματούν για να ακολουθήσουν την χερσαία οδό μέχρι τις εγκαταστάσεις του στρατού και των κεντρικών γραφείων της εταιρείας μίσθωσης των κυνηγών.
Εκεί ο Glass δέχεται επίθεση από μια αρκούδα και σχεδόν κατασπαράχτηκε! Τελικά επιβίωσε.
Η συγκεκριμένη σκηνή πολυσυζητήθηκε στο διαδίκτυο και άφησε παγκόσμια παγωμένους τους θεατές. Ακριβώς και δικαίως ο θαυμασμός. Πέραν κάθε ορίου ρεαλιστική, απεχθέστατη, αιματηρή, αγωνιώδης, ζωώδης. Μία τεράστια μάζα, η αρκούδα, χτυπάει σαν χταπόδι έναν άνθρωπο, τον Glass και, όταν πατάει με το πόδι της το κεφάλι του, συνθλιβόμαστε κι εμείς. Τα σάλια και τα χνώτα της τα νιώθουμε πάνω μας. Το πόνο από τα σπασίματα του Glass και τις πληγές των νυχιών της νιώθουμε στα μύχια της ψυχής μας. Η ομάδα όμως πρέπει να συνεχίσει. Το τραυματία τον μεταφέρουν με αυτοσχέδιο φορείο, αλλά σύντομα θα τον παρατήσουν, λόγω επιδείνωσης της υγείας του, τα δύσβατα μονοπάτια, το κρύο, το χιόνι, την απειλή των Ινδιάνων και… κάποιων τη γκρίνια.
Έναντι αμοιβής θα μείνουν να τον φροντίσουν μέχρι το τέλος ο γιός του, Hawk (Forrest Goodluck) και δύο συνάδελφοι κυνηγοί, ο John Fitzgerald (Tom Hardy) και ο Jim Bridger (Will Poulter).
Θα τον εγκαταλείψουν τελικά νεκρό-ζωντανό, αφού ο ένας εξ αυτών, ο Fitzgerald, είναι εγωκεντρικός, σκληρός, άνθρωπος του κέρδους και παραδόπιστος, φοβερά απάνθρωπος και σκοτώνει τον γιό του Glass για λόγους ρατσιστικούς - ήταν μιγάς Pawnee, δεν το φανερώνει στον Jim και τον πείθει, με πρόσχημα τους επερχόμενους Ινδιάνους, να θάψουν ζωντανό τον ανήμπορο τραυματία.
Εκεί ξεκινάει κι ο αγώνας του Glass να τους ξαναβρεί και να τους εκδικηθεί. Θα διανύσει 80 έως 200 χιλιόμετρα, υπάρχουν διάφορες εκδοχές στην πραγματική ιστορία. Έρποντας θα περάσει των παθών του των τάραχο, θα ζήσει με την απειλή του θανάτου κάθε λεπτό. Θα εξαντλήσει τα όρια του. Βλέπουμε τι σημαίνει επιβίωση στην άγρια φύση με αβυσσαλέο κρύο και πάγο, τι σημαίνει το νερό και το τι «δεν τρώω» επιλεκτικά. Θα φάει χόρτα, ωμά ψάρια, θα μείνει νηστικός συχνά, θα φάει ωμό συκώτι από βύσσωνα, θα κοιμηθεί μέσα στο σώμα σκοτωμένου αλόγου αφού του αδειάσει πρώτα τα εντόσθια, θα ευεργετηθεί και θα ευεργετήσει. Θα προστατευτεί και θα προστατεύσει μέχρι να φτάσει το στόχο του. Θα παλέψει με νύχια και δόντια, με τέχνη και τεχνάσματα. Το τέλος δικό σας.
Δεν έχει περιγραφή η αγριότητα των καιρικών συνθηκών, ούτε και του ανθρώπου. Μόνο στήριγμά του η εικόνα της γυναίκας του (Grace Dove) και κίνητρο για επιμονή και προσπάθεια η θηριωδία των λευκών προς αυτήν και την φυλή της, των Pawnee Ινδιάνων.
Ο τρόπος που σκέφτονται, ο τρόπος που επιβιώνουν, που βλέπουν τον θάνατο, ο τρόπος και οι ιδέες που του δίδαξαν βοήθημα και προτροπή.
Ο Ιñárritu έφτιαξε ένα έργο εξαιρετικής δύναμης. Δούλεψαν πολύ σκληρά όλοι τους, ακούραστα, σε άσχημες φυσικές συνθήκες, σε κρύο και παγετό, σε δυσκολίες εδάφους, για πάρα πολλές ώρες ώστε να τραβηχτούν οι σκηνές του φιλμ κάτω από φυσικό φως. Δικαιώθηκαν.
Πέρα από το άφθονο αίμα, τη σκληρότητα, τη βία, το κατασπάραγμα από ανθρώπους και ζώα, τη φρέσκια ξεσκισμένη σάρκα, η σκηνή γεμίζει από απέραντα επιβλητικά και πανέμορφα τοπία. Δεσπόζει η ομορφιά της φύσης και σου κόβει κι αυτή την ανάσα, όχι μόνο η αγωνία. Το νερό, το χιόνι, το ποτάμι σαν ολότητα, τα βουνά, τα στιβαρά δένδρα, ο τρόπος που τα κοίταξε και μ' έκανε κι εμένα το θεατή ο Emmanuel Lubezki, ο κινηματογραφιστής του φιλμ, να τα κοιτάξω.
Υπέροχα κοντινά, εδάφους, πανοραμικά πλάνα. Ανάσες, χνώτα, αίμα, σπαρτάρισμα, ένταση, πόνος, φόβος, πανικός, βία. Όλα αναδείχτηκαν προκειμένου να βιώσεις αυτήν την απύθμενη δύναμη της θέλησης για επιβίωση και εκδίκηση. Την θέληση να αψηφείς το θάνατο, να περιφρονείς, αν δεν τον αγνοείς, το πόνο, σωματικό και ψυχικό.
Ναι, ήταν όμως άλλες εποχές. 1823, 1824, αλλά ο άνθρωπος και οι ανάγκες του οι ίδιες. Η μουσική των Ryuichi Sakamoto, Alva Noto, μαζί στο σύρσιμο, στην νύχτα, στο πανδαιμόνιο, στη μάχη. Δυνατή και προσεγμένη. Πως θα μπορούσε άλλωστε αλλιώς;
Άφησα για το τέλος τον αγαπημένο άπειρων κοριτσιών Leonardo DiCaprio, που απόδειξε και πάλι πως, παρά το babyface του, είναι ένας ηθοποιός με μεγάλη τέχνη και ικανότητα. Απερίγραπτα πειστικός. Το αθώο πρόσωπό του το εγκατέλειψε. Όχι απλά το έκανε αγνώριστο, αλλά το κακοποίησε. Ερμήνευσε το ρόλο του, δεν επέτρεψε ούτε στιγμή να πούμε «ε, καλά μην τρομάζεις, είναι όλα ψέματα, σινεμά είναι αυτό». Γίναμε μαζί του ένα. Ένα στα χιλιόμετρα συρσίματος, ένα στον αγώνα επιβίωσης, τη πείνα, τη δίψα, το πόνο, την οργή, στο φόβο, την αγωνία, το όνειρο και το όραμα…
Ήταν μόνος του; Ε όχι, βέβαια. Ο σκηνοθέτης, ο μάγος της σκηνής, ο ρυθμιστής όλων, οι επιλογές δικές του, οι οδηγίες δικές του, οι απαιτήσεις δικές του, η αγωνία δική του κι αυτή. Αυτονόητα δική του και η επιτυχία.
Βγαίνεις από την αίθουσα και ενώ έχεις συμμετάσχει σ’ ένα τρίωρο απάνθρωπης διαβίωσης και συμπεριφοράς, διατηρείς την αισθητική και την ομορφιά του τοπίου. Αναρωτιέσαι μια ακόμη φορά το «τι είναι ο άνθρωπος;». Τι δεν μάθαμε πια για την δύναμη της θέλησης; Τι ήθελαν, ή μάλλον, τι ζητούσαμε εμείς από εκείνους τους γηγενείς; Τι τα θέλαμε τόσα δέρματα; Άξιζε τόσο αίμα για την αδηφαγία μας; Αφού μπορείς να επιζήσεις ακόμη και με πολύ λιγότερα, γιατί τόσος αγώνας για τα πολλά; Αδύναμος ο άνθρωπος, νόμισε ότι δάμασε την ίδια τη φύση, τη φύση του. Βέβαια, μέσα σε δύο αιώνες πολλοί μύθοι ανατράπηκαν κι άλλου είδους κυνηγοί προέκυψαν. Με τέτοιες σκέψεις, όμως και με μεγάλο θαυμασμό για την τέχνη του κινηματογράφου και των σημερινών της δημιουργών, εγκατέλειψα για μια ακόμη φορά τη σκοτεινή αίθουσα.
Αφήνω για τελευταία απλή απορία. Ο αγγλικός τίτλος σημαίνει εκείνος που επιστρέφει από ‘θάνατο’, ή από ‘μεγάλη απουσία’. Σε μερικές δε περιπτώσεις σημαίνει και ‘φάντασμα’ ή ‘απειλή’. Εν πάσει περιπτώσει αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Γιατί λοιπόν αφηρημένα ‘επιστροφή’ η μετάφραση στα ελληνικά;

Σκηνοθέτης: Ailejandro Gonzalez Iñárritu
Σενάριο: Alejandro Gonzalez Iñárritu, Mark L.Smith
Βιβλίο: Michael Punke
Φωτογραφία: Emmanuel Lubezki
Μουσική: Ryuichi Sakamoto, Alva Noto
Editing: Stephen Mirrioni
Ηθοποιοί
Leonardo DiCaprio: Hugh Glass
Tom Hardy: John Fitzgerald,
Domhnall Gleeson: Andrew Henry
Will Poulter: Jim Bridger
Forrest Goodluck : Hawk
Paul Anderson: Anderson
Isaiah Tootoosis: νεαρός Hawk
Arthur Redcloud: Hikuc
Grace Dove: σύζυγος του Hugh Glass

4 Φεβρουαρίου 2016

Νιότη (Youth - La giovinezza) - 2015

Πολυαναμενόμενη, αλλά εκ των υστέρων μία ταινία που δίχασε τους θεατές. Αγγλόφωνη για δεύτερη φορά, ο Sorrentino μας χάρισε ένα έργο τέχνης μία ακόμη φορά.
Βεβαίως και μου άρεσε.
Διάλεξε με προσοχή τους ηθοποιούς του, δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα και αφηγήθηκε την αγωνία του χρόνου που φεύγει και στερεύει, με όλα τα μέσα που διέθετε. Ήχο, εικόνα, διάλογο, ερμηνεία.
Στιλιζαρισμένη, συγκεκριμένης οικονομικής τάξης. Δεν πήγε σε φτωχογειτονιές, ούτε σε εξαθλιωμένα γηροκομεία προκειμένου να δείξει το γήρας. Διάλεξε για μια ακόμη φορά να σαρκάσει την ίδια τάξη, με την οποία και άλλοι συμπατριώτες του και συνάδελφοι ασχολήθηκαν, Antonioni, Fellini, Bertolucci. Σκεφτόμουν, γιατί άραγε αυτήν πάλι; Την τάξη των πλουσίων, του κόσμου της τέχνης; Εκτιμώ γιατί αυτήν εποφθαλμιούν, για δικούς τους λόγους ο καθένας, οι από πάνω αλλά και οι από κάτω.
Ο Fred (Michael Caine) και ο Mick (Harvey Keitel), δύο φίλοι που πλησιάζουν τα ογδόντα, κάνουν διακοπές σε ένα παλιό αλλά όμορφο, πολυτελές ξενοδοχείο/σανατόριο στους πρόποδες των Άλπεων, στην Ελβετία. Μαζί τους η Lena (Rachel Weisz), κόρη του Fred. Ο Fred, διάσημος συνθέτης και μαέστρος, είναι πια συνταξιούχος και δεν έχει καμία πρόθεση να επιστρέψει στην σκηνή, παρά τις πιέσεις της βασίλισσας Ελισάβετ, η οποία τον παρακαλεί να διευθύνει μια τελευταία φορά το γνωστότερο έργο του. Ο σκηνοθέτης Mick από την άλλη δουλεύει το σενάριο της νέας του ταινίας την οποία και ονειρεύεται να γίνει το αποκορύφωμα της καριέρας του, η διαθήκη του, όπως λέει. Οι δύο παλιοί φίλοι ξέρουν ότι ο χρόνος τους είναι μετρημένος και αντιμετωπίζουν το μέλλον ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Κοιτούν με περιέργεια και τρυφερότητα τις μπερδεμένες ζωές των παιδιών τους, τα ανήσυχα γεμάτο ζωή νιάτα των σεναριογράφων που δουλεύουν με τον Mick, και τις αξιοπερίεργες στιγμές των διαφόρων ενοίκων του ξενοδοχείου. Κανείς δεν μοιάζει να ανησυχεί για τον χρόνο που περνά, με εξαίρεση τους δύο συμπρωταγωνιστές.
Η ταινία θέτει έντονο προβληματισμό με μικρούς διάλογους θα συμπλήρωνα, κυρίως ανάμεσα στους δυο τους. Μεγάλα θέματα που μας απασχολούν όλους, αλλά που αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο ο καθένας μας ανάλογα με την ηλικία του. Δεν θεωρώ ότι το σύντομο των διαλόγων ήταν αρνητικό στοιχείο. Δεν ψάχνω αναλύσεις ούτε μαθήματα. Οι νύξεις είναι αυτές που ανοίγουν τον δρόμο του προβληματισμού, αν δεν σε είχε απασχολήσει από πριν, ή που εφησυχάζουν αν το θέμα τους, αυτό των διαλόγων, το έχεις σκεφθεί.
Ο έρωτας, το σεξ, η ομορφιά, η φιλία, η τέχνη, η φυσική κατάσταση, οι φυσιολογικές ανάγκες και οι πνευματικές. Ο γονιός και το παιδί, ο γάμος και η διάρκειά του. Η προδοσία και η αφοσίωση. Η ανάγκη των συναισθημάτων. Η καταλυτική δύναμη των ονείρων και της τέχνης. Η παραίτηση από και η όρεξη για δημιουργία. Η απογοήτευση και η επιβράβευση. Η επιτυχία και η αποτυχία, το κόστος και των δύο. Η δημοσιότητα και η ιδιώτευση. Η υγεία και ο θάνατος.
Ίσως να παρέλειψα κάτι αλλά ήταν πολλά τα θέματα. Πως να τα χωρέσει κανείς σε μία ταινία όταν κοιτάς πίσω τη ζωή 80 χρόνων, άλλος με αποστασιοποίηση και άλλος με αδιαφορία; Η ευρηματικότητα του Sorrentino ακριβώς εκεί βρίσκεται. Ο Fred δήθεν αδιαφορεί και δεν θέλει να κοιτάξει πίσω, σαν να τράβηξε μία μονοκονδυλιά για το ποιος ήταν. Αυτό εισπράττουμε από την γλώσσα του σώματος και τις αντιδράσεις του. Όμως μέσα από αυτούς τους σύντομους διάλογους, πολλές φορές μονολεκτικούς, ξετυλίγεται το παρελθόν του και οι ανάγκες του, οι ακυρώσεις επιθυμιών, οι προσδοκίες και απογοητεύσεις, οι λάθος κατηγορίες.
Ο δε Mick, λαλίστατος, παρορμητικός, ενθουσιώδης, κοιτά μπροστά και περιγράφοντας το ‘μπροστά’ ξετυλίγεται το παρελθόν του. Ο ένας τους τελικά από το τίποτα φθάνει στην μέγιστη επιτυχία και ο άλλος από την επιτυχία στον απόλυτο μηδέν. Διστάζω να σχολιάσω το πως ο Sorrentino αφηγήθηκε αυτόν τον προβληματισμό, μια και τυγχάνει να είναι και ο προσωπικός μου.
Εντυπωσιακή η Brenda (Jane Fonda), η πολυσυζητημένη πρωταγωνίστρια του κύκνειου άσματος του Μιck. Ένας διάλογος μαζί της, μάλλον δικός της μονόλογος ήταν, γίνεται καταπέλτης για το μέλλον του κινηματογράφου, για το παρόν και τέλος του Mick. Ο Mick, ο σκηνοθέτης και φίλος της, και κατά τη γνώμη του ο δημιουργός της καριέρας της, κάτι που εκείνη αρνείται να παραδεχθεί, όχι μόνο αμφισβητείται αλλά ακυρώνεται με ολέθρια συνέπεια.
Η φωτογραφία; Τα είπε όλα με μία, νομίζω, κίνηση της κάμερας. Δεν χρειάσθηκε να μου περιγράψει κανείς την ρουτίνα της κάθε μέρας του ξενοδοχείου/σανατορίου, ακόμη και εν μέσω πολυτελείας. Το κατέδειξε. Το ειδυλλιακό του Ελβετικού τοπίου σε όλο του το μεγαλείο. Η κάμερα να καταγράφει λεπτομέρειες που ίσως και να θεωρηθούν υπερβολικές. Η έκφραση στα μάτια, το δάκρυ που θα κυλούσε αλλά η φλεγματικότητα που το συγκράτησε. Κάμερα που ακολούθησε τις μικρές λεπτομέρειες ακόμη και στις φλέβες των αγελάδων. Το μελανιασμένο πόδι, εξαιτίας βάρους και κυκλοφοριακού προβλήματος του διάσημου ποδοσφαιριστή, παραπέμπει εδώ στον Diego Maradona (Rolly Serano), είπε πολλά για το άλλοτε χρυσό πόδι. Δεν έχουν τέλος οι στάσεις του ματιού, όπως εκείνη στο κόμπο, στο λαιμό της σοπράνο Sumi Jo, στο βλέμμα του διάσημου ηθοποιού Jimmy Tree (Paul Dano) ενοίκου και αυτού του ξενοδοχείου, που μαθαίνει παρατηρώντας. Τον ένοιωσα καθαρά πως συνεχώς κατέγραφε κινήσεις και τρόπους. Ήταν στο τέλος που ομολογήθηκε. Εμείς αντλούσαμε πληροφορίες, μαθαίναμε από τις ανείπωτες σκέψεις.
Λεπτομέρεια, λεπτομέρειες, ποιότητα.
Άφησα για το τέλος τη μουσική γιατί από μένα και πιστεύω πολλούς άλλους θεατές θα θεωρηθεί συμπρωταγωνίστρια.
Ήταν μέρος αναπόσπαστο του μύθου και αξιοθαύμαστος συντελεστής της επιτυχίας της ταινίας. Μιλούσε από πριν προκειμένου να σε προετοιμάσει γι αυτό που ακολουθούσε. Έκανε στην άκρη διακριτικά κατά την εξέλιξη του συμβάντος, θριάμβευσε και δήλωσε ‘αδιάντροπα’ παρούσα στην ‘ανύψωση’.
Εξαιρετικοί οι καλλιτέχνες που συμμετείχαν. Η σοπράνο Sumi Jo, ο Αμερικανός κιθαρίστας Μark Kozelek, και η Paloma Feith.
Θέλω να είμαι δίκαιη και με τους αφανείς όπως τον editor, ή τους υπεύθυνους καλλιτεχνικά. Τους ενδυματολόγους και τους μακιγιέρ. Έκαναν όλοι τους εξαιρετική δουλειά.
Όλοι αυτοί κάτω από την ράβδο του σκηνοθέτη δημιούργησαν ένα άρτιο έργο. Ένα έργο που αν σας αφήσει ασυγκίνητο θα είναι θέμα, πιστεύω, μόνο της ηλικίας σας.

Σκηνοθέτης: Paolo Sorrentino
Σενάριο: Paolo Sorrentino
Φωτογραφία: Luca Bigazzi
Μουσική: David Lang
Εditing: Cristiani Travaglioli
Ηθοποιοί
Michael Caine: Fred Ballinger
Harvey Keitel: Mick Boyle
Rachel Weisz: Lena Ballinger
Paul Dano: Jimmy Tree
Jane Fonda: Brenda Morel
Roly Serrano: Diego Maradona
Alex Macqueen: Queen's emissary
Luna Zimic Mijovic: νεαρή μασέρ
Ed Stoppard: Julian Boyle, γιός του Mick
Sumi Jo: σοπράνο
Paloma Faith: pop τραγουδίστρια
Mark Kozelek: Αμερικανός κιθαρίστας ,τραγουδιστής
Mădălina Diana Ghenea: Miss Universe