26 Φεβρουαρίου 2013

Anna Karenina - 2012

Ας υποθέσουμε ότι είσαι ο Joe Wright κι αποφάσισες ή αποφάσισαν να μεταφέρεις το περίφημο μυθιστόρημα του Leo Tolstoy στην οθόνη. Ο λόγος για την Anna Karenina. Είναι η πολλοστή φορά που θα το δει κάποιος είτε σε θεατρική παράσταση, μιούζικαλ, όπερα, και μια ακόμη φορά σε ταινία το 1935 με την αξέχαστη Greta Garbo. Τι θα έκανες;
Διαλέγεις για την ενσάρκωση τη μούσα σου Keira Knightley. Και μετά;
Η Αυτοκρατορική Ρωσία του 19ου αιώνα δεδομένη. Η εισαγωγή του 
Leo Tolstoy «Οι ευτυχισμένες οικογένειες όλες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, ωστόσο, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο.», δεσμευτική.
Τι εννοώ; Θα δημιουργήσεις ένα ψυχογράφημα για τον άνθρωπο που το πάθος του τον οδηγεί σε προσωπικό δράμα;
Ή θα αναδείξεις την κοινωνική δομή και συμπεριφορές της τότε Ρωσίας, θα δώσεις έμφαση στον κοινωνικό ιστό εντός του οποίου διαδραματίζεται η ιστορία;
Το μυθιστόρημα είναι σύνθετο και ο συγγραφέας δουλεύει και προχωράει παράλληλα πολλά θέματα και ιστορίες. Αυτό είναι γνωστό στους λογοτεχνικούς αναγνώστες. Αριστοκρατία, Επαρχία, Αγροτική ζωή, Εξουσία, Διασκέδαση, Ανησυχία παρουσιάζονται μόνα τους, είτε μέσα από αντίστοιχες ιστορίες αγάπης.
Στο συγκεκριμένο, την 
Anna Karenina, η κρίση της οικογένειας προβάλλεται. Παράλληλα με τους γάμους υπάρχουν και οι παράλληλες σχέσεις που έχουν πλήξει το γάμο. Κορυφαία και πρωταγωνίστρια η σχέση της Anna Karenina με τον κόμη Alexei Vronsky.
Η 
Anna Karenina νέα, όμορφη, παντρεμένη με τον Alexei Karenin – άραγε τυχαία η επιλογή του Tolstoy; - με ένα γιο, ασφυκτιά εντός της οικογενειακής ζωής, η δε κοσμική ζωή της εξαιτίας της επανάληψής χάνει σε ενδιαφέρον. Γνωρίζει τον Alexei Vronsky και μια ιστορία πάθους ξεκινά δραματικά, έντονα, παθιασμένα, με συγκρούσεις, συγκρίσεις, απειλές, περιφρονήσεις, επικρίσεις, κοινωνικά σχόλια, κοινωνικές απορρίψεις. Η κοινωνία απαιτεί ξεκάθαρες θέσεις, παράδειγμα διαζύγιο, υποκρίνεται, κρύβει τα δικά της πάθη. Αυτό τουλάχιστον λέει ο Tolstoy. Ελπίδα ένα ζευγάρι που στην αγροτική επαρχία ξεκινά την κοινή του ζωή στηριζόμενο στην αληθινή αγάπη, αγάπη στο φως, αγάπη της δημιουργίας και της προσφοράς. Ιστορία παράλληλη με αυτήν της Anna Karenina και του Alexei Vronsky. Εξελίσσεται από τον συγγραφέα σε αντιπαράθεση, αλλά ισόποσα, δίνοντας τη θέση του και τον προβληματισμό του για την αγάπη.
Ο Joe Wright επέλεξε να ξαναπεί αυτή την ιστορία δημιουργώντας μια σκηνή εντός της ταινίας. Επέλεξε να κινείται πάνω στη σκηνή, πίσω από τη σκηνή, στα παρασκήνια. Κινήσεις-εργαλεία για να αφηγηθεί ένα δύσκολο, πολυμεταφερμένο, πολυερμηνευμένο έργο.
Δύσκολο το εγχείρημα, ελαφρά θολό αρχικά, σταδιακά γίνεται ξεκάθαρο, μέχρι την κορύφωση του δράματος, την αυτοκτονία της Anna, όπου είναι αριστουργηματικά θεατρική η σκηνοθεσία. Θεωρητικά μας ελευθέρωσε τη ματιά, δείχνοντας σε πρώτο πλάνο τα επί σκηνής και των παρασκηνίων σε δεύτερο ερμηνευτικό πλάνο.
Διάλεξε μια καλή ερμηνεία του Jude Law για τον σύζυγο, την φλεγματικότητα του οποίου, τη συντήρηση, συμβατικότητα, καθωσπρεπισμό έπρεπε να κάνει εμφανή. Να υπάρχει σε αντιδιαστολή με το πάθος, την τόλμη, την ελευθερία, την αντισυμβατικότητα των δύο εραστών. Το άλογο των πράξεών τους για την τότε και νυν κοινωνία. Έδειξε καλά με το διπλό κοινό την παρατηρητικότητα, την παρακολούθηση της κοινωνίας για τις πράξεις τους και πράξεις μας. Κοινό υπήρχε εντός κι εκτός της θεατρικής σκηνής. Ευρηματικότατο. Μάτια που άγρυπνα παρακολουθούν, σιωπές που φλυαρούν επώδυνα.
Η σκηνοθεσία, ναι, ήταν ευρηματική. Η ερμηνεία των εραστών άνευρη. Ίσως ήταν εραστές σύγχρονης καταναλωτικής εποχής, συνηθισμένοι. Δεν ξέρω αν το επέλεξε ο Joe Wright ή του διέφυγε.
Ήταν άνευροι και χωρίς το βάρος του πάθους. Η Keira έδειξε υστερία προς το τέλος. Δεν αντέχω, βέβαια, για πολλοστή φορά μια γυναίκα να γελοιοποιείται εξαιτίας του ατελέσφορου πάθους της. Αλήθεια, η ερώτηση είναι για τους δημιουργούς, ζώντες και νεκρούς: Μόνο οι γυναίκες οδηγούνται στην παραφροσύνη από τη ζήλεια ή το πάθος τους; Γιατί οι άνδρες παραμένουν και δρουν ελέγχοντας το πάθος; Αντικαθίσταται εύκολα αυτό; Ή δεν τους πάει ως ρόλος;
Η μορφίνη, θα μου απαντήσει σχολιαστής, την οδήγησε σε ακραία συμπεριφορά. Αρνούμαι να το δεχτώ, γιατί θα προκύψει το ερωτηματικό πώς φθάνει σε τέτοιου είδους χρήση και γιατί μόνο αυτή;
Θέλει η κοινωνία να αναπαράγει αυτούς τους ρόλους και τις συμπεριφορές; Εξακολουθεί και παραμένει ζητούμενο για όλους το πάθος στην καθημερινότητά μας.
Οι ενδυμασίες καταπληκτικές. Ευτυχώς δικαιώθηκε η Jacqueline Durran με τη βράβευση στην απονομή των Oscar.
Έχασε ο Joe Wright διάκριση σκηνοθεσίας, αλλά η ιστορία θα τον ανταμείψει, γιατί οι σπουδαστές στις σχολές κινηματογραφίας θα επανέλθουν αρκετές φορές προς μελέτη της δικής του μεταφοράς βιβλίου στην οθόνη. Η βοήθεια του Tom Stoppard, του σεναριογράφου, καθοριστική και πετυχημένη.

Σκηνοθεσία                                           Joe Wright
Σενάριο                                                Tom Stoppard
Μυθιστόρημα                                         Leon Tolstoy
Anna Karenina                                       Keira Knightley
Alexey Karenin                                      Jude Law
Alexey Vronsky                                      Aaron Taylor Johnson
Princess Betsy                                        Ruth Wilson
Countess Lydia Ivanova                            Emily Watson
Kitty                                                     Alicia Vikander
Dolly                                                     Kelly Macdonald
Levin                                                    Domhnall Gleeson
Stepan Arkadyevitch Oblonsky                   Matthew Macfadyen
Vronsky’s mother                                   Olivia Williams
Costume design                                      Jacqueline Durran
Cinematography                                     
Seamus  McGarvey

15 Φεβρουαρίου 2013

Σώμα με σώμα (De rouille et d’ os) - 2012

Συχνά παλεύουμε με την ύλη μας, το σώμα μας και τις ανάγκες του.
Σε μια εποχή που δίνει ιδιαίτερη έμφαση, άραγε πότε δεν το έκανε, στο σώμα, το σώμα αποθεώνεται και χρησιμοποιείται άλλοτε για τον αισθησιασμό του, άλλοτε για τη δύναμή του, τη ρωμαλεότητα. Βιομηχανίες συντηρούν αυτόν τον μύθο και περισσότερο ευάλωτες εντός του μύθου αυτού οι γυναίκες.
Εγκαταλείπεται και θυσιάζεται στο βωμό της εμφάνισης η συναισθηματική μας ολοκλήρωση, ο καθορισμός μας ως οντότητες μέσα από μια ισορροπία σώματος – ψυχής.
Ο Jacques Audiard σκηνοθετεί τη νέα του ταινία πατώντας καλά στο βιβλίο του καναδού συγγραφέα Graig Davidson “Rust & Bone” δημιουργεί το “De rouille et d’ os” συνυπογράφοντας και το σενάριο.
Στα βόρεια της Γαλλίας, εκεί ξεκινά η ταινία, ο ένας εκ των δύο πρωταγωνιστών, ο Alain(Ali), αναλαμβάνει τον πεντάχρονο γιο του Sam (δε γνωρίζουμε λόγο και συνθήκες που συμβαίνει αυτό). Είναι άστεγος, απένταρος, χωρίς φίλους. Δε γνωρίζει τον γιο του και δεν είχε ασχοληθεί πριν με αυτόν. Στην εξέλιξη του μύθου από κάποια σχόλια μοιάζει να αφαιρέθηκε η κηδεμονία από τη μητέρα ή εγκατέλειψε το παιδί της με μια παρόμοια του πατέρα ανευθυνότητα.
Ο Alain κι ο Sam εγκαθίστανται στης αδελφής του, στη νότια Γαλλία. Αποκτά δουλειά, στέγη και φροντίδα για το παιδί του. Η ανευθυνότητά του ως γονιός συνεχίζεται, τουλάχιστον αυτό επισημαίνεται αρκετές φορές από τον σκηνοθέτη δια στόματος αδελφής.
Συναντά την Stephanie, όμορφη, νέα, με αυτοπεποίθηση, σε club. Η συμπεριφορά της υπογραμμίζεται εκ μέρους του ως ανάρμοστη. Η Stephanie συζεί με κάποιον άλλο, είναι δε επιτυχημένη εκπαιδεύτρια φαλαινών σε θαλάσσιο πάρκο.
Ένα τραγικό ατύχημα θα φέρει κοντά τους Alain και Stephanie. Σε μια αλλιώτικη σχέση. Μια σχέση που ξεκινά από ανθρωπιά, οίκτο, αμηχανία στην αναπηρία, προχωράει στο σεξ, για να γίνει στη συνέχεια συναισθηματικός δεσμός.
Ο Audiard εστιάζει στο σώμα και το παρακολουθεί σ’ αυτό που μπορεί να κάνει και αυτό που δεν μπορεί. Στο θρίαμβο, αλλά και στην ήττα του. Στην εξύψωσή, αλλά και στην ακύρωσή του.
Ο Alain είναι πυγμάχος και χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη και τέχνη του. Κυρίως για να δει τα όρια αυτού του σώματος και κατά συνέπεια τα δικά του. Στη συνέχεια να αντλήσει κέρδος από αυτή την υπεροχή.
Ο Audiard αναδεικνύει την αντίθεση των σωμάτων, αρτιμελές- ακρωτηριασμένο, δυνατό- αδύναμο, ελεύθερο- αγκυλωμένο. Ούτε μια στιγμή δεν είσαι στην ταινία χωρίς τις δύο όψεις ενός σώματος. Ακολουθεί τα βλέμματα στον πόνο, στον θαυμασμό, στο γιατί της αδυναμίας.
Η ταινία δεν έχει μελοδραματισμούς, ούτε εντάσεις, με μία εξαίρεση πριν το τέλος. Εκεί έπρεπε να έρθει και η κορύφωση αυτής της λατρείας της δύναμης. Μια δύναμη που πρέπει να εξαντληθεί για να σε γλιτώσει από το όνειδος, τον πόνο της απώλειας αγαπημένου. Βιώνεις έντονα συναισθήματα, σαν όλη την ταινία να την διατρέχει αυτή η γλώσσα της καταπόνησης του σώματος, αυτή η κραυγή της ύλης που σε καθιστά έρμαιό της.
Ο Alain, η Stephanie θα βγουν από αυτή την ομηρία, ορμώμενοι και ωθούμενοι από άλλα κίνητρα. Η Stephanie αποφασισμένη να ζήσει, να παλέψει. Το έχει μάθει αυτό καλά στη δουλειά της, από τη φύση. Τα μεγάλα θηρία που εκπαίδευε και πάλευε. Έμαθε να επιβιώνει από αυτά. Ο άλλος, αυτός που λάτρεψε τη δύναμη μέσα από την ήττα, από τη συνειδητοποίηση της αδυναμίας.
Η ταινία είχε αρκετά στοιχεία ακάλυπτα κι άλλα φλύαρα. Δε θα τα θεωρούσα αρνητικά. Με προβλημάτισε το ότι η ταινία δεν είχε την ίδια σκηνοθετική ποιότητα καθ΄ όλη τη διάρκειά της. Μερικές φορές το να ακολουθεί ένα μυθιστόρημα, ένα βιβλίο, ο σκηνοθέτης παρασύρεται ή υποχρεώνεται σε βήματα που προκύπτουν από την υιοθέτηση του κειμένου και μύθου του.
Όμως δεν είναι μελό, δεν είναι ψυχολογικό δράμα. Είναι η πάλη του ανθρώπου. Η πάλη με το σώμα του, η πάλη της επιβίωσής του. Η πάλη με την ύλη του.
Ο Audiard σκηνοθέτησε γνωρίζοντας τι θέλει να πει, ζητούμενη ικανότητα στις μέρες μας. Οι δε ερμηνείες τελειοποίησαν τη σκηνοθεσία.

Σκηνοθεσία                         Jacques Audiard
Σενάριο                              Jacques Audiard, Thomas Bidegain
Βιβλίο                                 Graig Davidson “Rust & Bone”
Stephanie                            Marion Cotillard
Alain                                   Matthias Schoenaerts
Sam                                    Armand Venture
Μουσική                              Alexandre Desplat

6 Φεβρουαρίου 2013

Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει (Cesare deve morire) - 2012

Η τελευταία ταινία των αδελφών Paolo και Vittorio Taviani «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» είναι μια ακόμη εξαιρετική ταινία τους.
Δε θα ασχοληθώ ούτε με το ότι είναι 80άρηδες, ούτε αν ο Mike Leigh ως Πρόεδρος της Επιτροπής του Βερολίνου, επειδή του αρέσει το είδος κράμα θέατρο – κινηματογράφος συνέβαλε στη βράβευσή τους.
Η ταινία δε χρειάζεται τον Mike Leigh, πρόλογο, εισαγωγικά σημειώματα και διευκρινήσεις για να σου αρέσει. Ούτε συστάσεις.
Άνθρωποι με καθαρή ματιά οι αδελφοί αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοδιορθώνονται, από κοινού δημιουργούν αψεγάδιαστες ταινίες.
Θαρρείς και τα δυο μυαλά, τα δυο ζευγάρια μάτια κάνουν το προϊόν της δημιουργίας, σαν τα παιδιά λαμπερών ερώτων, μοναδικά.
Σε μια φυλακή υψηλής ασφαλείας, όπως το Rebibbia, μια ομάδα φυλακισμένων, βαρυποινιτών, ανεβάζουν με τη βοήθεια του σκηνοθέτη Fabio Cavalli μέρος του Inferno του Dante. Αυτό είναι η αφορμή για να δημιουργηθεί η ταινία. Επιλέχθηκε το έργο του Shakespeare “Julius Caesar”.
Επιλογή ήταν επίσης να διατηρηθούν οι προφορές των εγκλείστων, κυρίως από Νάπολι, ως δίδουσες μια άλλη ερμηνεία σε διαλόγους και κείμενα ενταγμένα σε άλλο ιστορικό πλαίσιο.
Το κείμενο είναι γεγονός, ακόμη και για προχωρημένους αναγνώστες, απέκτησε άλλη ερμηνεία με τη συμβολή των ερμηνευτών και των συντελεστών της ταινίας. Ο χώρος πρόσθεσε την ανάλογη δραματικότητα και πειστικότητα κατά συνέπεια.
Έργο με πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις, με την καθοδήγηση των σκηνοθετών εστιάζει σε θέματα σύγχρονα και άπτοντα των καταδικασμένων.
Ανέδειξε υποβόσκοντα και υπολανθάνοντα θέματα είτε προσωπικότητας είτε συλλογικότητας. Επανέφερε τον προβληματισμό για το τι είναι έγκλημα, φιλία, προδοσία, συνομωσία, ανάγκη, εκδίκηση, αδικία, ιδέα και όραμα κοινωνικού μετασχηματισμού.
Ελεύθερος ο προβληματισμός του θεατή, ελεύθεροι κατά την πρόβα οι κρατούμενοι. Ελεύθεροι να παλεύουν με τα φαντάσματα του παρελθόντος τους, τις ενοχές, τις αγωνίες τους για το μέλλον, το αδιέξοδο παρόν τους.
Η παρεμβολή διαλόγων και πράξεων, προσωπικών βιωμάτων κι εμπειριών εκτός κειμένου στιγμιαία αποπροσανατολίζει τον θεατή που γρήγορα αντιλαμβάνεται την πρόθεση των δημιουργών και το μέγεθος της ταύτισης με το αρχικό κείμενο. Αντιλαμβάνεται με τον παραλληλισμό την άλλη ερμηνεία του κειμένου. Το πρόβλημα εν ολίγοις των καταδικασμένων.
Αυτός κι η εγκληματική πράξη του, αυτός κι οι ανάγκες του, αυτός και η ομάδα, αυτός κι η κοινωνία, αυτός κι η κατακραυγή, αυτός και το αγριεμένο πλήθος, η μάζα.
Όσες άμυνες κι αν έχεις αναπτύξει για το θέμα φυλακή – εγκληματίας – δικαιοσύνη, το βέβαιο είναι ότι φθάνεις, όχι μόνο απλά να συμπαθείς, να συμπάσχεις με τον εγκληματία. Δρασκελίζεις στην άλλη πλευρά, εκείνη του κακού και καταχωνιασμένου εαυτού σου, αυτού που νόμισες ότι τον τακτοποίησες με νόμους και πρέπει. Κι όμως υπάρχει, σίγουρα έξω από εσένα, αλλά κυρίως μέσα σου και φθάνει κάτι, κάποιος, εσύ, μια ιδέα να τον τροφοδοτήσει και να γίνεις άλλος.
Ήταν βαρύς ο ήχος του κλεισίματος της πόρτας στην αρχή της ταινίας, αλλά ήταν αβάσταχτος στην αυλαία του έργου. Το ένιωσε ο καθένας. Κι αν δεν ήταν η τελευταία φράση του έργου δε θα φεύγαμε με ελπίδα για τον κόσμο, για την εξάλειψη του «κακού».
Αυτό μόνο με την τέχνη πατάσσεται. Αυτή είναι εξάλλου κι η άποψη των σκηνοθετών.

Σκηνοθέτες                                Paolo, Vittorio Taviani

Έργο                                         William Shakespeare “Julius Caesar”

Προσαρμογή                              Paolo, Vittorio Taviani

Σκηνοθέτης θεατρικού                Fabio Cavalli

Cassio                                       Cosimo Rega

Bruto                                        Salvatore Striano

Cesare                                      Giovanni Arcuni

Marcantonio                              Antonio Frasca

Decio                                       Vincenzo Gallo

29 Ιανουαρίου 2013

Αγάπη (Amour) - 2012

Αγαπάς; Πόσο; Μέχρι πότε;
Είναι κλειστό κύκλωμα;
Το «Amour», η νέα ταινία του Michael Haneke, με αυτόν τον υπέροχο τίτλο έρχεται και χτυπάει τις ευαίσθητες χορδές μας.
Ο ανυποψίαστος κι άγνωστος γι’ αυτόν Haneke θα περίμενε ότι Παρίσι και Amour είναι ένα «αναίμακτο» δώρο αναψυχής. Δεν είναι.
Είναι όμως αγάπη, αγάπη δυνατή, αγάπη ατελείωτη. Αγάπη που δεν την σταματά ο ήχος του θανάτου, η αδυσώπητη φθορά του χρόνου, αγάπη που δεν την τρομάζει η προσφορά, που δεν μπερδεύεται με τον πόθο, τη λαχτάρα της σάρκας. Η σάρκα ρυτιδιασμένη, ανήμπορη, πονεμένη, αγγίζεται με αγάπη, τρυφερότητα, προσοχή, τελετουργικά.
Την ύλη που ηττημένη υποχωρεί σαν χορτασμένη τίγρη, με την ανωτερότητα αυτού που είδε, γοήτευσε, άγγιξε, άρπαξε, ρούφηξε.
Αυτή η αγάπη σαν καλλωπιστικό καλλιεργήθηκε προς τέρψιν του ζευγαριού. Ένα ζευγάρι που αντέχει. Ένα ζευγάρι που κόντρα στους καιρούς επιβιώνει με ενδιαφέρον, τροφοδοτείται από πνευματική τροφή, τέχνη. Μέχρι που ο θάνατος αποφασίζει να εισέλθει συμβολικά με μια διάρρηξη στον κόσμο του και κατόπιν για να δώσει μάχη με το ηλικιωμένο ζευγάρι. Μια μάχη που ο νικητής είναι προβλέψιμος κι αναμενόμενος.
Δυο εξαιρετικοί ερμηνευτές. Η οθόνη γεμίζει με δυό ζευγάρια μάτια, εύγλωττους αφηγητές συναισθημάτων. Κινήσεις εύθραυστες των μελών, εκφραστές πλούσιας σκέψης, μεγάλης αγάπης, κουβαλούν τα προηγηθέντα αγκαλιάσματα, τις θερμές περιπτύξεις, τις φλεγόμενες συνευρέσεις, καθηλώνουν τον θεατή.
Σύντομη παρουσία – καταλυτική, επεξηγηματική, η κόρη μάρτυρας της ένωσής των, συνεχιστής της συνεύρεσης τους, στο μέλλον, παραπαίουσα εντός της του ζευγαριού της θλίψης που εν τέλει σε κατακλύζει. Θυμός για το αμετάκλητο, το ανίκητο, το πεπρωμένο. Οι ίδιοι μάλλον είναι από αυτά τα ζευγάρια που συνεχίζουν να βιώνουν τις στιγμές ως άτομα κι ως ζευγάρι, χωρίς την απειλή του τέλους. Βέβαιοι ότι η αγάπη το θάνατο αντιμετωπίζει και τον νικά.
Δεν τον αφήνει να παίζει παιχνίδι με τους όρους του. Η αγάπη επιβεβαιώνεται με κάθε λεπτομέρεια κινήσεων, βλέμματος, ακόμη κι όταν η επικοινωνία εκλείπει. Συντηρητές της οι αναμνήσεις, οι εικόνες από μια κοινή ζωή.
Όταν ο εγκέφαλός απαθανατίζει για μελλοντική μας χρήση στιγμές, όταν δημιουργεί το αρχείο με τις προσωπικές μας φωτογραφίες, αυτές ανασύρουμε στα δύσκολα. Όταν δεν αντέχουμε την απουσία του άλλου.
Το αν παλεύει ο ένας εκ των δύο για να μην παραδοθεί στη λύπη αυτού που φεύγει, να μην παραδεχθεί το τέλος, δε φαίνεται παρά μόνο στις κινήσεις ενός αδύναμου φυσικά και ψυχικά ανθρώπου. Επιβάλλει τη ρουτίνα της καθημερινότητας να πείσει εαυτόν και τους γύρω του για το ότι τίποτα δεν άλλαξε.
Απρόσμενη η τροπή το τέλος της ταινίας. Απάντηση στο μέχρι πού μπορείς να φτάσεις όταν αγαπάς, πόσο άλλος είσαι; Πόσο μεγάλη η ταύτιση με αυτόν, τον άλλον του ζευγαριού;
Αν δεν ήταν κατανοητό το σενάριο, πρόκειται για ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, στα 80 τους, που ζουν στο Παρίσι. Άνθρωποι με ενδιαφέροντα, καλό εισόδημα, συνηθισμένοι αστοί μέχρι εδώ. Το διαφορετικό είναι ότι αυτό το ζευγάρι κατόρθωσε κι έφτασε μέχρι στον θάνατο με αγάπη, συντροφικότητα, τρυφερότητα, βαθιά κατανόηση, με έρωτα. Απανωτά εγκεφαλικά καθιστούν παράλυτη σωματικά κι αργότερα εγκεφαλικά τη γυναίκα. Ο σύζυγος φρουρός του απροσπέλαστου ζευγαριού της αγάπης τους, την φροντίζει με περισσή αγάπη και τρυφερότητα, την βοηθάει, επικοινωνεί μαζί της σε ένα αναπόφευκτο οδοιπορικό προς το τέλος. Κατά την διάρκεια της ταινίας αλλά κι αργότερα υπήρχε ένα άλλο ζευγάρι, από αυτά που μας απασχόλησαν ως θεατές και αναγνώστες, αυτό της Iris Murdoch - John Bayley

Σκηνοθεσία, ηθοποιία, σενάριο, φωτογραφία, μουσική μόνο στον υπερθετικό βαθμό ο χαρακτηρισμός τους.

Αφήνοντας την αίθουσα ένιωσα ξανά άνθρωπος. Η ποιότητα η αιτία.

Σκηνοθεσία                       Michael Haneke
Σενάριο                            Michael Haneke

Ηθοποιοί

Georges                            Jean – Louis Trintignant
Anne                                 Emmanuelle Riva
Eva                                   Isabelle Huppert

24 Ιανουαρίου 2013

Στη Ρώμη με αγάπη (To Rome with love) - 2012

Η καινούργια ταινία του Woody Allen:
Τέσσερις αυτοτελείς ιστορίες που διαδραματίζονται στην αιώνια πόλη, τη Ρώμη. Οι δύο εκ των ιστοριών εστιάζονται σε Ιταλούς, η τρίτη σε Αμερικάνους που ζουν στη Ρώμη και η τέταρτη σε Αμερικάνους που επισκέπτονται τη Ρώμη με αφορμή τον επικείμενο γάμο της κόρης τους με Ιταλό, που όμως επαγγελματικά δραστηριοποιείται στη Νέα Υόρκη.
Ζεις σε επαρχία. Περιμένεις να δεις την καινούργια δουλειά ενός σκηνοθέτη και κάνεις κράτηση για το DVD έχοντας προηγούμενη εμπειρία ότι μόλις έρχεται νέα παραλαβή γίνεται το αδιαχώρητο, λόγω ζήτησης.
Έκπληξη πρώτη. Ήταν διαθέσιμο.
Δεύτερη έκπληξη. Γέλασα, γέλασα πολύ κι εύκολα. Συνήθως ο Woody Allen μου προκαλούσε θλίψη ή μειδίαμα. Σχολίασα, ωραία απελευθερώθηκε αυτός κι εγώ καθώς μεγαλώνουμε. Συνήθως δε διαβάζω κριτικές από πριν, όμως διαβάζοντας τις κριτικές εκ των υστέρων ενοχλήθηκα.
Τι το διαφορετικό από τις άλλες ταινίες του Woody Allen, τέσσερις στο Λονδίνο, μία Βαρκελώνη, στο Παρίσι και τώρα Ρώμη; Διαλέγει έναν τόπο, τονίζει κάποια από τα γνωστά χαρακτηριστικά, ώστε ο τόπος να είναι αναγνωρίσιμος γεωγραφικά, ιστορικά, από άποψη επισκεψιμότητας, τέχνης, διασκέδασης και αφήνει εκεί να εξελιχθεί η ιστορία του.
Οι χαρακτήρες του έχουν το γνωστό σύνολο χαρακτήρων, μία σούπερ σέξι, έναν νέο και νέα, ώριμους ενήλικες ή μεσήλικες, άνδρα, γυναίκα, καλύπτοντας έτσι όλες τις ηλικίες και τις διαφορές τους. Υπογραμμίζεται η πολιτιστική διαφορά κι όχι μόνο αυτή της Αμερικής – Ευρώπης, αλλά κι οι τρόποι, οι συνήθειες, η τέχνη, τα ήθη, οι συμπεριφορές.
Καταγράφεται η σχέση άνδρα – γυναίκας, κάθε φορά κι ένα στοιχείο υπερθεματίζεται. Διαφορά ηλικίας, φύλου, ισότητα, ταξική διαφορά, επαγγέλματος. Δε θα ξεχάσω ότι η κάθε δουλειά διαπραγματεύεται ένα νέο θέμα, τέχνη, διανοούμενοι, δημοσιότητες, star system, media. Αυτά είναι τα στημόνια πάνω στα οποία υφαίνεται η ταινία. Μπορούσε να τα έχει στη διάθεσή του ο οποιοσδήποτε. Η διαφορά είναι ότι η άλλη εκδοχή θα ήταν ίσως τουριστική, ψυχογράφημα, ντοκιμαντέρ. Ο Woody Allen κάνει τέχνη αυτό που θα μπορούσε να είναι απλή αφήγηση, περιήγηση.
Ποιος άλλος, εκτός απ’ αυτόν μίλησε για τον έρωτα, τις σχέσεις, τον θάνατο, τη φθορά, τον πολιτισμό, τη δημοσιότητα, την τέχνη, τον χώρο με πιο απλό κι έξυπνο τρόπο; Ποιος μπορεί να σου δώσει μάθημα χωρίς να νοιώθεις μαθητής, ειδικά στα θέματα των σχέσεων και της σχέσης του ανθρώπου με το γήρας, τον θάνατο;
Άνδρες – γυναίκες. Το αγαπημένο του θέμα. Τα λέει όλα δεικτικά, σατυρικά, επικριτικά, κι εσύ γελάς. Το σημαντικό είναι ότι γελάς χωρίς να συνειδητοποιείς ότι γελάς και με σένα. Στη συγκεκριμένη ταινία, ο μικροαστισμός, η ηθική, η ελαφρά νεανίς, η πόρνη, το σεξ κι ο έρωτας, ο εφήμερος star, η μάζα και τα ΜΜΕ, η τέχνη σαρκάστηκαν τόσο διακριτικά, τόσο δεικτικά, τόσο δήθεν αθώα και προσπεράσιμα. Τόσο δήθεν αθώα που ξεχνάς ότι κάπου μέσα ήσουν κι εσύ θύμα του ενός ή του άλλου, του άνδρα ή της γυναίκας, της τέχνης, των Δελτίων Ειδήσεων, της δήθεν διαφορετικότητας, της φθοράς και της επανάληψης της ιστορίας, της επικοινωνίας.
Γελούσα με ένα γέλιο πηγαίο. Το προκάλεσε εύστοχα, με γρηγοράδα, με λεπτομέρεια, με φινέτσα με την ικανότητα μάστορα, με τέχνη.
Δεν είμαι τόσο αφελής που να θέλω να γνωρίσω τη Ρώμη ή το Παρίσι, να αναλύσω τις κοινωνικές ή οικονομικές συνισταμένες τους μέσα από μία ταινία. Εδώ οι βραβευμένοι ταξιδιωτικοί οδηγοί, ντοκιμαντέρ, αρθρογράφοι – αναλυτές αποτυγχάνουν. Τίποτα δε συγκρίνεται από τη βιωματική εμπειρία. Ο Woody Allen την καταγωγή του, την τάξη του, την ηλικία του, τη δουλειά του καταγράφει, καταθέτει, αλλά για το ελκυστικότερο, το τυλίγει το πακέτο με κάτι «πιασάρικο» το ταξίδι, με υπότιτλους.
Αφέθηκα στον τρόπο του, στην τέχνη του.

Συντελεστές:

Σκηνοθέτης, σεναριογράφος: Woody Allen

Ηθοποιοί:
Jery                           Woody Allen
Phylis                         Judy Davis
Michelangelo               Flavio Parenti
Leopoldo                     Roberto Benigni
Antonio                       Alessandro Tiberi
Milly                           Alessandra Mastronardi
John                           Alec Baldwin
Anna                           Penelope Cruz
Giancarlo                    Fabio Armilato
Jack                           Jesse Einsenberg

20 Ιανουαρίου 2013

Ανέγγιχτοι (Les Intouchables) - 2011

Όλες οι ανατροπές δεν είναι ευχάριστες. Κάποιες από αυτές είναι επιθυμητές. Όταν το καλό νικάει το κακό, όταν οι πλούσιοι ανακαλύπτουν τη χαρά της ζωής του φτωχού, όταν οι καθηγητές ορθοφωνίας αποφασίζουν να ασχοληθούν με την προφορά ταπεινής ανθοπώλισσας.

Όμως όταν η ανατροπή λαμβάνει χώρο στην οθόνη του σινεμά, όταν συμβαίνει με καλούς ηθοποιούς, με ένα δεμένο σενάριο και καλή σκηνοθεσία, σταματάει να είναι μια ανατροπή στην έκβαση της ζωής και γίνεται δίωρη απόλαυση, ένα καλοειπωμένο παραμύθι. Ακυρώνει το ανέφικτο της ύπαρξης της. Ενισχύει την ελπίδα ότι η ίδια η ζωή μπορεί πάντα να ανατραπεί προς όφελος και ευχαρίστησή μας.

Μια τέτοια ανατροπή είναι και η ταινία Untouchables. Στο Παρίσι, ο αριστοκράτης και διανοούμενος Philippe, ένας παραπληγικός δισεκατομμυριούχος με την βοήθεια της γραμματέας του, παίρνει συνέντευξη προκειμένου να προσλάβει βοηθό-νοσοκόμο για την καθημερινή του φροντίδα. Απρόσμενα εμφανίζεται ο αγενής Αφρικανός Driss, διακόπτει τη σειρά των υποψηφίων και προσκομίζει ένα έγγραφο από την Κοινωνική Ασφάλεια (Πρόνοια) ζητώντας από τον Philippe να υπογράψει ότι ψάχνει για θέση εργασίας χωρίς επιτυχία εξασφαλίζοντας έτσι επίδομα ανεργίας. Ο Philippe προκαλεί τον Driss και του προσφέρει δοκιμαστικά εργασία μιας εβδομάδας πριν υπογράψει το έγγραφο. Ο Driss μετά το τέλος της εβδομάδας θα αποφασίσει αν θα θέλει να μείνει ή όχι μαζί του. Ο Driss αποδέχεται τη πρόταση και μετακομίζει στην οικία του Philippe, αναλαμβάνει δουλειά και αλλάζει τη βαρετή ζωή του Philippe και των εργαζομένων του.

Εξαιρετική ηθοποιία, σενάριο χωρίς κοιλιά, με ισόποση δόση χιούμορ, λύπης και ανοίγματα αισιοδοξίας σε τακτά διαστήματα. Έτσι που χωρίς να το επιδιώξεις εγκαθίστασαι εντός της ταινίας, γίνεσαι μέρος της, προσωποποιείς τη σχέση πλούσιου – φτωχού, άσπρου – μαύρου, αρτιμέλειας – αναπηρίας, νέου – ηλικιωμένου, αστού – περιθωριακού. Βιώνεις τη συμφιλίωση των αντίθετων. Αυτή που άλλοτε ενδόμυχα κι άλλοτε φανερά επιδιώκεις. Ικανοποιείς την ανάγκη κάποιος άλλος να υιοθετήσει τον κόσμο σου, ως καλύτερο, να δει την ομορφιά μέσα από τα μάτια σου, τη ζωή σου με τα μάτια του.

Βεβαίως κι έχουν θέση σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης. Κάνουν σαφές ότι η ζωή θέλει ειλικρίνεια, η σχέση δε θέλει οίκτο, θέλει ευθύτητα, θέλει ήθος, θέλει να δεις τον άλλον ως εαυτόν. Σε καλούν να το δεις. Σε καλούν στην ομορφιά της απλότητας. Σε καλούν να ξεφλουδίσεις τα περιτυλίγματα από τα πράγματα και τους ανθρώπους. Να δεις τη ζωή χωρίς τη σύμβαση της θέσης «αυτού που ήξερε, ξέρει», που δεν αμφισβήτησε, που ο κόσμος σου περιφρουρεί και δεν αφήνει άλλη ματιά να ρίξεις έξω από την τάξη σου. Η μοναξιά κι η πλήξη του πλούσιου υπερτονίζεται, αλλά όμως δεν ωραιοποιείται κι η φτώχεια. Φρόντισαν και ξεδίπλωσαν αρκετές πτυχές της ζωής του περιθωρίου, της ζωής της βιοπάλης. Αμφότερες οι πλευρές των αντιθέτων δουλευτήκαν, αναδείχτηκαν οι συνιστώσες τους. Καθόλου τυχαίο ότι δύο άνθρωποι υπογράφουν σενάριο και σκηνοθεσία.

Ίσως για αυτό αυτή την ταινία δεν την προσπερνάς, αντίθετα την απολαμβάνεις λεπτό προς λεπτό. Κι αυτή σε ανταμείβει με μικρά δώρα ζωής.


Σκηνοθεσία                        Olivier Nakache, Eric Toledamo 
Σενάριο                             Olivier Nakache, Eric Toledamo 
Philippe                             François Cluzet 
Driss                                 Omar Sy 
Yvonne                              Anne Le Ny 
Magalie                             Audrey Fleurot

Earthflight - 2011

Πρόκληση για τον άνθρωπο η δυνατότητα να πετάξει σαν πουλί, να δει τον κόσμο από ψηλά. Ο μύθος του Ίκαρου με κρατάει υπό την γοητεία του μέχρι τώρα.

Κάθε φορά που ανεβαίνω σε αεροπλάνο φέρνω στο νου την λαχτάρα του για πέταγμα και την απογοήτευση του για το λιώσιμο των φτερών. Ταυτόχρονα ευχαριστώ και θαυμάζω τους σύγχρονους κατασκευαστές των σιδερένιων πουλιών για το ασφαλές πέταγμα.

Κάθε φθινόπωρο και άνοιξη την μαγεία του διασχίζειν τους αιθέρες συμπληρώνουν τα χιλιάδες αποδημητικά πουλιά που πηγαίνουν ή επιστρέφουν στον τόπο τους ακολουθώντας τους δικούς τους εναέριους διαδρόμους, ένας εκ των οποίων είναι στον «δικό μου» ουρανό. Κινούμενο βέλος σε γαλάζιο ουρανό, αυστηρός σχηματισμός πειθαρχημένη πορεία, αλάνθαστος ρυθμός.

Η εξαιρετική δουλειά του BBC EARTHFLIGHT έρχεται να ενισχύσει την γοητεία αυτής της επιθυμίας να πετάξεις σαν πουλί, να δεις τον κόσμο με το μάτι ενός πουλιού. Το βιώνεις με την θέαση.

Αλλά δεν είναι μία απλή θέαση. Έχουν υπάρξει κι άλλα παρόμοια εγχειρήματα. Η συγκεκριμένη παραγωγή παραμένει ασύγκριτη. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό ταξίδι πάνω από έξι ηπείρους που σου προσφέρεται γενναιόδωρα, λεπτομερώς, άρτια αισθητικά, με εξαιρετική μουσική επένδυση, σωστή αφήγηση. Σε αυτό το αξέχαστο ταξίδι, που εσύ απολαμβάνεις, εργάσθηκαν για τέσσερα χρόνια, επισκέφτηκαν έξι ηπείρους, σαράντα χώρες επιστήμονες πολλών ειδικοτήτων, τεχνίτες ,ακτιβιστές περιβάλλοντος, εθελοντές φωτογράφοι, χρήστες οπτικοακουστικών μέσων, φορείς, ιδρύματα, σύλλογοι, σκηνοθέτες, άνθρωποι του κινηματογράφου, τοπικές αρχές, ιδιώτες, ευρεσιτέχνες, συνεργεία και το κυριότερο χρησιμοποιήθηκε η τελευταία λέξη της τεχνολογίας σε ότι αφορά στην λήψη εικόνας, στην συρραφή της και αναπαραγωγή της.

Είδαμε με το μάτι αετού, λαχταρίσαμε με τις αγριόχηνες, μοιρασθήκαμε την ιεραρχία των αρπαχτικών,
την σοφία των πουλιών της ζούγκλας, τις συνεργασίες των ειδών, πτηνών, θηλαστικών και μη. Πεισθήκαμε για την ανάγκη του ενός από τον άλλο, τον μικρό, τον ταπεινό, τον μεγάλο. Μας έγινε βεβαιότητα ότι η ζωή είναι σκληρή, για ένα μικρό αβέβαιο πολλές φορές γεύμα. Το κομμάτι ψωμί δεν είναι μόνο με ιδρώτα κερδισμένο, εγκυμονεί μεγάλο κίνδυνο συχνά με άσχημο τέλος. Το ότι είμαι προνομιούχο όν αυτού του πλανήτη παραμένει αναμφισβήτητο μέσα μου.

Η ομορφιά πτηνών και περιβάλλοντος σε εξαγνίζει, θέλεις να υμνήσεις τον Δημιουργό, να αγωνισθείς για τους άλλους συγκατοίκους του πλανήτη, να ζητήσεις συγνώμη για την αλαζονεία και αδιαφορία σου, για ό,τι προσπέρασες από την φύση, τα άλλα πλάσματα. Να διδαχτείς από την σοφία τους, να αξιοποιήσεις τις τεχνικές επιβίωσης τους, να δεχτείς το άδικο, τη νομοτέλεια του κόσμου. Να επαναλάβεις ότι ο έρωτας είναι κυρίαρχο κομμάτι της ζωής, της εξέλιξης και να τον απολαύσεις ως δώρο.

Η αφήγηση του David Tennant σημαντική συμβολή στην επιτυχία της σειράς .Η ευχαρίστηση σε συνοδεύει και μετά το πέρας της θέασης. Έρχεται κι επανέρχεται με εικόνες που οι δημιουργοί τους πρέπει να είναι υπερήφανοι που δημιούργησαν για μας, για το μέλλον του πλανήτη.

Λύπη που δε την είδα σε χρόνο που αποφάσιζα τους όρους με τους οποίους επέλεξα την ποιότητα ζωής μου.

Ευχή να ξαναδώ το EARTFLIGHT με παιδικά μάτια δίπλα μου.

Παραγωγοί:John Downer,Philip Dalton,Tily Parker,Rob Piley και Matt Gordon

30 Νοεμβρίου 2012

Μεσοτοιχίες (Medianeras) - 2011


Κυκλοφορείς, αδιαφορείς, θλίβεσαι, αγωνιάς, απογοητεύεσαι, διασκεδάζεις, κάνεις απόπειρες βελτίωσης ζωής ανάμεσα σε υψηλά κτίρια, ανήλιους δρόμους, κακοτεχνίες, απρόσωπες όψεις κτιρίων, καλώδια, μποτιλιαρίσματα, ακριβές βιτρίνες που υπόσχονται το όνειρο, την ψευδαίσθηση. Μόνοι με πολλούς, μοναχοί, ονειροπόλοι, νέοι, ηλικιωμένοι.
Τη μοναξιά των ανθρώπων σε ένα τέτοιο περιβάλλον του Μπουένος Άιρες διαπραγματεύεται ο Gustavo Taretto στην ταινία του «Μεσοτοιχίες». Είναι ευχάριστη, κατανοητή, αισιόδοξη με φρεσκάδα στη ματιά χωρίς γκρίνια.
Δυο νέοι άνθρωποι, η Μαριάννα κι ο Μάρτιν, αυτός σχεδιαστής ιστοσελίδων, συνδεδεμένος με τον υπολογιστή του, εξαρτημένος, απομονωμένος στη γκαρσονιέρα με τον σκύλο της τελευταίας πρώην του, επικοινωνεί διαδικτυακά και δια ζώσης με τον ψυχίατρό του. Αναζητά χόμπι, δραστηριότητες, ενδιαφέροντα, κατόπιν προτροπής του τελευταίου.
Η άλλη, αρχιτεκτόνισσα, χωρίς μέλλον σε μη αρχιτεκτονικά σχεδιασμένη πόλη ασχολείται με τη διακόσμηση βιτρινών, ενώ μόλις έχει βγει κατόπιν επιλογής της από μια 4χρονη σχέση.
Έλλειψη επικοινωνίας, δυσκολία ύπαρξης σε απρόσωπα περιβάλλοντα.
Μένουν στον ίδιο δρόμο.
Κάνουν τα ίδια πράγματα, περπατούν στους ίδιους δρόμους, κολυμπούν στην ίδια πισίνα. Δεν έχουν συναντηθεί. Όταν θα διασταυρωθούν τα βλέμματα θα υπάρξει κι η απάντηση που επιχειρεί ο σκηνοθέτης. Θα πέσουν οι μεσοτοιχίες. Θα συγκοινωνήσουν ελπίδες, όνειρα, αισθήματα.
Χωρίς διαλόγους, με τη μουσική να εκφράζει τα συναισθήματα. Η γλώσσα του σώματος και κυρίως τα βλέμματα εκφραστές των επιθυμιών, ενστίκτων, δυσαρεσκειών και προσδοκιών, ελπίδων κι απογοητεύσεων.
Θα έλεγα δε μου έλειψαν οι διάλογοι. Η ολιγόλεπτη εισαγωγή στην ταινία ισοφάρισε την απουσία διαλόγου των 95 λεπτών.
Εξαιρετικές ερμηνείες, χαλαρή ατμόσφαιρα, δίκαιη προς τα φύλα.
Αρνητική στη ζωή χωρίς ψυχή.
Έφυγα από την αίθουσα ελπίζοντας.
Το τραγούδι του James Johnston «True love will find you in the end» η υπόσχεση.

Javier Drolas
Pilar Lopez de Axala
Ines Efron
Adrian Navarro
Rafael Ferro

Υποσημείωση: Ενδιαφέρον θα είχε η ανάγνωση του «A chance of love» του Jimmy Liao ή «Εκείνη κι Εκείνος» του Τζίμι Λιάο στα ελληνικά. 

23 Αυγούστου 2012

Hugo - 2011

Την ταινία ήθελα να δω εξαιτίας των αντικρουόμενων απόψεων των κριτικών. Με έπεισε όμως η περίληψη από την επίσημη ιστοσελίδα της.
«Καλώς ήρθατε στo μαγικό κόσμο της θεαματικής περιπέτειας. Όταν ο έξυπνος και πολυμήχανος Hugo ανακαλύψει το μυστικό που άφησε ο πατέρας του, θα επιχειρήσει να λύσει το μυστήριο. Αρχίζει την αναζήτηση, η οποία θα μεταμορφώσει όλους γύρω του ενώ ο ίδιος θα οδηγηθεί σε ένα ασφαλές και γεμάτο αγάπη μέρος που μπορεί να το λέει οικογένεια. Ο βραβευμένος σκηνοθέτης Martin Scorsese μας καλεί να βιώσουμε ένα συναρπαστικό ταξίδι που οι κριτικοί ονομάζουν «το υλικό με το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα» (Peter Travers – Rolling Stone)».
 Το πώς ακολουθείς το όνειρο ή πώς αφήνεις το όνειρο να είναι η ζωή σου ήταν η πρόσκληση.
Η ταινία ήταν πολλά περισσότερο από αυτά. Ο Martin Scorsese δικαιούται μια τεράστια αγκαλιά γιατί σαν μεγάλο παιδί στράφηκε στο παιδί μέσα του, στο παιδί γύρω του.
Χρησιμοποιώντας την πιο νέα τεχνολογία, μίλησε με CGI και 3D. Μας πήρε σε ένα ταξίδι μέσα από τα μάτια ενός παιδιού. Ανοίξαμε διάπλατα τα μάτια μας στον κόσμο γύρω μας. Δακρύσαμε με την αδικία που εισπράττουν οι τρυφερές παιδικές ψυχές.
Ακολουθήσαμε το όνειρο, την υπόσχεση. Λατρέψαμε την εξιχνίαση του μυστικού. Βιώσαμε την απόγνωση και την εγκατάλειψη των ορφανών, τη σκληρότητα της βιαστικής και αδιάφορης κοινωνίας.
Είδαμε τον κόσμο σαν μέρος όχι μιας περιπέτειας, αλλά σαν μέρος των φιγούρων των παιδικών μας παιχνιδιών. Θυμηθήκαμε τα αναπάντητα γιατί της παιδικής ηλικίας. Το διαφορετικό μέγεθος του περιβάλλοντος χώρου, το περί σωστού και μη των παιδικών χρόνων μας, την υπέρβαση που κάναμε και δεν κάναμε.
Το όνειρο που ακολουθήσαμε και αφήσαμε. Ο Martin Scorsese έγινε μαζί μας και για μας ένα παιδί.
Ένα παιδί ευγνώμων γι αυτό που του παραδόθηκε, είτε ήταν το ρομπότ του Hugo, ή ήταν οι καινοτομίες και η μαγεία της εικόνας του George Melies, των αδερφών Auguste και Louis Lumiere. Είναι άξιο αναφοράς ότι ο Martin Scorsese και το 1999 με το «Il mio viaggio in Italia» επιχείρησε να παρουσιάσει την κινηματογραφική οικογένεια του, την καταγωγή του.
Το μήνυμά τους αναζητήσαμε μαζί με τον Hugo. Το μήνυμα, αυτός, του μπαμπά του, εμείς της ζωής.
Θέλει ψυχικό σθένος να δεις τον κόσμο σαν παιδί, να αγκαλιάσεις τα ξεχασμένα παιδιά, να τ’ αναδείξεις, να τ’ ακολουθήσεις και όταν φτάσουν στο όνειρο να θελήσεις να μιλήσεις και για τ’ άλλα μεγάλα παιδιά που μίλησαν για τη μαγεία του ονείρου. Να καλέσεις τους θεατές σ’ αυτή την συνάντηση...
Να ονειρευτούν, να τιμήσουν τους πριν, να σταθούν με τρυφερότητα προς αυτούς, στα παιδιά που ήταν, ήμασταν και θα ’πρεπε να παραμείνουμε.
Θέλει ‘κότσια» να πεις για κάτι τόσο απλό και τόσο σπουδαίο, το όνειρο.
Θεωρείται αφέλεια σ’ ένα κόσμο βίας, στυγνής αλήθειας, διαφθοράς. Σε ένα κόσμο γρήγορο, αδιάφορο, σ’ ένα κόσμο υπεργοητευτικών και προκλητικών πρωταγωνιστών να μιλήσεις με ένα παραμύθι, να διαλέξεις αντ’ αυτών τα διάπλατα μάτια του Hugo, το χαμόγελο της Isabelle, την ποιότητα του Papa Georges.
Χωρίς αμφισβήτηση διαλέγω την αφέλεια.
Η ταινία βασίζεται στο βιβλίο «The invention of Hugo Cabret» του Brian Selznick.


Σκηνοθέτης                           Martin Scorsese
Σενάριο                                  John Logan
Hugo                                      Asa Butterfield
Isabelle                                 Chloe Grace Moretz
Papa George
Georges Melies                   Ben Kingsley
Hugo’s Father                      Jude Law
Station Inspector                 Sacha Baron Cohen
Mama Jeanne                      Helen McCrory
Monsier Labisse                 Christopher Lee

8 Αυγούστου 2012

Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο (Les neiges du Kilimandjaro) – 2011


Ο σκηνοθέτης Robert Guediguian είπε για την ταινία:
«Μ’ αυτή την ταινία, γύρισα στο μέρος απ’ όπου ξεκίνησα για να κοιτάξω ξανά τον κόσμο του. Να δω πως είναι σήμερα και να θυμηθώ και πάλι μια δυο βασικές πανανθρώπινες αλήθειες.»
Η υπόθεση της ταινίας:
Ο Michel, παρόλο που έχει χάσει τη δουλειά του πρόσφατα, ζει ευτυχισμένος με τη γυναίκα του Marie Claire. Το ζευγάρι είναι ερωτευμένο για πάνω από τριάντα χρόνια. Τα παιδιά και τα εγγόνια τους τους δίνουν χαρά, όπως και οι καλοί φίλοι που τους περιβάλλουν. Είναι και οι δύο περήφανοι για τους πολιτικοποιημένους αγώνες και τις ηθικές αξίες τους. Όμως, αυτή η ευτυχία θα διαταραχθεί από δύο οπλισμένους νεαρούς που θα τους επιτεθούν βίαια και θα αρπάξουν τα χρήματα που τους δώρισαν οι φίλοι τους για ένα ταξίδι στο Κιλιμάντζαρο. Το σοκ γίνεται μεγαλύτερο όταν ανακαλύπτουν ότι την επίθεση την είχε οργανώσει ο Christophe, ένας πρώην συνάδελφος του Michel, που απολύθηκε την ίδια μέρα με εκείνον. Τα πράγματα μπλέκουν κι άλλο, αφού ο Christophe μεγαλώνει μόνος του τα δύο μικρά αδέρφια του.
Την ταινία του Robert Guediguian την χαρακτηρίζει το ήθος, η θετική ματιά, η ελπίδα, με τον άνθρωπο στο κέντρο. Οι δε αρχές του η πυξίδα με την οποία πορευόμαστε. Η τέχνη, ο κινηματογράφος εν προκειμένου, θέλοντας να αφηγηθεί συμπορεύεται με την ποίηση και τη μουσική, φλερτάρει με τον τίτλο της με δύο άλλα αριστουργήματα της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου.
Λέγοντας ποίηση, έμπνευση και σημείο αναφοράς εννοούμε το ποίημα του Βίκτωρα Ουγκό «Les Pauvres Gens» (καλοί που είναι οι φτωχοί). Για όσους δεν ξέρουν το ποίημα, πρόκειται για ένα ζευγάρι ψαράδων που υιοθετεί τα παιδιά του γείτονα μετά το θάνατό του. Όπως λέει κι ο ίδιος ο σκηνοθέτης θέλοντας να κάνει μια ταινία για τους φτωχούς των ημερών μας υιοθετεί το ποίημα ως το τέλος της ταινίας του.
Όσο για τη μουσική, το «Many rivers to cross» με τον Joe Cocker αποτελεί το σκληρό πυρήνα πάνω στον οποίο υφαίνεται την ταινία. Καθώς άνθρωποι ολιγαρκείς, ευαίσθητοι, ανήσυχοι εν εγρηγόρσει με οράματα κι αγάπη θα χρειασθεί να περάσουν πολλά ποτάμια για να έρθει η γαλήνη στην ψυχή τους, να γλυκάνει το βλέμμα τους, να χαμογελάσει το χείλι τους.
Η Marie Claire, ο Michel, ο Raoul, η Denise, ο Christophe οι χαρακτήρες και πρωταγωνιστές του έργου διασχίζουν ποτάμια εσωτερικά και του έξω απ’ αυτούς χώρο για να λυτρωθούν.
Ο ίδιος ο σκηνοθέτης ήθελε, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, με τη μουσική να μας βολέψει στη θέση μας, να νοιώσουμε φιλικά, οικεία και να αφεθούμε να συνομιλήσουμε με την ταινία του. Τι άλλο από τη μουσική, αυτή την απλή γλώσσα, τον κοινό μας κώδικα σήμερα επικοινωνίας, θα μπορούσε να μας καταστήσει κοινωνούς ενός θέματος;
Ο Michel κι ο Christophe είναι δυο άνδρες που ο ένας θα μπορούσε να είναι ο άλλος με την ηλικία του άλλου, με μόνη διαφορά την αλλαγή των καιρών – των συνθηκών. Τον σκηνοθέτη απασχολεί, και το δηλώνει στους διαλόγους του Michel με την Marie Claire, η επιθυμία του να βλέπουμε τον εαυτό μας με προβολή στο μέλλον ή με φλας μπακ στο παρελθόν. Μια άσκηση για ευθυγράμμιση των συμπεριφορών μας με συνέπεια στις αρχές μας.
Ο τόπος ένα άλλο θέμα σημαντικό για τον δημιουργό. Το ότι μιλάει για τον τόπο καταγωγής του είναι τόσο εμφανές, όχι τόσο από το τι δηλώνει ο ίδιος, αλλά από το πόσο οικεία και εις βάθος κινείται εντός των κοινωνικών δομών, στο λόγο, στις κινήσεις των ανθρώπων, των εργατών και τη φιλικότητα της κάμεράς του προς άψυχα κι έμψυχα.
Μαζί με τους πρωταγωνιστές «διασχίζουμε» κι εμείς την αγωνία τους περί δικαίου και νόμου.
Πότε υπακούουμε και πότε υπερβαίνουμε;
Τι είναι ηθική και τι νόμος;
Οι χαρακτήρες είναι προς μίμηση και φεύγεις από την ταινία με το ερώτημα:
Εγώ τι θα έκανα;
Πώς θα απαντούσα στο ερώτημα;
Είμαι ευτυχισμένη; Ή μοιάζω ευτυχισμένη;
Μια ευτυχία που προσδιορίζεται εντός του συνόλου σε σχέση πάντα με τον άνθρωπο.
«Δεν έχω κάνει κανένα να υποφέρει. Νοιάζομαι για τον άλλο, είμαι ευτυχισμένη» δηλώνει η Marie Claire.

Σκηνοθέτης                                       Robert Guediguian
Σενάριο                                             Robert Guediguian – Jean Lui Milesi
                                                        Ποίημα Victor Hugo
Μουσική                                            Pascal Mayer
Τραγούδια                                         Many rivers to cross – Joe Cocker
                                                            (Jimmy Cliff)
                                                            Heart of glass – Blondie
                                                            (Debora Harry – Chris Stein)
Marie Claire                                      Ariane Ascaride
Michel                                              Jean – Pierre Darroussin
Raoul                                                Gerald Meylan
Denise                                              Marilyne Canto
Christophe                                        Gregoire Leprince - Rinquet