9 Μαρτίου 2015

Samba - 2014

Μου αρέσουν οι σκηνοθέτες που, ενώ καταπιάνονται με ένα μεγάλο και ‘βαρύ’ θέμα, κρατούν τον θεατή στην θέση του ευχάριστα, αλλά όχι χωρίς προβληματισμό.
Τοποθετήθηκα εξ αρχής όπως και αυτοί οι γνωστοί μας δημιουργοί Olivier Nakache και Eric Toledano του «The Intouchables».
Η ταινία τους ξεκινά λέγοντας εν συντομία το τι θα μας απασχολήσει.
Από το σαλόνι ενός πολυτελούς ξενοδοχείου, όπου λαμβάνει χώρα ένα ξέφρενο γαμήλιο πάρτι, οδηγούμεθα στο μαγειρείο, στην λάντσα και στο πίσω μέρος, με τους σκουπιδοτενεκέδες. Είμαστε μαζί με τους αόρατους ανθρώπους ενός γλεντιού-ζωής που όμως είναι ορατοί. Αυτούς που ετοιμάζουν και καθαρίζουν για μας. Θέμα η μετανάστευση. Η μετακίνηση ανθρώπων υπό άγριες συνθήκες, για μια καλύτερη ζωή, στον ‘παράδεισο’ της Δύσης.
Είναι;
Διαλέγουν οι δημιουργοί μέσω της πρωταγωνίστριας και της ζωής της να δείξουν το τίμημα του παραδείσου.
Ο Samba, νέος από την Σενεγάλη, συλλαμβάνεται, έχοντας αθετήσει εκ προθέσεως ή μη, να εγκαταλείψει το Παρίσι, αφού δεν του δίνεται η  άδεια παραμονής. Μετά από δεκάχρονη παραμονή διεκδικώντας την άδεια θα βρεθεί στο χώρο φύλαξης αλλοδαπών, φυλακές, θα δικασθεί και θα αναγκαστεί ή να φύγει ή να ζήσει χωρίς χαρτιά, λάθρα.
Οι προσδοκίες και αναμονές τόσο της οικογένειας του στην Σενεγάλη, η βοήθεια που περιμένουν από αυτόν, ο θείος Lamouna αφ’ ετέρου, που επιβίωσε και πρόκοψε στα ξένα, θα τον αναγκάσουν να επιλέξει την ζωή του αόρατου, του ανθρώπου χωρίς ταυτότητα, το θέμα δηλαδή της ταινίας.
Θα συναντήσει την Αlice,που εθελοντικά βοηθά την υπηρεσία βοήθειας μεταναστών ενώ παράλληλα αφηγείται κι εμείς μαθαίνουμε, ότι ο παράδεισος τον οποίο άλλοι διεκδικούν αλλά αυτήν την «έκαψε» ουσιαστικά, δεν υπάρχει. Διεκδικούμε πρόσωπο, υπόσταση σε ένα ανταγωνιστικό απρόσωπο περιβάλλον, που συνεχώς ζητάει όλο και περισσότερο από μας, μέχρι που μας «εξαφανίζει». Γινόμαστε κι εμείς αόρατοι.
Μέσα από την σχέση τους αναδεικνύεται με χιούμορ, αλλά αρκετά δεικτικά η περίπλοκη ζωή μας, οι παράλληλες ζωές μας.
Καθοριστικό ρόλο και υποστηρικτικό έχει ο θείος του Samba και o νεοαποκτηθείς φίλος του Wilson, παράνομος κι αυτός, που ενώ είναι από το Αλγέρι, προς καλύτερη επιβίωση επιλέγει να δηλώνει Βραζιλιάνος.
Εξαιρετικός στο ρόλο του ο Samba. Τον λατρέψαμε στο «The Intouchables», συνεχίζεται η σχέση μας κι εδώ. Γίνεται παιδί, έχει δυναμική, χιούμορ, τρυφερότητα. Η υποκριτική ικανότητά του σώζει και την ταινία από το να μην γίνει μελοδραματική, αν και κάποιοι το ισχυρίζονται. Ενίσταμαι. Η Alice υποδύεται άριστα την υποτονική, ιδιαίτερη γυναίκα, ο δε Wilson αποδεικνύεται ένας υπέροχος με φρεσκάδα κωμικός.
Κάτω από το βάρος των προβλημάτων αυτών των ανθρώπων, αυτών που συναντούμε στο δρόμο, στα πίσω μέρη των εστιατορίων, στους σκουπιδότοπους, στα υπόγεια των καταστημάτων, στα γιαπιά, στα εργοτάξια, στα συνεργεία καθαρισμού, υπάρχει ο άνθρωπος, και αυτός και εσύ. Υπάρχουμε και οι ανάγκες μας είναι ίδιες για έρωτα, φιλίες, όνειρα.
Οι σκηνοθέτες κατόρθωσαν και δέσανε όλους τους προβληματισμούς με μια τρυφερότητα, με ευρηματικό διάλογο, έξυπνες ατάκες και πλάνα, βλέμματα και συγκρίσεις, γρήγορες εναλλαγές σκηνών και περασμάτων. Το σημαντικότερο, ανέπτυξαν την άλλη ματιά, έστω του θεατή, σε μια εποχή που σκληραίνει η στάση μας απέναντι στο μεγάλο κύμα εισερχομένων στο χώρο μας.
Είχαν επίσης  συνεργό στην αποτελεσματικότητα του έργου την μουσική του Ludovico Einaudi, που μας θύμιζε τις ανθρώπινες ανάγκες μας. Αυτές της θετικής ματιάς στο αύριο. Λέγεται ρομαντισμός; Αδιαφορώ για τον χαρακτηρισμό.
Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να δει μετά την ταινία αδιάφορα ένα ξένο δίπλα του.
Αναρωτιέμαι γιατί δεν είναι εξίσου σημαντικό να σε ‘ξυπνήσουν’ με τρυφερότητα ενώ εξυμνείτε, όταν το κάνει, η σκληρότητα, το αίμα, η βία. Το ένα λέγεται κοινωνικό δράμα και το άλλο δράμα που χαϊδεύει και ευχαριστεί τον θεατή. Έχουμε δει αρκετές ταινίες γι αυτό το θέμα και δεν θεωρώ ότι η ταινία αυτή υστερεί σε εύσημα από αυτά που ήδη έδωσα σε άλλες, όπως των αδελφών Dardenne «Le silence de Lorna» και του Κώστα Γαβρά «Eden is West». Την επιλέγω ως ισάξια.

Σκηνοθέτες.                   Olivier Nakache,Eric Toledano
Σενάριο.                        Olivier Nakache, Eric Toledano   
                                    Delphine & Muriel Coulin
Editing.                         Dorian Rigal-Ansous
Φωτογραφία.                 Stéphane Fontaine
Μουσική.                       Ludovico Einaudi

Ηθοποιοί
Omar Sy.                       Samba
Charlotte Gainsbourg      Alice
Tahar Rahim.                 Wilson

Youngar Fall                  Θείος Lamouna

23 Φεβρουαρίου 2015

Ida - 2013

Με πρόλαβε η απονομή των Όσκαρ.
Ο λόγος για την ταινία Ida. Είναι γεγονός ότι έχουμε ξεσυνηθίσει σε ταινίες «τέχνη για την τέχνη».
Είναι επίσης γεγονός ότι ο σκηνοθέτης προσπάθησε να αρθρώσει πολιτικό λόγο αλλά κατα την γνώμη μου δεν τα κατάφερε. Θέματα κολοσσούς επιχείρησε να αγγίξει, Σταλινισμό και Ολοκαύτωμα.
Νύξεις υπήρξαν και μάλιστα αθώες. Τόσες όσες θέλει η Ακαδημία για να βραβεύσει. Οι πολλές αναλύσεις κουράζουν και οι προβληματισμοί απομακρύνουν θεατές. Πρέπει να δηλώνεις ότι καταθέτεις κοινωνική και πολιτική κριτική αλλά από μακριά. Κάτι τέτοιο επιχείρησε ο Pawel Pawlikowski. Το Όσκαρ το πήρε βεβαίως.
Με αφορμή την επίσκεψη της Anna/Ida στην θεία της, το μοναδικό εναπομείναν μέλος της οικογενείας της, λίγο πριν δώσει τον όρκο της μοναχής, μαθαίνουμε την ιστορία της Πολωνίας από την κατοχή και μετά. Ξεκινούν ένα ολιγοήμερο ταξίδι στη επαρχία, αναζητώντας τα αίτια  θανάτου των γονιών της Ida και του παιδιού της Wanda σε μια ταινία «δρόμου».
Ξετυλίγουν το παρελθόν, γνωρίζονται, αλληλοεπηρεάζονται ταξιδεύοντας σε μία γκρίζα χώρα, καταθλιπτική, καταρρέουσα. Δυο γυναίκες, δυο γενιές με πολύ καλές ερμηνείες ομολογουμένως αναζητούν ό,τι έχασαν, γονείς, παιδί, πατρίδα, υπόσταση, αξιοπρέπεια, τον εαυτό τους, το μέλλον. Συναντούν πρόσωπα, που με την σειρά τους συμπληρώνουν την εικόνα της χώρας. Ο αγρότης, ο παραιτημένος ηλικιωμένος, ο κληρικός, ο καφετζής, ο πετυχημένος του συστήματος, οι αρχές, ο μουσικός.
Κουρασμένοι, απρόσωποι, νεκροί-ζωντανοί πολίτες εκπροσωπούν την χώρα. Αγρίμια φοβισμένα που φρόντισαν οι Γερμανοί, οι Κομουνιστές και η Εκκλησία να τα καταστήσουν ανθρωποειδή χωρίς βλέμμα. Εξαίρεση η τέχνη, η μουσική εν προκειμένω και οι νέοι που προσπαθούν να βρουν αποκούμπι στην διασκέδαση ή στην εκκλησία.
Είναι σκέψεις που προκύπτουν, συμπεράσματα που εκ των υστέρων ως θεατής καταλήγεις, ενώ προσπαθείς να απαντήσεις το ερώτημα «τι ήθελε να πει;».
Παρηγοριά η υπέροχη και ποιητική φωτογραφία, η δραματικότητα της εικόνας των προσώπων, των τοπίων, οι ερμηνείες, η ομορφιά των πρωταγωνιστών και η απουσία μουσικής επένδυσης. Εξαίρεση, η τελευταία σκηνή. Οι θεατές ακούν το τι ακούν οι πρωταγωνιστές, αξιοπρόσεχτη επιλογή και μέσο αντίθεσης των γενιών και έκφρασης της μουσικής πραγματικότητας στην κοινωνία του 1960. Ραδιόφωνο, συγκρότημα, συλλογή δίσκων. Σημείωση έστω και ασήμαντη. Κυρίαρχο πρόσωπο μέχρι τέλους παραμένει η Wanda ενώ η ταινία ονομάζεται Ida. Θα  τολμούσα να πω ότι οι δύο γυναίκες είναι η πριν και η μετά Πολωνία, ένα και το αυτό πρόσωπο. Αυτό εξάλλου υπαινίσσεται όταν η Ida εισέρχεται στο ρόλο της Wanda και ταυροποιείται με αυτήν έστω προσωρινά πριν συνεχίσει την αναζήτηση του μέλλοντος της.
Ίσως.
Από τις ταινίες που έχω δει κι έχουν ως χώρο αναφοράς την Πολωνία, συγκράτησα, μόνο το γκρι, την λάσπη και τα υπό κατάρρευση κτίρια θύματα μιας αδηφάγου υγρασίας. Μία Εκκλησία δε παντού παρούσα και καταλυτική για την εξέλιξη της ζωής των ανθρώπων, του μύθου στην ταινία. Αναζήτησα επιβεβαίωση ή διάψευση  για την χώρα από ανθρώπους που την γνωρίζουν ή επισκέφθηκαν. Διχάζονται οι γνώμες. Εγώ θα κρατήσω για αυτήν την χώρα, την ανεπανάληπτη «Διπλή Ζωή της Βερονίκ» και την μουσική της, τις δε άλλες ταινίες θα της ακυρώσω από την μνήμη μου κι ας έλαβαν και Όσκαρ.
Μικρή λεπτομέρεια.
Ο φωτογράφος, που έκανε αυτά τα υπέροχα πλάνα-φωτογραφίες, δεν ήταν η αρχική επιλογή του σκηνοθέτη. Ο αρχικά βοηθός ανέλαβε την φωτογράφηση. The original plan had been for Żal to assist Lenczewski. Lenczewski became ill, and Żal took over the project. 
Είχε τύχη.
Αν δεν σ’ ενδιαφέρει το τι θέλει να πει ο δημιουργός αλλά το πως διαλέγει να το πει, παραμένει μία καλή επιλογή.

Σκηνοθέτης           Pawel Pawlikowski
Σενάριο                Pawel Pawlikowski Rebecca Lenkiewicz
Φωτογραφία         Lukasz Zai  Ryszard Lenczewski
Editing                 Jaroslaw Kamiński
Μουσική               Kristian Eidnes Andersen


Ηθοποιοί
Anna/Ida              Agata Tzebuchowska
Wanda                 Agata. Kulesza
Μουσικός              David Orgodnik

16 Φεβρουαρίου 2015

Gone Girl - 2014

Ζούμε σε μία κοινωνία που οι ρόλοι των δύο φύλων είναι υπό επαναπροσδιορισμό. Θα έλεγα σε πλήρη σύγχυση. Επίσης άλλοι παράμετροι κοινωνικοί και οικονομικοί εντείνουν την σύγχυση με αποτέλεσμα οι σχέσεις μας με το άλλο φύλο να είναι σε μεγάλο βαθμό δύσκολες και συχνά ακυρωμένες.
Είναι δύσκολο να αναφερθεί κανείς σε παγκόσμιο επίπεδο και να γενικεύσει έτσι όταν στο ήδη γηγενές διαμορφωμένο κλίμα έρχεται μία ταινία από την άλλη πλευρά του ωκεανού, όπως το Gone Girl, που ταράσσει τα νερά και ερμηνεύεις με τα δικά σου δεδομένα το προσφερόμενο θέαμα.
Η ιστορία αφορά ένα ζευγάρι με πέντε χρόνια γάμου και ξεκινά με την εξαφάνιση της συζύγου την ημέρα της 5ης επετείου του γάμου. Θα ακολουθήσει ένα γεμάτο δίωρο όπου ο David Fincher, ο σκηνοθέτης, βασισμένος στο ομώνυμο βιβλίο της Gillian Flynn, μας οδηγεί βήμα-βήμα στην λύση του μυστηρίου.
Το κάνει καλά. Μας παγιδεύει σε μία αγωνία διαρκείας 149' λεπτών, ανανεώνοντας την συνεχώς και κυρίως εκεί που πιστεύεις ότι βρήκες τη λύση του μυστηρίου.
Οι χαρακτήρες του έργου αποδίδονται με αξιοσημείωτη επιτυχία, έχοντας επιλέξει σωστά τους ηθοποιούς του στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ως και στους δευτερεύοντες.
Εξέχουσα η ερμηνεία της Rosemund Pike στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ερμηνεύει αυτό που η κοινωνία που μέσω των γονιών κυρίως επιθυμεί, την γοητευτική Amazing Amy. Όμορφη, πανέξυπνη, μορφωμένη, πλούσια, διακεκριμένη. Συναντά, ως είναι αναμενόμενο, τον τέλειο άνδρα με ένα μικρό αρχικά, μεγάλο αργότερα, μείον. Είναι άλλης οικονομικής και κοινωνικής τάξης αλλά όλα τα σκεπάζει η γλύκα -ζαχαρόσκονη στην ταινία- του έρωτα.
Ο άνδρας, ο Nick, Ben Affleck συνεπαρμένος αρχικά, χάνει το ενδιαφέρον με την πάροδο του χρόνου, σκηνοθέτης και σεναριογράφος κάτι ψελλίζουν περί οικονομικής κρίσης του 2008, άνεργος κατά συνέπεια θα προσανατολιστεί αλλού και το ζευγάρι αρχίζει και χάνει την συνοχή του και την πρωταρχική αίγλη.
Ο όχλος και τα media ως αρχαίος χορός κριτικάρουν, διαμορφώνουν, οξύνουν τις καταστάσεις κατά περίσταση. Ενοχοποιούν, αφορίζουν, επευφημούν, καταγγέλλουν.
Θύματα όλοι πρωταγωνιστές και μη της προς τα έξω εικόνας μας.
Θα παραμείνουν αληθινοί η αδελφή του Nick και ο δικηγόρος που με το αζημίωτο θα αναλάβει να επαναφέρει τη τάξη. Πτυχή κι αυτός μιας κοινωνικής πραγματικότητας, όπως και η Αστυνομία.
Παρ όλη την καλή δομή της ταινίας, το αμείωτο ενδιαφέρον και την εξασφαλισμένη αγωνία του θεατή, δεν ανέδειξε όσα κοινωνικά θέματα υπαινίχθηκε. Τα άφησε  μετέωρα. Οι παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, οι αντιδράσεις του συζύγου και πρωταγωνιστή, του κοινού, των ΜΜΕ, η μαζική υστερία δεν αντιμετωπίστηκαν ως φαινόμενα κοινωνικά που έχουν τα αιτία τους και κατά συνέπεια τις ενδεχόμενες λύσεις.
Παραμένουν αναπάντητα ερωτηματικά πχ. αν πρόκειται για ψυχοπάθεια  της πρωταγωνίστριας, ή αποτελεί  απόρροια ενός κοινωνικού συστήματος. Ήταν ένας από τους σύγχρονους συζύγους ή εξαίρεση;
Σχέση «γάμος» σημαίνει ο απόλυτος έλεγχος του μυαλού του άλλου; Σύμφωνα δε με τους δημιουργούς, είναι η γυναίκα εκείνη που το επιδιώκει και το επιβάλλει;
Είναι νομοτέλεια ή όχι η απιστία;
Τι συμβαίνει; Αντιστράφηκαν οι παραδοσιακοί ρόλοι των φύλων;
Η σύγχρονη γυναίκα  από φεμινίστρια έγινε κακέκτυπο ενός ρόλου που είχαμε συνηθίσει να αποδίδεται στον άνδρα;
Ποιος διαμορφώνει τις εικόνες μας;
Ασαφείς οι θέσεις από την πλευρά των δημιουργών και φυσικά εγκλωβισμένος αριστοτεχνικά στην ένταση και αγωνία ο θεατής, παραμένει κι αυτός εν συγχύσει. Να φοβάται όλες τις γυναίκες ή τις γυναίκες τύπου Amy;
Θα μπορούσε κανείς να απολαύσει το δίωρο μιας καλοδουλεμένης ομολογουμένως ταινίας. Να ξεπεράσει τις θέσεις του για τα δύο φύλα, το γάμο, το κόσμο των τάξεων… αλλά τα ταμεία προκαλούν να είμαι απαιτητική.
(Ιανουάριος  21, 2015, Gone Girl εισέπραξε $167,459,363 στην Β.Αμερική και  $199,700,000, σε άλλες χώρες συνολικά  $367,159,363 απέναντι προϋπολογισμού κόστους $61 million.
Πολλά έσοδα σημαίνει μαζικότητα θέασης και επιτακτικότερη η ερώτηση πόσο αθώα μπορεί είναι η τέχνη;
θα αναφέρω την δήλωση της συγγραφέως του ομώνυμου βιβλίου και σεναριογράφου Gilian Flynn. (In  a November 2014 interview, Flynn admitted that the critical gender-related response did affect her: «I had about 24 hours where I hovered under my covers and was like: «I killed feminism. Why did I do that? Rats. I did not mean to do that.» And then I very quickly kind of felt comfortable with what I had written.») 
Από τον Νοέμβριο που είδα την διαφήμιση της στο Παρίσι ήθελα να την δω και την είδα.
Πολυσυζητημένος ο David Fincher και best seller η Gillian Flynn, η επιτυχία δεδομένη.
Εφησυχασμένος θεατής; Όχι

Σκηνοθέτης                   David Fincher
Σενάριο-Βιβλίο               Gillian Flynn
Φωτογραφία.                Jeff Cronenweth
Μουσική.                      Trend Reznor. Atticus Ross
Διανομή ρόλων.             Larry Mayfield
Editing.                        Kirk Baxter

Ηθοποιοί
Ben Affleck                  Nick Dunne
Rosamund Pike             Amy Elliott-Dunne
Tyler Perry                   Tanner Bolt, δικηγόρος
Carrie Coon                  Margo "Go" Dunne,  αδελφή του Nick 
Kim Dickens                  Αστυνόμος Rhonda Boney 
Emily Ratajkowski         Νandie Fitzgerald, μαθήτρια και ερωμένη του Nick 
Lisa Banes                    Marybeth Elliott, μητέρα της  Amy
David Clennon              Rand Elliott, πατέρας της  Amy
Scoot McNairy              Tommy O'Hara πρώην συμμαθητής της Amy
Neil Patrick Harris         Desi Collings,  πρώην φίλος της Amy

22 Ιανουαρίου 2015

The Immigrant - 2013

Όταν είδα την ταινία ήρθανε μπροστά μου εικόνες που εδώ και χρόνια ως τρομακτικές τις είχα απωθήσει. Την δεκαετία του 90, την εποχή που η παράνομη διακίνηση γυναικών από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ήταν στην ακμή της, είχα επισκεφθεί ένα χώρο φύλαξης τέτοιων παράνομων γυναικών.
Ο James Gray, σκηνοθέτης της ταινίας The Immigrant, έπρεπε κι αυτός να δει αυτούς τους χώρους και την εικόνα εκείνων των γυναικών. Πρώην σταύλος είχε μετατραπεί σε μέρος διαμονής όπου κοιμόταν, έτρωγαν και εξυπηρετούσαν τις προσωπικές τους ανάγκες. Τραγικές, τρομαγμένες, εξαθλιωμένες φιγούρες. Το βλέμμα τους σαν περικυκλωμένου αγριμιού, άνθρωποι χωρίς χαρτιά, χωρίς παρελθόν πλέον, με άγνωστο μέλλον, πλήρως εξαρτημένες από ένα εγκληματία που νόμιζε ότι ήταν και ‘επιχειρηματίας’. Τέρατα επιστημονικής φαντασίας ωχριούσαν μπροστά του. Κτήνος με ανθρωπομορφή, εκείνος κρατούσε την ζωή τους στα χέρια του. Εκείνος δεν έπρεπε να δυσαρεστηθεί, πόσο μάλλον να θυμώσει.
Ήταν ο χώρος που χρησιμοποιούσε πριν τις προωθήσει στην ‘αγορά’. Ήταν τόσος ο θυμός, η λύπη, η αγανάκτηση και η αποστροφή μου που εδώ και χρόνια έχω θάψει στρουθοκαμηλικά την εικόνα τους στο βάθος του μυαλού μου. Νόμιζα. 
Για να είμαι ειλικρινής, ο James Gray στη ταινία του προσπάθησε να αναδείξει αυτό το πρόβλημα, την διαφθορά, το εμπόριο λευκής σαρκός, την εξάρτηση ανθρώπου από άνθρωπο, την παρανομία, την ζωή της νύχτας, το με τι αγοράζεται το όνειρο μιας καλύτερης ζωής, την ανάγκη, την αδικία, τη σκληρότητα, τη βία, την απάνθρωπη συμπεριφορά αγοράς σεξ, την απερίγραπτη σκληρότητα της μάζας, την συμπεριφορά των ανδρων, το τι θεωρείται ηθικό και τι ανήθικο. Όμως τα ωραιοποίησε λίγο μέσα από ένα έρωτα, ωραιοποίησε τις συνθήκες, κράτησε αμόλυντο το βλέμμα της Marion Cotillard.
Δύο αδελφές από την Πολωνία, την εποχή της μεγάλης μετανάστευσης του 1920, φθάνουν στην Αμερική, και αναπόφεκτα πρέπει να περάσουν απο τον έλεγχο του Ellis Island.
Θα πέσουν θύμα εκεί ενός ανθρώπου της νύχτας, που με το πρόσχημα ότι θα βοηθήσει την μία εκ των δύο αδελφών,που χαρακτηρίστηκε ασθενής, θα οδηγήσει την άλλη στη πορνεία.
Εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα του Joaquin Phoenix. H Marion Cotillard διατηρεί την μανιέρα της, που είναι ο αναμενόμενος τρόπος που κοιτάζει, κλαίει. Η υπέροχη ματιά της, τα συνεχώς βουρκωμένα μάτια της βοηθούν στην ανάδειξη του πόνου, της απόγνωσης, της λύπης, όμως το έχουμε ξαναδεί ήδη και το περιμένουμε.
Είναι πρόθεση του σκηνοθέτη να προβάλλει το χαρακτήρα και τη σύγκρουση ανάμεσα στο ‘θέλω’ και στο ‘πρέπει’ και εν μέρει το επιτυγχάνει. Αυτή η σύγκρουση εμφανίζεται σχεδόν σε όλους τους βασικούς χαρακτήρες. Είναι όμως εμφανέστερη και πιο δυνατή στον Joaquin Phoenix.
Ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι θέλησε να μιλήσει γι αυτό που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι τότε, η οικογένεια του και χιλιάδες γυναίκες. James Gray said The Immigrant is 80% based on recollections from my grandparents, who came to the United States in 1923, and he described it as my most personal and autobiographical film to date. He was also inspired by Giacomo Puccini's opera Il Trittico. Το ξερίζωμα, τη προσφυγιά, τη θελημένη ή επιβαλλόμενη, έμμεσα ή άμεσα, η δεύτερη ακόμη χειρότερη.
Το πέτυχε. Χρησιμοποίησε το φως και τις σκιές, το chiaroscuro, για την δραματικότητα των σκηνών. Σκεφτόμουν πως ο φωτογράφος της ταινίας είναι ο ίδιος με του Μagic in the Moonlight. Όμως εκεί ανέδειξε το άπλετο φως. Φως ήθελε ο σκηνοθέτης, ο Woody Allen, και αυτός επιτυχώς ανταποκρίθηκε. Ανταποκρίθηκε επίσης επιτυχώς στο The Immigrant, στο χλωμό φως της νύχτας, του σκοτεινού κόσμου, του δράματος.
Η εποχή αναδείχτηκε αρκετά καλά με τα σκηνικά και η έλλειψη φωτός κάλυψε τις αδυναμίες, προσέδωσε αληθοφάνεια.
Ο σκηνοθέτης επέλεξε να αφήσει κάποιους διαλόγους στην Πολωνική γλώσσα ως μέρος της πειστικότητας, δικαίωμα στη μνήμη κι όχι στη λήθη. Because Gray wrote about 20 pages of dialogue in Polish, Cotillard  «had to learn Polish to take on the role and speak English with a credible Polish accent.»
Είναι μία ταινία χρήσιμη σε κάθε γενιά που δεν έζησε εκείνη την μετανάστευση, είτε μέσα από βιώματα, είτε μέσα από αφηγήσεις προσφιλών και αγαπημένων ανθρώπων.
Είναι αξιέπαινος ο δημιουργός που την επέλεξε σαν θέμα και τίμησε τους προγόνους του, διατήρησε την μνήμη του, και τη δική μας. Η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι δεν ήταν όσο απαιτούσε η ιστορία ειλικρινής. Ήταν κάπως «γλυκανάλατη» όπως συνήθως αποκαλείται, θα έλεγα ωραιοποιημένη.
Θα παραμείνει όμως μία ταινία κλασσική, ταινία αναφοράς.

Σκηνοθέτης               James Cray
Σενάριο                    James Gray, Ric Menello
Φωτογραφία             Darius Khondji
Μουσική                    Christofer Spelman
Editing                     John Axelrad, Kalya Emter
Διανομή ρόλων          Douglas Aibel
Σκηνικά                    David Schlesinger

Ηθοποιοί
Marion Cotillard         Eva Cybulska
Joaquin Phoenix         Bruno Weiss
Jeremy Renner           Orlando the Magician / Emil



12 Ιανουαρίου 2015

Magic in the moonlight - 2014

Είδα την τελευταία ταινία του Woody Allen «Magic in the Moonlight» κατά την διάρκεια της πτήσης Μόναχο - Βοστόνη.
Ήταν από τις καλύτερες επιλογές. Το λέω γιατί είδα άλλες δύο ταινίες στην ίδια πτήση, που όμως δεν μου χάρισαν την ευχαρίστηση που ο Woody μόνο ξέρει να χαρίζει.
Ταινία εποχής, με εξαιρετικούς ως συνήθως ηθοποιούς.
Η ταινία τοποθετείται χρονικά στην δεκαετία του 20, τον περασμένο αιώνα, στην Γαλλική Ριβιέρα.
Η ομορφιά του τοπίου ήταν αφοπλιστική, όπως επίσης ήταν κτίρια, κήποι, φυσικό περιβάλλον και χλιδή.
Ένας μάγος καλείται από έναν άλλο μάγο φίλο του να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει τις ικανότητες μιας Αμερικανίδας νεαρής πνευματίστριας, η οποία φιλοξενείται μαζί με την μητέρα της, με το αζημίωτο βέβαια, από πλούσια οικογένεια, στην Νότια Γαλλία. Η οικογένεια έχει συγγενική σχέση με τον έναν, Howard Burkan, γειτονική, φιλική με τον άλλον, τον πρωταγωνιστή Stanley, μια και γειτονεύει με την οικία της αγαπημένης θείας του, την οποία επισκέπτεται από παιδί και διατηρεί ουσιαστική και οικογενειακή σχέση.
Απρόθυμα μεν, αλλά με αρκετή σιγουριά και εγωισμό, αποφασίζει να πάει να τους επισκεφθεί, προκειμένου να αποκαλύψει κατά την γνώμη του την μεγάλη απάτη.
Άθεος ο ίδιος, δεν δέχεται τίποτα το οποίο δεν έχει λογική εξήγηση.
Η πνευματίστρια, που έχει κλέψει τον θαυμασμό όλων, υπόσχεται να φέρει σε επικοινωνία την χήρα οικοδέσποινα με τον προ καιρού αποθανόντα σύζυγό της και ιδιοκτήτη της έπαυλης.
Όλοι έχουν παραδοθεί στις ικανότητες της, ο δε γυιός της οικογένειας τής έχει αφιερώσει την καρδιά του μαζί με πρόταση γάμου.
Όλα αυτά συνοδεύονται βεβαίως από ακριβά δώρα και καλή ζωή, δελεαστικές ταξιδιωτικές προτάσεις, άμα την σύναψη γάμου.
Οξυδερκείς διάλογοι, ετοιμότητα στις ερωτοαπαντήσεις, ενδιαφέροντες προβληματισμοί, ισχυρά επιχειρήματα λαμβάνουν χώρα διαρκώς και ανεξάρτητα με τους συνομιλούντες.
Η λογική ενάντια στο συναίσθημα, το ανεξήγητο απέναντι στο απτό, η πνευματικότητα ενάντια στην επιστήμη. Συζητήσεις με πυκνότητα νοήματος και ταχύτητα.
Για ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα το πλήθος των γνώσεων του Woody Allen ως προς το θέμα και το εύρος αυτών των γνώσεων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Allen από νωρίς έδειξε ενδιαφέρον σε ταχυδακτυλουργικά και μαγικά κόλπα. Έχει δε συμπεριλάβει τέτοια μαγικά σε πολλά έργα του, όπως The great Ronaldo, Scoop, The curse of the jade scorpion, Alice, και You will meet a tall dark stranger. Είναι δε γνωστό ότι στην δεκαετία  του 20 ακμάζουν αυτού του είδους οι παραστάσεις και έχουν αναδειχθεί διάφοροι επιδέξιοι επαγγελματίες του είδους. Υπήρχε ‘ρεύμα’ και τρέλα γι’ αυτά. Κάποιοι, όπως ο Arthur Conan Doyle, ο δημιουργός του Sherlock Holmes, το αντιμετώπισε μάλιστα πολύ σοβαρά. 
Οι ηθοποιοί του Allen μπόρεσαν και ανταποκρίθηκαν πολύ καλά σ’ αυτό και έφεραν εις πέρας την απόδοση του κειμένου με πειστικότητα, αλλά χωρίς να βαρύνουν την ατμόσφαιρα, χωρίς να παύσει να είναι εκ πρώτης όψεως μία ρομαντική κομεντί.
Τώρα, γιατί πρέπει να δίνονται χαρακτηρισμοί, ποτέ  δεν  μπόρεσα να απαντήσω στην ερώτηση. Ο Allen προκαλεί τέτοιο προβληματισμό σε όλες τις ταινίες του. Καταπιάνεται με σοβαρά, ή όπως λέγεται ‘βαριά’, θέματα με ελαφρότητα, αφήνοντας θεατές και κριτικούς να προβληματίζονται. Το βέβαιο είναι ότι είναι παραπάνω από ευχάριστα τα 97 λεπτά της θέασης.
Ενώ γνωρίζεις από την αρχή την έκβαση της ιστορίας, παραμένεις με το ενδιαφέρον αμείωτο στην παρακολούθηση. Θα συμπλήρωνα ότι δεν σου αρκεί ο χρόνος που σου έδωσε. Απάντηση στο «πως, ενώ γνωρίζεις την ιστορία, δηλαδή δεν σε κρατά όμηρο η εξέλιξη, παραμένεις θεατής με  ευχαρίστηση» αποτελεί η τελειομανία του Allen. Όλα είναι προσεγμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Εικόνα και ήχος στην υπηρεσία του θεατή. Κουστούμια, πολυτέλεια, ήχος, αβρότητα, θέα, εργαλεία για να σε πείσουν και να σε κρατήσουν εσένα, τον θεατή. Τελειώνοντας, δεν θα αποφύγεις να πεις για μια ακόμη φορά «ε, είναι μάστορας ο άνθρωπος». Μπόρεσε και χάρισε έναν έρωτα και προβληματισμό και, το σημαντικότερο, σε αφήνει με όνειρα και προσδοκίες.
Δεν ξέρω αν μπορούσες να πεις ότι αυτή θα είναι η 'ταινία της χρονιάς'. Το βέβαιο είναι ότι, με το λεπτό Allen χιούμορ που την διατρέχει, σε παρασύρει στην αποδοχή της και τελικά σε μαγεύει.

Σκηνοθέτης             Woody Allen
Σενάριο                  Woody Allen
Φωτογραφία           Darius Khondji
Κουστούμια             Sonia Grande.             
Διανομή ρόλων        Juliet Taylor ,Patricia Dicerto
Editing                    Alisa Lepselter

Ηθοποιοί
Sophie                     Emma Stone
Stanley                    Colin Firth
Brice                       Hamish  Linklater
Howard. Burkan        Simon McBurney
Vanessa                   Eileen Atkins
Grace                      Jacki Weaver

28 Δεκεμβρίου 2014

Ο εγωïστής Γίγαντας (The Selfish Giant) - 2013

Ο εγωιστής γίγαντας της Clio Barnard είναι μια ταινία με παιδιά αλλά όχι μόνο για παιδιά. Ο τίτλος ίδιος με αυτόν του Oscar Wilde. Ο απροετοίμαστος θεατής νομίζει ότι θα δει κινηματογραφημένο το ομώνυμο παραμύθι.
Το μόνο κοινό τους, ο εγωισμός και η μεταμέλεια.
Δυο αγόρια, περίπου δεκατριάχρονα, ζουν με τις προβληματικές τους οικογένειες στο Bradford.
Πριν δει κανείς την ταινία και για να αντιληφθεί το δράμα της καλό θα ήταν να γνωρίζει ότι η εν λόγω περιοχή είναι με το υψηλότερο δείκτη ανεργίας μια και ήταν από τις πρώτες που επλήγησαν από την αποβιομηχάνιση της περιοχής με το κλείσιμο των εργοστασίων κλωστοϋφαντουργίας και τις υπόλοιπες μονάδες που συνδεόταν με αυτές, όπως κατασκευής σιδήρου, εξαρτημάτων κα.
Η άλλοτε ακμάζουσα περιοχή, από τα μέσα του 19 αι μέχρι τα μέσα του 20 αι έφθασε να έχει σήμερα 25% ανεργία με ότι αυτό σημαίνει. Η κάποτε «παγκόσμια πρωτεύουσα του μαλλιού» παρήκμασε.
Φανταστείτε ότι οι εργάτες του 50, σήμερα παππούδες, αν ζουν ακόμη, είδαν τους γιους και εγγονούς τους άνεργους. Ότι ακούσματα είχαν αποτελειώθηκαν. Οι περισσότεροι είχαν έρθει από Ιρλανδία, για να βρουν ένα μεροκάματο. Έμοιαζε κάποτε με γη της επαγγελίας. Με το κλείσιμο των εργοστασίων ακολούθησε η φτώχεια, η γκρίνια και σύντομα η διάλυση της οικογένειας και η εγκληματικότητα.
Δυο παιδιά, ο Arbor και ο Swifty, μεγαλώνουν σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Του ενός ο πατέρας άφαντος, ο αδελφός στα ναρκωτικά. Του άλλου η οικογένεια πολύτεκνη με προβληματικούς γονείς. Η φτώχεια και τα χρέη εξίσου μεγάλα και κοινά. Ο ένας εκ των δύο έχει ιδιαιτερότητα στον χαρακτήρα και παίρνει φάρμακα. Η συμπεριφορά του τον οδηγεί σε ρήξεις και εκτός σχολείου. Η δύναμη επιρροής του Arbor πάνω στον Swifty  θα τον οδηγήσει κι αυτόν, μετά από ένα καυγά, εκτός σχολείου. Στην φιλία τους θα βρει ο καθένας αυτό που δεν έχει. Αποφασίζουν οι δυο τους να βοηθήσουν τις οικογένειες των μαζεύοντας σκουπίδια από αλουμίνιο, χαλκό και σίδερο, τα οποία η μάνδρα, δηλαδή ένας σκληρός σκουπιδοσυλλέκτης, αγοράζει για ψίχουλα. Εκμεταλλεύεται την ανέχεια, το αδύναμο παιδί. Άγριος, σκληρός και άπληστος .
Αυτός είναι ο ένας σκληρός γίγαντας που η μεταμέλειά του σώζει μια ψυχή. Εξάλλου ποτέ δεν είναι αργά να σώσεις μια ψυχή… την δική σου.
Η σκληρότητα των ανθρώπων, των συνομήλικων, η απουσία της  κοινωνικής πρόνοιας και η εκμετάλλευση των ανηλίκων θα τα οδηγήσει σε άλλους δρόμους και θα δημιουργήσει και την πλοκή της ταινίας.
Η  ερμηνεία των δυο παιδιών άπταιστη. Η σκηνοθεσία της Clio Barnard ξεχωριστή. Ανέδειξε με ρεαλιστικό τρόπο την σκληρότητα της ζωής αυτών των παιδιών, της ζωής των κοινωνικών τους ομάδων. Βιώνεις  το δράμα, την αδικία και εγκατάλειψη από την πολιτεία αυτών των υπέροχων και τρυφερών πλασμάτων. Νιώθεις άβολα για την βολή σου και τις απαιτήσεις σου. Αγανακτείς με το πόσο εκτεθειμένα κι απροστάτευτα παραμένουν και σήμερα τα παιδιά. Παιδική εργασία, κανονικά δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει και ο όρος, αφού τυπικά δεν υφίσταται αυτό το είδος απασχόλησης. Άλλη μία έκφραση της κοινωνικής μας υποκρισίας.
Στο περιθώριο της πόλης αυτά τα δύο πλάσματα ονειρεύονται πως θα ξεχρεώσουν τους γονείς τους. Αντεστραμμένοι οι ρόλοι. Οι δε γονείς τους, αφημένοι κι αυτοί σ’ αυτό που αποδέχθηκαν ως πραγματικότητα, παραμένουν, η μεν μητέρα του Arbor συμβιβαστική, οι δε γονείς του Swifty προστατευτικοί με τον δικό τους ελλειμματικό τρόπο. Σε μία συνέντευξη η Clio Barnard ανέφερε  τα σχόλια της μητέρας σχετικά με τον υπεύθυνο της μάνδρας: There was a real ambivalence in the community about whether the scrap merchant was exploiting them, or giving them an opportunity, Βut I remember Matty's mum saying to me, «What the hell else is he going to do around here? At least he's earning some money.». Αυτή η φράση τι άλλο θα μπορούσε να σημαίνει εδώ γύρω; Είναι απλά η επιβεβαίωση της αποδοχής της σκληρής πραγματικότητας.
Ο Arbor  είναι εγωιστής, σκληρός, ευρηματικός, υπερκινητικός και ο Swifty υποχωρητικός, χοντρούλης, αλλά εύπλαστος και τρυφερός. Η φιλία τους θα κλονιστεί και το τέλος θα ‘ρθει άσχημο, τραγικό, αμετάκλητο.
Ο Γολγοθάς των δυο παιδιών θα γίνει ολισθηρή κατηφόρα. Η μεταμέλεια δεν θα φέρει τα άνθη στα δένδρα όπως στο παραμύθι. Θα πονέσουν, θα κλάψουν.Ο Arbor, o μικρός γίγαντας, ένας άκακος αλλά σκληρός, θα λιώσει από την μεταμέλεια. Θα του αφαιρέσει ο πόνος την μαγκιά. Θα τον γλυκάνει. Είναι η προοπτική μιας ανθοφορίας. Είναι ανάσα για τον θεατή.
Όσο όμως δυνατή είναι η ιστορία, εξίσου συναρπαστική είναι και η σκηνοθεσία.
Η καταπληκτική φωτογραφία και τα πλάνα των εξωτερικών χώρων λειτουργούν ως βαλβίδες αποφόρτισης του θεατή. Ποιητική προσέγγιση του χώρου και των πορτρέτων. Η έλλειψη μουσικής και οι φυσικοί ήχοι συμβάλλουν στην δημιουργία συγκίνησης, έντασης συναισθηματικής. Το πείσμα και εμμονή του Arbor προκαλεί την τρυφερότητα. Η καλοσύνη του Swifty προς τα άλογα, σκηνή με τα δυο παιδιά ξαπλωμένα τρώγοντας από κοινού ένα μήλο και κοιτάζοντας στον ουρανό, ανεξίτηλη στη μνήμη.
Σύγχρονοι ήρωες που όμως κουβαλούν τον Όλιβερ Τουίστ, τον Τομ Σώγιερ, τον Χωκμπερι Φιν. Δυσκολεύεσαι να πιστέψεις ότι είναι πρόσφατη η εποχή. Μάλλον αρνείσαι να δεχτείς ότι είσαι κι εσύ συγκάτοικος αυτού του κόσμου. Συνυπεύθυνος.
Η Barnard σε μία συνέντευξη στην Guardian στην ερώτηση αν τα παιδιά αντέχουν τόσο ρεαλισμό, είπε «Καλό θα είναι τα παιδιά να γνωρίζουν τι θα συναντήσουν στη ζωή.» Έχει πολύ δίκιο. Η ίδια φρόντισε να παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο το θέμα, που λυπάσαι μεν, προβληματίζεσαι δε. Φροντίζει να μην δημιουργήσει αρρωστημένη ατμόσφαιρα… δίνει διέξοδο.

Σκηνοθεσία         Clio Barnard
Σενάριο              Clio Barnard
Φωτογραφία       Mike. Eley
Editing               Nick Fenton
Μουσική             Harry Escott
Διανομή ρόλων    Helen Hubbard

Ηθοποιοί.
Arbor                 Conner Chapman
Swifty                Shaun Thomas
 Kitten               Sean Gilder 


26 Δεκεμβρίου 2014

Ένα Ταξιδι 30,5 μέτρα Μακριά (The Hundred-Foot Journey) - 2014


Το ότι μας αρέσουν τα παραμύθια, εμένα και πολλούς άλλους, είναι γεγονός και μάλιστα ευχάριστο. Το να θέλεις όμως με παραμύθια να ενώσεις τους λαούς και να περάσεις μήνυμα αδελφοσύνης θα πρέπει να είσαι ή πολύ δυνατός παραμυθάς, ή να βυθίζεις το μαχαίρι βαθιά μέχρι το κόκκαλο, πράγμα που σημαίνει ότι θα προκαλέσεις και τις ανάλογες αντιδράσεις.
Ο λόγος για την τελευταία ταινία του Lasse Hallstöm, στα ελληνικά: Ένα Ταξίδι 30,5 μ μακριά, ή Τhe Hundred foot journey. Μια οικογένεια Ινδών πολιτικών προσφύγων αναζητά τη τύχη της στην Ευρώπη και καταλήγει τελικά στην Νότια Γαλλία. Το πείραμά του Hallstöm στο Fishing Salmon in Yemen πριν λίγα χρόνια προφανώς απέτυχε… γιατί λοιπόν ξαναεπανέρχεται στο ίδιο θέμα;

Σημείωση πρώτη: Ευκατάστατοι στην Ινδία, κατάφεραν και έφεραν αρκετό χρήμα μαζί τους. Στο γραφικό Γαλλικό χωριό Saint Antonine Noble-Val, όπου θα εγκατασταθούν, κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα και τους χάρισε την ευημερία. Θα ανοίξουν εστιατόριο. Έχουν τις απαραίτητες γνώσεις και το επιχειρηματικό πνεύμα του πατέρα μαζί τους, και ως πλεονέκτημα, το ότι ο ένας εκ των δύο υιών τυχαίνει να είναι ένας πολύ χαρισματικός μάγειρας. Κληρονομημένο ταλέντο από την μητέρα του, την οποία χάσανε στις φλόγες, όπως και το μαγαζί τους, εξαιτίας των εκεί τοπικών πολιτικών εχθροτήτων.

Σημείωση δεύτερη:Το εστιατόριο Maison Mumbai θα το ανοίξουν απέναντι σ' ένα Γαλλικό εστιατόριο, Le Saule Pleureur, με διάκριση Michelin και ιδιοκτήτρια μια ικανή, παθιασμένη με την δουλειά της, αλλά ισχυρογνώμων κυρία, ονόματι Madame Mallory (Helen Mirren). Στο σημείο αυτό ξεκινάει η διαμάχη ανάμεσα τους. Παιδαριώδης η επιλογή από τον σκηνοθέτη της 'σύμπτωσης' αυτής, ακόμη και για μια κωμωδία. Το πάθος του γιου για την μαγειρική, τη Γαλλική κουζίνα και για μια υπάλληλο του απέναντι εστιατορίου θα εξομαλύνει τις σχέσεις και θα δρομολογήσει τη εξέλιξη της ιστορίας μας.

Σημείωση τρίτη: Όσο καλοστημένα κι αν είναι τα σκηνικά, όσο κι αν έχεις εξαιρετική φωτογραφία, γεωγραφική θέση προνομιούχα, καλές ερμηνείες, επώνυμους παραγωγούς, (τον Steven Spielberg, την Oprah Winfrey και την Juliet Blake) ως και την Disney Company από πλάι, την μετριότητα με μετριοπαθή στάση δεν μπορείς να την αποφύγεις. Κάποτε άκουσα μια φράση ότι για να κάνεις ομελέτα πρέπει να σπάσεις αυγά... πραγματικά, χαϊδεύοντας δεν συμφιλιώνεις λαούς, ούτε μιλάς για πολιτισμικές διαφορές. Έναν ολόκληρο λαό, τον Ινδικό, με παράδοση χιλιετιών που τάïσε Ευρώπη και Αμερική από το 50 και μετά, δεν τον καθιστάς γραφική νότα. Κανείς δεν θα αμφισβητήσει την γαλλική κουζίνα. Δεν μπορείς όμως να προκαλείς γέλιο με την πολιτισμική ιδιαιτερότητα κάποιου άλλου λαού, μετατρέποντας τον σε κλόουν.

Σημείωση τέταρτη: Θυμώνω με σκηνοθέτες που με εγκλωβίζουν. Εννοώ ότι χωρίς να το θέλω γέλασα κι εγώ με φαιδρές καταστάσεις παρόμοιες μ' αυτές που προκύπτουν όταν κάποιος προσπαθεί να εγκλιματιστεί σε ένα καινούριο περιβάλλον. Αισθάνθηκα ντροπή εκ των υστέρων. Δεν βαθμολογείς κουλτούρες. Και όμως ο σκηνοθέτης, παρουσιάζοντας την Γαλλία, κοινωνική ομάδα υποδοχής και πλειοψηφία, ως γνωρίζουσα και υπερέχουσα, παίρνει θέση και η επιλογή του είναι να εγκλωβίσει τον θεατή. Ούτε είναι αθώα αυτή η ιστορία, ούτε η θετική έκβασή της απαλλάσσει τους δημιουργούς της από την ευθύνη. Αν δεν είχε προηγηθεί η προηγούμενη ταινία του θα έλεγα ότι δεν τίθεται θέμα πρόθεσης. Υπάρχει όμως για μένα. Έχει θέση. Ποια; Όταν κάποιοι κατέχουν γνώση και δύναμη, είναι σπουδαίοι η πετυχημένοι, μπορούν και είναι γενναιόδωροι, βοηθούν τότε, αναγνωρίζουν την αξία, αλλά μόνο όταν θέλουν και έχουν όφελος.

Τέλος καλό όλα καλά, θα συμπλήρωνε κάποιος. Στην εποχή του «πολιτικά ορθού» το να μας χαρίσει ένα χαλαρό δίωρο δεν αρκεί. Αρνούμαι να δεχθώ ότι στον ανταγωνισμό δυο «μαγειρικών» παγκοσμίως αποδεκτών, επιλέγεις το συγκερασμό έχοντας ένα επαγγελματία της μίας να θαυμάζει τον επαγγελματία της άλλης από θέση κατωτερότητας. «Να μάθεις, να γίνεις chef, να πάρεις Michelin stars», (...«να τους μάθεις να ψαρεύουν σολομούς στην Υεμένη»). Ε, πια, κύριε Hallström! Η Δύση, μα τίποτα δεν έμαθε ακόμη; Εσείς δε, πόσο έξυπνα αποφεύγετε την μομφή, ισχυριζόμενος ότι δεν κάνετε πολιτική ταινία αλλά αναζητάτε μέσω της 'αβάσταχτης ελαφρότητας' την συνύπαρξη και συμφιλίωση των λαών;

Υπάρχει βεβαίως και μια άλλη άποψη, όπως της Oprah Winfrey: «Food blends cultures and allows us to have just a little peek into someone else's life... It is about a hundred foot divide between cultures... It’s about human beings coming to understand other human beings and more importantly, after you get to experience or step into somebody else’s shoes or see them for a real human being, how you understand that you αre really more alike than you are different».

Οφείλω να ομολογήσω ότι ακόμη χαμογελώ όταν σκέφτομαι κάποιες σκηνές. Γρήγορα όμως ανακαλείται το χαμόγελο όταν σκεφθώ με τι γέλασα. Θεατές αδιάφοροι υπάρχουν. Ερώτηση: όταν στον κινηματογράφο τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία, πόσο αδιάφοροι θα μπορούσαν να είναι τότε οι δημιουργοί;

Σκηνοθέτης                  Lasse Hallström
Σενάριο.                      Steven Knight
Βιβλίο.                        Richard C.Morais
Μουσική.                     A.R.Rahman
Φωτογραφία.               Linus Sandgren
Editing.                       Andrew Mondshein

Ηθοποιοί
Madame Mallory            Helen Mirren
Hassan                        Mannish Dsyaal
Papa.                          Om Puri
Marguerite                   Charlotte Le Bon                  

15 Δεκεμβρίου 2014

Lucy - 2014

Η Lucy, μια ανέμελη Αμερικανίδα φοιτήτρια στο Τόκιο, θα βρεθεί να κάνει το «βαποράκι» κάτω από την πίεση φίλου της προς ένα Κινέζο μαφιόζο έμπορο. Στην συνέχεια θα μπλεχθεί σε μία απρόβλεπτα επικίνδυνη αποστολή. Συγκεκριμένα, θα βρεθεί με πλαστική σακούλα γεμάτη με μια τρομακτικά επικίνδυνη ουσία εμφυτευμένη μέσα στη κοιλιά της.
Λέγεται ότι η εν λόγω ουσία, ονομαζόμενη στη ταινία «CPH4», προσδίδει σε μεγάλη δόση υπερφυσικές ικανότητες στον χρήστη της. Η σακούλα, εξαιτίας χτυπημάτων που δέχεται η Lucy από τους επιτηρητές/βασανιστές της, ελευθερώνει ποσότητες του CPH4 που την καθιστούν μια υπερφυσική δύναμη. Όχι μόνο ταξιδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο παρελθόν της, ελέγχει τους άλλους, διαβάζει την σκέψη τους, ενεργοποιεί συσκευές, αποστηθίζει σελίδες συγγραμμάτων, ελέγχει τις κινήσεις των άλλων, κυριαρχεί το χώρο και το χρόνο. Με αυτό το τρόπο και θα εκδικηθεί, αλλά και θα βοηθήσει την ανθρωπότητα που εδώ κι εκατομμύρια χρόνια εξελίσσεται, αλλά έχει στο μεταξύ φθάσει πάλι σε αδιέξοδο.
Με παράλληλο μήνυμα, που οι θεατές λαμβάνουν μέσω διάλεξης ενός διάσημου στο θέμα καθηγητή, μαθαίνουμε ότι ο άνθρωπος δεν αξιοποιεί παρά μόνο το 10% των δυνατοτήτων του εγκεφάλου του (το οποίον βέβαια δεν είναι καθόλου αλήθεια). Το μήνυμα αυτό είναι ο βασικός άξονας της ταινίας.
Η Lucy, εξαιτίας της ουσίας που διαχύθηκε μέσα της, θα υπερβεί τα όρια και θα φθάσει σε υπερφυσικές δράσεις, χρόνου, επικοινωνίας, συνειδητού και ασυνείδητου.
Ο Luc Besson θέλησε να κάνει μία ταινία δράσης επιστημονικής φαντασίας με κοινωνικές διαστάσεις και προβληματισμούς. Θέλησε να συνδέσει το 2001: A Space Odyssey του Stanley Kubrick με μια ταινία αποδεκτή κι εύληπτη από το ευρύ κοινό. Όπως είπε ο ίδιος, ήθελε, αφήνοντας την αίθουσα, να μείνει ο θεατής με ένα προβληματισμό.
Το πέτυχε;
Διάλεξε να τον καθηλώσει με διάφορα μέσα:
Μια γυναίκα, την Scarlett Johansson, για την πειθαρχία της και δραματική της ικανότητα. Δεν παρέλειψε όμως να την επιδεικνύει όπου μπορούσε και σαν σύμβολο σεξ.
Έναν πειστικό καθηγητή, τον Morgan Freeman, που αφού υπήρξε κάποτε και «Θεός» θα μπορούσε να γίνει τώρα και πηγή Σοφίας.
Σκηνές και σκηνικά αριστουργηματικά, άφθονα εφέ CGI που χρησιμοποιήθηκαν για να επιτύχουν τον επιστημονικής φαντασίας προβληματισμό Άνθρωπος-Χρόνος-Θεός-Γνώση.
Η εκδίκηση προς τους βασανιστές της δεν ήταν ο κυρίως στόχος της Lucy.
Ό,τι της δόθηκε, έστω και εγκληματικά, έπρεπε να μεταλαμπαδευτεί στην ανθρωπότητα, δηλαδή η γνώση. Το ερώτημα παραμένει πάντως αν η «Γνώση» μας φέρνει πιο κοντά στο «κατ’ εικόνα και ομοίωση Αυτού».
Αίμα άφθονο, ταχύτητες ιλιγγιώδεις, πυροβολισμοί και θάνατοι υπερβολικοί. Πολλές φορές η υπερβολή τους, μόνο αν ειδωθούν υπό το πρίσμα της διακωμώδησης, ανέχονται.
Δράση, δράμα, φιλοσοφία, άποψη, όλα εμπεριέχονται σε μια ταινία δράσης και αγωνίας, επιστημονικής φαντασίας.
Πείθει με έξυπνο τρόπο. Στο τέλος αναρωτιέσαι «μήπως και είναι αλήθεια»; Επίσης το ερωτηματικό μιας υπαρξιακής ανησυχίας του είδους «τι θα έκανε ένας άνθρωπος αν είχε την κατάλληλη γνώση και ικανότητα» σε συνοδεύει και μετά την θέαση.
Δεν έκανε «κοιλιά». Τρέχει η ταινία, κι εσύ μαζί. Δύο-τρεις σκηνές, το ντύσιμο της Lucy, η νύξη ερωτισμού με τον Αστυνομικό σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα, όπως και η σκηνή στα χειρουργεία, στους δρόμους, στην δραματική συνομιλία με την μητέρα της στο τηλέφωνο.
Το ευτύχημα είναι ότι δεν φοβήθηκα, ούτε και αγχώθηκα. Τώρα, αν έπρεπε να δω τόσο αίμα, τον άλλο να τον κολλάει η σφαίρα σαν χαλκομανία σε παράθυρο, να καθαρίζονται σαν αστραπή δεκάδες άνθρωποι, για να προβληματιστώ για το τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος με το μυαλό του, τι καθορίζει την πορεία του στην γη, ο χρόνος και οι ουσίες που τον καταργούν, είναι θέμα επιλογής του καθενός μας. Η υπερβολή ως μέσον ελάφρυνσης της επιρροής επάνω στον θεατή έχει πολλούς θιασώτες αλλά και πολέμιους.
Ευρηματική; Ναι.
Γρήγορη; Ναι.
Επιστημονικής φαντασίας ; Ναι.
Δράσης; Ναι.
Προβληματισμού; Ναι.
Προτείνεται; Θέμα επιλογής ως προς το είδος. 

Σκηνοθέτης                 Luc Besson
Σενάριο                      Luc Besson
Μουσική                     Eric Serra
Editing                       Julien Rey
Φωτογραφία              Thierry Arbogast
Ηθοποιοί
Lucy                           Scarlett Johansson
Καθηγητής Norman     Morgan Freeman
Mr Jang                      Min-sik Choi
Αστυνομικός               Pierre Del Rio

13 Δεκεμβρίου 2014

Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου (The two Faces of January) - 2014

Πολλές φορές έχεις ανάγκη από μία ταινία απλά για να χαλαρώσεις και κλείνοντας τον διακόπτη, αν την δεις σε video, ή ανάβοντας τα φώτα, αν είσαι  σε αίθουσα κινηματογράφου, να πεις ήταν ένα ευχάριστο δίωρο.
Βέβαια η ταινία ξεκινά με ένα δυνατό χαρτί, βασίζεται στο βιβλίο της Patricia Highsmith.
Είναι αναμφισβήτητη η ικανότητα της στην δημιουργία σφιχτοδεμένης πλοκής και δυνατών χαρακτήρων. Με αυτό, ως μεγάλο πλεονέκτημα, η ταινία ξεκινά. Ένα ερωτικό τρίγωνο, όμορφοι άνθρωποι, ερωτική έλξη και οιδιπόδειο, φόντο τα ομορφότερα κομμάτια της Ελλάδας του 1960, στήνεται η πλοκή με δεδομένη την επιτυχία.
Όμως δεν είναι αρκετά, χρειάζεται μία καλή σκηνοθεσία για να πετύχεις. Ήταν καλή. Ο σκηνοθέτης Hossein Amini, ενώ μοιάζει να επηρεάσθηκε από τις ταινίες του Hitchcock, μερικές φορές νόμιζα ότι έβλεπα μια απ’ αυτές, πέτυχε εν τέλει την δική του εκδοχή  στην απόδοση μιας ταινίας εγκλήματος και δράσης.
Δεν κουβαλούσε αυτό το φόβο που σε αρρωσταίνει, ακόμη και στις ταινίες Hitchcock. Παρακολουθούσες και η ανατροπή δεν είχε τον τρόμο του ελλοχεύοντoς κακού αλλά το κακό εξαιτίας της ανατρεπτικότητας της ζωής.
Αξιοσημείωτη η φωτογραφία του Marcel Zyskind έδωσε το φως της Μεσογείου και τις σκιές του, το μυστήριο των σοκακιών της παλιάς Κωνσταντινούπολης.
Ήταν πλεονέκτημα ότι ο δυνατός ήχος μας προειδοποιούσε για την ανατροπή.
Σε ό,τι αφορά την απόδοση της εποχής, μιας εποχής που κουβαλώ ακόμη στην μνήμη μου, έγινε αψεγάδιαστα.
Πολύ καλές ερμηνείες, αδυνατώ να τις ιεραρχήσω. Το έργο είχε τρεις  πρωταγωνιστές. Δεν επισκίασε κανείς από τους τρεις τους τον άλλον. Οι χαρακτήρες τους αποδόθηκαν με την ίδια δεξιοτεχνία. Σπάνια βλέπεις όμορφη πρωταγωνίστρια που δεν παύει να τονίζει κάθε τόσο «δείτε πόσο όμορφη είμαι», «προσέξτε με». Η Kirsten Dunst ήταν μια κούκλα που την θαύμαζες και την αποδεχόσουν, το κυριότερο, την απλοϊκότητα του ρόλου της δεν επέτρεψε να τη μειώσει.
Με απασχόλησε ο τίτλος και η σημασία του.
Η προσωπική μου εξήγηση θα μπορούσε να είναι ότι ο Rydal είναι και καλός και κακός. Bοηθάει, σαν πρόσχημα, αλλά μηχανεύεται το κακό. 
Όμως δεν είναι. Καθώς  έπαιρνα απόσταση από την θέασή μου ξεκαθάρισε και ο τίτλος:
Ο δύο άνδρες είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Παρελθόν και μέλλον της ίδιας προσωπικότητας. Ο ένας βλέπει στον άλλο το αντίστοιχο ηλικιακό κομμάτι του. Το ίδιο και η Colette επιθυμεί το κομμάτι που λείπει στον άλλον.
Ποιον διαλέγει είναι απάντηση που δίνεται με την θέαση της ταινίας.

Σκηνοθεσία.             Hossein Amini
Βιβλίο.                     Patricia Highsmith
Σενάριο.                   Hossein Amini Patricia Highsmith
Μουσική.                  Alberto. Iglesias
Editing.                    Nicolas Chaudeurge Jon Harris
Διανομή ρόλων.        Richard Hicks Jina Jay
Φωτογραφία.           Marcel Zyskind

Ηθοποιοί
Viggo Mortensen       Chester
Kirsten Dunst            Colette
Oscar Isaac               Rydal

4 Δεκεμβρίου 2014

How to Train your Dragon 2 - 2014

Φέτος το καλοκαίρι βγήκε στις αίθουσες η ταινία «How to Train your Dragon 2». Είναι η δεύτερη ταινία μιας πρόσφατης σειράς φιλμ που ξεκίνησε το 2010 με το πρώτο επεισόδιό της και με ομώνυμο τίτλο (χωρίς το 2 βέβαια), παραγωγή της Dreamworks του Steven Spielberg, που ήδη μας χάρισε αριστουργήματα του είδους στο παρελθόν. Ταινία 3D animation κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου σε υπολογιστές, χωρίς ηθοποιούς, μόνο την φωνή τους τελικά δανείζεται.
ΟΙ λόγοι που επέλεξα να την δω ήταν: 
α) ήθελα να ενημερωθώ μέχρι που έφθασε η τεχνολογία σ’αυτό το είδος κινηματογράφου.
β) τι είναι αυτό που ανεβάζει τις εισπράξεις τέτοιων ταινιών στα ύψη.  
γ) τι βλέπουν την σήμερον ημέραν τα «παιδιά».
Εντυπωσιάσθηκα, για να είμαι ειλικρινής, είναι το ρήμα που θα εκφράσει εμένα καλύτερα, μια και δεν ανήκω στους λάτρεις του συγκεκριμένου είδους.  
Συνολικά πήρε τέσσερα χρόνια να ολοκληρωθεί με πάρα πολλούς εργαζόμενους, πολλαπλών ειδικοτήτων. Βεβαίως, δεν είναι αυτή η ταινία ούτε η πρώτη ούτε και η τελευταία του είδους.
Δεν είναι απλά μία ταινία για παιδιά ή για οικογενειακή θέαση, για ένα Κυριακάτικο απόγευμα. Είναι μια παραγωγή που μπορεί να σε κρατήσει ακόμη κι αν δεν είσαι παιδί, ή δεν κρατάς παρέα σε παιδιά που τη βλέπουν.
Έχει προχωρήσει τόσο η τεχνολογία, έχουν ανθρωποποιηθεί όντα και εκφράσεις σε τέτοιο σημείο που δυσκολεύεσαι να δεχθείς ότι δεν είναι υπαρκτά και έμψυχα. Οι ήρωες των άλλοτε ονομαζόμενων cartoons και  comics ξαφνικά αποκτούν ζωή, κινούνται και εκφράζονται με απίστευτη τελειότητα. Όχι μόνο οι ανθρώπινες φιγούρες που συναγωνίζονται ανθρώπινους ηθοποιούς, αλλά επίσης όντα όπως δράκοι, πουλιά και άλλα ζώα καθώς και οι χώροι. Τους προσδίδονται ανθρώπινες ιδιότητες στους πρώτους, και χαρακτηριστικά ανθρώπινου περιβάλλοντος στους δεύτερους, κάνοντας συναρπαστική την θέαση και κινητοποιώντας πολλά συναισθήματα στο θεατή.
Η  φωνητική κάλυψη από εξέχοντες ηθοποιούς όπως ο Gerard Butler και ή Cate Blanchett εξασφαλίζουν βέβαια ένα απολαυστικά άρτιο αποτέλεσμα.
Η αισθητική και υλοποίηση των δράκων, των σκηνικών, του νερού, και της κίνησης της κάμερας μέσα σε φανταστικούς χώρους «virtual reality» δεν χαρίζουν απλά αληθοφάνεια αλλά και ευφορία. Ακόμη και ο «κακός» έχει μοναδικότητα ως προς την πειστικότητά του. Το τέρας δεν είναι έτσι απλά ένα τέρας. Αιτιολογείται η έκφραση του κακού, έχει τον λόγο εκπόρευσης του.    
Η μουσική της ταινίας εναρμονισμένη, υποστηρικτική και κυρίως καθοριστική της δράσης και της εξέλιξης του μύθου.
Δεν είναι τυχαίο που όλα σχεδόν τα κινηματογραφικά Studio του Hollywood εισέρχονται στο χώρο του 3D animation. Τα χρήματα πολλά επειδή μεγάλη η ανάγκη του κοινού σήμερα για παιδικά παραμύθια.
Ανάγκη για να γίνει εφικτό το ανέφικτο, για ωραιοποίηση της πραγματικότητας, για αναζήτηση ερεισμάτων και συμμάχων εκτός ανθρώπινου γένους προς υλοποίηση του ονείρου. Είναι αυτά που έλκουν το κοινό σήμερα στην θέαση του παραμυθιού επί της οθόνης.
Αυτό που άλλαξε είναι ο τρόπος που αναπαρίσταται το όνειρο και το παραμύθι, η αρχέγονη αυτή ανάγκη του ανθρώπου να εξηγήσει τα αδύνατα και άγνωστα, να νικήσει το κακό, να είναι πάντα ο νικητής,  να ζήσουν αυτοί καλά «και εμείς καλύτερα». Να χαθεί μέσα στο όνειρο.
Το σενάριο, από το βιβλίο της Cressida Cowell, δημιούργησε το μύθο, όμως ο σκηνοθέτης και οι υπόλοιποι δημιουργοί, επώνυμοι και μη, γνωστοί και άγνωστοι, το καθιστούν αξιόλογο.
Ο μύθος και κατά συνέπεια η ταινία ακολουθούν τις γνωστές παραμέτρους και συνταγές: καλός, κακός, επιπόλαιος, φιλόδοξος, επεκτατικός κ.α. Θέτει όμως παράλληλα και άλλους προβληματισμούς, όπως: πόλεμος, ειρήνη, περιβάλλον, απειλούμενα είδη, οικογένεια, φιλία, συνύπαρξη. 
Δεν είδα το πρώτο επεισόδιο «How to Tain your Dragon» (εκείνο είχε μάλιστα και δύο υποψηφιότητες για Οσκαρ), όμως περιμένω να δω το τρίτο.
Συμφιλιώθηκα με τους κακούς δράκους της δικής μου παιδικής ηλικίας. Χαλάρωσα, αναζήτησα τους φίλους μου. Ξαναγεύτηκα την ομορφιά της φύσης, έστω και σε virtual 3D.
Αναρωτἠθηκα συχνά: Τι γνώσεις άραγε να έχουν όλοι εκείνοι που με την βοήθεια υπολογιστών δημιουργούν όντα, δίνουν ανθρώπινη κίνηση στα μάτια, αναπαράγουν κινήσεις ανθρώπινων δακτύλων και σωμάτων, συνδέουν συναισθήματα με γραμμές καρικατούρας, χαρίζουν πλαστικότητα στις κινήσεις, κατασκευάζουν ευρηματικές λύσεις, π.χ. το κανόνι που πέταγε δίχτια στον αέρα για να αιχμαλωτίσει τους ιπτάμενους δράκους. Είναι αλήθεια ζωγράφοι, γλύπτες η κινηματογραφιστές, επικοινωνιολόγοι, κοινωνιολόγοι, ψυχίατροι; Τι είναι ακριβώς; Είναι όλα αυτά και πολλά περισσότερα, νομίζω!
Νομίζω ότι ήδη ανέφερα τις τρεις δικαιολογίες της προσωπικής μου απόφασης να δω το έργο, όμως δεν θα αφηγηθώ καθόλου εδώ τη περίληψή του. Άνθρωποι και δράκοι σε μία νέα περιπέτεια μέσα σ' ένα φανταστικό χώρο με προστριβές οικείες στον σύγχρονο άνθρωπο. Αλλού εστίασα βασικά και θα εστιάσει ο κάθε θεατής την αξία αυτού του έργου. 

Σε ένα εξαιρετικό βιβλίο «Ανατολικά του Ήλιου και Δυτικά της Σελήνης» από τις εκδόσεις ISIS (sic), που τελούν υπό την αιγίδα του Ιδρύματος της Αναλυτικής Ψυχολογίας Carl G. Jung, διάβασα στον πρόλογό του κάτι που νομίζω ταιριάζει απόλυτα σ' αυτή τη ταινία: «Δεν μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τέτοιους θρύλους σαν «παιδικά παραμύθια» γιατί έτσι θα αφαιρούσαμε το μεγαλύτερο μέρος του ενδιαφέροντος και της σημασίας τους. Βέβαια δεν παύουν να παραμένουν θαυμάσια παραμύθια για μικρούς και μεγάλους επειδή εκφράζουν το ρομαντισμό της παιδικής ηλικίας των Εθνών, συνιστούν τις αστείρευτες πηγές του συναισθήματος, των αισθήσεων και του ηρωικού παραδείγματος, απ' όπου αντλούσαν ελεύθερα οι αρχέγονοι λαοί!»

Σκηνοθεσία                      Dean DeBlois
Σενάριο                           Dean DeBlois Cressida Cowell 
Βιβλίο                             Cressida Cowell
Editing                            John K Carr
Μουσική                          John Powell
Καλλιτεχνική Διεύθυνση     Michael Necci, Zhaoping Wei
και κατ' εξαίρεση  θα αναφέρω στον ήχο το Ελληνικό όνομα Panos Asimenios

Φωνές των ηθοποιών
Jay Baruchel                     Hiccup
Cate Blanchett                  Valka
Gerard Butler                    Stoik
Graig Ferguson                  Gobber
Djimon Hounson                 Drago
Kit Harrington                    Eret

America Ferrera                 Astrid