15 Ιανουαρίου 2014

The lunchbox - 2013

Μία τρυφερή αισιόδοξη ματιά από έναν Ινδό σκηνοθέτη, τον Ritesh Batra. Στην πολυπληθή Ινδία, αρκετά μακριά από τις δικές μας καθημερινές προσλαμβάνουσες, τόσο μακριά που μερικές λεπτομέρειες αργείς να τις κατανοήσεις, διατροφικές συνήθειες που κάποτε υπήρχαν και τώρα έχουν ξεχασθεί. Όμως παρ όλες τις διαφορές συνηθειών, περιβάλλοντος, διατροφής, μετακινήσεων και διασκέδασης, παραμένουν ίδιες οι ανάγκες του ανθρώπου για επικοινωνία. Παραμένει ίδια η μοναξιά, η κατάθλιψη, η εργασιακή καταπίεση, η ανάσα της φιλίας, η ελπίδα του έρωτα, η ζωντάνια των παιδιών, τα κουρασμένα βλέμματα των εργαζομένων, η ανάγκη να προστατευτείς από τον κοινωνικό περίγυρο, η σπουδαιότητα του «κάνω όνειρα», η επιθυμία φυγής, η δυσκολία να κάνεις εκείνα τα βήματα προκειμένου να μετατρέψεις τα όνειρα σε πραγματικότητα.
Η ταινία δεν προσποιείται μέσα στην λιτότητα της, είναι ανθρώπινη και γι αυτό άκρως γοητευτική.
Ένας άνδρας και μια γυναίκα μέσω γευμάτων, που η μία ετοιμάζει για τον σύζυγο και ο άλλος κατα λάθος λαμβάνει από την εταιρία διανομής στο χώρο εργασίας, αναπτύσσεται μία εικονική σχέση. Εργαλεία, η γεύση και τα σημειώματα στον πάτο του «σεφέρτασι», έτσι λέγανε τα αλουμίνια στρογγυλά δοχεία που το ένα προσαρμοζόταν πάνω στο άλλο εξασφαλίζοντας το γεύμα στον εργαζόμενο και μαθητή που αδυνατούσε να επιστρέψει στο σπίτι για φαγητό. Από ό,τι βρήκα, ας διορθωθεί, η λέξη σεφέρ είναι στα τούρκικα η εκστρατεία, ταξίδι και το τάσι
Στην Ινδία, πρωτοπόρος εταιρία συλλέγει από τα σπίτια ή εστιατόρια τα φαγητά και με την εναλλαγή διαφόρων μέσων μεταφοράς, ποδήλατο, λεωφορείο, τραίνο, παραδίδει το γεύμα στο γραφείο του εργαζόμενου, την σωστή ώρα, στον σωστό άνθρωπο!
Στην εν λόγω ταινία, έγινε το μοιραίο λάθος και βοήθησε δύο ανθρώπους να επανατοποθετηθούν στη ζωή, να σκεφθούν την υπάρχουσα ζωή τους, να ονειρευτούν μία άλλη, που ίσως κατορθώσουν να ζήσουν.
Η ηθοποιΐα και των δύο Irrfan Khan και Nimrat Kaur εξαιρετική, όπως και του Nawazuddin Siddiqui.
Δεν θα ήθελα να μην αναφέρω την ποιότητα των σημειωμάτων. Το κάθε ένα από αυτά ήταν κι ένα απόφθεγμα ζωής.
Συνήθως, όταν ταξιδεύεις έρχεσαι κοντά με τις πραγματικότητες άλλων λαών. Η ταινία από μόνη της ήταν ένα ταξίδι στην σύγχρονη καθημερινή Ινδία, ίσως μόνο σε ένα κομμάτι της. Ήταν το είδος ταινίας που μου αρέσει. Λιτή, τρυφερή, απαλλαγμένη από βαρύγδουπα κλισέ, ανθρώπινη, χαμηλού κόστους, ελπιδοφόρα. Χωρίς «αρρωστημένες» ματιές. Προειδοποιώ τους ετοιμάζοντες τα βέλη ότι κουράστηκε ο θεατής από την βία, την ασχήμια, το αδιέξοδο.
Λίγο ν'ανοίξει ίσως ένα παράθυρο; Ο Batra το έκανε εντός κι εκτός ταινίας.

Σκηνοθεσία                  Ritesh Batra
Σενάριο.                        Ritesh Batra, Rutvik Oza
Φωτογραφία                Μichel Simmonds
Μουσική                       Max Richter

Ηθοποιοί
Irrfan Khan.                   Saajan
Nimrat Kaur                   Ila

Nawazuddin Siddiqui    Shaikh

6 Ιανουαρίου 2014

Hannah Arendt - 2012


Την ταινία Hannah Arendt την είδα όπως συνηθίζουμε να λέμε πριν 'τις γιορτές'. Άφησα χρόνο για να σκεφτώ και να διαβάσω. Πάντα γι αυτά που με εντυπωσιάζουν, εκνευρίζουν, απογοητεύουν, θέλω χρόνο για να επιβεβαιώσω ότι δεν έκανα λάθος εκτίμηση.

Η ταινία έχει τέσσερα τουλάχιστον στοιχεία που είναι τα διαπιστευτήριά της για να την χαρακτηρίσεις καλή. Πρώτον, την παρακολουθείς απνευστί, χωρίς δυσανασχετήσεις, διακοπές, με αμείωτο ενδιαφέρον. Δεύτερον, έχει εξαιρετική ερμηνεία από την Barbara Sukowa στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ως Hannah. Τρίτον, χρησιμοποιεί υλικό απο την βιντεοσκόπηση της πολύκροτης δίκης για την απόδοση της αντικειμενικότητας και την μη αμφισβήτηση του χαρακτήρος του Adolf Eichmann. Τέταρτον και σημαντικότερον, πέτυχε να δώσει έναυσμα προβληματισμού, αναζήτησης πληροφοριών, ανάγνωσης για την ίδια την Hannah Arendt, την εποχή και τον αντισημιτισμό.

Ο κεντρικός αφηγηματικός άξονας της ταινίας δεν είναι η δίκη του Eichmann αλλά το μέσο για την σκιαγράφηση της προσωπικότητας της Hannah. Απόδειξη γι αυτό; Με αφορμή την προβολή της ταινίας της, τα περισσότερα έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα, παρουσίασαν την προσωπικότητα και το έργο της αντί για κριτική της ταινίας. Από αυτή την άποψη η σκηνοθέτης και ο παραγωγός θα πρέπει να νιώθουν επιτυχημένοι. Βέβαια, μόνο ματιές ρίχνουμε στην προσωπικότητα αυτής της γυναίκας, της Hannah Arendt.

Η Arendt είναι περισσότερο γνωστή σήμερα για τη συμβολή της στην πολιτική επιστήμη και την μελέτη των ολοκληρωτικών καθεστώτων, με έργα της όπως 'The Origins of Totalitarianism' (1951) και 'The Human Condition' (1958). Διατύπωσε την κλασική πλέον θέση της σχετικά με την «κοινοτοπία του κακού» στο έργο της 'Eichmann in Jerusalem: A Report on the Banality of Evil' (1963), με αφορμή την κάλυψη από την Ιερουσαλήμ της δίκης του πρώην ναζί Adolf Eichmann για το γνωστό περιοδικό The New Yorker.

Η Hannah Arendt τόλμησε και είπε ότι πίσω από την αποτρόπαια γενοκτονία δεν κρυβόταν τόσο μία σταθερή ιδεολογική άποψη, παρά ένας άβουλος, απροβλημάτιστος πειθαρχημένος μηχανισμός. Εκφραστής του άνθρωποι σαν τον δικαζόμενο. Όπως έγραψε, περίμενε «ένα θηρίο, βίαιο, αιμοσταγές, και είδε ένα ανθρωπάκι.»

Κατονόμασε επίσης ευθύνες στη ιερατική ηγεσία της Εβραϊκής κοινότητας, όπως εξάλλου αναφέρθηκε και από μάρτυρες. Όπως ήταν αναμενόμενο, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και κατηγοριών. Νωπές οι μνήμες από τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις, τις απώλειες, τις φρικιαστικές εικόνες, δεν ήταν έτοιμη η κοινωνία να δεχτεί την φιλοσοφική της άποψη. Η ανάγκη για απονομή δικαιοσύνης και τιμωρία του κακού ήταν επιτακτική και το μόνο ζητούμενο.

Μέσω διαλόγων και σχολίων από τον άμεσο περίγυρό της αποκτούμε μερική ομολογουμένως και περιορισμένη εικόνα της επικρατούσας πολιτικής, ακαδημαϊκής ζωής, σε Αμερική και Ισραήλ. Αναγνώσεις επιστολών του κοινού, μετά την δημοσίευση των άρθρων στο The New Yorker για την δίκη, η αποστροφή του φίλου της από αυτήν, εκδηλώνοντας την διαφωνία του για την στάση της στο νεκροκρέβατό του, υπογραμμίζουν για τον θεατή το μέγεθος της αντίδρασης στον σχολιασμό και την άποψή της. Η Ισραηλινή κυβέρνηση την απειλεί, η ακαδημαϊκή κοινότητα την απορρίπτει, οι φίλοι της απομακρύνονται και χιλιάδες αναγνώστες την καταγγέλλουν, την καταριούνται και την βρίζουν. Παραμένουν δίπλα της ελάχιστοι, όπως ο σύζυγός της Heinrich Blücher, η φίλη της συγγραφέας Mary McCarthy και κάποιοι φοιτητές. Μάταια η Arendt τονίζει ότι «το να προσπαθείς να κατανοήσεις δεν σημαίνει ότι συγχωρείς». Κάποια στιγμή, όταν νιώθει ότι σχεδόν όλοι την έχουν εγκαταλείψει, ξεσπάει σε λυγμούς.

Ποιο ήταν τελικά το λάθος της; Απλά, εξέφρασε την άποψη της, σχολίασε την δίκη με τον δικό της τρόπο. Είπε διαφορετική άποψη από την επικρατούσα, από αυτήν που ήθελαν να ακούσουν οι πολλοί. Τόλμησε!

Είπε ότι ένας άνθρωπος που δεν είχε την ικανότητα να σκεφθεί ήταν η πηγή του κακού. Ένας άνθρωπος που ενεργεί άκριτα, υπακούοντας πειθήνια τους ανωτέρους του, οδηγείται σε αποτρόπαιες πράξεις, και στην περίπτωση του Eichmann, σε φρικιαστικά  εγκλήματα. Όπως ήδη είχε η ίδια επισημάνει το 1945: «Το πρόβλημα του κακού θα αποτελέσει το θεμελιώδες ζήτημα της μεταπολεμικής ζωής στην Ευρώπη.»

Αυτή την σχέση ανάμεσα στην κοινοτοπία, το κακό και το έγκλημα κατέθεσε στην έκθεση της για την δίκη και σ'αυτήν βασίσθηκε η ταινία. Η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ. Το μόνο που έκανε είναι να δείξει τον δυναμισμό και την ισχυρή προσωπικότητα της Hannah Arendt.

Θα συμφωνήσω ότι η σκηνοθέτις σκιαγραφεί με απόσταση. Αφήνει όπως ανέφερα τον θεατή να μελετήσει το θέμα μετά ο ίδιος. Το αν έτσι το έκανε, επειδή αυτός είναι ο ρόλος της τέχνης, ή αν αυτές ήταν οι δυνατότητες της, ή από κάποια σκοπιμότητα, αυτό αφορά και το πως εμείς ως θεατές τοποθετούμεθα επί του έργου και λόγου της Margarethe von Trotta.

Η ταινία κρίθηκε ως αδύναμη να χειρισθεί την πολυπλοκότητα του θέματος και ότι η Hannah Arendt άξιζε μεγαλύτερης προσοχής. Όμως θα επιμείνω στην άποψη μου ότι η τέχνη είναι ‘για να σου ανοίξει την όρεξη κι όχι να σου καλύψει την πείνα’. Εξάλλου, η ίδια η Arendt είπε, ότι αν ξεκινήσεις από την ερώτηση «ποια είμαι εγώ που θα κρίνω, έχεις ήδη χάσει». Καταθέτει άποψη και μάλιστα προκαλεί μ’ αυτήν. Όταν είπε ότι «αν οι Εβραίοι δεν είχαν αρχηγούς και ήταν ανοργάνωτοι, θα γινόταν χάος, αλλά έτσι είναι ζήτημα αν είχαμε τελικά νεκρούς να κυμαίνονται ανάμεσα σε 4,5 με 6 εκατομμύρια» προκάλεσε κυριολεκτικά θύελλα ακόμη κι αν το γεγονός αυτό μαρτυρήθηκε μέσα στην αίθουσα του ακροατηρίου της δίκης. Πολλοί θα ήθελαν κάτι τέτοιο να ξεχασθεί τελέιως ή ούτε καν ν' αναφερθεί. Αυτή όμως το είπε και το τόνισε. Ανέλαβε την ευθύνη των λεγομένων της.

Αυτή την Hannah, την επίμονη, την δυναμική, την πολυγραφότατη, την αδιαπραγμάτευτη, την πανέξυπνη, την θαρραλέα, την μαχητική παρουσίασε η Margarethe von Trotta. Για τους ανικανοποίητους υπάρχει επίσης το ντοκιμαντέρ που δημιούργησε από το υλικό της βιντεοσκόπησης της δίκης μετά απο 40 περίπου χρόνια ο γνωστός Εβραίος σκηνοθέτης ντοκιμαντερίστας Eyal Sivan (The Specialist: the Portrait of a Modern Ccriminal - 1999).

Θελημένα δεν αναφέρθηκα στην σχέση της με τον καθηγητή της, φιλόσοφο Martin Heidegger, γιατί θεωρώ ότι η ίδια ήταν μία εξέχουσα πολιτική θεωρητικός, όπως θέλει να λέγεται, και όχι φιλόσοφος, που δεν χρειάζεται καν τα δεκανίκια που δίνει μια σχέση με έναν μεγάλο αλλά αμφιλεγόμενο φιλόσοφο, ο οποίος επιπλέον ακούστηκε ότι υποστήριξε το Χιτλερικό καθεστώς.

Θα ήθελα να την ξαναδώ μετά από όσα εν τω μεταξύ ανακάλυψα.

Σκηνοθέτης                         Margarethe von Trotta
Σενάριο.                             Pam Katz, Margarethe von Trotta
Διανομή ρόλων                    Bettina Böhler
Mουσική                             André Megenthaler
Διευθυνση φωτογραφίας       Caroline Champetier

Ηθοποιοί
Hannah Arendt.                    Barbara Sukowa
Mary McCarthy                     Janet McTeer
Heinrich Blücher                   Axel Milberg

14 Δεκεμβρίου 2013

House of Cards (TV series Season 1) 2013

designLAB Architects
Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την σειρά δεκατριών επεισοδίων του House of Cards, της διαδικτυακής τηλεόρασης Netflix. Βασισμένη στην ομώνυμη σειρά του 1990 από το BBC, αλλά προσαρμοσμένη στο σύστημα διακυβέρνησης των ΗΠΑ.
Εντυπωσιάσθηκα από την ποιότητα, αλλά βεβαίως δεν ήμουν η μόνη, γιατί φαίνεται ότι θα σαρώσει τα βραβεία.
Πρόκειται για ένα πολιτικό θρίλερ. Ο χαρακτηρισμός σε προετοιμάζει αλλά ταυτόχρονα σε αποστασιοποιεί, εσένα, εμένα, τον θεατή, μην και πιστέψεις ότι είναι αλήθεια.
Ένας φιλόδοξος και αδίστακτος πολιτικός θα φθάσει στα άκρα της διαπλοκής, της διαφθοράς, της εγκληματικότητας προκειμένου να ανέλθει.
Μαζί του η έξυπνη, όμορφη, εξίσου φιλόδοξη, διαπλεκόμενη σύζυγος. Σ'αυτό το ζευγάρι δίπλα υπάρχει το απαραίτητο τρίγωνο, αθώο από μια πλευρά, διαπλεκόμενο από την άλλη.
'Αθώοι' εκ πρώτης όψεως με τον ανάλογο εκλεπτυσμό, με τις υπεράνω υποψίας δημόσιες σχέσεις στην λεγόμενη ‘καλή κοινωνία’, με χειραγώγηση των ΜΜΕ, εκβιάζοντας συνεργάτες, υποτελείς και υφιστάμενους, θα πετύχουν να είναι ‘πρώτο θέμα’ και μάλιστα αποδεκτοί κι εκτιμώμενοι.
Ήταν καινοτόμο από την πλευρά του Netflix, όπως είπε και ο υπεύθυνος προγράμματος, Ελληνικής καταγωγής Ted Sarantos, ότι διέθεσαν όλα τα επεισόδια από την αρχή. Δεν χρειάσθηκε να περιμένουν οι θεατές για τη επόμενη εβδομάδα προκειμένου να παρακολουθήσουν την συνέχεια.

Ήταν πολύ τολμηρό, γιατί τουλάχιστον στην δική μας χώρα δεν βλέπεις εύκολα την άνοδο κάποιου πολιτικού, δεν μπαίνει έτσι μέσα στο σαλόνι του καθενός η διαπλοκή των ΜΜΕ και των πολιτικών. Καθοριστικός παράγοντας δολιότητας και εργαλείο διαπλοκής οι δημοσιογράφοι και μάλιστα οι γυναίκες. Δεν κατονομάζεται τόσο απροκάλυπτα η δύναμη του σεξ, η εκπόρνευση, η απαξίωση του οράματος, το στυγνό συμφέρον, η άνευ όρων φιλοδοξία, η σκευωρία στον πολιτικό χώρο. Χάριν της εξαιρετικής ηθοποιίας και σκηνοθεσίας αποδίδονται πειστικά και ως αυτονόητα, καθίστανται μην αμφισβητήσιμα.
Αδυνατείς να πιστέψεις ότι όταν εσύ μαλώνεις και δεν μιλάς για χρόνια με τον φίλο για τα κόμματα, όταν στην Ελλάδα ακόμη και σήμερα τα καφενεία στο χωριό, στην ίδια πλατεία, είναι χρωματισμένα, δηλαδή επιλέγονται από τους ψηφοφόρους όχι απλά του ενός κόμματος αλλά από τον ίδιο και συγκεκριμένο βουλευτή του κόμματος, αυτοί εκεί στα κέντρα λήψης αποφάσεων λειτουργούν με βάση τα προσωπικά τους συμφέροντά, τη στιγμή που ο δικός σου ρόλος έληξε μετά την κάλπη. Το αν μείνεις άνεργος, αν δεν σου αρέσει ο προϋπολογισμός για την παιδεία, οι αλλαγές στην Υγεία, αν απεργείς, αν μειώνεται ο μισθός σου, αν κλείνουν τα σχολεία για εβδομάδες, αν καταργούνται εργοτάξια, ναυπηγεία, αν χιλιάδες οδηγούνται στην ανεργία, παραμένεις ένα κουνουπάκι που σύντομα θα εξοντωθείς, αν έτσι θέλουν και οι συσχετισμοί επιβάλλουν…
Σκληρό το μήνυμα, απαισιόδοξο, ανέλπιδο, απεχθές.
Το χρήμα, το ‘εγώ’ και το σεξ. Το τρίπτυχο της εξουσίας. Εύχεσαι με όλη την δύναμη της ψυχής σου να είναι ψέμα, να μην αφορά στην χώρα σου.
Εύχεσαι να είναι προμελετημένο ώστε να δημιουργεί αδιάφορους και μη συμμετοχικούς πολίτες. Κάποιοι λες το επινόησαν για να σε κρατήσουν κάποιες ώρες ως θεατή σε ένταση, να σε ευχαριστήσουν και αν πετύχουν την αποστασιοποίηση σου από την πολιτική ζωή έχει καλώς.
Όμως, είναι έτσι; Ο σεναριογράφος συνδύασε και έπλεξε γνωστά στον πολιτικό χώρο συμβάντα, κομμάτια, σκάνδαλα, ανατρεπτικά νομοσχέδια, περικοπές προϋπολογισμών και καταργήσεις κωδικών προϋπολογισμών σε ένα σενάριο. Τα έπλεξε όλα και τα έδεσε με την ανάλογη ίντριγκα, το χρησιμοποιούμενο για άλλα συμφέροντα σεξ. Το κυριότερο, έδειξε αυτό που ο λαός λέει ‘κακά τα ψέμματα, τα μεγάλα συμφέροντα πάντα θα κυβερνούν’.
'Ευτυχισμένα', δήθεν, πρόσωπα, ζευγάρια, φιλοφρονήσεις, αγαθοεργίες, ωραίοι χώροι, φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, ισορροπίες συζυγικές, φιλικές, ενδοκομματικές, αθώα βλέμματα, χαμόγελα, εναγκαλισμοί και ευχές η βιτρίνα, που από πίσω της υφίσταται η άλλη πραγματικότητα, του μαχαιρώματος, της δολοπλοκίας, της απιστίας, της προδοσίας, της αποκαθήλωσης του άλλου, του ‘αδειάσματος’. Εξόντωση του άλλου, αυτού που ‘εμπόδιο στα σχέδια μου’ αποτελεί, μέχρι τελικής πτώσεως, δυστυχώς ακόμη και φόνου. Η σκληρότητα του ξεπερνά τη πραγματικότητα.
Δεν υπάρχουν καλοί για να ταυτισθεί ο θεατής μαζί τους. Εξαίρεση και μάλιστα υπερτονισμένη μια και οι δύο 'ανθρώπινοι' χαρακτήρες ανήκουν στον καλλιτεχνικό χώρο.
Άνθρωποι πειθαρχημένοι και του καθήκοντος οι οδηγοί φύλακες.

Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν διακρίσεις φύλου και χρώματος στην εκφορά του κακού. Οι αποφάσεις παίρνονται χωρίς συναίσθημα, αποφάσεις χωρίς τον άνθρωπο, ‘υποτίθεται’ για τον άνθρωπο.
Αναρωτήθηκα πως αισθάνονται οι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και οι υπηρετούντες αυτούς αφού παρακολούθησαν τα επεισόδια.
Είπαν ‘αίσχος', ‘ασύστολα ψέμματα’, ‘αδικία’, ‘ευτυχώς δεν είμαστε έτσι’;
Αφού γύρισαν και φίλησαν την σύζυγο, διαβεβαιώνοντας την για την αγάπη, πήγαν στο διπλανό δωμάτιο να τηλεφωνήσουν την ερωμένη δημοσιογράφο για να κανονίσουν την επόμενη είδηση, ικανοποιημένοι που αυτοί δεν ανήκουν στην απεχθέστατη ομάδα που μόλις παρακολούθησαν στην οθόνη.
Ευτυχώς ζούμε σε ελεύθερες χώρες κι έτσι είμαστε ελεύθεροι να το παρακολουθήσουμε κι ο καθένας να πάρει την θέση και να έχει την άποψη που θέλει.
Είναι τόσο δυνατό το περιεχόμενο για συζήτηση και σκέψη που δεν σου επιτρέπει να ασχοληθείς με θέματα, όπως αν έκανε κοιλιά, αν ήταν αργό, αν έδεσαν τα πλάνα, αν ήταν καλή η ηθοποιία. Αν και για την
ηθοποιία πιστεύω ότι ήταν πολύ καλή από όλους και μαζί με σενάριο και σκηνοθεσία το έκανε σχεδόν αληθινό. Ελάχιστα τα σημεία όπου δεν είχες την αίσθηση του αληθινού και ότι είναι εικονική πραγματικότητα.
Για μας τους εκτός Αμερικής, το άλλο εκλογικό και κυβερνητικό σύστημα, οι διαδικασίες, τα πρωτόκολλα, βοηθούν ίσως στο να πεις ότι δεν σε αφορά, συμβαίνει αλλού. Συμβαίνει;
Το μόνο μειονέκτημα, χρειάζονται αρκετές ώρες για να το παρακολουθήσεις γιατί δεν θέλεις να το αφήσεις (13 επεισόδια), να το δεις σε δόσεις. Όμως σε αποζημιώνει.



Βασίσθηκε στο House of Cards του Michael Dobbs και House of Cards του Andrew Davies (1990, BBC)

Δημιουργός                      Beau Willimon
Σκηνοθεσία                      David Fincher

Κινηματογραφία               Eigil Bryld 
Μουσική Jeff Beal
Διανομή ρόλων
                 Laray Mayfield 

Ηθοποιοί
Kevin Spacey 

Robin Wright
Kate Mara
Corey Stoll
Michael Kelly
Sakina Jaffrey
Kristen Connolly
Constance Zimmer 





6 Δεκεμβρίου 2013

Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι (God loves caviar) - 2012

«Πρόκειται για την ιστορία του Ιωάννη Βαρβάκη, ενός πειρατή που γίνεται ζάμπλουτος έμπορος χαβιαριού και δεν σταματά να αγωνίζεται ενάντια σε κάθε εμπόδιο για την απόκτηση χρήματος, εξουσίας και πολιτικής επιρροής, για να χαρίσει στο τέλος όλα του τα υπάρχοντα στο όνομα της αγάπης. Η επική αυτή ιστορία βασίζεται στην πραγματική ζωή του Ιωάννη Βαρβάκη και ξεκινά από τα Ψαρά του Αιγαίου Πελάγους, φτάνει στην αυλή της Μεγάλης Αικατερίνης στη Ρωσία, απλώνεται στις ακτές της Κασπίας Θάλασσας για να καταλήξει στη διχασμένη από εμφύλιες διαμάχες Ελλάδα, κατά την Επανάσταση του 1821».

Η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή με απασχόλησε για πολλούς λόγους, όχι απαραίτητα τέχνης.

Θα προλάβω τους δύσκολους και θα πω «ναι, υστερεί ως ταινία εποχής, μοιάζει με πτυχιακή εργασιά, από άποψη σκηνικών, το παλάτι της Αικατερινής, ηχητικής, δεν ήταν ευκρινή τα λόγια σε όλα τα σημεία, ευρηματικότητας, η εμφάνιση του ψαρά, μοντάζ, ο τρόπος που περνάει από το ένα πλάνο στο άλλο.»

Όμως είναι μία καλή ταινία. Τα 99 λεπτά τα παρακολουθείς αδιάσπαστα και με προσήλωση. Όταν τελειώνει, εγώ τουλάχιστον ήμουν θυμωμένη, υπερήφανη, απορημένη, διεκδικητική, αποφασισμένη να υπερασπισθώ τα κεκτημένα, να μιλήσω ελεύθερα. Μου έδωσε την αφορμή να σηκωθώ και να υπάρξω.

Φθάνει η ηττοπάθεια σε προσωπικό και εθνικό επίπεδο.

Είπα, μπορώ. Η δύναμη του θέματος της προσωπικότητας του Βαρβάκη ήταν μεταδοτική.

Ο Γιάννης Σμαραγδής σε μία συνέντευξή του είπε: «η τέχνη θυμίζει στον άνθρωπο την μέσα φύση του, του θυμίζει ότι είμαστε όλοι ένα κομμάτι του Θείου Φωτός. Βοηθάει στο να επανεύρει την αισιοδοξία και πίστη για τα καλύτερα. Να κοιτάξει επάνω. Το ‘Άνω σχώμεν τας καρδίας’»

Με αυτό το κριτήριο το έκανε.

Ο άνθρωπος και ηθοποιός Βαρβάκης, ο σκηνοθέτης, η ζωή αυτού του ‘πειρατή’ μου θύμισε αυτό που είχα ξεχάσει, την ψυχή μου.

Η αφήγηση της «διαδρομής της ψυχής αυτού του ανθρώπου», η «μετακίνηση από την ιδιοτέλεια στην ανιδιοτέλεια, από την φθαρτότητα στην αφθαρσία» με συνεπήρε.

Η παρακολούθηση αυτής της πορείας ήταν θωπευτικό της ψυχής μου.

Ο ιδιοτελής πειρατής μετατρέπεται σε ευεργέτη Άγιο.

Ένας ελεύθερος άνθρωπος, με ελαττώματα, με αγάπη για τον πλούτο, αλλά και την πατρίδα. Ένας αδικημένος ευεργέτης. Ένας ακόμη προδομένος.

Η ζωή αυτού του άνδρα είναι το θέμα της ταινίας. Βιογραφική και γι αυτό συγκινητική, ίσως μεροληπτική. Όμως διδακτική.

Ο Γιάννης Σμαραγδής αναδεικνύει πολλά, της προσωπικότητας αλλά και των συνθηκών, των δήθεν συμμαχιών, της ελληνικής διχόνοιας, της μικροπολιτικής, της εθνικής μας μικροπρέπειας και υποτακτικότητας, της οσφυοκαμψίας μας.

Η ερμηνεία του Sebastian Koch ως Ιωάννης Βαρβάκης εξαιρετική. Περίμενα καλύτερη την Catherine Deneuve. Έμοιαζε να λέει «τόσα με πληρώσατε, τόσα θα πάρετε». Ξεχώρισε επίσης ο Evgenly Stychkin ως Ιβάν.

Δεν θα έλεγα το ίδιο για την μάνα και κόρη του Ιωάννη Βαρβάκη.

Όμως την ταινία με τα μείον της θα την δω για το αποτέλεσμα και την επιρροή που μου ασκεί.

Μου θυμίζει ότι έχω πατρίδα, σε μια εποχή που κοντεύω να ξεχασθώ ως άπατρις.

Η πατρίς είναι εγκληματική απέναντι στα τέκνα της.

Τον βράβευσε και τον απομόνωσε σε λοιμοκαθαρτήριο, υπακούοντας σε προτροπές Άγγλων υπό την απειλή καθυστέρησης δανείου.

Τρία εκατομμύρια χρυσά ρούβλια της χάρισε ο Ιωάννης Βαρβάκης αλλά δεν ήταν αρκετά. Ήταν απειλή.

Μήπως αυτοί που έμειναν και προστάτευσαν την χώρα από τις απειλές, δεν αποδείχτηκαν μεγαλύτερες καταστροφές;

Η ταινία νύξεις κάνει για προβληματισμό. Τον άνθρωπο τιμά.

Την μνήμη του, τις ψυχές σαν τα βαρβάκια, γενναία και ελεύθερα.

Λεοντής ήταν το επίθετό του τού Βαρβάκη. Το επίθετο έλαβε εξαιτίας της ομοιότητας με τα συγκεκριμένα πτηνά.

Δεν θα ήθελα να ξεχάσω την μουσική. Την πρόσεξα και αναζήτησα τον δημιουργό της, είναι ο Μίνως Μάτσας, εγγονός του ιδρυτή της γνωστής εταιρείας παραγωγής μουσικής. Διακριτική, ευχάριστη, ακολουθεί και προηγείται όπου χρειάζεται. Θα έλεγα Ελληνική, αλλά φοβάμαι το σχόλιο «το επίθετο περιττό».

Με αφορμή την ταινία, θα ήθελα να καταθέσω το ερώτημα για το μέλλον, των εγγονών μου ίσως. Γιατί ποτέ στα χρόνια της εκπαίδευσης μας δεν μας μίλησαν γι αυτόν τον άνθρωπο; Γιατί δεν έδωσαν μία εργασία; τι φοβόταν;

Ακόμη και τα χρόνια που ακολούθησαν με την εκπαίδευση των παιδιων μου και των λοιπών της οικογένειας παρ’ όλο που είχαμε απομακρυνθεί απο επώδυνες εποχές, πάλι δεν άκουσα γι αυτόν. Προκύπτει εύλογα το ερώτημα από μέρους των αναγνωστών: «μα δεν συζητάμε για Εθνικούς Ευεργέτες. Το θέμα μας είναι η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή. Είναι καλή; Την απάντηση την έδωσα ήδη και οι μετέπειτα προβληματισμοί, τα σχόλια μου.

Ευτύχησα να την δω. Θέλω να την δουν και άλλοι.

Σκηνοθεσία                             Γιάννης Σμαραγδής
Σενάριο                                  Γιάννης Σμαραγδης, Παναγιώτης Πασχίδης
                                            Jackie Pavlenko, Vladimir Valutsky
Διεύθυνση Φωτογραφίας           Άρις Σταύρου
Μουσική                                 Μίνως Μάτσας
Σκηνικά                                  Νίκος Πετρόπουλος
Κουστούμια                             Lala Huete

Ηθοποιοί
Ιωάννης Βαρβάκης                    Sebastian Koch
Αικατερινή Μεγάλη                   Catherine Deneuve
Ιβάν                                       Evgenly Stychkin
Ψαράς του Θεού                      Λάκης Λαζόπουλος
Έλενα                                    Olga Sutulova
Κίμων                                     Άκης Σακελλαρίου
Ποτέμκιν                                 Χριστόφορος Παπακαλιάτης
Λεφεντάριος                           Juan-Diego Botto
ΜcCormick                              John Cleese
Κολοκοτρώνης                         Γιώργος Κολοβός

3 Δεκεμβρίου 2013

Παρενέργειες (Side Effects) - 2013

Η νέα και τελευταία ταινία του Steven Soderbergh θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένα παράδειγμα ότι μπορείς να κάνεις τέχνη, να κρατήσεις ακούνητο τον θεατή στην θέση του, να είσαι στο Χόλυγουντ και να προβληματίσεις για τα τα πιο επίκαιρα και καυτά θέματα αυτά που συνήθως δεν τα αγγίζουν οι δημιουργοί εξαιτίας του φόβου μην και χαρακτηρισθούν στρατευμένοι.

Κι όμως τρία καυτά θέματα του κοινωνικού οικονομικού ρεπορτάζ, όχι απλά θίγονται, αλλά αποτελούν τον κορμό του μύθου της ταινίας.

Inside trading, χρήση αντικαταθλιπτικών κατά κόρον σε ευημερούσα οικονομικά κοινωνία, ο ρόλος των φαρμακευτικών εταιρειών και η σύνδεση τους με το χρηματιστήριο.

Είναι ο σκελετός, τα στιμόνια, πάνω στα οποία υφάνθηκε η ιστορία. Νεαρό πετυχημένο ζευγάρι διάγει πολυτελή βίο μέχρι που για λόγους διαρροής εσωτερικών οικονομικών πληροφοριών στον επαγγελματικό χώρο του άνδρα, καταρρέει ο μύθος της ευημερίας τους και φυλακίζεται ο σύζυγος. Η νεαρή σύζυγος έχοντας ανάγκη αντικαταθλιπτικών και ψυχιατρικής στήριξης λόγω απώλειας της ευημερίας, όπως και του συζύγου, θα αναζητήσει όπως και στο παρελθόν ψυχίατρο. Άνδρα αυτή την φορά. Αφορμή, αυτοκτονική απόπειρα, εκ μέρους της.

Ο ψυχίατρος ζει κι αυτός μία ζωή που επεδίωξε και επιδιώκει να είναι η καλύτερη. Ακριβό σπίτι, ακριβό ιατρείο, γειτονιά με όνομα, ιδιωτικό σχολείο για τον θετό τους γυιό. Για να μπορέσει όχι να επιβιώσει αλλά για να αποκτήσει αυτήν την καλή ζωή εργάζεται πολλές ώρες και συνδιαλέγεται με φαρμακευτική εταιρεία, προκειμένου να σταθεί στο ύψος της ποιότητας ζωής που αυτός και η σύζυγος επέλεξαν...

Πόσοι από εμάς δεν ακούσαμε την προτροπή πάρε κανένα χάπι για να είσαι καλύτερα. Πόσοι από εμας δεν αναρωτηθήκαμε «το γιατί όχι». Πόσοι από εμάς δεν ενδώσαμε, πόσοι δεν μπήκαμε στην διαδικασία να ψάξουμε και να βρούμε. Πόσοι απο εμάς δεν ζηλέψαμε την ζωή των άλλων. Δεν κάναμε σύγκριση με το τι καταφέραμε εμείς, πόσο «λίγοι» αισθανθήκαμε στο «πολύ» των άλλων. Πόσες φορές δεν αμελήσαμε να συμπληρώσουμε ότι εύκολος πλούτος δεν υπάρχει.

Πόσοι δεν εντάχθηκαν στο παιχνίδι του εύκολου κέρδους με ολέθριες συνέπειες για όλους. Ήδη η χώρα μας βρίσκεται σε δεινή θέση εξαιτίας του άκρατου καταναλωτισμού και του εύκολου αλλά όχι ένομου κέρδους.

Αποτέλεσμα άνθρωποι με ανικανοποίητες ανάγκες, χαμένοι στην αναζήτηση του πλούτου, κενοί μέσα τους κι αδηφάγοι με τους άλλους, με την ανάγκη ενός θαυματουργού χαπιού που θα μας κάνει να ξεχάσουμε.

Ξεχνάμε; Που πάμε;

Στην ταινία, ένας φόνος θα μετατρέψει την ταινία από υπαρξιακό και κοινωνικό δράμα σε ένα καταπληκτικό θρίλερ με τρία πρόσωπα. Ένα μεστό έργο, χωρίς πολυλογίες και επαναλήψεις με γρήγορα άλλά εύστοχα πλάνα, διακριτική μουσική, τόσο όσο χρειάζεται από έναν Τhomas Newman που ξέρει τι να τονίσει και τι να αφήσει. Εξαιρετική φωτογραφία, που ξέρει τι κάνει, γκρί που να πνίγει, φωτεινά διαυγή στα κοσμοπολίτικα. Λεπτομέρεια που απαιτεί ένα καλό θρίλερ. Το κυριώτερο, εξαιρετική ερμηνεία από τους Rooney Mara ως Emily Taylor και Jude Law ως Dr Jonathan Banks.

Το τρίτο πρόσωπο από τους πρωταγωνιστές, η Catherine Zeta Jones, ως Dr Victoria Siebert, θα σημείωνα ότι είναι ένα μικρό ψεγάδι στην ταινία. Ήθελε να είναι σκληρή, πετυχημένη, φιλόδοξη αλλά το μόνο που πέτυχε ήταν να είναι πολύ στυλιαρισμένη, έως άκαμπτη.

Θα ήθελα να μην είναι η τελευταία ταινία του Steven Soderbergh Αλλά αν είναι, ένας ακόμη λόγος για να την απολαύσετε.

Σκηνοθέτης                                   Steven Soderbergh
Σενάριο                                        Scott Z. Burns
Κινηματογραφία                            Steven Soderbergh και Peter Andrews
Μουσική                                       Thomas Newman
Διανομή ρόλων                              Carmen Cuba

Ηθοποιοί:
Emily Taylor                                  Rooney Mara,
Martin Taylor                                 Channing Tatum,
Dr Jonathan Banks                          Jude Law
Dr Victoria Siebert                          Catherine Zeta Jones

30 Νοεμβρίου 2013

Έρωτας είναι (Love is all you need) - 2012


Love is all you need, η τελευταία, για μας τουλάχιστον, ταινία της Susanne Bier, είναι μία πρόταση για το πως θα μπορούσε να κινηθεί αισιόδοξα προς το μέλλον η ζωή μας.
Δεν μας είχε συνηθίσει σε αισιόδοξες ματιές.
Πάντα είχα μία πικρία διάχυτη μέσα μου καθώς παρακολουθούσα τις προηγούμενες ταινίες της, ‘Things We Lost in the Fire’, ‘In a Better World’, ‘After the Wedding’, ‘Brothers’.
Ο έρωτας, η ασθένεια, οι ανθρώπινες σχέσεις, ο γάμος, η οικογένεια είναι οι προβληματισμοί της.
Στην εν λόγω ταινία το δυσάρεστο συναντά το ευχάριστο, ο βορράς το νότο, η σοβαρότητα το γελοίο.
Η Ida μία ώριμη κυρία, απλή, αισιόδοξη με πίστη στους ανθρώπους και την ζωή, έχοντας ολοκληρώσει την θεραπεία της για καρκίνο του στήθους, επιστρέφει σπίτι της προκειμένου να ετοιμασθεί για τον γάμο της κόρης της που θα γίνει στο νότο της Ιταλίας, στο αγρόκτημα του μέλλοντος γαμπρού της. Ένας ειδυλλιακός χώρος, έπαυλη περιτριγυρισμένη από λεμονιές, με θέα την θάλασσα της Νάπολης, όπως θα τον αντικρίσουμε όταν, παρ’ όλες τις δυσκολίες, φθάσει η πρωταγωνίστριά μας.
Πίσω λοιπόν, στην γκρι Δανία, μετά το ραντεβού με την ογκολόγο, 
βρίσκει τον σύζυγο της να κάνει έρωτα στο καναπέ του σπιτιού της με νεαρή συνάδελφο του.
Η ιστορία ξεκινά με πικρία εξαιτίας της συμπεριφοράς του συζύγου, των εγωκεντρικών απαντήσεων του και την Ιda σε ταραχή, έκπληκτη για την τροπή των πραγμάτων, την εξ ολοκλήρου ανατροπή του κόσμου της.
Θα συμβούν διάφορα γεγονότα που, επειδή αποτελούν τα ενδιαφέροντα σημεία της ταινίας, δεν θά ‘πρεπε να αναφερθούν. Είναι αυτά που κάνουν την διαφορά και παρακολουθούμε ένα ρομάντζο αλλά με καλές συστάσεις.
Η ιστορία είναι απλή. Η διαφορά της είναι, όπως ανέφερα μικρές λεπτομέρειες, η υπογράμμιση των ανθρωπίνων συμπεριφορών στα ευχάριστα και στα δύσκολα.
Δεν είναι μόνο η ερμηνεία των πρωταγωνιστών που στο σύνολο τους είναι καλή, είναι η άποψη της Ιda για την ζωή, η αυτοσυγκράτηση της, η τρυφερότητα της, η ‘καθαρή’ της ματιά για τους ανθρώπους που σε γλυκαίνει.
Σενάριο και σκηνοθεσία, φωτογράφηση και παρουσίαση των χαρακτήρων, η εστίαση στα μάτια των ανθρώπων γεμίζουν οθόνη και καρδιές με ζεστασιά και τρυφερότητα.
Αυτό που έχει ανάγκη ο σύγχρονος άνθρωπος.
«Κοίτα με στα μάτια και μίλησε μου» κι εγώ θα αφεθώ στην ομολογία της σκέψης σου και των επιθυμιών σου με τις καλύτερες των προθέσεων μου.
Δύσκολα θα αποφύγεις την συγκίνηση.
Το τέλος της ταινίας είναι προβλέψιμο αλλά αυτό δεν σε εμποδίζει να παρακολουθείς την εξέλιξη της ιστορίας. Έχει μικρο-ανατροπές η ετοιμασία του γάμου. Μία ετοιμασία που αποκαλύπτει τους ανθρώπους, τις αδυναμίες και τις δυσκολίες τους, τις συμβάσεις.
Αισθάνεσαι ότι τα απρόοπτα είναι η αφορμή για να αναφερθεί στις ανθρώπινες σχέσεις. Να μειώσει την ένταση και εσένα τον θεατή να σε ‘κρατήσει’ μαζί της.
Θέλει τόλμη να παρουσιάσεις ερωτεύσιμη μία γυναίκα ταλαιπωρημένη από τον χρόνο και την αρρώστια, σε ένα κόσμο όπως του κινηματογράφου. Ένας κόσμος, όπου η ομορφιά κατασκευάζεται, προβάλλεται, επιβάλλεται ως role model, αποθεώνεται.
Θέλει τόλμη και δύναμη, αλλά... τι δύναμη και αισιοδοξία! 
Ελπίδα, για τον άνθρωπο που καθημερινά παλεύει με τον χρόνο, τον φόβο του θανάτου, τα χτυπήματα της αρρώστιας.
Απλή ευχάριστη αφήγηση, ελπιδοφόρα ταινία, μία μικρή όαση στον καταιγισμό των απειλών που δέχεται ο άνθρωπος.

Σκηνοθεσία                     Susanne Bier
Σενάριο, ιστορία.            Susanne Bier, Anders Thomas Jensen
Φωτογραφία.                 Morten Soborg
Διανομή ρόλων               Lene Seested
Μουσική                       Johan. Soderqvist

Ηθοποιοί 
Ida                               Trine Dyrholm
Philip                            Pierce Brosnan
Patrick                          Sebastian  Jensen
Astrid                            Molly Blixt Egelind
Leif                              Kim. Bodnia
Benedikte                      Birthe Neumann

23 Νοεμβρίου 2013

Το τέλειο χτύπημα (The best offer) - 2013

Η νέα ταινία του Giuseppe Tornatore είναι η απάντηση σε αυτούς που πιστεύουν ότι όλα τελούν υπο τον έλεγχό τους. 131 λεπτά με έναν υπέροχο Geoffrey Rush. Ύστερα από πολύ καιρό απολαύσαμε μία καταπληκτική ερμηνεία του ως Virgil Oldman. Μαζί του ο Donald Sutherland σε ένα περιορισμένο αλλά πειστικό ρόλο, ως Billy Whistler. Άτυχη όμως η επιλογή της συμπρωταγωνίστριας του, της Sylvia Hoeks ως Claire. Άχρωμη κι αδύναμη. Ίσως να μην ήταν τόσο εμφανής η αδυναμία της αν δεν ήταν δίπλα σε μία τόσο εξαιρετική παρουσία όπως αυτή του Geoffrey Rush. Καλός και ανερχόμενος ο Jim Sturgess ως ο νεαρός μηχανικός Robert.

Στην ταινία ο
Geoffrey Rush υποδύεται έναν ειδικό στις εκτιμήσεις έργων και αντικειμένων τέχνης εποχής. Εργάζεται για λογαριασμό του, στις δημοπρασίες, έχοντας τον απεριόριστο θαυμασμό του χώρου για την ποιότητα των εργασίων του, των γνώσεων του και της γνώμης του. Ζει μοναχική ζωή, τις εκφάνσεις της οποίας ελέγχει με αφάνταστη προσοχή στην λεπτομέρεια, στην ποιότητα. Σχολαστικός, παθολογικά θα έλεγα. Η ακεραιότητα και η ακρίβεια των λεγομένων, συνηθειών και κινήσεων του δεν τον εμποδίζει να μεθοδεύει εξαπατήσεις συλλεκτών, προς όφελος του σε συνεργασία με τον φίλο του, ζωγράφο, Billy Whistler.

Ζει πολυτελώς, αποτέλεσμα όχι μόνο των ικανοτήτων του αλλά και του άδηλου κέρδους
των εξαπατήσεων. Χειρισμοί άψογοι με το 'γάντι' κυριολεκτικά και μεταφορικά. Πάντα φοράει γάντια, ακόμη κι όταν τρώει. Έχει στην κατοχή του μία τεράστια συλλογή γυναικείων πορτρέτων, από όλες τις εποχές, ανεκτίμητα έργα τέχνης, αμύθητος πλούτος, καλά κρυμμένος, σε χώρο πίσω απο την βιτρίνα με την μεγάλη συλλογή γαντιών που κατέχει και φοράει. Τα βράδια του τα μοιράζεται σ' αυτόν τον χώρο με τα πορτρέτα, με τα βλέμματα των γυναικών να του δίνουν την ευχαρίστηση που θα είχε αν είχε επιλέξει να μοιρασθεί την ζωή του με το άλλο φύλο. Μοίρασμα που αναπόφευκτα έχει και συνέπειες τις οποίες εικάζουμε, αλλά σίγουρα δεν τις επιθυμούσε. Έχει τον έλεγχο αυτών των κυριών, ως αγορασμένες και εικονικές.

Όμως η ζωή του, οι συνήθειες του θα αλλάξουν. Θα χάσει τον έλεγχο, θα εκχωρήσει τον τρόπο που ειχε επιλέξει να ζεί, την τάξη, την σχολαστικότητα, τον προγραμματισμό, όταν εμφανίζεται νεαρή μυστηριώδης κληρονόμος μεγάλης έπαυλης κι έργων τέχνης την αξία των οποίων θέλει ο κ.Oldman να εκτιμήσει και να πωλήσει.
Η νεαρή είναι αόρατη λόγω ασθενείας (αγοραφοβίας) και η ασυνέπεια στα ραντεβού εξάπτουν τον κ.Oldman, ταράσσουν την γαλήνη του. Αρχίζουν συναντήσεις χωρίς πρόσωπο, στην έπαυλη της κληρονόμου. Η ένταση και η περιέργεια του κ.Oldman κορυφώνονται μέχρι που μεταλλάσσονται σε εμμονή και έρωτα.

Αποφασίζει να την παρακολουθήσει και σταδιακά να την βγάλει από την ασθένεια, δηλαδή έξω, με τον κόσμο. Σύμμαχο και βοηθό στο σχέδιο απόκτησης του αντικειμένου του πόθου του, νεαρός μηχανικός που για λογαριασμό του
κ.Oldman συναρμολογεί κομμάτια ενός ρομπότ του 19ου αιώνα τα κομμάτια του οποίου βρέθηκαν στο υπόγειο της επαύλης.

Ο
Geoffrey Rush αρχικά μας συστήνει τον κ.Oldman. Στην ιστορία εμφανίζεται η Claire. Είσαι βέβαιος ότι θα παρακολουθήσεις ένα ρομάντζο το οποίο εξελίσσεται σε ταινία με μυστήριο, ένταση και αγωνία. Δεν θα συνεχίσω την ιστορία γιατί θα ακύρωνα την ευχαρίστηση της πλοκής, η οποία είναι πολύ δεμένη και δουλεμένη. Θέλω όμως να σταθώ στο πόσο τρυφερή είναι η ταινία, πόσο ανθρώπινη. Αγαπάει τους χαρακτήρες του ο Giuseppe Tornatore. Ζεις ένα ρομάντζο και σου προκύπτει η τέλεια ανατροπή.

Η μουσική του Ennio Morricone, την υποστηρίζει. Το θέμα της γνησιότητας των έργων τέχνης, αν ενέχουν αυθεντικότητα οι αντιγραφές, είναι ένας προβληματισμός με αναφορά και παραλληλισμό στις σχέσεις, την ζωή, την αγάπη. Αγοράζεις αλλά τι;
Αποκτάς αλλά με τί τίμημα;

Είναι εύκολο στις αίθουσες δημοπρασιών, εκεί που τα πάθη δεν έχουν να κάνουν με
την ψυχή. Η υψηλή αισθητική των χώρων των ρούχων, η εκρηκτική παρουσία της τέχνης σε όλη την ταινία βοηθάει να αφεθείς στην εξέλιξη του μύθου. Αντέχεις την ένταση. Μια μή αρρωστημένη ένταση. Νιώθεις την γοητεία της τέχνης. Ζεις για το όμορφο.

Τι είναι όμορφο και κατά πόσο είναι αυτό που βλέπουμε ή νομίζουμε ότι βλέπουμε; Είμαστε θύματα των ψευδαισθήσεων των αισθήσεων μας; Ζούμε εντός του κατασκευασμένου χώρου που εμείς δημιουργήσαμε και πιστεύουμε ότι ελέγχουμε;

Αν δεν σου αρέσει η τέχνη, αν δεν σε απασχόλησε το τι είναι ο έρωτας και πως σε
συνεπαίρνει χωρίς γυρισμό και σε αποσυντονίζει, ίσως βρείς αυτή, όπως την χαρακτήρισαν, Χιτσκοκική ταινία, κάπως αργή. Μόνο που τα Χιτσκοκικά χαρακτηριστικά της είναι συσκευασμένα εντός των χαρακτηριστικών του
Giuseppe Tornatore, της αγάπης του για τον άνθρωπο, τα πάθη και λάθη του, της τελειότητας στην ατέλεια με την ματιά πάντα ενός νότιου.

Σκηνοθέτης-Σεναριογράφος.              Giuseppe Tornatore

Ηθοποιοί
Virgil Oldman                      Geoffrey Rush 
Claire                                             Sylvia Hoeks 
Billy Whistler                                    Donald Sutherland 

Μουσική.                                         Ennio Morricone

Φωτογραφία                                    Fabio Zamarion

Διανομή ρόλων                                 Reg Poerscout Edgerton

16 Οκτωβρίου 2013

Το κεφάλαιο (Le capital) - 2012

«Ολες οι ταινίες ξεκινούν καταρχάς από την όρεξη να μιλήσεις για κάτι. Γιατί κινηματογράφος είναι να διηγείσαι τον κόσμο με εικόνες. Κι εκείνο που μ' ενδιέφερε εμένα ήταν ο ρόλος του χρήματος μέσα στην ψυχολογία μας και πόσο μας αλλάζει. Το χρήμα είναι κάτι ουσιαστικό που εφηύραν οι άνθρωποι για να προχωράνε οι οικονομικές σχέσεις μεταξύ μας, αλλά συγχρόνως είναι ένα μέσο που αλλάζει βαθιά τους ανθρώπους. Και τα τελευταία 15-20 χρόνια η επίδρασή του είναι καθοριστική. Και βέβαια, πάντα υπάρχει μια αφορμή.
Παρουσίασα σε μια μικρή πόλη της Γαλλίας το 'Τσεκούρι' -εκεί που το είχαμε γυρίσει και όπου βρισκόταν το εργοστάσιο του χαρτιού- και ο δήμαρχος, άνθρωπος δεξιός, μας είπε πως «σήμερα δεν έχουμε καμία δύναμη να αλλάξουμε τίποτε παρά μόνο τα ονόματα των δρόμων μας, όλα τα άλλα τα αποφασίζει η οικονομία, όλα είναι στο χέρι της». Διάβασα κι ένα δοκίμιο ενός αντισυμβατικού τραπεζίτη, του Ζαν Περελεβάντ, και κατόπιν το 'Κεφάλαιο' του Στεφάν Οσμόν, και θέλησα να το κάνω ταινία. Μόνο που έδωσα ένα διαφορετικό τέλος. Την ταινία την ξεκίνησα πολύ πριν από την κρίση και πολλοί μου είπαν «γιατί δε δείχνεις τις συνέπειες και τη φτώχεια των ανθρώπων;». Γιατί νομίζω ότι αυτό που λέει το φιλμ αφορά πολύ περισσότερο την κρίση, είναι η αιτία και ο λόγος της και μια διάθεση ειρωνείας. Πίσω από την γοητεία ενός τραπεζίτη, τη μόρφωση και την καλλιέργειά του, κρύβεται μια σκοτεινή πλευρά, αυτή των επιχειρήσεων. Κι αυτό προσπάθησα να βρω και να διηγηθώ στην ταινία μου», σημειώνει ο Κώστας Γαβράς (Γιώτα Σωτηροπούλου Agelioforos.gr 3 Φεβρουαρίου 2013)

Ξεκίνησα με τα λόγια του σκηνοθέτη προκειμένου να αναφερθώ στη νέα ταινία του 'Το κεφάλαιο'. Συγκεκριμένα:
Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος μεγάλης τράπεζας της Γαλλίας, λόγω ασθενείας, αποσύρεται και στην θέση του προωθεί νεαρό φιλόδοξο στέλεχος, τον Marc Tourneuil. Θα βρεθεί στο επίκεντρο ραγδαίων εξελίξεων στον κόσμο του διεθνούς χρηματοτραπεζικού συστήματος. Παρ' όλο που είναι διδάκτορας στα Οικονομικά, θα βρεθεί και θα παλαίψει, θα επικρατήσει σε ένα κόσμο που ξεπερνάει όχι μόνο τα όρια των γνώσεών του, αλλά και της φαντασίας του. Σκληρός αγώνας, όχι για την επιβίωση αλλά για το μέγιστο του κέρδους, για το χρήμα το οποίο αυτός και οι άλλοι υπηρετούν. Θα επικρατήσει, σκληρότερος των σκληροτέρων. Θα βρεθεί σ' αυτόν τον κόσμο του χρήματος, εκεί που οι κανόνες αλλάζουν σύμφωνα με τους δείκτες του χρηματιστηρίου, εκεί που ο άνθρωπος γίνεται νούμερο στους ισολογισμούς των εταιριών και υπάρχει ή καταργείται ανάλογα με το ζητούμενο κέρδος.
Στο όνομα του κέρδους αθετούνται αρχές και συμφωνίες, ανταλλάσονται πληροφορίες, ακυρώνονται σχέσεις, απολύονται χιλιάδες, όμως με σοβαροφανή και τεκμηριωμένα επιχειρήματα. 
«Το χρήμα είναι εργαλείο», «Το χρήμα είναι θεός», «Το χρήμα σαπίζει τα πάντα» είναι μερικές από τις ατάκες των πρωταγωνιστών. «Συνεχίζουμε να τα παίρνουμε από τους φτωχούς και να τα δίνουμε στους πλούσιους», είναι η φράση με την οποία πέφτουν οι τίτλοι τέλους. 

Ο ίδιος ο Κώστας Γαβράς λέει: «Εχει γίνει η νέα μας θρησκεία που απομονώνει τους ανθρώπους. Ολα κρίνονται με και από το χρήμα. Βλέπει κανένας ότι οι βιομηχανίες που δουλεύουν καλύτερα είναι αυτές των πολυτελών ειδών. Γι' αυτούς που ασχολούνται με την οικονομία, όπως και για πολλούς πολιτικούς, οι καταστροφές αυτές είναι πάνω σε χαρτί, ονόματα πάνω σε χαρτιά. Πολλές φορές ούτε καν ονόματα, παρά μόνον αριθμοί και διαγράμματα και γραφήματα, με τα οποία αναλύουν πόσοι πρέπει να φύγουν από κάθε τμήμα αυτοί που κυβερνούν τις εταιρίες και τις τράπεζες και τα hedge funds. Εχουν θεοποιήσει το χρήμα τόσο πολύ, που σήμερα στα χρηματιστήρια το 40% - 45% των χρημάτων χρησιμοποιούνται για να κερδίσουν χρήματα και όχι για να παραγάγουν κάτι. »

Ο Κώστας Γαβράς μ' αυτή του τη ταινία απέδειξε για μία ακόμη φορά ότι μπορεί και κάνει αυτό που χαρακτηρίζεται 'πολιτικός κινηματογράφος'. Μπορεί και το κάνει καλά με τρόπο που δεν κουράζει, σχεδόν δεν καταλαβαίνεις ότι συμμετέχεις σε έναν προβληματισμό από τους πιό επίκαιρους και σημαντικότερους. Αδειάζει το 'σύστημα' με ευχάριστο, γρήγορο τρόπο, με τέμπο χωρίς 'κοιλιές', με μία δόση ειρωνείας. Οι χαρακτήρες του, μερικές στιγμές, αγγίζουν τα όρια της καρικατούρας. Ίσως γι αυτό επέλεξαν τον Gad Elmaleh που τον γνωρίσαμε ως κωμικό ηθοποιό. Δεν ξεφεύγεις από την μανιέρα σου, την υποκριτική, είναι αλήθεια. Ούτε αυτός ξέφυγε αλλά εκτιμώ ότι αυτό ήθελε ο Κώστας Γαβράς και η Marie France Michel, υπεύθυνη της διανομής ρόλων. 
Η ταινία δεν απέδωσε απλά τον κόσμο του χρήματος, ούτε τους μηχανισμούς, τις μεθόδους συσσώρευσής του. Αυτό το έκανε το βιβλίο του Stephane Osmont. Δεν ήταν μία απλή καταγραφή. Είδαμε και νιώσαμε την δύναμη αυτού του κόσμου, του χρηματοτραπεζικού. Το αποκαλυπτικό της ταινίας είναι ότι αυτό 'το θηρίο' έχει διαρκώς εντός του αντιπαλότητες, αναταράξεις, ανασυντάξεις, «τρώει τις σάρκες του». Όμως, παρ όλα αυτά, παραμένει αλώβητο και πανίσχυρο προς τα έξω, διαχειριστής του κόσμου μας, προς όφελος των συνιστόντων αυτού.
Μικρή παρατήρηση: άδικος ο Κώστας Γαβράς με τους γυναικείους χαρακτήρες του, σαν γυναίκα οφείλω να το αναφέρω. Η σύζυγος, το μοντέλο, η ικανή και τίμια υπάλληλος, η άνευ προσωπικότητας κόρη του τραπεζίτη. Συμπληρώνουμε το κάδρο και όποτε χρειάζεται μας χρησιμοποιούν. Θα πρόσθεται κάποιος βέβαια: «Μήπως έτσι δεν είναι; Ποιό το σφάλμα του σκηνοθέτη, λοιπόν;» Θα το συμπεριλάμβανα στη γενικώτερη απόπειρα ειρωνικής και περιπαιχτικής προσέγγισης των χαρακτἠρων.
Η ταινία, λόγω ίσως συγκυριών, παραμένει στην σκέψη και σε απασχολεί μέρες μετά την θέαση της.

Σκηνοθέτης            Κώστας Γαβράς
Σενάριο                 Karim Boukercha,Jean Claude Grumberg, Κώστας Γαβράς
Βιβλίο                   'Le Capital' του Stephane Osmont
Διανομή ρόλων       Marie France Michel
Φωτογραφία          Eric Gautier


Ηθοποιοί
Marc Tourneuil       Gad Elmaleh 

Ditmar Rigule         Gabriel Byrne 
Diane Tourneuil      Natacha Regnier 
Maud Baron            Celine Sallette 
Nassim                   Liya Kebed 

11 Οκτωβρίου 2013

Δεν κρατιέμαι (Los amantes passajeros) - 2013

Δεν ξέρω αν είμαι so excited με την τελευταία ταινία του PA. Σε ένα αεροπλάνο από την Μαδρίτη για Μεξικό ταξιδεύουν αρκετοί αλλά η ταινία εστιάζει στους επιβάτες της first class, φαντάζομαι για λόγους διαχείρισης της υπόθεσης, λόγω αριθμού χαρακτήρων, στο προσωπικό και στους πιλότους. Μία βλάβη προκληθείσα εξ αμελείας των ως διάττοντες αστέρες εμφανιζόμενους Antonio Banderas και Penelope Cruz αναγκάζει προ του επικείμενου τέλους τους πρωταγωνιστές να φθάσουν στα άκρα. Η μη εφικτή κατ' αρχήν προσγείωση τους και η αναζήτηση διαθέσιμου, άδειου αεροδρομίου για την αναγκαστική αλλά όχι ακίνδυνη προσγείωση είναι η υπόθεση και η διάρκεια της ταινίας. Ο φόβος του θανάτου ελευθερώνει ταμπού, προκαλεί εκμυστηρεύσεις, συγκρούσεις και σεξ. Ένας διεφθαρμένος επιχειρηματίας, αλλά με 'κολάρο', μία 'τσατσά' πρώην μοντέλο, ένας πληρωμένος δολοφόνος, ένας ηθοποιός, δύο πιλότοι, μία μέντιουμ με ειδικότητα να εντοπίζει αίμα και πτώματα αλλά παρθένα, και τρία άτομα προσωπικό μπλέκουν τις ιστορίες τους και τις ζωές τους. Ο PA θέλει να 'μπλέκουν' στο τέλος και 'τα μπούτια τους'.
Μία ταινία με χιούμορ, καλή ηθοποιία, με πλάνα κοντινά, μακρινά, τέτοια που αφαιρούν την σοβαρότητα του θέματος, το καθιστούν καρικατούρα. Διάλογοι προκλητικοί, αθυρόστομοι, ανερυθρίαστοι, ξεκοιλιάζουν την απόκρυφη σκέψη μας.
Απελευθερώνει ο φόβος του θανάτου ή ο άνθρωπος πετυχημένος ή μη, άσχημος ή όμορφος, θρήσκιος ή όχι, όλα στο βωμό του αχαλίνωτου, ανεμπόδιστου σεξ τα θυσιάζει ή τα συνταιριάζει.
Είμαστε και καλοί και κακοί και άνδρες και γυναίκες. Εμπεριέχουμε το δισυπόστατο του φύλου μας. Ίσως η απειλή του τέλους αποκαλύπτει τον καλό εαυτό μας, την αγάπη προς τον πλησίον αλλά και το άλλο φύλο μας, την φιλήδονη υπόσταση μας. Ο PA υπερτονισμένα, περιττά στην υπερβολή τους, τα καταθέτει και μας καλεί να γελάσουμε με τους ηθοποιούς του, με τον εαυτό μας στην ουσία.
Κάποιος που δεν τον ξέρει, δεν ξέρει ότι ακροβατεί στο όριο του καθωσπρεπισμού και στο 'και γιατί όχι', θα θεωρήσει υπερβολική την θέση του, θα μιλήσει για βωμολοχίες, για προσβολή της ηθικής μας τάξης. Η διακωμώδηση δεν θα δώσει το συγχωροχάρτι.
Η γνώμη μου είναι ότι το παράκανε, σαν άτακτο παιδί. Με ουσίες ή όχι, δεν είναι δυνατόν εν μέσω μιας καταρρέουσας οικονομικά Ισπανίας, να μην υπάρχει άλλο στο μυαλό των ανθρώπων παρά η αμφισεξουαλικότητά τους και το κυνήγι της ηδονής. Ελάχιστη νύξη αποτελεί ο υποτιθέμενος εργολάβος επιχειρηματίας, κατασκευαστής του αεροδρομίου της Μαδρίτης, διαπλεκόμενος και πρωτοσέλιδο, ως οικονομικό σκάνδαλο, στις εφημερίδες, αλλά αμέτοχος στο παιχνίδι της ευχαρίστησης, της ηδονής. Το μερίδιο του ως συμμετοχή αλλά και ως τιμωρία το έλαβε μέσω της κόρης του που άφησε την πολυτέλεια του σπιτιου της, τη συντηρητικότητα και αυστηρότητα της μητέρας της για να αποδράσει στο πάθος της.
Απάντηση στην υποκρισία και διαπλοκή πίσω από το χρήμα;
Είναι η απόδραση η απάντηση στην υποκριτική κοινωνία;
Είναι η αποδοχή του 'υπηρετώ το libido μου' η λύση;
Βέβαια λύσεις δεν προτείνονται. Συμπεράσματα δεν βγαίνουν. Μέσα και πίσω από τις νύξεις, τις εικόνες κατατίθενται απόψεις.
Γέλασα αλλά με κείνο το γέλιο που συνήθως μετά προκαλεί ενοχές, ενοχές για το με τι γέλασα.
Ίσως είμαι αυτό που λένε συντηρητικό μυαλό.

Σκηνοθέτης και σεναριογράφος Pedro Almodόvar

Ηθοποιοί

Leon                                       Antonio Banderas
Jessi 
                                      Penelope Cruz
Alex Acero 
                              Antonio de la Torre
Benito Moron 
                           Hugo Silva
Joserra 
                                  Javier Camara
Ulloa 
                                      Raul Arevalo
Fajas  
                                    Carlos Areces
Bruna 
                                     Lola Duenas
Norma  
                                   Cecilia Roth
Mr Maas  
                                Jose Luis Torrijo

1 Οκτωβρίου 2013

Ο υπέροχος Γκάτσμπυ (The Great Gatsby) - 2013

Εκπλήσσομαι όλο και περισσότερο με τις διάφορες πραγματικότητες που βιώνουμε οι άνθρωποι. Τώρα θα έλεγε κανείς, τι σχέση έχει αυτό με την εν λόγω ταινία;
Έχει.
1922 το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου διαδραματίζεται η ταινία και τοποθετείται το μυθιστόρημα του F. Scott Fitzgerald μια και γι αυτού την μεταφορά μιλάμε, έχουν γίνει αλλαγές, προσαρμογές, αλλά όχι ουσιαστικές ή μεγάλες.
Το 1922 συνέβει ένας από τους μαζικότερους και απάνθρωπους ξεριζωμούς.
1.000.000 άνθρωποι ξεριζώθηκαν κυριολεκτικά, εγκατέλειψαν τις εστίες τους, τις περιουσίες τους, την ζωή τους, αποδεκατίσθηκαν οικογένειες, έγιναν πρόσφυγες, από άρχοντες επαίτες εργασίας χώρου. Η ιστορία στην Ελλάδα έγραφε με αίμα, με εξαθλίωση, με πόνο μία νέα εποχή. Άνθρωποι λιμοκτονούσαν και η χώρα προσπαθούσε να ορθοποδήσει.
Την ίδια εποχή, την εποχή της ταινίας, στην άλλη άκρη του ωκεανού
ήταν αλλιώς. Εκεί που πολλοί Ευρωπαίοι και Έλληνες, συγγενείς μας αρκετοί, αφήνοντας την Μικρά Ασία και Ανατολική Θράκη μετανάστευσαν για να αναζητήσουν την τύχη τους, ένα καλύτερο αύριο στην γη της επαγγελίας. Χρήμα ανάπτυξη, διασκέδαση, άνεση, χαλαρότητα.
Στην ταινία χάριν του σεναρίου και του σκηνοθέτη συμμετέχουμε σε αυτή την οικονομική έκκρηξη, με θεμιτούς ή αθέμιτους τρόπους. Το χρήμα τρέχει άφθονο και τα έργα των υποδομών σε εξέλιξη. Οι άνθρωποι συρρέουν από τις άλλες πολιτείες και χώρες στην Ανατολική ακτή, κυρίως την Νέα Υόρκη, για να κάνουν τα όνειρα τους πραγματικότητα.
Παρακολουθούν τους άλλους, τους ήδη μέσα στο όνειρο, στην χλιδή, στην πολυτέλεια, τα παραμυθένια σπίτια - παλάτια, τα ξέφρενα πάρτυ, την παράδοση στην ηδονή, προβάλλουν τον εαυτό τους σ' αυτό το όνειρο διεκδικώντας μερίδιο.
Μία ευτυχισμένη κοινωνία. Ήταν έτσι;
Προκύπτει ξανά το ερώτημα πόσο αληθινό είναι αυτό που ζούν, σε ποιά στέρεα θεμέλια οικοδομείται το όνειρο, πόσοι συμμετέχουν;
Πόσοι μένουν απ´ έξω κι´αν αυτοί που χορεύουν και πίνουν μέχρι τελικής πτώσεως, με τα υπέροχα ρούχα, τα φανταχτερά κοσμήματα μετουσιώνονται της ευτυχίας; Τι κυνηγουν; Πόσο αληθινές είναι οι σχέσεις τους; Ποιά τάξη και καταγωγή σου επιτρέπει την συμμετοχή; Πως είσαι μέσα ή έξω από το όνειρο; Ποιό το τίμημα; Πόσο και σε τι παρανομείς; Η ποτοαπαγόρευση αντί να συναιτίσει, αυξάνει την κατανάλωση ποτών και φέρνει απερίγραπτα κέρδη σε αυτούς που τα διανέμουν.
Εν ολίγοις αυτή είναι η ταινία.
Εντός εκείνης της πραγματικότητας ένας άνθρωπος, από φτωχική οικογένεια, ο Gatsby, ζει αυτό που ονειρεύτηκε. Ένας Kροίσος, χωρίς διευκρινήσεις πως και πότε έγινε αυτό που βλέπουμε εμείς και οι σύγχρονοί του, κινείται κουβαλώντας ένα μύθο, οπως αρμόζει στα υπάρχοντά και την περιουσία του, μάχες, σπουδές στην Οξφόρδη, κάνοντά τους να αναρωτιουνται, αλλά να απολαμβάνουν αυτά που τους χαρίζει απλόχερα, διασκέδαση με χλιδή. Ζει, ακολουθώντας στο περιθώριο, αλλά ελπίζοντας να συναντήσει την μόνη γυναίκα που αγάπησε και θα ολοκλήρωνε το όνειρό του. Κατοικεί απέναντί της, επιδιώκει την συνάντηση τους είτε διοργανώνοντας πολυπληθή, ακραίας πολυτέλειας και υπερβολής πάρτυ, είτε μέσω ανθρώπων - συνδέσμων.
Εντός της παρανομίας του είναι αυθεντικός και ο πλούτος του αποκτήθηκε, για την χαρά και ευχαρίστηση της γυναίκας, που τελικά χάριν ενός ξαδέλφου της, συγγραφέα και σχετικά αγνού, προσσεγγίζει.
Θα ζήσουν λίγο χρόνο τον έρωτα τους κρυφά, παράνομα, συναρπαστικά μέχρι την λύση που επέλεξε ο F. Scott Fitzgerald.
Σ' αυτόν τον ψεύτικο κόσμο οι γυναίκες υπάρχουν για να ικανοποιούν τους άνδρες, σαν ευτελείς πόρνες ή ρηχές, ανεγκέφαλες υπάρξεις εξασφαλίζοντας μ' αυτόν τον τρόπο το δικό τους όνειρο, συγκριτικά βέβαια για την κάθε ταξική περίπτωση, την καλή ζωή.
Εντός των χαρακτήρων ο διανοούμενος και ο αιθεροβάμων θα ξεχωρίσουν.
Θα επαναλάβω την ερώτηση; Είναι έτσι;
Αυτός ήταν ο κόσμος της Αμερικής και της ΝΥ; Θα αναφέρω ότι ήδη το 1860 είχε θεσπισθεί στην ΝΥ το πρώτο οικογενειακό δίκαιο και το 1920 δόθηκε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και με νόμο συνέβησαν αλλαγές σχετικά με την πρόσβαση στην ανώτερη εκπαίδευση, την περίθαλψη κα. Xάριν του πρώτου κύματος, όπως χαρακτηρίζεται, φεμινισμού.
Υπήρχαν ως είναι φυσικό και άλλες γυναίκες.
Η ταινία όπως την χαρακτήρισε φίλος ήταν εικονική ποίηση.
Αισθητικά συναρπαστική, η υπερβολή των εφέ και των animation χρήσιμα για να αποδώσουν την υπερβολή της τάξης, της εποχής, του όνειρου. Ελάχιστα ήταν τα ενοχλητικά, όπως κάποια χορευτικά στα πάρτυ, ασυνέπειες του είδους: πως εκ του πουθενά απέκτησε πρόσωπο ο Gatsby αφού μέχρι πρότεινος, δηλαδή μέχρι τα 3/4 της ταινίας, παρέμεινε θρύλος, μύθος για τους Νεουρκέζους. Εξαιρετικός ο ρόλος του σχολιαστή και αφηγητή συγγραφέα. Ευρηματικός ο τρόπος για να μας λυθούν αρκετές απορίες και να διευκολυνθεί τον σκηνοθέτη.
Η επιλογή της ηθοποιίας, στυλιαρισμένης, ως καρτούν, δεν ενοχλεί, τουναντίον αφαιρεί δραματικότητα για να παραμείνεις δυόμισυ ώρες, ίσως περιττό το μάκρος, στην ταινία.
Την ταινιά δεν την υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες, αλλά θα ήταν χρήσιμο να απαντηθεί το ερώτημα "τι θέλουμε από μία εκ νέου κινηματογράφηση ένός ήδη πολυδιαβασμένου βιβλίου;" Τι προσδοκεί ο θεατής; Είναι αναπόφευκτες οι συγκρίσεις και αντιπαραθέσεις. Ενα παλιό, ανώδυνο θέμα, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι από τότε που τοποθετείται η ιστορία και είδαμε τον άλλο Gatsby, που μόνο με τα νέα τεχνολογικά δεδομένα, μέσα και την οπτική της σημερινής εποχής μπορείς να το προσεγγίσεις.
Τα είπε όλα όσα ανάφερα και ήθελε να πει το βιβλίο. Ή μήπως όχι;
Ολοι οι προηγούμενοι σήκωσαν μία κουρτίνα και μας άφησαν να δούμε, ο Baz Luhmann το έκανε διασκεδαστικότερο μήπως και θελήσουμε κι εμείς να διασκεδάσουμε όπως αυτοί, οι λίγοι τότε.
Και δίδαγμα πρόεκυψε:
α. Το παρελθόν δεν επαναλαμβάνεται.
β. Η δε κοινωνία σε εγκαταλείπει γρήγορα, όταν δεν μετουσιώνεται της χλιδής σου κι αν της θυμίσεις ότι δεν είναι αθώα, πόσο μάλλον η εν δυνάμει ενοχή της.

Υποκριτές σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.
Ξεχώρισαν τρεις για την ηθοποία τους o Leonardo di Caprio, o Tobey Maguire και ο Joel Edgerton, αλλά καλύτερος
ο Leonardo.
Καλή η κατανομή των ρόλων. Οι τρεις γυναίκες αποδώθηκαν, για να είμαστε δίκαιοι, καλά από τις Carey Mulligan, Isla Fisher και Elizabeth Debicki.
Αδιάφορη η μουσική της ταινίας, με εξαίρεση το κομμάτι του πιανίστα, και το υπερβολικό κομμάτι του πάρτυ.
Τα κοστούμια και τα εφέ θα τα έλεγα χωρίς πατίνα χρόνου αλλά νομίζω ότι εξυπηρετούσε η επιλογή τους την όλη προσέγγιση (concept) του δημιουργού της.


Σκηνοθεσία.                        Baz Luhmann
Σενάριο.                             Baz Luhmann - Graig Pearce
Βιβλίο.                               The Great Gatsby (1925) από τον F. Scott
 Fitzgerald
Επιλογή ρόλων                    Nikki Barrett, Ronna Kress
Μουσική                              Graig Armstrong
Καλλιτεχνική Διεύθυνση.       Damien Drew, Ian Gracie, Michael Turner

Ηθοποιοί :
Jay Gatsby                          Leonard DiCaprio
Daisy Buchanan 
                  Carey Mulligan 
Tom Buchanan                    Joel Edgerton 
Nick Caraway                      Tobey Maguire 
Myrtle Wilson                      Isla Fisher 
Jordan Baker                       Elizabeth Debicki