26 Οκτωβρίου 2014

Όταν θέλουν οι γυναίκες (Where do we go now?) - 2011

Σε ένα χωριό κάπου στη Μέση Ανατολή, μουσουλμάνοι και χριστιανοί συμβιώνουν με εντάσεις και διαφωνίες, ενώ η χώρα τους κατασπαράζεται και οι νεκροί πολλαπλασιάζονται. Οι γυναίκες του χωριού, έχοντας ήδη χάσει αρκετούς από τους άνδρες τους, θαμμένους σε ένα διχοτομημένο κοιμητήριο, αποφασίζουν να πάρουν τη κατάσταση στα χέρια τους και να επιφέρουν ειρήνη, έστω να καθησυχάσουν τις έριδες από φόβο μη και προκληθούν σοβαρότερες διενέξεις και οδηγηθούν όπως η χώρα στο πόλεμο και θρηνήσουν και άλλους νεκρούς. Τα μέσα που χρησιμοποιούν είναι απλοϊκά έως ευτράπελα, αλλά και ακραία.
Δεν χρειάζεται ιδιαίτερες γνώσεις για να αντιληφθείς ότι έχει επηρεασθεί η σκηνοθέτιδα Nadine Labaki από τη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη.
Η ίδια είπε ότι δεν ήθελε να κάνει πολιτική ταινία. Ήθελε να αφηγηθεί ένα παραμύθι προσαρμοσμένο στους σύγχρονους καιρούς και στη περιοχή που ακόμα φλέγεται. Να συμβάλλει κάπως με το τρόπο της.
Δήλωσε επίσης ότι τη ταινία τη σκέφθηκε όταν ήταν έγκυος στο γιο της την εποχή που ξέσπασε ο εμφύλιος στο Λίβανο. Αναρωτήθηκε τι θα έκανε για να προστατεύσει το παιδί της, να το αποτρέψει να πάρει τα όπλα για να βγει στους δρόμους.
Τη ταινία τη κατηγόρησαν ότι είναι για ευχαρίστηση της μάζας, ένα ‘crowd pleaser’.
Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου να ρωτήσω, για ποιον γίνεται τελικά ο κινηματογράφος; Αν δεν είναι για την μάζα, δηλαδή! Τι νόημα έχει να γίνεται μία οποιαδήποτε ταινία για μερικούς μόνο αποδέκτες; Ποιες είναι οι προδιαγραφές που θα την κάνουν αριστούργημα και όχι προς τέρψιν των μαζών;


Με ένα γρήγορο, απλό τρόπο, χαμηλό κόστος και καλή ηθοποιία με πέρασε από το γέλιο στο δάκρυ με ευκολία. Όπως και η ζωή. Απέφυγε το μελόδραμα, αλλά ανέδειξε τα προβλήματα μητρότητα, θρησκεία, αφορμή συρράξεων, συνύπαρξη αλλοθρήσκων, άνδρες, γυναίκες και παιδιά.
Ούτε μια στιγμή δεν ένιωσα ότι μου έκανε μάθημα. Αντίθετα, αφαίρεσε όλη τη δήθεν σπουδαιότητα από τις εξουσίες του χωριού, θρησκευτικές και πολιτικές. Το τραγούδι και οι σκηνές με αναφορές στον χορό του αρχαίου δράματος χρησιμοποιήθηκαν για να γελάσεις, να σατυρίσεις, να στεγνώσεις τα δάκρυα ή να συμμετέχεις στο πένθος.
Ευρηματικά και όχι απλοϊκά τα σχέδια των γυναικών. Όποιος έχει ζήσει τις γυναίκες της δικής μας υπαίθρου αναγνωρίζει στις πρωταγωνίστριες οικείους διαλόγους και συμπεριφορές. Ζώντας μακριά από τα κέντρα, αναπτύσσουν δικούς τους κώδικες επικοινωνίας, συντροφικότητας, διαπληκτισμού, ομοψυχίας ή αντιπαλότητας, κυρίως ηθικής. Όλα αυτά βέβαια πριν την εγκατάσταση της τηλεόρασης στα σπίτια, πριν ομογενοποιηθούμε, κέντρο και επαρχία, με τα αρνητικά και τα θετικά.


Τη παρακολούθησα με ενδιαφέρον. Οι πρωταγωνιστές έδεσαν με τους δεύτερους ρόλους και τους κομπάρσους. Μου έκλειναν το μάτι παπάς και ιμάμης. Μέσα στο δράμα υπήρχε τρυφερότητα. Χωρίς διαχυτικότητα και υπερβολές νιώθεις την αγάπη, τη φιλία, τη μητρότητα, τον έρωτα. Ίσως οι καυγάδες να παρα-ήταν υπερβολικοί, τους δέχομαι όμως ως σαρκασμό. Μέχρι να αποφασίσουν οι μεγάλοι για την ειρήνη, ίσως για μια μάνα η ζωή του παιδιού της πρέπει να παραμείνει στα χέρια της. Δεν ήταν τυχαίο ότι γυναίκα έκανε τελικά αυτή τη ταινία.

Σκηνοθέτιδα              Nadine Labaki
Σενάριο                    Thomas Bidegain, Rodney El Haddad, 

                               Jihad Hojeilu, Nadine Labaki, Bassam Nessim
Μουσική                    Khalid Mouzanar
Φωτογραφία              Christophe Offenstein
Editing                      Veronique Lange

Ηθοποιοί
Amale                        Nadine Labaki
Talka                         Claude Baz Moussawbaa
Afaf                           Layla Hakim
Yvonne                      Yvonne Maalouf
Alda                          Caroline Labaki
Saydeh                      Antoinette Noufaily
Rabih                        Julien Farhat

22 Οκτωβρίου 2014

Μεγαλώνοντας (Boyhood) - 2014

Καθώς μεγαλώνεις, όπως είναι γνωστό, επαναπροσδιορίζεις τον εαυτό σου, τον συγκρίνεις, και ενώ άλλοτε τον αποδέχεσαι, άλλοτε αυτομαστιγώνεσαι. Θαυμάζεις κάποιους, απορρίπτεις μερικούς, αδιαφορείς για κάποιους άλλους. Τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο Richard Linklater το θαύμασα, πρώτον για την εμμονή του να κάνει μία ταινία επί δώδεκα συναπτά έτη και δεύτερον, για το πόσο τίμησε την μάνα και την γυναίκα γενικά. Στα Ελληνικά ο τίτλος αποδόθηκε «μεγαλώνοντας», ενώ η αίσθηση που είχα ως θεατής ήταν «μεγαλώνοντας ένα αγόρι» που είναι και πιο κοντά στον Αγγλικό τίτλο.
Θέμα της ταινίας οι νέες μορφές οικογένειας και οι συνθήκες στις οποίες καλούνται να ενηλικιωθούν τα παιδιά και να ωριμάσουν οι γονείς, οι τραυματισμοί των παιδιών από την ανωριμότητα των γονέων τους, καθώς και η αγάπη που έλαβαν ή δεν έλαβαν από προβληματικούς γονείς.
Η ταινία είναι σχεδόν τρίωρη, αλλά την παρακολουθείς με προσοχή. Δεν θέλεις να την αφήσεις, όχι απαραίτητα επειδή έχεις αγωνία. Όταν τελειώνει, αναρωτιέσαι γιατί δεν φτιάχθηκε μικρότερη, και με ποιες σκηνές θα γινόταν συντομότερη και ίσως πιο ελκυστική. Είναι επίσης γεγονός πως υπήρξαν διάφορα θέματα και συζητήσεις που παρέμειναν σε εκκρεμότητα. Παράδειγμα, τι έγινε μετά την συζήτηση με τον δάσκαλο φωτογραφίας και το deadline που του έθεσε για την επερχόμενη Δευτέρα; Ποια η χρησιμότητα της διαδρομής των δύο νεαρών ερωτευμένων και μελλοντικών φοιτητών της επόμενης εκπαιδευτικής χρονιάς, από την πόλη διαμονής τους μέχρι το Austin, την πανεπιστημιούπολη;
Αξιοσημείωτο ότι 
η ταινία δεν αναφέρθηκε (μάλλον δεν τους ανέδειξε) στους ψυχολογικούς τραυματισμούς των παιδιών εξαιτίας του μη σταθερού οικογενειακού περιβάλλοντος. Ερωτηματικό παραμένει αν το απέφυγε σκοπίμως ή θεωρεί ότι το ανέδειξε. Αν ναι, γιατί δεν το αντιλήφθηκα; Μου έμοιαζαν πολύ φυσιολογικά παιδιά, με προσδοκόμενες τις αντιδράσεις τους.
Όπως ήδη ανέφερα, η μητέρα είχε την τιμητική της.
Έδωσε τον εαυτό της ολόκληρο, επιφορτίστηκε το μεγάλωμα και την ευθύνη των παιδιών, αλλά και δεν
τον εγκατέλειψε. Εντυπωσιακό το γεγονός ότι φρόντισε ο σκηνοθέτης να δούμε τις φυσικές φθορές που προέκυψαν από την διάρκεια των δώδεκα χρόνων του γυρίσματος της ταινίας.
Ο πατέρας έδινε παρών όταν ένιωθε την ανάγκη να επιστρέφει στα παιδιά του τα Σαββατοκύριακα. Όταν επιτέλους ωρίμασε, υιοθέτησε συμπεριφορές και ανέλαβε ευθύνες για το νέο του παιδί, όπως όφειλε να πράξει και στο παρελθόν. Θα πρόσθετε κάποιος «κάλλιο αργά, παρά ποτέ» βέβαια. Η λεπτή και εύθραυστη σχέση γονιός - παιδί διέτρεχε την ραχοκοκκαλιά της ταινίας.
Αυτό που πρέπει να τονισθεί είναι ότι ο χρόνος εξέλιξης του μύθου της ταινίας ήταν αληθινός. Δεν αναπαρήχθει ο χρόνος στο στούντιο. Δεν χρειάσθηκε να αλλάξουν οι ηθοποιοί στους χαρακτήρες του έργου, ούτε να χρησιμοποιηθεί μακιγιάζ για τις αλλαγές της εμφάνισής των.
Παρακολουθήσαμε πραγματικά ένα «μεγαλώνοντας».
Για έρευνες στην κοινωνιολογία, ψυχολογία, παιδαγωγική και ιατρική είναι γνωστή η στατιστική μέθοδος καταγραφής εξελίξεων από το πέρασμα του χρόνου.
Παρακολουθείται ένα αντικείμενο μελέτης, ένα άτομο ή μία ασθένεια στο μήκος του χρόνου (longitudinal) και καταγράφονται οι μεταβολές. Παρόμοια στην συγκεκριμένη ταινία, δεδομένου ότι είναι μια μη πραγματικότητα ο κινηματογράφος, είχαμε ένα βασικό και μοναδικό στοιχείο αλήθειας, το πραγματικό χρόνο. Δόθηκε έτσι έμφαση και ένταση στο θέμα, όπως συχνά, όταν αναφέρεται στο τέλος ή την αρχή μιάς οποιασδήποτε ταινίας ότι αφορά 'αληθινή ιστορία', ή ότι βασίζεται σε 'αληθινά γεγονότα'.
Ήταν τεχνικά άψογα το πέρασμα από τη μία ηλικία στην άλλη. Μεγάλωναν μπροστά μας τα παιδιά - πρωταγωνιστές, όπως βλέπουμε να μεγαλώνουν τα δικά
μας παιδιά. Δεν αντιλαμβανόμαστε τις αλλαγές τους παρά μόνο με αφορμή και σύγκριση με εξωγενείς παράγοντες και συμβάντα, σπουδές, πάρτι, δραστηριότητες, ενδιαφέροντα, κ.α.
Από τα μη αναμενόμενα, δυστυχώς, και όπως συνηθίζεται συχνά να θεωρείται «ξεκάρφωτο» ήταν το κλάμα της μάνας προς στο τέλος της ταινίας… δεν ήταν καν ξέσπασμα, πανικός, ή παράπονο. Δεν με έπεισε.

Όσοι με παιδιά σκέφτονται να χωρίσουν, καλό θα ήταν να δουν αυτή τη ταινία. Οι δε χωρισμένοι επίσης θα λάβουν, έστω και καθυστερημένα, το μήνυμά της. Εμείς, οι υπόλοιποι, είτε επειδή δεν είχαμε σκεφθεί τον χωρισμό, είτε τον θέλαμε αλλά τον αποφύγαμε, δεν ξέρω αν τελικά θα πούμε «ευτυχώς». Εξαρτάται τι σημαίνει προσωπική γαλήνη και ευχαρίστηση, ελευθερία και πως αντιλαμβάνεται ο καθένας την ευτυχία. Επίσης, πως αντιλαμβάνεται ο καθένας το τι είναι ανατροφή και πως (πρέπει να) μεγαλώσει ένα παιδί. Του φθάνει η αγάπη; Του φθάνουν τα βασικά, το ωραίο σπίτι και το καλό σχολείο; Θέλει αυστηρότητα, χαλαρότητα; Δεν τα αναφέρω απλά φιλοσοφώντας. Αναπτύσονται όλοι αυτοί οι προβληματισμοί στα 165 λεπτά της θέασης. Αφήνει διάφορες αιχμές ο σκηνοθέτης και παίρνει θέση, από απόσταση μπορεί, αλλά πάντως παίρνει. Την εποχή που αποφάσισε να κάνει την ταινία, είχε γίνει ο ίδιος ο Richard Linklater πρόσφατα πατέρας, η Σαμάνθα μάλιστα του έργου είναι η κόρη του. Αναρωτιέμαι αν οι προσωπικές του αγωνίες έγιναν και η αφορμή της ταινίας;

Δεν γκρινιάζω για τις ώρες που της αφιέρωσα. Θεωρώ ότι άξιζε τον κόπο.
Σε καλεί με τις ατέλειες της να δεις τις μεταλλάξεις της οικογένειας στην σύγχρονη εποχή, μέσα στην οποία αναπτύσσεται ο μελλοντικός άνθρωπος.


Σκηνοθέτης                         Richard Linklater
Σενάριο                              Richard Linklater
Μουσική                             Megan Currier,Randall Poster
Φωτογραφία                       Lee Daniel, Shane F.Kelly
Editing                               Sandra Adar

Ηθοποιοί

Ellar Coltrane                      Μέισον
Patricia Arquette                  Μητέρα
Ethan Hawke                       Πατέρας
Loreleir Linklater                 Σαμάνθα


Η κριτική εμφανίστηκε στις 6 Δεκεμβρίου 2014 στην εφημερίδα "Η Γνώμη" ...



14 Σεπτεμβρίου 2014

Le Week-End (in Paris) - 2013

Η ταινία Le Week-End του Roger Mitchell δεν έφθασε στην επαρχία ακόμη, αλλά ούτε και στο video club.
Όμως την συνιστώ ανεπιφύλακτα, όταν έρθει. Ανήκει στο είδος που μας σύστησε ο Woody Allen.
Νομίζεις ότι βλέπεις κωμωδία, ένα αθώο ρομάντζο, αλλά σε κρατάει αιχμάλωτο ο διάλογος, η βαθιά εντρύφηση στις σχέσεις ενός ζευγαριού. Στην συγκεκριμένη ταινία ο σεναριογράφος Hanif Kureishi επανέρχεται με το θέμα «σχέση του ζευγαριού».
Η αγάπη και το μίσος συνυπάρχουν ταυτόχρονα στις σχέσεις μας. Η φθορά και η κούραση, επίσης. Αυτό ισχυρίζονται σκηνοθέτης και σεναριογράφος διά στόματος των πρωταγωνιστών Νick και Meg.
Αποφασίζουν αυτοί, δύο Βρετανοί, να γιορτάσουν την 30η επέτειο του γάμου τους στο Παρίσι.
Κουβαλούν μαζί τους όλη την κούραση ενός μακρόχρονου γάμου, την ελπίδα ο ένας να τον αναπτερώσει, η άλλη να τον διακόψει, την βρετανική τους ιδιοσυγκρασία και φλέγμα, το λεπτό τους χιούμορ.
Κουβαλούν και τις αναμονές τους (μας) για την πόλη του φωτός. Αναζητούν τη σχέση που είχαν, θα ήθελαν να έχουν, την φλόγα του πάθους, όχι και οι δύο όμως με την ίδια επιμονή. Αναζητούν αυτό που υπόσχεται το Παρίσι σε όλους μας και αυτό που εναγωνίως ψάχνουμε και που ίσως να βρίσκεται ήδη κοντά μας.
Πολλές φορές νομίζει κανείς ότι το όνειρο κατοικοεδρεύει στη Γαλλική πρωτεύουσα και έτσι αισθάνονται και οι δύο πρωταγωνιστές μας. Σ’αυτή την αναζήτηση του «εγώ» του (ο Νick) και του έρωτα (η Meg) συμβαίνουν διάφορες σκηνές όπου συναντιούνται δυο άσπονδοι εχθροί και φίλοι, με όλες τις αντιθέσεις τους και διαφορετικότητες, Γάλλοι και Άγγλοι.
Ο θεατής γελάει. Κάποιοι γέλασαν πολύ. Δυστυχώς, εμένα, ο Kureishi δεν μου επέτρεψε να γελάσω. Δυσκολεύομαι να δεχθώ την άποψη του ότι όλα έχουν ένα τέλος, όλα κινούνται, όχι απαραίτητα προς το καλύτερο. Το ίδιο και οι έρωτές μας.
Ο Roger Mitchell έκανε ότι μπορούσε για να μην επικρατήσει η πικρία. Οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, με τη φωτογραφία που αφαίρεσε το θλιβερό από το Παρίσι και τόνισε τα πρόσωπα των ηθοποιών, κατέστησαν ευχάριστη την παρακολούθηση και ανάλαφρη τη διαμονή τους εκεί. Αν δεν είχε διαλεχτεί ως τόπος εξέλιξης του μύθου και ως το δεύτερο ήμισυ του τίτλου, με ότι το ίδιο κουβαλάει, φαγητό, κρασί, φώτα, βροχερά βράδια δίπλα στο Σηκουάνα, επιβλητικά κτίρια, χαλαρές κινήσεις, κομψές γυναίκες, αρώματα, κοσμήματα, έρωτες… θα ήταν το έργο τελικά ένα υπαρξιακό δράμα. Υπάρχει βεβαίως και το αναπάντεχο, η άλλη κουλτούρα, αυτή που όταν δεν μας φέρνει σε αμηχανία, μας κάνει να γελάμε.
Την τελευταία φορά που βρέθηκα στη μεγαλούπολη επισκέφθηκα μια έκθεση με θέμα το Παρίσι του 1900. Ήταν η μεγάλη έκθεση Exposition Universelle 1900 που θέλησε να προβάλλει στο κόσμο τα επιτεύγματα του προηγούμενου αιώνα και να επωφεληθεί από αυτά η Γαλλία στον επόμενο. Σαν σύμβολο στην είσοδο της Porte Monumentale Paris: The Triumphal Gateway of the Place de la Concorde, που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας René Binet, ήταν η Parisienne του Moreau-Vauthier. Ήταν το σύμβολο που καθιέρωσε τον μύθο. Γυναίκες από άκρη σε άκρη της γης, πλούσιες ή φτωχές, θέλησαν να μοιάσουν της Παριζιάνας. 50 εκατ. ήταν οι επισκέπτες της. Έμποροι, επαγγελματίες, πολιτικοί, διπλωμάτες πήγαν να δουν, να ενημερωθούν, να θαυμάσουν. Άνδρες-γυναίκες γοητεύτηκαν από τον θρύλο της Παριζιάνας και την ζωή που η ίδια υποσχόταν ή υπαινισσόταν ότι ζούσε. Οι άνδρες να την απολαύσουν, οι γυναίκες να της μοιάσουν.
Εδώ και 100 χρόνια, αυτό το σύμβολο, ο μύθος της Παριζιάνας, παρ όλο που οι επισκέπτες εκείνης της έκθεσης σχολίασαν «ως μην έχουσας ευπρεπήν ενδυμασίαν», ένας άλλος ολόκληρος κόσμος, στρατιές επαγγελματιών, κέρδισε και κερδίζει πουλώντας τα μέσα για να αγγίξει κανείς το μύθο. Δεν σχολιάζω αρνητικά ούτε αποφεύγω το ολίσθημα. Η Meg, ζούσα εντός του μύθου, αγόρασε γόβες και φόρεσε δαντέλα, ακόμη κι αν της στοίχισαν έναν μισθό. Θέλησε να σαγηνεύσει τον αδιάφορο σύζυγο; Να συναντήσει άλλον άνδρα; Να εισέλθει ή να επιβεβαιώσει τον μύθο;
Ο Hanif Kioureisi συνέχισε να επιμένει για το ζευγάρι, το χρόνο, την αποτυχία, την διαφορά πλούτου, την διαφορά καταγωγής, τη διαφορετικότητα των συμπεριφορών των φύλων, ενώ ο σκηνοθέτης πιστά τον απέδωσε συνεπικουρούμενος από τους συνεργάτες του.
Το τόνισαν κι εμείς το καταλάβαμε...
Όταν ταξιδεύεις είσαι αλλιώς. «Στο ταξίδι πλούσιος, στο σπίτι φτωχός» λέει μια ρήση. Και εγώ θα συμπλήρωνα, στο ταξίδι δεν είσαι απλώς αλλιώς, αλλά αποτινάσσεις τα βάρη, τις συμβάσεις... πλησιάζεις τον εαυτό σου.
Έτσι θα δικαιολογούσα την πρόποση του Nick στο τέλος καθώς και το χορευτικό φινάλε, που σε άλλη περίπτωση θα έμοιαζε παιδαριώδες.

Θα ξαναπάω στο Παρίσι όπως οι διάφοροι/ες Nick και Meg χωρίς να χρειασθεί να είναι και κάποια επέτειος. Κάποιοι τόποι είναι «σταθμοί» και παραμένουν πρόκληση για φωτογράφους, κινηματογραφιστές, σκηνοθέτες, ποιητές, εραστές. Ένα παράθυρο με θέα τον Eiffel αξίζει τη παρεκτροπή... σε φέρνει κοντά στον άλλον.
Ο Roger Mitchell το εξιστόρησε με την κινηματογραφική ομάδα του αυτό πολύ καλά.
Τώρα για μένα, το θεατή, μου αρκεί που πέρασα ένα ΣΚ μαζί τους. Προβληματίστηκα χωρίς να με βαρύνει, ανέξοδα, κυριολεκτικά και μεταφορικά... διέτρεξα ένα όνειρο.
Ενοχλήθηκα από ορισμένα κλισέ, συμπυκνωμένες συζητήσεις... αλλά μήπως έτσι δεν είναι οι Σαββατοκύριακες αποδράσεις;

Σκηνοθέτης      Roger Michell
Σενάριο           Hanif Kureishi
Μουσική          Jeremy Sams
Φωτογραφία    Nathalie Durand
Μοντάζ            Kristina Hetherington

Ηθοποιοί
Meg                  Lindsay Duncan
Nick                 Jim Broadbent
Morgan             Jeff Goldblum
Michael            Olly Alexander

15 Ιουλίου 2014

The Grand Budapest Hotel - 2014

Το να σου αφηγηθούν μία συναρπαστική ιστορία και μετά να κοιμηθείς σαν πουλάκι είναι από τις πιο γλυκές παιδικές επιθυμίες. Το να δεις μια ταινία και μετά η επιστροφή σου στην πραγματικότητα να μοιάζει πέταγμα σπουργιτιού, ανάλαφρη και περιπαιχτική, είναι ζητούμενο ενήλικα στην εποχή μας.
Θυμάμαι πριν χρόνια καθώς γύριζα σπίτι, αφού μόλις είχα δει το Tango του Carlos Saura, χόρευα με το νου, ή μάλλον προσπαθούσα να μην αποχωριστώ την μαγεία του χορού που πριν λίγο άφησα στην οθόνη. Τώρα ήρθε η σειρά του Wes Anderson να μου χαρίσει τέτοιας ποιότητας ψυχαγωγία που ξέχασα γιατί ήμουν πριν στρεσαρισμένη.
Κάπου σε μία φανταστική χώρα, σε ένα φανταστικό υπερπολυτελές ξενοδοχείο, ανάμεσα σε δυο πολέμους, ένας φημισμένος Υπεύθυνος Υποδοχής (front office/reception desk manager). Γοητευτικός, τελειομανής, αποτελεσματικός, αγόγγυστα προσφέρει τις υπηρεσίες του προς εξυπηρέτηση των πελατών με τρόπο μοναδικό, αυτό που του χάρισε την φήμη και στην συνέχεια το πλούτο.
Την ιστορία του θα ξεδιπλώσει ο Wes Anderson δια της αφηγήσεως του ηλικιωμένου πλέον μαθητή του και καλύτερού του φίλου.
Η περιπέτεια των πρωταγωνιστών ξεκινά με ένα θάνατο, ακολουθεί μία διαθήκη, ένα κληροδότημα, μία κλοπή και θα τελειώσει εκεί που άρχισε.
Η ταινία είναι μία αφήγηση μέσα σε μία άλλη, με παράλληλες αναδρομές στο παρελθόν δύο ανθρώπων, ενός συγγραφέα και ενός ιδιοκτήτη ξενοδοχείου. Βασίσθηκε σε κείμενα του Stefan Zweig για να λάβει σάρκα και οστά.
Δεν ήταν και τόσο απλό. Έχουμε δει αρκετές ιστορίες που ένα καλό υλικό, μια καλή ιστορία καταποντίζεται. Δούλεψαν πολλοί άνθρωποι από διαφορετικές θέσεις για το καλό αποτέλεσμα.
Μία πλειάδα πολύ γνωστών ηθοποιών, σε απίστευτα επιτυχημένα σκηνικά, με άπειρα προσεγμένη τη μεταμόρφωση τους με ενδυμασία και μακιγιάζ, ενορχηστρωμένοι από έναν άλλο Gustave H., τον πρωταγωνιστή (εν προκειμένω τον σκηνοθέτη), έφθασε να χαρίσει αυτό που επιδιώκει ο κινηματογράφος τη χαρά του «ζω εν ψευδαισθήσει» κατόπιν επιλογής μου.
Περιπέτεια δοσμένη θεατρικά, διακωμώδηση με φλεγματικότητα, αλλά και ποιότητα, ένταση και ευρηματικότητα, έκπληξη, αλλά ευχάριστη. Φόβος που δεν σε τρομάζει γιατί γρήγορα-γρήγορα σου υπενθυμίζει «Ε, σινεμά είναι».
Ατμοσφαιρική αλλά όχι ‘βαριά’. Πίνακες εποχής το κάθε κάδρο. Αισθητική ποιότητα χαρισμένη με περιπαιχτική διάθεση. Μια προτροπή «απόλαυσε... μη παίρνεις και πολύ σοβαρά ό,τι βλέπεις», σε ακολουθεί σ' όλη την διάρκεια. Ούτε τα δάκρυα άφησε να σε λυπήσουν. Υπονόησε ότι είναι μέρος της προσωπικότητας του χαρακτήρα που υποδύεται ο ηθοποιός, ενός χαρακτήρα αγνού, απλοϊκού, συναισθηματικού, που κλαίει και ζηλεύει.
Ο Stefan Zweig έδωσε την μελαγχολία και τον μελοδραματισμό μιας Ευρώπης που αλλάζει, ο Wes Anderson την διεισδυτική ματιά ενός παρατηρητή από την άλλη πλευρά του ωκεανού. Η εκκεντρικότητα προς τέρψιν του θεατή. Η ποιότητα εργαλείο προς επίτευξη του στόχου. Κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές σε μια Ευρώπη που ακόμη αλλάζει το σκηνικό για την ιστορία. Η εμπειρία, το μέσο μεταμόρφωσης του σκηνικού.
Για μήνυμα έλαβα την σημασία της φιλίας και το «την ανταμοιβή του κάνω καλά την οποιαδήποτε δουλειά, ακόμη κι αν κανονικά σερβίρω πρωινό σε Δούκισσες, αλλά σε λίγο θα μοιράζω πρωινό στους συγκρατούμενούς μου στη φυλακή.
Ψεγάδια; Είχε. Εκείνο που μ’ ενόχλησε κάπως περισσότερο ήταν η μάλλον παιδαριώδης εισαγωγή στην εξιστόρηση της ζωής του πρωταγωνιστή. Δεν κατόρθωσε να γίνει πειστική παρ’ όλη την ευρηματικότητά της.
Δεν θα την ονομάσω για να αφήσω την πλάνη του μυστηρίου να υπάρξει…

Σκηνοθέτης               Wes Anderson
Σενάριο.                   Βασισμένο σε κείμενα του Stefan Zweig.
                              Wes Anderson, Hugo Guinness
Κινηματογραφία        Robert D.Yeoman
Editing                     Barney Pilling

Μουσική                   Alexandre Desplat
Ενδυματολογία          Milena Canonero

Art Director              Stephan O Gessler
Set Decoration           Anna Pinnock

Hθοποιοί
Ralf Fiennes              Monsieur Gustave
Murray Bill.               Monsieur Ivan
Saoirse Roman           Agatha
Tild Swinton              Madame D
Edward Norton          Henckels
Adrien Brondy            Dimitri
Willem Dafoe            Jopling
Jude Law                  Νεαρος συγγραφέας
Jeff Goldblum.          Kovacs
Anthony Quinoz         Zero Moustafa
F Murray Abraham.    Monsieur Moustafa
Harvey Keitel.           Ludwig
Tom Wilkison             Συγγραφέας

28 Ιουνίου 2014

The Grandmaster (2013)

Αν διάλεγα γλυκό, θα ήθελα πάστα αμυγδάλου, αν ήθελα λουλούδια, πασχαλιές, μυρωδιά, το άρωμα αγαπημένης αγκαλιάς, ήχο της άρπας, σκηνοθέτη τον Wong Kar Wai, προς το παρόν…
Δεν δεσμεύομαι, στην ζωή όλα αλλάζουν.
Όμως, αυτός κι ο συνεργάτης του ο William Chang, όπως ανακαλύψαμε με φίλους ενώ συζητούσαμε για την ταινία, συνεχίζουν εδώ και χρόνια να δημιουργούν με την ίδια συνταγή. Ευτυχισμένοι αυτοί που αυτό που θέλουν το επιτυγχάνουν. The Grandmaster τους ήρθε και για ακόμη μία φορά επιβεβαίωσε την ποιότητα τους. Με αφορμή ένα θέμα, τις πολεμικές τέχνες, αφηγείται επικά μεν αλλά ποιητικά την ιστορία και πολιτισμό της χώρας του.
Ο μεγάλος δάσκαλος του Βruce Lee, o Ip Man, είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας.
Βρισκόμαστε στην Κίνα το 1937 και ζούμε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 50 εκεί μαζί με τους πρωταγωνιστές.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι η η συνέχειά του στο θέμα επιθυμία. Ποια είναι τα όρια μας, πως στεκόμαστε εμείς και η κοινωνία απέναντι της; Πως διεκδικούμε την ολοκλήρωση της; Ποιο είναι το τίμημα;
Σε μια εποχή γρήγορη και που τα πάντα αγοράζονται είναι δύσκολο να μιλήσεις για τέτοιου είδους προβληματισμούς.
Είτε πρόκειται για ερωτική επιθυμία, είτε για οικογενειακή υπόθεση κύρους και αξιοπρέπειας θέλει χαρακτήρα, θέληση και αποφασιστικότητα για την κατάκτηση ή υλοποίησή της.
Μέσα από την πανάρχαια τέχνη του Kung Fu, αυτού που στις μέρες μας εμπορευματοποιήθηκε, αναμετριόμαστε κι εμείς μαζί με τους πρωταγωνιστές να σταθούμε «όρθιοι». Στην πάλη, όπως και στην ζωή, έχεις εύκολο και δύσκολο δρόμο.
Οι ιστορικές στιγμές που βιώνει η χώρα, η εισβολή των Γιαπωνέζων και στη συνέχεια η επικράτηση του κομμουνισμού διαμορφώνουν ένα νέο κοινωνικό και ηθικό ιστό, αναδεικνύοντας και άλλου είδους συμπεριφορές. Επιχείρησε ο Wong Kar Wai να το αναδείξει με τους χαρακτήρες του και την διαφορετικότητα τους. Ο ένας ενέδωσε και ταπεινώθηκε, ο άλλος αντιστάθηκε, υπέφερε και διακρίθηκε.
Η σύγκρουση αξιών είναι καταλυτική για την εξέλιξη της ζωής τους.
Συμπυκνωμένα αλλά κατανοητά το εισπράττει ο θεατής.
Αναρωτιέμαι πως όμως ένας θεατής που καθημερινά βιώνει το να σε «θάψω» για να επιβιώσει μπορεί να αντιληφθεί το «σε αναγνωρίζω ως τον καλύτερο για να με εκπροσωπήσεις», το «με ομοφωνία αναγνωρίζω ότι είσαι ο καλύτερος».
Έχουν αλλοιωθεί οι συνειδήσεις και οι αξίες μας για να αντιληφθούμε αυτό που οριστικά έχουμε αποποιηθεί, τον αξιακό μας κώδικα ζωής.
Όμως η ταινία δεν είναι μόνο αυτό. Είναι εικαστική παρέμβαση. Όλα συνάδουν σε μία αφήγηση άκρως καλλιτεχνική.
Ηθοποιία, χορογραφίες, φωτογραφία, πλάνα, slow-mo και chiaroscuro και για ακόμη μία φορά, καταπληκτική μουσική, σε καλούν σε 130 λεπτά μέθεξης. Έξι χρόνια προετοιμασίας και τρία γυρίσματος και μοντάζ χρειάσθηκαν για να απολαύσεις. Οπτικά εφέ, ηχητικά, αθλητικές δεξιότητες, εξάσκηση, ο πρωταγωνιστής έσπασε ακόμη και το χέρι του, κουστούμια, τοπία φυσικά και κατασκευασμένα, όλα αυτά για την αφήγηση της ιστορίας ενός ανθρώπου, μιας τέχνης, μιας ζωής που οριστικά έχει χαθεί, μιας αποκατάστασης, μιας εμπορευματοποιημένης κινηματογραφικά τουλάχιστον τέχνης, αυτής των πολεμικών τεχνών.
Μέσα σε αυτήν την εκ βάθρων κοινωνική αλλαγή, ο άνθρωπος με τις ανάγκες του και τις επιθυμίες του. Το ζητούμενο του «θέλω» αλλά με χωρίζουν «τείχη» από αυτό.
Ξέρει να δημιουργεί δράμα, φόρτιση συναισθηματική ο Wong Kar Wai.
Πλησιάζεις το απλησίαστο, το «θέλω». Εκεί βιώνεις το απραγματοποίητο, εκεί στριμώχνονται όλα τα «θέλω» σου, και διαπιστώνεις ότι εκεί είναι που ο great Master του ‘The Grandmaster’ σε οδήγησε με τέχνη περισσή.
Είναι έργο εξίσου συναρπαστικό σαν μια επίσκεψη στο Orsay, σαν μια επιτυχημένη αναδρομική αγαπημένου σου καλλιτέχνη στο ΜοΜA, σαν μια συναυλία στο Ηρώδειο, σαν μια βραδιά καλοκαιριού, σαν την άνοιξη στους Δελφούς.
Ήμουν τυχερή και την είδα σε καλοκαιρινό σινεμά ανάμεσα σε βουκαμβίλιες και γιασεμιά. Με ακολουθεί η κίνηση του ποδιού καθώς γλιστράει, μάλλον «σχίζει», το χιόνι, η επιβλητικότητα των ρούχων, η μελετημένη κίνηση των σωμάτων, ο απόλυτος έλεγχος του τελευταίου μορίου της ύλης μας, με μουσική να σου το υπογραμμίζει.
Σταγόνες νερού, νιφάδες χιονιού χορεύουν ασπρόμαυρη χορογραφία κάνοντας δυνατό το αδύνατον. Δεν είδα ψεγάδια, κι αν υπήρχαν, τα προσπέρασα προς χάριν του όλου.

Σκηνοθεσία                    Wong Kar Wai
Σενάριο.                        Wong Kar Wai, ,Jingzsi Zou, Haofeng Xu
Κινηματογραφία.            Philippe Le Sourd
Μουσική                        Shigerou Umebayashi, Nathaniel Méchaly & Stefano Lentini
Σχεδιασμός παραγωγής,  

Καλλιτεχνική διεύθυνση, 
Ενδυμασία και μοντάζ     William Chang

Ηθοποιοί
Ip Man                            Tony Chiu Wai Leung
Gong Er                          Ziyin Zhang
Ma San.                          Zin Zhang
Gong Yutian                    Wang Quingxiang
Cheung Wing-Sing             Hye - kyo Song

18 Ιουνίου 2014

Κλέφτρα βιβλίων (The Book Thief) 2013

Η ταινία βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Markus Zusak αφηγείται την ζωή της Liesel, ενός εξαιρετικά θαρραλέου νεαρού κοριτσιού που έρχεται στην Γερμανία, λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, να ζήσει με την οικογένεια που την υιοθέτησε. Θα μάθει να διαβάζει με την βοήθεια του θετού της πατέρα Hans και του Max, ενός Εβραίου πρόσφυγα, που η θετή οικογένειά της κρύβει κάτω από την σκάλα.
Για την Liesel και τον Max η δύναμη των λέξεων και η φαντασία γίνονται η μόνη διέξοδος από τα τρομερά γεγονότα που συμβαίνουν γύρω τους. Η ζωή, ένα πετραδάκι κάτω από την μπότα της βίας.
Μπορεί κάποιος να εξοικειωθεί με τον θάνατο; Πως εξακολουθεί να υπάρχει; Ποια αγάπη σε κρατάει στην μνήμη;
Στην ταινία σε υποδέχεται ως αφηγητής, ο θάνατος. Καμία σχέση όμως με ταινία τρόμου.
Γραφικότητα στο τοπίο, αθωότητα στο βλέμμα της μικρής πρωταγωνίστριας.
Η πορεία της ύπαρξής της ξεκινά με το θάνατο του αδελφού της.
Θα πορευτεί δύσκολα στην ζωή. Ο θάνατος θα της πάρει έναν-έναν όλους τους αγαπημένους της.
Θα υπάρχουν αυτή και αυτοί μέσα από τις λέξεις, είτε όταν τις διαβάζει, είτε όταν τις γράφει.
Θα παρακολουθήσουμε τη πορεία της μέσα από τον αναλφαβητισμό της μέχρι τη στιγμή που και η ίδια γίνεται συγγραφέας.
Η πορεία αυτή δεν είναι εύκολη. Ξεκινάει στην Γερμανία το 1938.
Ένα παιδί. Με ορθάνοιχτα μάτια θα ζήσει την εκκόλαψη του φιδιού, την νύχτα των κρυστάλλων, το κάψιμο των βιβλίων από τους Ναζί. Θα ζήσει δίπλα σε θετούς γονιούς. Σε μια γειτονιά φτωχών ανθρώπων. Θα βιώσει την βία, την σημασία του να είσαι άνθρωπος αλλά και την δυσκολία. Τη φιλία. Την οδύνη του πολέμου. Το παράλογο της ναζιστικής άνθισης και επικράτησης.
Ένα παιδί που το ερωτηματικό παραμένει στα μάτια του, στην ψυχή του. Θα βιώσει την δίωξη του ανθρώπου από άνθρωπο. Γνωρίζει τον φόβο του ανθρωποκυνηγητού, την ανελευθερία, τον πόλεμο. Την βαρβαρότητα, τα εγκλήματα πολέμου.
Ζει και ζούμε μαζί της τη μετάλλαξη μιας κοινωνίας από φτωχή και φιλήσυχη σε μια κοινωνία μαινόμενη, που σταδιακά υποτάσσεται στο ναζισμό. Μια κοινωνία ανήμπορη να αντιδράσει.
Σπαράγματα εδώ κι εκεί. Πονάει αλλά δεν αντιστέκεται, μέχρι που έρχεται ο πόλεμος του Χίτλερ. Βιώνει την λαίλαπα του πολέμου που η ίδια η Γερμανική κοινωνία προκάλεσε, ή που δεν τον απέτρεψε. Πεινάει, κρύβεται, θυσιάζει τα παιδιά της, γκρεμίζεται ο κόσμος της. Αδυνατεί να παλέψει, να αντισταθεί. Θρηνεί.
Η Liesel υπάρχει και αναπτύσσεται εντός αυτής της κοινωνίας.
Ένα παιδί.
Το υπέροχο αυτό βιβλίο του Markus Zusak, «Τhe Book Τhief», έγινε ταινία.
Όπως όλα τα βιβλία που γνώρισαν επιτυχία, δύσκολα γίνονται ταινία. Δυσκολεύεται ο λόγος να χωρέσει σε ένα δίωρο εικονικό.
Έχει ο αναγνώστης προσδοκίες, ο δε θεατής ελλείψεις.
Κυρίως πρόβλημα προκύπτει όταν τυχαίνει να είσαι ο ίδιος και αναγνώστης και θεατής.
Βρίσκεις ελαττώματα.
Η ταινία είναι αργή, πολύ αργή μάλιστα σε συγκεκριμένες στιγμές. Όμως τρυφερή. Σκηνικά, κουστούμια, ήχος, μουσική, αψεγάδιαστα. Οι ερμηνείες των Geoffrey Rush και Emily Watson, αξιοθαύμαστες. Τα παιδιά εξαιρετικά, ιδιαίτερα ο Rudy. Η Liesel… θα ήθελα κατά στιγμές να είχε την φρεσκάδα του Rudy, όμως δεν τα κατάφερε. Είχε εκφραστικά μάτια αλλά συμπεριφερόταν λίγο σαν μικρομέγαλη, θα έλεγα. Ίσως ήταν επιλογή του σκηνοθέτη να δείξει ότι δεν πρόλαβε να είναι παιδί. Πως θα μπορούσε άλλωστε;
Όμως, κατορθώνει η πολύ καλή κινηματογραφία της ταινίας, μαζί με τα άλλα πλεονεκτήματά της που ανέφερα, να κρατήσουν το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο
μέχρι τέλους. Παραμένει στα μείον της ταινίας το γεγονός ότι δεν μπορείς με ακρίβεια να εστιάσεις στο θέμα της. Νομίζεις ότι διαρκώς μετατοπίζεται το κέντρο βάρους της.
Θέλει να φθάσεις μέχρι το τέλος για να αποφασίσεις ότι η ζωή είναι καθαρά θέμα τύχης, το αν θα ζήσεις δηλαδή ή όχι. Η γεωγραφία και η ιστορία είναι οι ίδιες για όλους μας. Στον δεδομένο χρόνο, εσύ, εγώ, θα παραμείνουμε ή όχι εν ζωή από μια σειρά συμπτώσεων. Οι ανατροπές κυρίως είναι που καθορίζουν την ζωή.
Το μόνο που έχει σημασία είναι να παραμείνεις άνθρωπος, να διατηρήσεις την αξιοπρέπεια σου και να ζήσεις. Να αγαπήσεις άνθρωπο είτε βιβλίο. Την ζωή την ίδια.
Να κρατήσεις μέσα σου τις στιγμές της ομορφιάς.
Να τις μοιράσεις και να τις μοιραστείς αν και όπου μπορείς.
Η αγάπη της Liesel για τα βιβλία την βοήθησε να ξεπεράσει δυσκολίες, να ζήσει η ίδια, να ζήσουν και οι άλλοι. Το ότι έζησε ήταν επίσης θέμα συμπτώσεων.
Η εισαγωγή της ταινίας, με την αφήγηση, σε προετοιμάζει να εστιάσεις σ' αυτό το σημείο. Όμως η δύνη της εποχής του βιβλίου, της ταινίας, μια εποχή που η ζωή ηττήθηκε από τον θάνατο άνισα, παράλογα, σε παρασύρει στα γεγονότα και τις αιτίες που την έσβησαν. Χάνεις το θέμα.

Τα «γιατί και ποιοι και πως» πληθαίνουν.
Χάνεσαι στην φρίκη της.
Μπροστά στον βωμό των βιβλίων ένα μικρό κοριτσάκι μοιάζει ασήμαντο, αδύναμο, ανίκανο να τα βάλει με τον βίαιο γίγαντα. Μόνο η αθωότητα και αφέλειά της θα επιτρέψουν την επιθυμία και αγάπη της γι’αυτά, τα βιβλία, να ξεπεράσει τον φόβο της και να τα κλέψει..
Η ζωή της χαρίστηκε.
Δεν είναι τυχαίο και αυτό ενισχύει την άποψη μου ότι το πρώτο της βιβλίο, η έναρξη της καινούργιας της ζωής, σαν παιδί ακόμη, ανίκανο να διαβάσει, είναι το Εγχειρίδιο του Νεκροθάφτη, που κι αυτό έπεσε από τον ιερέα ή τον νεκροθάφτη που έθαψαν τον αδελφό της. Ξεκίνησε από το θάνατο και έφθασε στην ζωή.

Σκηνοθέτης                         Brian Percival
Συγγραφέας                       Markus Zusak, το βιβλίο:The Book Thief
Σεναριογράφος                   Michel Petroni
Κινηματογραφία                  Florian Balhaus
Διανομή ρόλων                   Kate Dowd
Μουσική                            John Williams

Ηθοποιοί
Αφηγητής                          Roger Adam
Liesel                                Sophie Nélisse
Hans                                 Geoffrey Rush
Roza                                 Emily Watson
Rudy                                 Nico Liersch
Max                                  Ben Schnetzer

7 Ιουνίου 2014

Philomena (2013)

Αμέσως μετά από την θέαση μου της ταινίας αυτής ήρθε η είδηση:
H Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία της Ιρλανδίας κάλεσε το τάγμα των μοναχών, που διαχειριζόταν το πρώην μοναστήρι όπου εντοπίστηκε ομαδικός τάφος με τα λείψανα περίπου 800 παιδιών, να συνεργαστεί με τις αρχές που ερευνούν την υπόθεση.
Η Ιρλανδία πρόκειται να ερευνήσει αυτό που η κυβέρνηση χαρακτήρισε «εξαιρετικά ανησυχητική» ανακάλυψη ενός ομαδικού τάφου σε ένα πρώην μοναστήρι που διοικούσε το τάγμα των «Αδελφών του Ελέους», όπου 796 παιδιά πέθαναν κατά το διάστημα 1925-1961.
Ο αρχιεπίσκοπος του Τούαμ δήλωσε ότι ενώ δεν είχε κάποια ανάμειξη στη διοίκηση του μοναστηριού, η επισκοπή του συγκλονίστηκε και λυπήθηκε πολύ όταν πληροφορήθηκε τον αριθμό των παιδιών που ενταφιάστηκαν εκεί.
Η κάποτε ισχυρή Καθολική Εκκλησία της Ιρλανδίας κλυδωνίζεται από μία σειρά σκανδάλων που αφορούν κακοποίηση και παραμέληση παιδιών.
Η Εκκλησία διοικούσε πολλές από τις κοινωνικές υπηρεσίες της χώρας τον 20ό αιώνα, περιλαμβανομένων των ιδρυμάτων για ανύπανδρες μητέρες που στέλνονταν εκεί για να γεννήσουν - ανάμεσά τους και τα θύματα βιασμού.
Οι ανύπανδρες γυναίκες και τα παιδιά τους θεωρούνταν στίγμα για την εικόνα της Ιρλανδίας ως αυστηρής καθολικής χώρας.
Συνιστούσαν βέβαια και πρόβλημα για κάποιους από τους πατέρες -ειδικά αν επρόκειτο για ισχυρές προσωπικότητες, όπως ιερείς ή πλούσιοι, παντρεμένοι άνδρες.
Τα ιδρύματα αυτά, όπως ήταν τα «Πλυντήρια της Μαγδαληνής», εκμεταλλεύονταν εμπορικά οι μοναχές, αλλά λάμβαναν κρατική επιχορήγηση.
Λειτουργούσαν ως κέντρα υιοθεσίας και λόγω αυτής της ιδιότητάς τους τελούσαν υπό κρατικό έλεγχο.
Μου πήρε μέρες να συνέλθω. Το θέμα ήταν τόσο δυνατό που δεν άφηνε περιθώρια για άλλου είδους παρατηρήσεις.
Μεγάλωσα σε χώρα που η εκκλησία παίζει καθοριστικό ρόλο στην διαμόρφωση τόσο της προσωπικότητας μας όσο και της κοινωνικής ζωής. Έχει επίσης δύναμη και επηρεάζει την πολιτική καθημερινότητα. Τα τελευταία χρόνια ειδήσεις απ όλο το κόσμο όχι μόνο θέτουν υπό αμφισβήτηση την ηθική μελών της, αλλά αποτελούν θέμα ποινικής δίωξης, ως εγκληματικής συμπεριφοράς. Οργανωμένο έγκλημα στο όνομα της ηθικής τάξης, όπως εμφανίζεται στις ειδήσεις και στην ταινία, ξεπερνά τα όρια ανοχής, ανεκτικότητας. Προκαλεί θυμό, κατακραυγή.
Ακολουθήσαμε βήμα-βήμα την μάνα στην αναζήτηση του παιδιού της. Μοιραστήκαμε την απελπισία της, απογοητευτήκαμε με τις άγονες προσπάθειές της. Έμεινα προσωπικά άφωνη μπροστά στην πίστη της. Μια πιστή βαθιά, συγχωρούσα, πίστη. Πίστη Οσιομάρτυρος.
Ήθελε ο Stephen Frears να δούμε πως σφυρηλατείται η πίστη;
Ήθελε να δούμε τη σύγκρουση πίστης και ημών;
Δεν το ξέρω. Έτσι φάνηκε. Βέβαια το συνδύασε με την αφέλεια των γυναικών λαϊκής τάξης.
Την ήθελε στο πόνο της αντιμέτωπης με την πίστη της αλλά και τον άπιστο δημοσιογράφο που προκειμένου να αντιμετωπίσει το προσωπικό του πρόβλημα, της ανεργίας, ανακατεύεται με ένα θέμα ανθρωποκεντρικό, με υπεροψία θα σημείωνα ως προς την τάξη . Όμως o Martin επαγγελματίας στο είδος του, θα ακυρώσει τον επαγγελματισμό όταν τον συνεπαίρνει η αδικία και εδραιώνεται η έντονη και ακλόνητη αντιπάθεια, απόρριψη της Εκκλησίας.
Η ταινία παρουσιάζει κάποιες στιγμές αμηχανίας. Η ροή της δεν είναι απρόσκοπτη. Εν μέρει ο Steve Coogan δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στην Judi Dench. Το σενάριο "κολλούσε" σε αρκετά σημεία, ιδιαίτερα κατά την παραμονή τους στην Αμερική. Έμοιαζε σαν να έλεγαν «και τώρα τι;».
Ένα επιχείρημα θα ήταν ότι όντως υπάρχει αδυναμία να πας παρακάτω όταν η ίδια ζωή σηκώνει απροσπέλαστο τοίχο. Όταν το αμετάκλητο είναι εμπρός σου. Όταν στον πόνο σου απέναντι στέκει η υποκρισία, η προσποίηση, ο κατ’ επίφαση ηθική τάξη, το Θέλημα του Θεού.
Σαν να χτυπάς σίδερο και ο πόνος στην καρδιά να οδηγεί «το χέρι», την γνώση σε βαθύτερο και οξύτερο πόνο.
Μόνο μέσο αντίστασης η πίστη στην μάνα και η τελειομανία του επαγγελματία στον δημοσιογράφο. Παράλληλα συνυπάρχουν με τον αθεράπευτο ρομαντισμό της μίας και την περιφρόνηση της Εκκλησίας από τον άλλο.
Η απάντηση στην οθόνη.
Θα μπορούσα να ήμουν αυστηρότερη στην κριτική μου, όμως ο Frears είναι από τους αγαπημένους μου. Όπως και οι επιλογές του για τη ταινία, παράδειγμα ο Ελληνογάλλος Alexander Desplat για την μουσική επένδυση του έργου.
Το λέω γιατί δεν με έπεισε η αγωνία της μάνας, ούτε ο πόνος της. Έμεινα μετέωρη.
Αφήνω περιθώριο να ήθελε κάτι να πει που δεν το εισέπραξα.
Επιφυλάσσομαι.

Σκηνοθέτης                       Stephen Frears
Συγγραφέας                      Steve Coogan - "The Lost Child of Philomena Lee"
Σενάριο                            Steve Coogan, Jeff Pope
Κινηματογραφιστής            Valerie Bunelli
Διανομή ρόλων                  Leo Davis Lissy Holm
Μουσική                           Alexandre Desplat

Ηθοποιοί
Philomena                         Judi Dench
Martin                              Steve Coogan
H μικρή Philomena              Sophie Kennedy Clark
Αδελφή Hildegarde             Barbara Jefford
Pete Olsson                       Peter Hermann
Michael                             Sean Mahon

Μικρός Antony                   Tadhg Bowen

2 Ιουνίου 2014

12 Χρόνια σκλάβος (12 Years a Slave) - 2013

Η ταινία είναι αψεγάδιαστη, εντυπωσιακή, η πιο ολοκληρωμένη μέχρι στιγμής προσέγγιση στο θέμα ‘δουλεία’. Άξια σάρωσε τα βραβεία. Λέγεται γιατί η άλλη πλευρά του Ατλαντικού δεν έχει κλείσει ακόμη τους λογαριασμούς της με το θέμα.
Η ικανότητα και η ευφυΐα ενός σκηνοθέτη, του Steve McQueen, στην συγκεκριμένη ταινία μαζί με τις καταπληκτικές ερμηνείες την κάνουν να ξεχωρίζει. Είναι ξεχωριστή γιατί τα έχει τα προαναφερθέντα ως προίκα.
Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία. H ταινία βασίζεται στην αυτοβιογραφία του Solomon Northup, ένος μορφωμένου και παντρεμένου μαύρου στη Νέα Υόρκη του 1853, ο οποίος προσεγγίζεται από δύο αγνώστους για μια δουλειά στην Ουάσιγκτον. Όμως, μόλις εμφανίζεται στην πόλη, απαγάγεται και εξωθείται στη δουλεία.
Ο Solomon, που βρέθηκε αντιμέτωπος με την σκληρότητα αλλά ταυτόχρονα και την καλοσύνη του ιδιοκτήτη του, αγωνίστηκε για να παραμείνει ζωντανός και να διατηρήσει όση αξιοπρέπειά του είχε μείνει. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια θα ζήσει αυτό το Γολγοθά, κατά τη διάρκεια των οποίων είχε την ευκαιρία να γνωρίσει έναν Καναδό, που θα του αλλάξει τη ζωή μια για πάντα.
Το γεγονός ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία εντείνει τα συναισθήματα αλλά και την κριτική.
Είναι μεγάλο στοίχημα να μην περάσεις στην καταγγελία, να αναδείξεις όπως πρέπει το μεγάλο ζήτημα της δουλείας αλλά και το προσωπικό δράμα του Solomon.
Ο θεατής βιώνει όλη την απάνθρωπη συμπεριφορά ανθρώπου προς άνθρωπο, διεισδύει στην ψυχολογία του Solomon, βρίσκεται αντιμέτωπος με ότι προσπαθούσε να ξεχάσει ότι υπήρξε.
Στην ουσία δεν ήταν απλώς εκμετάλλευση προς εξασφάλιση φθηνών εργατικών χεριών, τουλάχιστον αυτό επιβεβαίωσε και η ταινία, ήταν ο ‘κακός’ που κουβαλάμε μέσα μας, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, όταν αισθανθούμε ότι είμαστε ανώτεροι, ξεχωριστοί. Η αλαζονεία της υπεροχής, η ανεξέλεγκτη μοχθηρία μας, καλυμμένη πάντοτε από μία κατασκευασμένη ηθική επίφαση. Στην συγκεκριμένη οι δυνάστες, οι βασανιστές, ήταν κατ´ εικόνα τουλάχιστον, ευυπόληπτοι πολίτες, καλοί οικογενειάρχες και κυρίως Χριστιανοί. Εμείς τουλάχιστον, οι Έλληνες, ως υποδουλωμένοι, μπορούσαμε να παρηγορηθούμε ότι δεν λατρεύαμε τον ίδιο Θεό. Στο όνομα του Θεού βέβαια διαπράττονται αποτρόπαια εγκλήματα.
Η ταινία είναι τόσο δυνατή που ακόμη και σε σκηνές που η βία απουσιάζει την νιώθεις. Νιώθεις ότι ελοχεύει.Έχει την ασφυκτική πίεση θρίλερ χωρίς να είναι.
Η βία που βιώνει το σώμα των ηθοποιών μεταφέρεται πάνω σου. Η καταπόνηση του σώματος. Η βάναυση χρήση του είτε είναι από υπερβολική και επίπονη εργασία, ο βιασμός, το μαστίγωμα σε αναγκάζουν να σηκωθείς από το βόλεμα γιατί δεν αντέχεις. Ποια είναι τα όρια πόνου; Πόσο αντέχει ένας άνθρωπος;
Χωρίς μελοδραματισμούς, τις περισσότερες φορές σιωπηλά, συμμετέχεις στον πόνο, στην ταπείνωση, στον εξευτελισμό της ανθρώπινης υπόστασης. Κατανοείς ακόμη και την μην αντίδραση, την καταπίεση, την κατάργηση της αξιοπρέπειας.
Απέδωσαν το ρόλο τους όλοι μοναδικά. Όλοι οι χαρακτήρες αποδόθηκαν με εξαιρετικό τρόπο μέσα στην καλοσύνη τους, την υπεροψία τους, την βιαιοπραγία τους, την απανθρωπιά τους, την φρικαλεότητα, την εγκληματική τους συμπεριφορά, την ανεκτικότητα, την άνευ όρων παράδοση τους, την σιωπή τους, την απόγνωση, την κούραση τους, τον πόνο.
Αξιοπρόσεχτη η αφηγηματική σειρά των γεγονότων. Με δύο-τρία πισωγυρίσματα ακολουθούσες τον ήρωα στην εξέλιξη της ιστορίας. Επιτυχία του σεναριογράφου.
Φοβερή εφευρετικότητα του σκηνοθέτη η αντίθεση του υπέροχου ειδυλλιακού σκηνικού των αγροκτημάτων με τα εγκλήματα που φιλοξενούσε. Μία οργιάζουσα βλάστηση, το καθαρτήριο του πράσινου και του λευκού των επαύλεων απέναντι στην κόλαση του μαύρου. Εξαιρετικά πλάνα, φωτισμός που δραματοποιεί τις σκηνές βοηθώντας την ηθοποιία και την σκηνοθεσία. Εξαιρετικά φωτογραφικά πορτρέτα συμπληρώνουν την έκφραση, εμπεδώνεις την τότε και εκεί πραγματικότητα.
Στα μείον της ταινίας, αν και καθοριστικό για την εξέλιξη της ιστορίας της λήξης της δουλείας, η εμφάνιση του Καναδού και το λογύδριο του περί κατάργηση της δουλείας. Ήταν το κομμάτι που αναρωτιόμουν πως προέκυψε. Ήταν ασύνδετο από άποψη ποιότητας και συνεκτικότητας. Σαν να προστέθηκε εσπευσμένα, εκ των υστέρων, πρόχειρα. Το ίδιο μείον θα έδινα και στο τέλος της ταινίας. Ήταν συμπιεσμένο. Σαν να έπρεπε να τελειώσει.
Είναι γεγονός πως σαν κοινωνία δεν έχουμε απαντήσει κατ’ ιδίαν ή συλλογικά στο θέμα δουλεία. Είναι γεγονός ότι ηθελημένα δεν στεκόμαστε να το αντιμετωπίσουμε. Είναι προσβλητικό της υπόστασης μας. Είναι απάνθρωπο. Δεν θέλουμε να συμβαίνει κι αν συμβαίνει θέλουμε να το αγνοούμε. Προσποιούμεθα ότι δεν είναι δυνατόν. Κι όμως υπάρχουν χώρες που ο άνθρωπος είναι πράγμα για έναν άλλο άνθρωπο, η δύναμη του οποίου ακυρώνει την ύπαρξη. Όταν βρίσκεσαι, ως θεατής, μπροστά στην σκληρή αλήθεια της βίας, της αδικίας, του εξευτελισμού είναι φυσικό να σε συνεπαίρνει το θέμα εις βάρος της μορφής. Μόνο που η μορφή είναι αυτή εξαιτίας της οποίας το θέμα είχε τόσο επιρροή επάνω σου.
Ε! Αυτό είναι Τέχνη.


Σκηνοθέτης.                                Steve McQueen
Συγγραφέας βιβλίου.                    Solomon Northup (βιβλίο Twelve Years A Slave)
Σενάριο.                                     John Ridley
Κινηματογραφία.                          Sean Bobbitt
Μουσική.                                     Hans Zimmer
Διανομή ρόλων.                            Francine Maisler

Ηθοποιοί
Solomon Northup.                         Chiwetel Ejiofor
Freeman                                      Paul Giamatti
Rachel.                                       Nicole Collins
Edwin Epps                                  Michael Fassbender
Mrs Epps.                                    Sarah Paulson
Patsey.                                       Lupita Nyong'o
Mr Ford                                       Benedict Cumberbatch
Tibeats.                                      Paul Dano

29 Μαΐου 2014

The Wolf of Wall Street (2013)

Διάβασα κάπου ότι ένα από τα καλά της κρίσης ήταν ότι απολαύσαμε εξαιρετικές ταινίες, όπως το 'Margin Call', 'Wall Street: Money never sleeps', το 'Capital'. Είναι ακριβό το τίμημα για κάποιες ώρες ευχαρίστησης. Η αλήθεια είναι ότι οι καλλιτέχνες, ως πιο ευαίσθητοι κι ανήσυχοι από εμάς, προσπαθούν να απαντήσουν στα δικά μας μεγάλα ερωτηματικά, να τα αναλύσουν και να τα εξορκίσουν.
Ο Martin Scorsese, με μία υπερβολή που άλλη ονόμασαν μαύρη κωμωδία, μας ξετύλιξε τον κόσμο που ουσιαστικά δρούσε και δρα δίπλα μας και προκάλεσε την μεγαλύτερη σε διάρκεια κρίση. Πρόκειται για αληθινή ιστορία του Jordan Belfort, ενός χρηματιστή από το Long Island, τη δραματική άνοδο και πτώση του στη Wall Street, που συνόδευσε την ταραχώδη ζωή του, με τα ατελείωτα πάρτι, καταχρήσεις και τη διαφθορά.
Η ταινία δεν επιχειρεί να απαντήσει στο πως. Δεν καταπιάνεται στο κομμάτι της οικονομικής ανάλυσης που ίσως κάποιοι να περίμεναν. Εστιάζει στους χαρακτήρες και τη ψυχολογία αυτών που δημιούργησαν το πρόβλημα και που δεν ξέρουμε που και πότε θα σταματήσει. Η θηριώδης λαιμαργία του ανθρώπου και ιδιαίτερα του σύγχρονου για το χρήμα κι ότι αυτό αποφέρει ήταν η καρδιά της ταινίας.
Τον χαρακτήρα τού τον έδωσε το βιβλίο, τη πλοκή, το μύθο. Αυτός, ο Martin Scorsese, τον ανέβασε στα ύψη. Η επιλογή του Leonardo Di Caprio ως πρωταγωνιστή, άριστη. Με μία ανεπανάληπτη ηθοποιία ερμήνευσε έναν ρόλο που ακροβατούσε στα όρια της σάτυρας. Υπερκινητικός, χειμαρρώδης, παθιασμένος, ηδονιστής, άπληστος, ρηξικέλευθος, τολμάει, αρπάζει, κερδίζει, απολαμβάνει. Παραμένει ανικανοποίητος. Δεν έχει όρια. Χρήμα, ναρκωτικά, πορνεία, ηδονή. Ένας ατέρμων κύκλος. Σε αυτή την επιλογή έχει μαζί του μία ομάδα οπαδούς που διέπονται από το ίδιο πάθος, όμως δεν είναι το ίδιο χαρισματικοί με αυτόν.
Ο Scorsese σε δύο σημεία είπε ότι η επιθυμία να λύσεις τα προβλήματα σου οδηγεί στην επιθυμία να αποκτήσεις πολύ χρήμα. Η αθώα εκ πρώτης όψεως επιθυμία για να βρεθείς κι εσύ στον άλλον κόσμο, τον 'καλύτερο', αυτόν που μας έπεισαν για 'καλύτερο', σε οδηγεί σε ατραπούς χωρίς επιστροφή. Αθώα ξεκίνησε ο Βelfort… έμαθε και βρήκε άλλους, τους δίδαξε, τους ντοπάρισε, αναδείχτηκε ο ίδιος σαν Κροίσος.
Που πόνταρε, ή που ποντάρουν οι χρηματιστές; Στην μικρή αθώα επιθυμία να γίνουμε κι εμείς πλούσιοι, άκοπα, γρήγορα.
Η προμήθεια μου για την ικανοποίηση αυτής σου της επιθυμίας θα κάνει κι εμένα πλούσιο.
Όλα αυτά χρειάζονται ενέργεια και αυτή μόνο οι ουσίες σου την δίνουν άμεσα, γρήγορα, αλλά όχι και ακίνδυνα. Γίνεσαι θύμα τους, εκεί που νομίζεις ότι εσύ ελέγχεις.
Άφθονο έρεε το αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Μια υπερβολή. Αναρωτιέσαι αν όντως έτσι είναι, αν γίνεται έτσι σε κάποιες κοινωνίες ή σε κάποιες κοινωνικές ομάδες. Αυτή η φοβερή εξάρτηση. Στην ουσία, ένας παντοδύναμος άνθρωπος εξαρτάται από μια σκόνη. Η ίδια η παντοδυναμία του ακυρώνεται. Ακυρώνεται και ελευθερώνει τα ένστικτά του κι αυτά πανίσχυρα και ενισχυμένα, ταϊσμένα από τις ουσίες, παίρνουν τον έλεγχό του. Έτσι ζητά σεξ όλο και περισσότερο όλο και διαφορετικό. Γέμισε η οθόνη πόρνες, όργια. Ο Καλιγούλας θα ωχριούσε.
Όμως, αν είσαι ο 
σκηνοθέτης Martin Scorsese, δεν αφήνεις τον θεατή να παρασυρθεί μέσα τους.
Παρατηρητής αδιάφορος παραμένεις και πολλές φορές αηδιάζεις μέσα στον εξευτελισμό του ανθρώπινου σώματος, αυτού που σου χάρισε και χαρίζει ηδονή, ευχαρίστηση, αυτού που στα μουσεία του κόσμου λάτρεψες. Δεν ξέρω αν οι άρρενες θεατές ένοιωσαν κάποια ευχαρίστηση, αλλά εμένα προσωπικά με άφησαν οι ερωτικές σκηνές παγερά αδιάφορη. Δεν θέλησε αυτό να δω, ο σκηνοθέτης. Αυτό που ήθελε ήταν ο κύκλος του χρήματος.
Είναι γεγονός ότι ο απεχθής χαρακτήρας του Belfort μέσα από την ταινία, με την βοήθεια της ερμηνείας του Leonardo Di Caprio, του κινηματογραφιστή, αλλά κυρίως του σκηνοθέτη, απέκτησε αίγλη και ωραιοποιήθηκε.
Μετά το τρίωρο θέασης, νιώθεις μια πικρή γεύση. Αν αυτοί είναι οι νέοι ήρωες της κοινωνίας μας δεν με συνεπήραν και ούτε θα ήθελα να τους μοιάσω. Φαντάζομαι μετά τον Σπάρτακο, τον Gladiator, τον Ben Hur, τον Robin Hood, τους Τρεις Σωματοφύλακες, τον Δον Κιχώτη, τον Ναπολέοντα, ακόμη και τον Batman, αγόρια και κορίτσια ζήλεψαν και θέλησαν να ταυτιστούν μαζί τους, ανεξάρτητα από την βία που εικονικά βίωσαν. Όπως ωραιοποιήθηκε ο 
Belfort, έτσι χωρίς καμμιά τελετή αποκαθηλώθηκε. Ακόμη και η εν συνεχεία λαμπρή καριέρα του σε άλλο τομέα δραστηριότητας, δεν δημιούργησε προσωπικότητα για ταύτιση.
Ο άνθρωπος γίνεται πράγμα προς κατανάλωση και αγοραπωλησία, αρκεί να έχεις χρήμα.
Ελεεινή η εικόνα της γυναίκας επίσης σ' αυτό το κόσμο, στη ταινία. Μοναδικό αντικείμενο ηδονής, ακόρεστου πόθου. Στην καλυτέρα των περιπτώσεων μικρή αναφορά σε μια γυναίκα χρηματίστρια που, αφού σώσει τα παιδί της πουλώντας «αέρα», το κάνει συνολάκι Chanel, για το μόνο που νοιάζεται καθώς συλλαμβάνεται για διαφθορά και απάτη.
Τα φρόντισε όλα ο Scorsese. Ήταν λίγες οι γυναίκες στην εταιρεία, πολλές στα πάρτι, άπειρες οι πόρνες. Ο φακός όμως δεν στάθηκε ούτε μια στιγμή στα πρόσωπά τους ή στα προκλητικά και μισόγυμνα κορμιά τους. Έμοιαζε σαν να πήγαινες σε ανθοπωλείο κι αγόραζες μια ανθοδέσμη, ορχιδέες, ή τριαντάφυλλα. Άψογα, άψυχα όντα με ημερομηνία επικείμενης λήξης, αντικείμενα ηδονής.
Ο Leonardo Di Caprio μιμήθηκε αρκετούς κινηματογραφικούς χαρακτήρες. Σε διάφορες σκηνές αναγνώρισα τον Marlon Brando, σε άλλες τον Robert De Niro. Δεν ήταν αντιγραφή νομίζω, ήταν ο Martin Scorsese που θέλησε αυτήν την έκφραση. Αναζήτησε ομοιότητες προκειμένου να αποκωδικοποιήσει για λογαριασμό μας τις κοινωνίες που υπάρχουν, δρουν, καθορίζουν αυτό που φαίνεται έννομο, επιτυχημένο. Σαν τα κυδώνια. Ολόχρυσα απ έξω, διαβρωμένα εσωτερικά από σκουλήκια.
Το κράτος του Δικαίου υπάρχει. Υπάρχει με την μορφή ενός αδαμάντινου χαρακτήρα. Το προσωπικό στοίχημα ενός πράκτορα, του Patrick Denham. Αφήνει μία αιχμή. Ο αδέκαστος δοκίμασε παλιά να μπει κι εκείνος στισ χρηματαγορές. Αν ήθελε να μας πει ότι όλοι μας θα θέλαμε παρόμοιους κόσμους, δεν ήταν τόσο σαφές σαν μήνυμα. Η σύγκριση, ήταν ένας αυτός απέναντι στους άλλους, πανίσχυρους λόγω χρήματος. Τους βάζει απέναντι ο Martin Scorsese, ως μονομάχους. Η δύναμη τους, τα βλέμματα και ο διάλογος. Μία λεκτική μάχη. Η υποκριτική ικανότητα και των δύο υπέροχη. Από τις ωραιότερες σκηνές. Καθόλου τυχαία ο σκηνοθέτης μοιράζει το τέλος της ταινίας με τα πορτρέτα και των δύο.
Δεν έχω απάντηση σε ποιον θα έδινα τα εύσημα. Συγγραφέα, σκηνοθέτη, κινηματογραφιστή, ηθοποιούς; Το βέβαιο είναι ότι είναι μια ταινία με πολλές αναγνώσεις και σε μένα έμοιαζε σαν μία βαθιά τομή στην κοινωνία του σήμερα. Όπου απαγορεύτηκε, λογοκριτές σίγουρα φοβήθηκαν μήπως οι συμπολίτες τους έβλεπαν μόνο μία ανάγνωση, αυτή της φλούδας. Έχει όμως και σάρκα και σπόρους.

Σκηνοθεσία                                     Martin Scorsese
Βιβλίο                                            Jordan Belfort
Σενάριο                                          Terence Winter
κινηματογραφία                               Rodrigo Prieto
διανομή ρόλων                                 Ellen Lewis

Ηθοποιοί

Jordan Belfort                                 Leonardo DiCaprio
Donnie Azoff                                   Jonah Hill
Naomi Lapaglia                                Margot Robbie
Mark Hanna                                     Matthew McConaughey
Max Belfort                                     Rob Renier
Brad Bodnick                                   Jon Bernthal
Manny Riskin                                    Jon Favreau
Jean Jacques Saurel                          Jean Dujardin

21 Μαΐου 2014

Πλανήτης Ωκεανός (Planet Ocean) - 2012

Αν εκτιμάς ότι δεν σε αφορά το τι συμβαίνει στο περιβάλλον, αν θεωρείς τον εαυτό σου αθώο για ό,τι συμβαίνει σ’ αυτό, αν θεωρείς ότι είσαι αδύναμος να συμβάλλεις στην σωστή διαχείριση του, αν πιστεύεις ότι άλλες από τα του περιβάλλοντος είναι οι προτεραιότητες σου, τότε πρέπει να γίνεις εσύ ο θεατής της νέας ταινίας των Michael Pitiot & Yann Arthus Betrand, Planet Ocean.
Μοιάζει υπερβολή η εισαγωγή μου και ίσως περνάει τα όρια της ορθότητας, όμως η κατάσταση στην «αυλή» μας το επιβάλλει. Η ταινία είναι επίτευγμα σε ό,τι αφορά την κάλυψη του θέματος 'ωκεανός'. Διεισδυτική, αισθητικά άρτια, μουσική επένδυση αξιοσημείωτη. Θα σημείωνα ως μη απαραίτητα τα διδάγματα στο τέλος, ή διακριτικότερα. Δεν πιστεύω ότι όποιος είδε την ταινία χρειάζεται δίδαγμα. Ίσως φταίει ότι στην χώρα μας εξαιτίας των κατηχητικών γίναμε ευαίσθητοι επί του θέματος 'ηθικόν δίδαγμα'.
Τόσο η επιστημονική δουλειά όσο η τεχνική και τεχνολογική κάλυψη σε αφήνουν άφωνο. Δεν ταξιδεύεις σε τέτοιο βάθος, έστω κι αν το footage είναι δανεικό. Κάποιος θαρραλέος, ή μάλλον κάποιοι, το κάνανε, κι εγώ, στην πολυθρόνα μου, αναφώνησα. Αυτό που κάνουν οι αριθμοί στις συνειδήσεις είναι συγκλονιστικό. Τόσο στο Home όσο και σε αυτήν την ταινία σε καθηλώνουν, ιδιαίτερα όταν τα νούμερα συνδέονται με εικόνα. Και τι εικόνα!
Η κάμερα πηγαινοέρχεται από την ομορφιά στην ασχήμια, στην εγκληματική συμπεριφορά του ανθρώπου προς το περιβάλλον, στο παράξενο και οικείο, στο γραφικό και αποκρουστικό, στο φανερό και κρυφό, με τέχνη περισσή με ακρίβεια, αριστουργηματικά.
Υπάρχει βεβαίως από πριν και διαθέσιμη, η καταπληκτική δουλειά των Cousteau, παππού, γιαγιάς, παιδιών και εγγονών αντίστοιχα. Είναι πολύτιμη κληρονομιά στην ανθρωπότητα, αλλά η παρούσα ταινία Planet Ocean διεκδικεί μία άλλη θέση στο χώρο του θεάματος. Η συμβολή και φαντάζομαι η χορηγία της Omega αξιέπαινη.

Μαζί με άλλες δημιουργίες όπως: Koyaaniqatsi (1982), Naqoyqatsi Powaqqatsi (1988) του Godfrey Reggio, ο Microcosmos (1996) των Claude Nuridsany & Marie Pérennou, Earth Flight BBC (2011) του John Downer, το Winged Migration (2001)των Jacques Cluzaud, Michel Debats & Jacques Perrin, αποτελούν ένα νέο είδος τέχνης που συνδυάζει αισθητική, μύθο, μουσική, απόλαυση, εγρήγορση, ευαισθητοποίηση. Θέλεις να το χαρίσεις, να το μοιραστείς. Γοητεία και προβληματισμός. Αναγκαιότητα δράσης.
Από την Σαγκάη, στη Νιγηρία, από την Ινδονησία στον Παναμά. Από την ταπεινή σαρδέλα στο καλαμάρι βαμπίρ. Από το πλαγκτόν που προσπερνούμε, στην σφυροκέφαλη φάλαινα. Από τα θηρία, μεταφορείς εμπορευματοκιβωτίων, στα νεκροταφεία πλοίων και στους ξεχασμένους ψαράδες της Αφρικής, εκεί που ο άνθρωπος γίνεται ένα με την σκουριά του πλοίου, για ένα αμφιβόλου ποιότητας και μηδαμινής ποσότητας γεύμα. Γρήγορα περνάς από την ενημέρωση, στον θαυμασμό, στην αναστάτωση, στην αγωνία της επόμενης μέρας του κόσμου μας.
Δεν ξέρω αν μπορέσω να ξαναδώ αδιάφορα το κύμα να σπάει στην ακτή, αν θα διαλέξω απροβλημάτιστα τα ψάρια, αν χαιρετίσω το άνοιγμα της νέας αλιευτικής περιόδου.
Είναι γεγονός ότι ωριμάζουμε μαζί με τα προβλήματα. Είχα παρακολουθήσει, με αδιαφορία ομολογώ, την εισήγηση μιας ευρωβουλευτή το 1996 στο Ευρωκοινοβούλιο για την νέα οδηγία για την αλιεία. Ήμουν μακράν του προβλήματος. Ήταν εποχή που πίστευα ότι οι μηχανότρατες πρόσθεταν στην οικονομία του τόπου. Σε μία 20ετία επιταχύνθηκαν τα προβλήματα, μάλλον σύμφωνα με την ταινία επιταχύνθηκε ο ρυθμός εμφάνισης των συνεπειών μιας αλόγιστης χρήσης των πόρων μιας υπεραλίευσης, μιας υπεροπτικής συμπεριφοράς απέναντι στους προηγούμενους της διατροφικής μας αλυσίδας. Όπως προκύπτει, ο μόνος κυνηγός μας οι συνέπειες των πράξεων μας. Έτσι προσέγγισαν το θέμα οι δημιουργοί της ταινίας. Και εμείς συμφωνήσαμε.
Χάνεσαι στα ρεύματα των ωκεανών, τρομάζεις από το απύθμενο της ύπαρξης των, την σοφία της συνύπαρξης από την αποκατάσταση της υπερβολής. Δεν συγχωρεί η φύση την υπερβολή που εμείς για τις υποτιθέμενες ανάγκες μας επιβάλλουμε. Στο τέλος, ένας-ένας οι συντελεστές, ως συνδημιουργοί παρουσιάζονται σεβόμενοι την συνύπαρξη και συνεργασία ως άλλο κοπάδι σκουμπριών. Ήταν αλυσιδωτή η προσφορά του καθένα και αναπόσπαστος κρίκος η δουλειά του καθενός. Χωρίς το δικό του, δικό της κομμάτι, απραγματοποίητο το αριστούργημα.
Οι φάλαινες φυσητήρες ονειρεύονται με το κεφάλι προς τα κάτω, είδα στην ταινία. Εγώ ονειρεύομαι με το κεφάλι προς τα πάνω κι ελπίζω σε ένα καλύτερο αύριο με την ευχή να εξακολουθώ να κολυμπώ στην θάλασσα κι όχι σε πισίνα. Να απολαμβάνει τον βυθό μαζί με την αθερίνα και η εγγονή μου. Να μυρίζει ιώδιο η αύρα της θάλασσας τα καλοκαιρινά βράδια κι όχι βόθρο, να εξακολουθούν να τραγουδούν τα νήπια το «…πολύ κουράστηκες ψαρά, τα ψάρια είναι δικά σου και πούλα τα στην αγορά να θρέψεις τα παιδιά σου…»

Σκηνοθέτες :                                     Michael Pitiot, YannArtus Bertran
Κείμενο:                                            Lucy Allwood( μετάφραση), Μichael Pitiot
Aφήγηση:                                         Josh Duhamel
Mουσική:                                          Armand Amar
Φωτογραφία:                                    Andy Casagrande
Αεροφωτογραφία:                             Nel Boshoff
Υποβρύχια φωτογράφηση:                 Denis Lagrange
Χειρισμός κάμερας:                            Paul Wildman