4 Απριλίου 2016

45 χρόνια (45 years) - 2015

Βασική προϋπόθεση κατά την ταπεινή μου γνώμη, για να δεις την εν λόγω ταινία του Andrew Haigh δεν είναι απλά να σου αρέσει ο κινηματογράφος, πρέπει να έχεις κι έναν μακρόχρονο γάμο. Δεν θα τολμούσα να πω σχέση.
Ένα αργό ιδιαίτερης έμφασης δράμα βασισμένο στο διήγημα του David Constantine "In Another Country” oι Kate (Charlotte Rampling) και Geoff (Tom Courtenay) ηλικιωμένοι, μεσαίας τάξης, συνταξιούχοι, εγκατεστημένοι στην αγγλική εξοχή, ετοιμάζονται να γιορτάσουν την 45η τους επέτειο. Η συνήθως τιμώμενη επέτειος, η 40η, ακυρώθηκε λόγω ασθενείας, επέμβαση bypass του Geoff.
Οι ετοιμασίες προχωρούν ομαλά όταν μία εβδομάδα πριν το πάρτι ο Geoff λαμβάνει μία ανατρεπτική για τον ίδιο, την Kate, την κοινή ζωή τους και την εξέλιξη της ταινίας, επιστολή.
Βρέθηκε στην Ελβετία, σε πάγο, άρτια διατηρημένο, το πτὠμα της σκοτωμένης, πριν 45 χρόνια, αγαπημένης του Katia.
Πληροφορούμεθα εμείς και η σύζυγος, το είδος του δεσμού με την νεκρή, την αιτιολόγηση της τοποθεσίας του δυστυχήματος, την αιτία θανάτου.
Μας καλούν οι καλογραμμένοι ρόλοι, η εξαιρετική απόδοση τους, το καθηλωτικό και απίστευτα εκφραστικό βλέμμα της Charlotte Rampling να βιώσουμε την αποδόμηση του κατά τ άλλα καλά "στεριωμένου" γάμου.
Τόσο που η επικείμενη γιορτή της επετείου, η υπενθύμιση της αέναου ευτυχίας να μοιάζει περιττή.
Για ακόμη φορά θα βρεθούμε ανάμεσα σε ένα ζευγάρι. Για ακόμη μία φορά θα μπαινοβγεί η προσωπική μας σχέση μέσα στο σενάριο. Ακόμη μία φορά θα ξαναπούμε στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε τον άλλο. Δεν ξέρουμε τι είναι αυτό που έχουμε με τον/την επί 45 χρόνια σύζυγο.
Οι γιορτές και οι επέτειοι για ποιους γιορτάζονται; Οι γάμοι για ποιους υφίστανται;
Ευτυχώς δεν έμεινε πολύ ο σκηνοθέτης στην σύμβαση. Χρησιμοποίησε την εναλλαγή πλάνων προσώπου προκειμένου να αφηγηθεί τις διαδρομές των σκέψεών τους. Τις διαδρομές, παρελθόν-παρόν, στο βάδισμα τους, στο ασταθές του κορμιού του Geoff και τις μοναχικές περιπλανήσεις της Kate. Περιπλανήσεις που η σιωπή τους είπε περισσότερα από τον λόγο. Επηρεασμένη από πρόσφατη έκθεση, ακούσαμε, ως θεατές, με τα μάτια μας.
Η κίνηση των χεριών της Kate έδωσε και το φινάλε της ταινίας.
Αν δεν προσέχεις λεπτομέρειες, αν προσπερνάς τα βλέμματα, αν αγνοείς το τρέμουλο των χεριών, το ελαφρύ πετάρισμα των βλεφάρων, την αμυδρή σύσπαση των χειλιών, η ταινία δεν θα σου πει τίποτα. Είναι για «δυνατούς» παρατηρητές της ζωής.
Αν βεβαίως δεν σε απασχόλησε η λέξη προδοσία ή την θεωρείς αναπόσπαστο κομμάτι της σχέσης, επίσης δύσκολα να σε κρατήσει.Το τι φανερώνουμε και το τι λέμε σ’ αυτόν, που μέσα μας παίρνουμε, είναι μία παράμετρος της σχέσης αλλά και της ταινίας.
Σκιαγράφηση και μελέτη χαρακτήρων την αποκάλεσαν. Το ζευγάρι για μένα. Το θηλυκό και αρσενικό. Οι αναμονές μας. Πως μπορεί ακόμη και ένας υγρός ορίζοντας να παραλληλισθεί με την θλίψη της ψυχής; Το παγκάκι και το τσιγάρο με το αδιέξοδο; Το νερό που κυλάει και κατακλύζει την μνήμη σαρώνει την εικόνα με τον χρόνο;
Κι όμως ήταν εργαλεία, δεν ήταν εικόνες κλισέ. Χρησιμοποιήθηκαν, γλίστρησαν μέσα στην ταινία και συναγωνίστηκαν το λόγο.
Το πάθος και η ένταση δεν ήταν μέρος της σχέσης τους και έτσι δεν χρειάσθηκε παρά μόνο να πει «δεν πιστεύω να περιμένεις να μην θυμώσω». Ίσως αυτή η έκφραση, μαζί με το «δεν θέλω να μιλώ γι αυτήν» να ήταν οι πλέον συγκρουσιακά λεκτικές στιγμές. Τα άλλα, τα επίπονα, τα δηλητηριώδη ειπώθηκαν με τον φακό. Αυτός κατέγραψε ότι η ερμηνεία τους εξέφρασε.
Κάποιος είπε ήταν η αγγλική απάντηση στο Αmour. Εγώ λέω ήταν μία άλλη απάντηση. Επειδή ζω στο Νότο και τα φλέγματα απελευθερώνονται με φραστικές βιαιότητες και όχι μόνο, θα δικαιολογήσω και την αντίδραση του δικού μας κοινού περί «χλιαρότητας έως μετριότητα». Είναι αλήθεια πως πρέπει να την δεις συνειδητά και ως επιλογή. Προετοιμασμένος/η. Ανήκει σ΄ αυτή τη κατηγορία. Προετοιμασμένη ή απροετοίμαστη αποτελεί προσωπικό διαχωρισμό.

Σκηνοθέτης: Andrew Haigh
Σενάριο: Andrew Haigh,
βασισμένο στο διήγημα
In Another Country David Constantine
Φωτογραφία: Lol Crawley
Editing: Jonathan Alberts
Ηθοποιοί
Charlotte Rampling : Kate Mercer
Tom Courtenay: Geoff Mercer
Geraldine James: Lena
Dolly Wells: Charlotte
David Sibley: George

13 Μαρτίου 2016

Το Δωμάτιο (Room) - 2015

Την ταινία του Lenny Abrahamson είδα μετά την απονομή των Oscar και με την πρωταγωνίστρια Brie Larson ως Joy "Ma" να έχει πάρει, όχι αδίκως, το αγαλματάκι της καλύτερης πρωταγωνίστριας.
Μία πρωτότυπη παραγωγή μετέφερε αξιόλογα το βιβλίο της Emma Donogue στην οθόνη.
Το ‘πρωτότυπη’ το δικαιολογεί διότι το πρώτο μέρος της ταινίας γυρίστηκε σε ένα πολύ μικρό χώρο, 3.5 επί 3.5 μέτρα. Παρ’ όλα αυτά είχε εξαιρετικά πλάνα και αφηγηματικότητα χωρίς κενά.
Η Joy βρίσκεται για εφτά χρόνια κλεισμένη σε αυτό τον ασφυκτικό χώρο μετά την απαγωγή της στα δεκαεπτά της από τον OldNick (Sean Bridgers). Σε αυτό τον χώρο θα γεννήσει τον γιο της Jack (Jacob Tremblay), που είναι ήδη πέντε χρονών, όταν ξεκινάει η ταινία. Θα κατορθώσει να βγάλει έξω το παιδί ξεγελώντας τον απαγωγέα και στην συνέχεια θα ελευθερωθεί και η ίδια. Εμείς θα παρακολουθήσουμε στην συνέχεια την προσαρμογή τους μετά την απόκτηση της ελευθερίας τους.
Οι συνθήκες όπου ζουν είναι άθλιες με το παιδί να αγνοεί, επιλογή της μαμάς του, την ύπαρξη του έξω κόσμου. Όταν θα αποφασίσει να του μιλήσει για τον αληθινό κόσμο, κρίνοντας ότι ήρθε η κατάλληλη ώρα και ηλικία, ήδη έχει αποφασίσει και αρχικά δρομολογεί την απελευθέρωση του με την ελπίδα να επιτευχθεί αυτή τελικά και για τους δυο τους.
Μία ιδανική και πολύ στενή σχέση μάνας παιδιού. Αναρωτιέμαι και ίσως οι ειδικοί γνωρίζουν αν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Επιθετική ή παρεκκλίνουσα. Διατηρεί ηρεμία και ποιότητα στην συμπεριφορά μέχρι απορίας.
Το πρώτο μέρος της ταινίας , μέσα στο δωμάτιο, είναι εξαιρετικό, άρτια δομημένο, με καλή ροή, αξεπέραστες ερμηνείες από την μάνα και το αγόρι, τρυφερές σκηνές, καλοφωτισμένες. Παρακολουθείς με την βαθιά πεποίθηση, αν δεν ξέρεις την ιστορία, ότι είναι μία εμβάθυνση στην σχέση μάνας - γιου, ή η ανάπτυξη και ο κόσμος του παιδιού σε άθλιες συνθήκες. Μέχρι να εμφανισθεί ή να αναφερθεί ο απαγωγέας θεωρείς ότι είναι φυλακή ή κάποιο φθηνό τριτοκοσμικό ίδρυμα.
Καθηλωτική η πρώτη ώρα. Το κατάφεραν ο σκηνοθέτης, ο φωτογράφος και οι ερμηνείες των δύο, Joy και Jack.
Και ενώ ακολουθείς με αμείωτο, θα έλεγα, με αυξανόμενο ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, είναι το δεύτερο μέρος που ουσιαστικά μεταβάλει την ταινία σε μέτρια.
Αν αφαιρέσεις τον μικρό που εξακολουθεί να ερμηνεύει άψογα, ακόμη και η πρωταγωνίστρια αφέθηκε, σαν να κουράστηκε. Την έχασε κι ο φακός. Μάλλον εκείνος δεν ήξερε που να εστιάσει. Απορούσα βέβαια πως χρειάστηκε να φθάσει να νοσηλευτεί η Joy, δηλαδή που με προετοίμασε γι αυτό; Δεν έπεισε η δήθεν σταδιακή αύξηση του ψυχολογικού δράματος της; Περισσότερο το φανταζόμασταν παρά που το είδαμε. Όσο για τον πατέρα της και τους άλλους ενήλικες, δεν έχω να προσθέσω τίποτα. Ήταν απλά άχρωμοι και προβλεπόμενοι.
Δεν είδα την έκπληξη του μικρού για τον κόσμο, την περιέργεια. Είδα μερικά κλισέ, το ανάποδο πιάσιμο του τηλεφώνου, τα κέικ που θα κάνει με την γιαγιά. Δεν είδα ούτε την υποτιθέμενη προσκόλληση στην μητέρα του, την επικοινωνία που είχαν οι δυο τους.
Η αστυνομία άψογη, η περίθαλψη, η γειτονιά, η οικογένεια επίσης. Ένας ιδανικός κόσμος όπως θα πρεπε να είναι και να λειτουργεί. Όμως πολύ εξιδανικευμένος για να είναι αληθινός και σ’ αυτήν την προσπάθεια, της ωραιοποίησης, παρέσυρε προς τα κάτω και την ταινία.
Είχα την αίσθηση ότι άλλαξε ο σκηνοθέτης, ή σαν να υπήρξε πίεση και καθοδήγηση έξωθεν για περισσότερο εύπεπτο σινεμά.
Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μία πραγματικά ξεχωριστή ταινία. Το θέμα υπήρχε, μάλιστα δυνατό, οι ηθοποιοί έδειξαν ότι μπορούν, οι Lenny Abrahamson και Danny Cohen τα πήγαν αρχικά καταπληκτικά. Αναρωτιέμαι. Αν ήθελε να δείξει ότι όλοι τους τα είχαν ‘χαμένα’, κυρίως τελικά τα έχασε κι ο θεατής. Από πολύ ψηλά κατάφερε και μας προσγείωσε απότομα. Δεν θα την ξαναέβλεπα, αλλά δεν ξέρω αν θα ήθελα και να τη χάσω. Κι αυτό γιατί, όπως έγραψα, είναι μία ιδιαίτερη ταινία από άποψη δυσκολιών, ο μικρός χώρος και το ενδιαφέρον θέμα.

Σκηνοθέτης: Lenny Abrahamson
Σενάριο: Emma Donogue (συγγραφέας του βιβλίου Room, που μεταφέρθηκε στην οθόνη)
Φωτογραφία: Danny Cohen
Μουσική: Stephen Rennicks
Μοντάζ: Nathan Nugent
Ηθοποιοί
Brie Larson: Joy "Ma"
Jacob Tremblay: Jack
Joan Allen: Nancy μητέρα
William H.:Macy Πατέρας
Sean Bridgers: Old Nick, απαγωγέας
Tom McCamus: Leo, πατριός της Joy

2 Μαρτίου 2016

Μία δεύτερη Ευκαιρία (En Chance Til) - 2014

Επέστρεψε η σκηνοθέτης Susanne Bier και ο συχνά συνεργάτης και σεναριογράφος Anders Thomas Jensen με το κοινωνικό, ψυχολογικό δράμα «Μία δεύτερη Ευκαιρία».
Δύο αστυνομικοί, ο Andreas (Nikolaj Coster-Waldau) και ο Simon (Ulrich Thomsen) ζουν πολύ διαφορετικές ζωές.
Ο Andreas απολαμβάνει την ζωή, με την όμορφη σύζυγό του Anne (Maria Bonnevie) και το νεογέννητο αγόρι τους, Alexander, ενώ ο Simon βρίσκει παρηγοριά στα μπαρ και το ποτό προκειμένου να ξεπεράσει το πρόσφατο διαζύγιο. Μια αποστολή ρουτίνας παίρνει άλλη ροπή όταν καλούνται στο διαμέρισμα ενός ζευγαριού χρηστών ουσιών, Tristan (Nikolaj Lie Kaas), Sanne (Lykke May Andersen) που καυγαδίζουν ουρλιάζοντας ενώ ένα αφρόντιστο μωρό, Sofus, το μωρό τους, κλαίει πασαλειμμένο με τις ακαθαρσίες του.
Μία οικογενειακή τραγωδία, θα σπρώξει τον συνετό και αξιοπρεπή Andreas να προβεί σε πράξη που τον οδηγεί όχι απλά σε αδιέξοδο αλλά στην άβυσσο. Απομένει στον φίλο και συνάδελφο Simon να αποκαταστήσει την τάξη. Μία ταινία που όντως σε κρατά όμηρο μέχρι το τέλος με αμείωτη την ένταση και απρόβλεπτη την εξέλιξη.
Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο σωστό και λάθος, στο δίκαιο και άδικο; Πότε ο άνθρωπος περνά τα όρια του νόμου; Πότε παίρνει την λύση στα χέρια του; Πότε κι αν πρέπει η πολιτεία να παίρνει τα ανήλικα από τους γονείς θεωρώντας ότι χρήζουν φροντίδας εκτιμώντας ότι υπολείπονται σε γονική μέριμνα και φροντίδα;
Αναπάντητα ερωτήματα από την πλευρά των δημιουργών. Τα προκαλούν αλλά δεν τα απαντούν. Για μένα ορθώς. Μπορεί ο καθένας να απαντήσει μόνος του και σύμφωνα με τις συνθήκες και περιοχή του πλανήτη όπου ζει. Το τράνταγμα, το ερέθισμα ηπιότερα, όπως θα το χαρακτηρίζαμε, το δίνουν.
Η Susanne Bier καταπιάνεται με δύσκολα θέματα. Πάντα όμως δίνει μία ανθρώπινη διέξοδο. Δεν σε αφήνει άρρωστο. Προβληματισμένο και ανήσυχο σε κρατά. Το ίδιο κάνει κι αυτή την φορά.
Οι αντιθέσεις στους χώρους, στις κατοικίες, στα ρούχα, στην φροντίδα των μωρών, τα ψυχρά χρώματα και o χαμηλός φωτισμός βοηθούν την ένταση και την εξέλιξη της ιστορίας.
Οι ηθοποιοί της ικανότατοι. Θα ήθελα να υπογραμμίσω τον Nikolaj Coster-Waldau, όχι γιατί ήταν πρωταγωνιστής αλλά γιατί με συνεπήρε η τρυφερότητα του με τα μωρά. Είναι ευκολότερο να υποδύεσαι τον κακό παρά τον τρυφερό. Δεν συγκρίνεται η μπουνιά και η φωνή με την κίνηση, χάδι στο μάγουλο ενός μωρού. Τοποθετώ, γι αυτόν τον λόγο, δεύτερο στην προτίμηση μου τον Nikolaj Lie Kaas. Η φωτογραφία του Michael Keith Snyman, πολύ καλή, με εναλλαγή εστιάζει στο πρασινογάλαζο των ματιών απάντηση στην άποψη ότι εν δυνάμει όλοι είμαστε καλοί και κακοί. Οι περιστάσεις είναι αυτές που αναδεικνύουν το καλό ή κακό μάτι και κατά συνέπεια πράξη.
Ήταν ίσως, μέσω της κάμερας, μία από τις απαντήσεις που έπρεπε να δοθούν και δεν δόθηκαν στα ηθικά ερωτήματα που τέθηκαν.

Σκηνοθέτης: Susanne Bier
Σενάριο:Anders Thomas Jensen
Φωτογραφία: MIchael Keith Snyman:
Μουσική:Johan Soderqvist
Editing: Pernille Bech Christensen
Ηθοποιοί
Nikolaj Coster-Waldau: Andreas
Ulrich Thomsen: Simon
Maria Bonnevie: Anne
Nikolaj Lie Kaas: Tristan
Lykke May Andersen: Sanne

1 Μαρτίου 2016

Αγαπητή Ελένα (Θέατρο Επί Κολωνώ, Ομάδα Νάμα)

Δεν συνηθίζω να γράφω κριτική για θέατρο, εξάλλου είναι κάτι που λείπει από την επαρχία, εκτός βέβαια αν ζεις στη Καβάλα.
Το έργο που με απασχόλησε είναι το Αγαπητή Ελένα της Λουντμίλα Ραζουμόβσκαγια.
Εν ολίγοις η υπόθεση:
Μια καθηγήτρια, η Ελένα, που έχει εκτελέσει το κομμουνιστικό της καθήκον διδάσκοντας στους μαθητές της ισότητα και δικαιοσύνη, τους βλέπει να κάνουν τα πάντα για την προσωπική τους επιτυχία και να βουλιάζουν στη διαφθορά. Το έργο της Λουντμίλα Ραζουμόβσκαγια απαγορεύτηκε στη Σοβιετική Ένωση το 1980 κι επανήλθε θριαμβευτικά στην περίοδο της Περεστρόικα. Να σημειωθεί ότι της ζητήθηκε να γράψει ένα έργο για την εφηβεία και τα προβλήματά της.
Τέσσερις μαθητές επισκέπτονται την καθηγήτριά τους με άλλοθι τα γενέθλιά της προκειμένου να της αποσπάσουν το κλειδί­ για το ντουλάπι όπου φυλάσσονται τα γραπτά τους. Θεωρούν πως από αυτά­ κρίνονται η μελλοντική ευτυχία και η ευημερία τους. Η καθηγήτρια όμως είναι ανένδοτη. Η σύγκρουση είναι σφοδρή, αντικατοπτρίζοντας το χάσμα γενεών και το τέλμα των αντιπαρατιθέμενων ιδεολογιών.
Ὀλα αυτά είναι η ιστορία.
Η αντιπαράθεση ιδεολογιών σε ένα κόσμο που αλλάζει εν τάχει είναι μία σύγκρουση επίσης εκτός Σοβιετικών συνόρων. Είναι επίκαιρη τόσο αυτή όσο και το χάσμα των γενεών. Πρόσφατα μου έλεγε κάποιος φίλος ότι κάθε γενιά την χαρακτηρίζει μία έκφραση, όπως τη γενιά των εγγονών μας το «δεν με νοιάζει».
Στην γενιά του 80 στην πρώην Σοβιετική Ένωση και όχι μόνο μαθαίνουμε δια στόματος ηθοποιού:
Εσείς παλεύατε για να ζήσετε, εμείς για να ζήσουμε καλύτερα.
Όμως, δεν ήταν η σύγκρουση αυτή που με εντυπωσίασε.
Ήταν η αδυναμία του καλού να αντιπαρατεθεί στο κακό και ο τρόπος που ένα σύστημα εξαναγκάζει τους πολίτες στο συμβιβασμό και στη διαπλοκή. Σ’ αυτή την αρχή πιστεύει η Ελένα Σεργκέγεβνα, η Αγαπητή Έλένα. «Αν έστω ένας πει όχι στο βασίλειο του κακού, τότε το κακό θα υποχωρήσει και η καλοσύνη και η δικαιοσύνη θα θριαμβεύσουν». Οι αδυναμίες, ή, καλύτερα, τα αδύναμα κομμάτια μας και το πόσο ευάλωτα είναι όταν αυτά εντοπισθούν, είναι ο μοχλός πίεσης, ο εξαναγκασμός. Μία μάχη με τεχνικές και τακτικές, με κλιμάκωση και εμπλοκή και άλλων πάντα με τον εντοπισμό του αδύναμου κρίκου.
Τρόμαξα και συμμετείχα χάριν της υποκριτικής ικανότητας των ηθοποιών σε αυτή την μακράς διάρκειας αγωνία, αυτήν του ενδίδειν.
Ζήσαμε εμείς, της μεταπολίτευσης η γενιά, στο πετσί μας το ενδίδω και μη, όπως και τις συνέπειες αυτών των επιλογών. Ίσως ήταν επιπλέον οδυνηρό το έργο γιατί με αναγωγή το μετέφερα στην καθ’ ημάς καθημερινότητα. Επιβεβαιώθηκε η θεωρία μου περί αδυναμιών και ανεπαίσθητων ηθικών ολισθημάτων.
Τρόμαξα για την αδυναμία του ατόμου απέναντι στην μάζα, στην περιρρέουσα ηθική. Την σκληρότητα να σου πουλούν συναίσθημα για δική τους ωφέλεια. Να βιάζουν την ψυχή σου και το σώμα σου προκειμένου να εκμαιεύσουν το ζητούμενο τους.
Τρόμαξα με την λαγνεία του εύκολου. Του γυαλιστερού.
Τρόμαξα για το ότι ενδέχεται να σου χρεωθεί όχι αυτό που εσύ δεν έκανες αλλά κι αυτό που η κοινωνία επέβαλλε. Ως μέλος της όχι μόνο δεν σου χαρίστηκε, τα οφέλη της ζητούμενης σύμβασης σου, αλλά σου χρεώνει και την αναποτελεσματικότητα της.
Η Έλενα ένα πλάσμα τέτοιο.
Η ομάδα Νάμα έκανε εξαιρετική δουλειά. Τόσο που στο τέλος σαν μωρό παιδί έβριζα τον Γιάννη Λεάκο ως Βαλόντια και απέφυγα να τον κοιτάξω. Δεν μπορώ να κρίνω την μετάφραση (Β. και Ειρ. Χαραλαμπίδου) λένε ότι είναι εξαιρετική. Επαινώ την λιτότητα και ορθότητα των σκηνικὠν (Γ. Χατζηνικολάου), την ευρηματικότητα της σκηνοθεσίας. Βρήκα ίσως υπερβολικές τις κινήσεις, σαν κάποιος να υπογράμμιζε κάποιες προτάσεις σε ένα κείμενο. Όμως άξια η δουλειά τους. Κάποιος την χαρακτήρισε «παράσταση δυναμίτη». Δεν είχε άδικο. Συμμετείχα και ήμουν στα χέρια των ηθοποιών, Αριέττα Μουτούση, Γιάννη Λεάκο, Δημήτρη Σαμόλη, Χρήστου Κοντογεώργη, Ηρώ Πεκτέση υπό την διδαχή της Ελένης Σκότη της σκηνοθέτιδος. Η Αριέττα Μουτούση ,η αγαπητή Ελένα, ήταν ένα αξιοθαύμαστο πλάσμα, τρυφερή, πειστική, αδιαπραγμάτευτη, αδαμάντινη.
Το θέατρο Επί Κολωνώ επίσης μια μικρή όαση στο χάος της Αθήνας, αυτής της Αθήνας που κρύβει τόσες εκπλήξεις.
Πριν κλείσω θα ήθελα να σημειώσω κάτι για το κοινό. Ένα κοινό αντιπροσωπευτικό των τάξεων και ηλικιών και του μορφωτικού επιπέδου. Άλλαξε ο κόσμος, ευτυχώς, από την εποχή των ανέκφραστων μη-μου-άπτου κυριών και των εχόντων καταπιεί «μπαστούνι» συνοδών τους.

9 Φεβρουαρίου 2016

Αράγια (Araya) – 1959

Επέλεξα να δω ένα ντοκιμαντέρ του 1959 που βέβαια το ανακάλυψε η Milestone Films και το κυκλοφόρησε το 2009, πενήντα χρόνια μετά την προβολή του, αναγνωρίζοντάς του τον τίτλο αριστούργημα. Προβλήθηκε την εποχή που ο δικτάτορας της Βενεζουέλας Marcos Perez- Jimenez ανατράπηκε και διέφυγε στο Μαϊάμι με 13 εκατομμύρια δολάρια αφήνοντας πίσω ανθρώπους σκλάβους να αγωνίζονται για την επιβίωση τους.
Είναι συναρπαστική δουλειά, είναι σαν αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε, παρ όλο που σαν κοινωνία σύμφωνα με τις στατιστικές δεν διαβάζουμε αρκετά, ποίημα.
Το έκανε η Margot Bennacerraf που παρουσιάζει την άγνωστη, τουλάχιστον σε μένα, Araya και την ιστορία των ανθρώπων της.
Araya είναι μία χερσόνησος στην Βενεζουέλα που ‘τοποθετήθηκε’ στο χάρτη και στην ιστορία γιατί παράγει αλάτι. Αλάτι που πλούτισε τους εκμεταλλευτές, κατακτητές και μη, και εκμεταλλεύτηκε μέχρι σκλαβιάς τους ντόπιους. Τόπος άνυδρος που τον εντόπισαν πρώτα, το 1550, οι άποικοι και φρόντισαν να εκμεταλλευτούν το προϊόν για χρόνια. Ένα εγκαταλελειμμένο φρούριο μαρτυρά την παρουσία τους στον χώρο.
Η Margot Benacerraf παρουσιάζει μια μέρα από την ζωή τριών οικογενειών, των Pereda, Salaz και των Ortiz. Τα μέλη της οικογένειας, ο καθένας στο πόστο του, δουλεύουν αγόγγυστα υπό συνθήκες, η λέξη ‘σκληρές’ είναι το ελάχιστον που μπορείς να χρησιμοποιήσεις εδώ, ως σύγχρονοι δούλοι θα ταίριαζε πολύ καλύτερα. Είναι ολιγαρκείς, σιωπηλοί, σύγχρονοι μάρτυρες για την εποχή που γυρίστηκε το ντοκυμαντέρ. Οι μεν Pereda σκάβουν όλη νύχτα για αλάτι, οι Salaz το φτιαρίζουν και το φορτώνουν, οι δε Ortiz ψαρεύουν και ουσιαστικά τρέφονται οι ίδιοι αλλά και τρέφουν τους υπόλοιπους της κοινότητας που αγοράζουν την ψαριά τους, όποια κι αν είναι. Το πλεόνασμα παστώνεται για τις δύσκολες μέρες. Το νερό διανέμεται με ένα βυτιοφόρο, η βλάστηση σχεδόν ανύπαρκτη.
Η δουλειά παραμένει σε οικογενειακό επίπεδο και η συμμετοχή όλων, ανδρών, γυναικών και μικρών παιδιών, αυτονόητα απαραίτητη.
Ασπρόμαυρα πλάνα, κοντινά, μακρινά με την ομορφιά σωμάτων, βλεμμάτων, φύσης, κύματος, κίνησης, ορίζοντα να περνάει τα όρια της φαντασίας σου. Αν δεν ήταν εικαστικά και ηχητικά αψεγάδιαστο δεν θα άντεχε κανείς τον μόχθο και την καταπόνηση, την αδιάκοπη εργασία, την σκληρή πραγματικότητα επιβίωσης εκείνων των ανθρώπων.
Η διαρκής κίνηση των σωμάτων τους, ο επαναλαμβανόμενος νυχθημερόν μόχθος. Μια ανθρώπινη μάζα που κινείται σαν μια τεράστια μηχανή, να παλεύει με το περιβάλλον. Θα είχες εξαφανισθεί κάτω από το βάρος της αδικίας και της κούρασης που περνάει από την οθόνη και σε βρίσκει στον αναπαυτικό καναπέ σου, αν δεν ήταν τόσο μαστόρισσα η σκηνοθέτις.
Λιπόσαρκα κορμιά, σμιλεμένα από την αλμύρα, κυριολεκτικά, ψημένα στον ήλιο, περνούν μπροστά από τον φακό και δεν καθρεπτίζονται, αλλά συνεχίζουν αυτά που χρόνια κάνουν σαν να υπακούν την ενδέκατη εντολή. Μάτια μεγάλα πλαισιωμένα από τις χαρακιές του ήλιου και της θάλασσας, φωτισμένα από την ολιγάρκεια της ύπαρξής τους.
Παιδιά υπομονετικά περιμένουν το στήθος της μάνας μυημένα από τα φασκιά στην υπομονή και στο ολίγον που δικαιούνται, σαν να είναι νομοτέλεια, στην καρτερικότητα και στη μη απαίτηση.
Ακόμη και οι τάφοι λιτοί, μόνα στολίδια τους τα κοχύλια που μαζεύουν παιδιά και μαζί με τις γιαγιάδες μετά εναποθέτουν για τους νεκρούς.
Τελετουργικά η κάμερα καταγράφει την ζωή και τον χώρο, το τοπίο, τις μορφές. Μυσταγωγία η εισαγωγή σου στην ζωή τους. Τόση διακριτικότητα, σεβασμός, αγάπη για το αντικείμενο της έχει η κάμερα.
Παρ όλη την ομορφιά που αφειδώλευτα χαρίστηκε στον θεατή θα περίμενε κανείς ότι ήθελε να του χαϊδέψει και τ’ αυτιά με παραμύθια.
Όχι! Ένα ‘όχι’ βρονταχτό. Δεν μένεις εφησυχασμένος. Μένεις, αν όχι εξεγερμένος, τουλάχιστον ντροπιασμένος για τα ατέλειωτα θέλω σου και τα παράπονα. Ντροπιασμένος για τα περιττά της ζωής σου, εκείνα που χρόνια τώρα συσσώρευες γύρω σου και συχνά, άθελα ή μη, στέρησες από άλλους.
Ο τρόπος που κινείται η κάμερα από τα δάχτυλα στα μάτια, στα δίχτυα και στα μπράτσα, στα κεφάλια, στα πενιχρά ενδύματα, στον ύπνο κατά γης, στο νερό που πηγαινοέρχεται αέναα, στην τελετουργική εναποθέτηση του κασμά και του φτυαριού, σε προβληματίζει και αναρωτιέσαι που ξέχασες από που ήλθες εδώ και που βρίσκεσαι. Βεβαίως στα 60 περίπου χρόνια που κύλησαν στο μεταξύ πολλά συνέβησαν. Όμως η δουλειά της Bennacerraf μπορεί να βρει σύγχρονους μιμητές για μια ανάλογη ανάδειξη του σήμερα. Η δουλειά που αναδεικνύει την δουλεία με μοναδική τέχνη.

Σκηνοθέτης: Margot Benacerraf
Σενάριο: Margot Benecerraf, Pierre Seghers
Φωτογραφία: Giuseppe Nisoli
Editing: Pierre Jallaud, Francine Grübert
Μουσική: Guy Bernard
Αφήγηση:
Γαλλικά: Laurent Terzieff

Ισπανικά: Jose Ignacio Cabrujas (έκανε και τη μετάφραση από τα γαλλικά)

7 Φεβρουαρίου 2016

Η Επιστροφή (The Revenant) - 2015

Σχεδόν τρίωρη, 156 λεπτά, η τελευταία ταινία του Αlejandro Gonzalez Iñárritu.
Tο ενδιαφέρον δεν είναι η διάρκειά της, αλλά το ότι την παρακολουθείς καθηλωμένη/ος, με κομμένη την ανάσα, συμμετέχοντας στον αγώνα του Hugh Glass (Leonardo DiCaprio) να επιβιώσει και να εκδικηθεί.
Η ιστορία είναι εν μέρει αληθινή μια και ο Hugh Glass είναι υπαρκτό πρόσωπο, ένας γνωστός θρύλος του 19ου αι.
Είναι κυνηγός αρκούδων, που δύσκολα δέχεται οδηγίες, ικανός, όπως τουλάχιστον σημειώνουν και οι εργοδότες του. Γνωρίζει πολλά, εν μέρει από τη συμβίωση με Ινδιάνους εξαιτίας του γάμου του. Από το γάμο του αυτό απέκτησε κι ένα γιο. Η φυλή και η σύζυγός του έπεσαν θύματα της βιαιότητας και εγκληματικότητας των λευκών στη διάρκεια μίας επιδρομής με αποτέλεσμα να χάσει την γυναίκα του.
Ο Iñárritu και ο σεναριογράφος Mark Smith, ναι μεν ακολούθησαν την ιστορία του Hugh Glass από το βιβλίο του Michael Punke, αλλά πήγαν πολύ πιο μακριά από μια απλή ιστορία επιβίωσης σε δύσκολες και δυσβάστακτες συνθήκες, καιρικές και συγκαιριών. Αναδεικνύουν αξίες όπως αυτή του δικαίου, της ελπίδας, της επιμονής στο στόχο, το σεβασμό της φύσης, του άλλου ανθρώπου, τη συγχώρεση. Η ταινία ξεκινάει με αίμα, πολύ αίμα, όταν οι κυνηγοί μετά από αρκετό κόπο, προετοιμαζόμενοι να φύγουν με μία καλή λεία, δέχονται επίθεση από τους Ινδιάνους της φυλής Αrikara. Τους εκδικούνται αυτοί γιατί οι λευκοί είχαν απαγάγει τη κόρη του αρχηγού τους.
Τα βέλη και τα τσεκούρια αφαιρούν την ζωή πολλών. Ένα μακελειό χωρίς προηγούμενο. Επιβιβάζονται τελικά με τα τομάρια σε μία βάρκα και πορεύονται κατά μήκος του ποταμού Missouri εκτεθειμένοι και ακάλυπτοι στον ελλοχεύοντα εχθρό. Σταματούν για να ακολουθήσουν την χερσαία οδό μέχρι τις εγκαταστάσεις του στρατού και των κεντρικών γραφείων της εταιρείας μίσθωσης των κυνηγών.
Εκεί ο Glass δέχεται επίθεση από μια αρκούδα και σχεδόν κατασπαράχτηκε! Τελικά επιβίωσε.
Η συγκεκριμένη σκηνή πολυσυζητήθηκε στο διαδίκτυο και άφησε παγκόσμια παγωμένους τους θεατές. Ακριβώς και δικαίως ο θαυμασμός. Πέραν κάθε ορίου ρεαλιστική, απεχθέστατη, αιματηρή, αγωνιώδης, ζωώδης. Μία τεράστια μάζα, η αρκούδα, χτυπάει σαν χταπόδι έναν άνθρωπο, τον Glass και, όταν πατάει με το πόδι της το κεφάλι του, συνθλιβόμαστε κι εμείς. Τα σάλια και τα χνώτα της τα νιώθουμε πάνω μας. Το πόνο από τα σπασίματα του Glass και τις πληγές των νυχιών της νιώθουμε στα μύχια της ψυχής μας. Η ομάδα όμως πρέπει να συνεχίσει. Το τραυματία τον μεταφέρουν με αυτοσχέδιο φορείο, αλλά σύντομα θα τον παρατήσουν, λόγω επιδείνωσης της υγείας του, τα δύσβατα μονοπάτια, το κρύο, το χιόνι, την απειλή των Ινδιάνων και… κάποιων τη γκρίνια.
Έναντι αμοιβής θα μείνουν να τον φροντίσουν μέχρι το τέλος ο γιός του, Hawk (Forrest Goodluck) και δύο συνάδελφοι κυνηγοί, ο John Fitzgerald (Tom Hardy) και ο Jim Bridger (Will Poulter).
Θα τον εγκαταλείψουν τελικά νεκρό-ζωντανό, αφού ο ένας εξ αυτών, ο Fitzgerald, είναι εγωκεντρικός, σκληρός, άνθρωπος του κέρδους και παραδόπιστος, φοβερά απάνθρωπος και σκοτώνει τον γιό του Glass για λόγους ρατσιστικούς - ήταν μιγάς Pawnee, δεν το φανερώνει στον Jim και τον πείθει, με πρόσχημα τους επερχόμενους Ινδιάνους, να θάψουν ζωντανό τον ανήμπορο τραυματία.
Εκεί ξεκινάει κι ο αγώνας του Glass να τους ξαναβρεί και να τους εκδικηθεί. Θα διανύσει 80 έως 200 χιλιόμετρα, υπάρχουν διάφορες εκδοχές στην πραγματική ιστορία. Έρποντας θα περάσει των παθών του των τάραχο, θα ζήσει με την απειλή του θανάτου κάθε λεπτό. Θα εξαντλήσει τα όρια του. Βλέπουμε τι σημαίνει επιβίωση στην άγρια φύση με αβυσσαλέο κρύο και πάγο, τι σημαίνει το νερό και το τι «δεν τρώω» επιλεκτικά. Θα φάει χόρτα, ωμά ψάρια, θα μείνει νηστικός συχνά, θα φάει ωμό συκώτι από βύσσωνα, θα κοιμηθεί μέσα στο σώμα σκοτωμένου αλόγου αφού του αδειάσει πρώτα τα εντόσθια, θα ευεργετηθεί και θα ευεργετήσει. Θα προστατευτεί και θα προστατεύσει μέχρι να φτάσει το στόχο του. Θα παλέψει με νύχια και δόντια, με τέχνη και τεχνάσματα. Το τέλος δικό σας.
Δεν έχει περιγραφή η αγριότητα των καιρικών συνθηκών, ούτε και του ανθρώπου. Μόνο στήριγμά του η εικόνα της γυναίκας του (Grace Dove) και κίνητρο για επιμονή και προσπάθεια η θηριωδία των λευκών προς αυτήν και την φυλή της, των Pawnee Ινδιάνων.
Ο τρόπος που σκέφτονται, ο τρόπος που επιβιώνουν, που βλέπουν τον θάνατο, ο τρόπος και οι ιδέες που του δίδαξαν βοήθημα και προτροπή.
Ο Ιñárritu έφτιαξε ένα έργο εξαιρετικής δύναμης. Δούλεψαν πολύ σκληρά όλοι τους, ακούραστα, σε άσχημες φυσικές συνθήκες, σε κρύο και παγετό, σε δυσκολίες εδάφους, για πάρα πολλές ώρες ώστε να τραβηχτούν οι σκηνές του φιλμ κάτω από φυσικό φως. Δικαιώθηκαν.
Πέρα από το άφθονο αίμα, τη σκληρότητα, τη βία, το κατασπάραγμα από ανθρώπους και ζώα, τη φρέσκια ξεσκισμένη σάρκα, η σκηνή γεμίζει από απέραντα επιβλητικά και πανέμορφα τοπία. Δεσπόζει η ομορφιά της φύσης και σου κόβει κι αυτή την ανάσα, όχι μόνο η αγωνία. Το νερό, το χιόνι, το ποτάμι σαν ολότητα, τα βουνά, τα στιβαρά δένδρα, ο τρόπος που τα κοίταξε και μ' έκανε κι εμένα το θεατή ο Emmanuel Lubezki, ο κινηματογραφιστής του φιλμ, να τα κοιτάξω.
Υπέροχα κοντινά, εδάφους, πανοραμικά πλάνα. Ανάσες, χνώτα, αίμα, σπαρτάρισμα, ένταση, πόνος, φόβος, πανικός, βία. Όλα αναδείχτηκαν προκειμένου να βιώσεις αυτήν την απύθμενη δύναμη της θέλησης για επιβίωση και εκδίκηση. Την θέληση να αψηφείς το θάνατο, να περιφρονείς, αν δεν τον αγνοείς, το πόνο, σωματικό και ψυχικό.
Ναι, ήταν όμως άλλες εποχές. 1823, 1824, αλλά ο άνθρωπος και οι ανάγκες του οι ίδιες. Η μουσική των Ryuichi Sakamoto, Alva Noto, μαζί στο σύρσιμο, στην νύχτα, στο πανδαιμόνιο, στη μάχη. Δυνατή και προσεγμένη. Πως θα μπορούσε άλλωστε αλλιώς;
Άφησα για το τέλος τον αγαπημένο άπειρων κοριτσιών Leonardo DiCaprio, που απόδειξε και πάλι πως, παρά το babyface του, είναι ένας ηθοποιός με μεγάλη τέχνη και ικανότητα. Απερίγραπτα πειστικός. Το αθώο πρόσωπό του το εγκατέλειψε. Όχι απλά το έκανε αγνώριστο, αλλά το κακοποίησε. Ερμήνευσε το ρόλο του, δεν επέτρεψε ούτε στιγμή να πούμε «ε, καλά μην τρομάζεις, είναι όλα ψέματα, σινεμά είναι αυτό». Γίναμε μαζί του ένα. Ένα στα χιλιόμετρα συρσίματος, ένα στον αγώνα επιβίωσης, τη πείνα, τη δίψα, το πόνο, την οργή, στο φόβο, την αγωνία, το όνειρο και το όραμα…
Ήταν μόνος του; Ε όχι, βέβαια. Ο σκηνοθέτης, ο μάγος της σκηνής, ο ρυθμιστής όλων, οι επιλογές δικές του, οι οδηγίες δικές του, οι απαιτήσεις δικές του, η αγωνία δική του κι αυτή. Αυτονόητα δική του και η επιτυχία.
Βγαίνεις από την αίθουσα και ενώ έχεις συμμετάσχει σ’ ένα τρίωρο απάνθρωπης διαβίωσης και συμπεριφοράς, διατηρείς την αισθητική και την ομορφιά του τοπίου. Αναρωτιέσαι μια ακόμη φορά το «τι είναι ο άνθρωπος;». Τι δεν μάθαμε πια για την δύναμη της θέλησης; Τι ήθελαν, ή μάλλον, τι ζητούσαμε εμείς από εκείνους τους γηγενείς; Τι τα θέλαμε τόσα δέρματα; Άξιζε τόσο αίμα για την αδηφαγία μας; Αφού μπορείς να επιζήσεις ακόμη και με πολύ λιγότερα, γιατί τόσος αγώνας για τα πολλά; Αδύναμος ο άνθρωπος, νόμισε ότι δάμασε την ίδια τη φύση, τη φύση του. Βέβαια, μέσα σε δύο αιώνες πολλοί μύθοι ανατράπηκαν κι άλλου είδους κυνηγοί προέκυψαν. Με τέτοιες σκέψεις, όμως και με μεγάλο θαυμασμό για την τέχνη του κινηματογράφου και των σημερινών της δημιουργών, εγκατέλειψα για μια ακόμη φορά τη σκοτεινή αίθουσα.
Αφήνω για τελευταία απλή απορία. Ο αγγλικός τίτλος σημαίνει εκείνος που επιστρέφει από ‘θάνατο’, ή από ‘μεγάλη απουσία’. Σε μερικές δε περιπτώσεις σημαίνει και ‘φάντασμα’ ή ‘απειλή’. Εν πάσει περιπτώσει αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Γιατί λοιπόν αφηρημένα ‘επιστροφή’ η μετάφραση στα ελληνικά;

Σκηνοθέτης: Ailejandro Gonzalez Iñárritu
Σενάριο: Alejandro Gonzalez Iñárritu, Mark L.Smith
Βιβλίο: Michael Punke
Φωτογραφία: Emmanuel Lubezki
Μουσική: Ryuichi Sakamoto, Alva Noto
Editing: Stephen Mirrioni
Ηθοποιοί
Leonardo DiCaprio: Hugh Glass
Tom Hardy: John Fitzgerald,
Domhnall Gleeson: Andrew Henry
Will Poulter: Jim Bridger
Forrest Goodluck : Hawk
Paul Anderson: Anderson
Isaiah Tootoosis: νεαρός Hawk
Arthur Redcloud: Hikuc
Grace Dove: σύζυγος του Hugh Glass

4 Φεβρουαρίου 2016

Νιότη (Youth - La giovinezza) - 2015

Πολυαναμενόμενη, αλλά εκ των υστέρων μία ταινία που δίχασε τους θεατές. Αγγλόφωνη για δεύτερη φορά, ο Sorrentino μας χάρισε ένα έργο τέχνης μία ακόμη φορά.
Βεβαίως και μου άρεσε.
Διάλεξε με προσοχή τους ηθοποιούς του, δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα και αφηγήθηκε την αγωνία του χρόνου που φεύγει και στερεύει, με όλα τα μέσα που διέθετε. Ήχο, εικόνα, διάλογο, ερμηνεία.
Στιλιζαρισμένη, συγκεκριμένης οικονομικής τάξης. Δεν πήγε σε φτωχογειτονιές, ούτε σε εξαθλιωμένα γηροκομεία προκειμένου να δείξει το γήρας. Διάλεξε για μια ακόμη φορά να σαρκάσει την ίδια τάξη, με την οποία και άλλοι συμπατριώτες του και συνάδελφοι ασχολήθηκαν, Antonioni, Fellini, Bertolucci. Σκεφτόμουν, γιατί άραγε αυτήν πάλι; Την τάξη των πλουσίων, του κόσμου της τέχνης; Εκτιμώ γιατί αυτήν εποφθαλμιούν, για δικούς τους λόγους ο καθένας, οι από πάνω αλλά και οι από κάτω.
Ο Fred (Michael Caine) και ο Mick (Harvey Keitel), δύο φίλοι που πλησιάζουν τα ογδόντα, κάνουν διακοπές σε ένα παλιό αλλά όμορφο, πολυτελές ξενοδοχείο/σανατόριο στους πρόποδες των Άλπεων, στην Ελβετία. Μαζί τους η Lena (Rachel Weisz), κόρη του Fred. Ο Fred, διάσημος συνθέτης και μαέστρος, είναι πια συνταξιούχος και δεν έχει καμία πρόθεση να επιστρέψει στην σκηνή, παρά τις πιέσεις της βασίλισσας Ελισάβετ, η οποία τον παρακαλεί να διευθύνει μια τελευταία φορά το γνωστότερο έργο του. Ο σκηνοθέτης Mick από την άλλη δουλεύει το σενάριο της νέας του ταινίας την οποία και ονειρεύεται να γίνει το αποκορύφωμα της καριέρας του, η διαθήκη του, όπως λέει. Οι δύο παλιοί φίλοι ξέρουν ότι ο χρόνος τους είναι μετρημένος και αντιμετωπίζουν το μέλλον ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Κοιτούν με περιέργεια και τρυφερότητα τις μπερδεμένες ζωές των παιδιών τους, τα ανήσυχα γεμάτο ζωή νιάτα των σεναριογράφων που δουλεύουν με τον Mick, και τις αξιοπερίεργες στιγμές των διαφόρων ενοίκων του ξενοδοχείου. Κανείς δεν μοιάζει να ανησυχεί για τον χρόνο που περνά, με εξαίρεση τους δύο συμπρωταγωνιστές.
Η ταινία θέτει έντονο προβληματισμό με μικρούς διάλογους θα συμπλήρωνα, κυρίως ανάμεσα στους δυο τους. Μεγάλα θέματα που μας απασχολούν όλους, αλλά που αντιμετωπίζει με διαφορετικό τρόπο ο καθένας μας ανάλογα με την ηλικία του. Δεν θεωρώ ότι το σύντομο των διαλόγων ήταν αρνητικό στοιχείο. Δεν ψάχνω αναλύσεις ούτε μαθήματα. Οι νύξεις είναι αυτές που ανοίγουν τον δρόμο του προβληματισμού, αν δεν σε είχε απασχολήσει από πριν, ή που εφησυχάζουν αν το θέμα τους, αυτό των διαλόγων, το έχεις σκεφθεί.
Ο έρωτας, το σεξ, η ομορφιά, η φιλία, η τέχνη, η φυσική κατάσταση, οι φυσιολογικές ανάγκες και οι πνευματικές. Ο γονιός και το παιδί, ο γάμος και η διάρκειά του. Η προδοσία και η αφοσίωση. Η ανάγκη των συναισθημάτων. Η καταλυτική δύναμη των ονείρων και της τέχνης. Η παραίτηση από και η όρεξη για δημιουργία. Η απογοήτευση και η επιβράβευση. Η επιτυχία και η αποτυχία, το κόστος και των δύο. Η δημοσιότητα και η ιδιώτευση. Η υγεία και ο θάνατος.
Ίσως να παρέλειψα κάτι αλλά ήταν πολλά τα θέματα. Πως να τα χωρέσει κανείς σε μία ταινία όταν κοιτάς πίσω τη ζωή 80 χρόνων, άλλος με αποστασιοποίηση και άλλος με αδιαφορία; Η ευρηματικότητα του Sorrentino ακριβώς εκεί βρίσκεται. Ο Fred δήθεν αδιαφορεί και δεν θέλει να κοιτάξει πίσω, σαν να τράβηξε μία μονοκονδυλιά για το ποιος ήταν. Αυτό εισπράττουμε από την γλώσσα του σώματος και τις αντιδράσεις του. Όμως μέσα από αυτούς τους σύντομους διάλογους, πολλές φορές μονολεκτικούς, ξετυλίγεται το παρελθόν του και οι ανάγκες του, οι ακυρώσεις επιθυμιών, οι προσδοκίες και απογοητεύσεις, οι λάθος κατηγορίες.
Ο δε Mick, λαλίστατος, παρορμητικός, ενθουσιώδης, κοιτά μπροστά και περιγράφοντας το ‘μπροστά’ ξετυλίγεται το παρελθόν του. Ο ένας τους τελικά από το τίποτα φθάνει στην μέγιστη επιτυχία και ο άλλος από την επιτυχία στον απόλυτο μηδέν. Διστάζω να σχολιάσω το πως ο Sorrentino αφηγήθηκε αυτόν τον προβληματισμό, μια και τυγχάνει να είναι και ο προσωπικός μου.
Εντυπωσιακή η Brenda (Jane Fonda), η πολυσυζητημένη πρωταγωνίστρια του κύκνειου άσματος του Μιck. Ένας διάλογος μαζί της, μάλλον δικός της μονόλογος ήταν, γίνεται καταπέλτης για το μέλλον του κινηματογράφου, για το παρόν και τέλος του Mick. Ο Mick, ο σκηνοθέτης και φίλος της, και κατά τη γνώμη του ο δημιουργός της καριέρας της, κάτι που εκείνη αρνείται να παραδεχθεί, όχι μόνο αμφισβητείται αλλά ακυρώνεται με ολέθρια συνέπεια.
Η φωτογραφία; Τα είπε όλα με μία, νομίζω, κίνηση της κάμερας. Δεν χρειάσθηκε να μου περιγράψει κανείς την ρουτίνα της κάθε μέρας του ξενοδοχείου/σανατορίου, ακόμη και εν μέσω πολυτελείας. Το κατέδειξε. Το ειδυλλιακό του Ελβετικού τοπίου σε όλο του το μεγαλείο. Η κάμερα να καταγράφει λεπτομέρειες που ίσως και να θεωρηθούν υπερβολικές. Η έκφραση στα μάτια, το δάκρυ που θα κυλούσε αλλά η φλεγματικότητα που το συγκράτησε. Κάμερα που ακολούθησε τις μικρές λεπτομέρειες ακόμη και στις φλέβες των αγελάδων. Το μελανιασμένο πόδι, εξαιτίας βάρους και κυκλοφοριακού προβλήματος του διάσημου ποδοσφαιριστή, παραπέμπει εδώ στον Diego Maradona (Rolly Serano), είπε πολλά για το άλλοτε χρυσό πόδι. Δεν έχουν τέλος οι στάσεις του ματιού, όπως εκείνη στο κόμπο, στο λαιμό της σοπράνο Sumi Jo, στο βλέμμα του διάσημου ηθοποιού Jimmy Tree (Paul Dano) ενοίκου και αυτού του ξενοδοχείου, που μαθαίνει παρατηρώντας. Τον ένοιωσα καθαρά πως συνεχώς κατέγραφε κινήσεις και τρόπους. Ήταν στο τέλος που ομολογήθηκε. Εμείς αντλούσαμε πληροφορίες, μαθαίναμε από τις ανείπωτες σκέψεις.
Λεπτομέρεια, λεπτομέρειες, ποιότητα.
Άφησα για το τέλος τη μουσική γιατί από μένα και πιστεύω πολλούς άλλους θεατές θα θεωρηθεί συμπρωταγωνίστρια.
Ήταν μέρος αναπόσπαστο του μύθου και αξιοθαύμαστος συντελεστής της επιτυχίας της ταινίας. Μιλούσε από πριν προκειμένου να σε προετοιμάσει γι αυτό που ακολουθούσε. Έκανε στην άκρη διακριτικά κατά την εξέλιξη του συμβάντος, θριάμβευσε και δήλωσε ‘αδιάντροπα’ παρούσα στην ‘ανύψωση’.
Εξαιρετικοί οι καλλιτέχνες που συμμετείχαν. Η σοπράνο Sumi Jo, ο Αμερικανός κιθαρίστας Μark Kozelek, και η Paloma Feith.
Θέλω να είμαι δίκαιη και με τους αφανείς όπως τον editor, ή τους υπεύθυνους καλλιτεχνικά. Τους ενδυματολόγους και τους μακιγιέρ. Έκαναν όλοι τους εξαιρετική δουλειά.
Όλοι αυτοί κάτω από την ράβδο του σκηνοθέτη δημιούργησαν ένα άρτιο έργο. Ένα έργο που αν σας αφήσει ασυγκίνητο θα είναι θέμα, πιστεύω, μόνο της ηλικίας σας.

Σκηνοθέτης: Paolo Sorrentino
Σενάριο: Paolo Sorrentino
Φωτογραφία: Luca Bigazzi
Μουσική: David Lang
Εditing: Cristiani Travaglioli
Ηθοποιοί
Michael Caine: Fred Ballinger
Harvey Keitel: Mick Boyle
Rachel Weisz: Lena Ballinger
Paul Dano: Jimmy Tree
Jane Fonda: Brenda Morel
Roly Serrano: Diego Maradona
Alex Macqueen: Queen's emissary
Luna Zimic Mijovic: νεαρή μασέρ
Ed Stoppard: Julian Boyle, γιός του Mick
Sumi Jo: σοπράνο
Paloma Faith: pop τραγουδίστρια
Mark Kozelek: Αμερικανός κιθαρίστας ,τραγουδιστής
Mădălina Diana Ghenea: Miss Universe

30 Ιανουαρίου 2016

Ζώντας με ένα δολάριο τη μέρα (Living on One Dollar) - 2013

Ένα ντοκιμαντέρ μικρό, 56 λεπτών για την ακρίβεια, από ερασιτέχνες. Θα μπορούσε άραγε να ανατρέψει τη στάση ζωής σας;
Είναι από εκείνα που συζητάς για καιρό μετά.
Συνήθως μιλούμε γι αυτά που περνούν από μεγάλες οθόνες ή μικρές με DVD από video club. Tο παρόν είναι όμως εξαίρεση.
Τέσσερις νεαροί φίλοι, οι Zach, Chris, Ryan και Sean, Αμερικανοί φοιτητές, οι δύο (Chris και Zach) με θέμα σπουδών Διεθνής Ανάπτυξη, αποφασίζουν να ζήσουν δύο μήνες σε μία χώρα όπου οι άνθρωποι επιζούν με λιγότερα από ένα δολάριο τη μέρα. Αφορμή ήταν το θέμα που τους απασχόλησε στις σπουδές τους όταν διαπίστωσαν, μάλλον πληροφορήθηκαν, ότι περισσότεροι από ένα δις άνθρωποι επιζούν σ' αυτόν το πλανήτη κάτω από το όριο της φτώχειας. Διάλεξαν τη Γουατεμάλα όπου είχε δουλέψει ο Chris ένα καλοκαίρι.
Πήγαν σε ένα χωριό, Peña Blanca, με 300 κατοίκους όπου πραγματικά οι περισσότεροι επιζούν με λιγότερα από ένα δολάριο τη μέρα. Δουλεύουν ακόμη και μικρά παιδιά στα χωράφια, κάτω από άθλιες συνθήκες. Αναγκάζονται να παρατήσουν το σχολείο λόγω έλλειψης χρημάτων, η περίθαλψη είναι σχεδόν ανύπαρκτη λόγω κόστους, το νερό αμφιβόλου ποιότητας και ακόμη κι αυτό το ημερήσιο δολάριο με ερωτηματικό μια και είναι άγνωστο αν θα πληρωθούν και πότε από τους ιδιοκτήτες των χωραφιών όπου δουλεύουν.
Τα παιδιά υποσιτίζονται με αποτέλεσμα τη καθυστέρηση στην ανάπτυξή τους και με πολλά σχετικά προβλήματα υγείας.
Αποφασίζουν οι τέσσερις να ζήσουν λοιπόν όπως οι κάτοικοι του χωριού, σε παρόμοιες συνθήκες και με το περιορισμό του ενός δολαρίου.
Οι δύο εκ των τεσσάρων κινηματογραφιστές. Έτσι, με τα εισιτήρια πληρωμένα (4000 δολάρια), δωρεά από τους φοιτητές του κολεγίου τους (Claremont Mckenna College στη Καλιφόρνια) και από το Whole Planet Foundation, η τεράστιας δυσκολίας περιπέτεια ξεκινάει και καταγράφεται κινηματογραφικά.
Θεώρησα αρχικά ότι θα είναι μάλλον ωραιοποιημένη η επιλογή τους. Ήταν απίστευτη η έκπληξή μου όταν τελικά βίωσα το αντίθετο. Ήταν πολύ πιο απάνθρωπη η εμπειρία βέβαια γι αυτούς που μέχρι τα είκοσί τους δεν συνειδητοποίησαν ποτέ πριν τι σημαίνει να ζεις με ένα δολάριο τη μέρα.
Ακόμη και να γνωρίζεις ότι η συγκεκριμένη δυσκολία έχει ημερομηνία λήξης δεν παύει να είναι απίστευτα σκληρή η πραγματικότητα. Παλεύουν με την πείνα, την υγιεινή, τα εξανθήματα, την ασθένεια και την αδυναμία. Τέσσερις καλομαθημένοι, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι ανάμεσά μας, αναγκάζονται να κοιμούνται στο χώμα, να πηγαίνουν τουαλέτα σε τενεκεδένια παράγκα, να μάθουν να καλλιεργούν, να πίνουν βρώμικο νερό με αιωρούμενα σωματίδια και ζωύφια, να εφευρίσκουν τρόπους να εξασφαλίσουν θερμίδες με φθηνό τρόπο, να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα χρήματα για φάρμακα.
Αυτό που γι αυτούς ήταν μόνο μια περιπέτεια 56 ημερών, για άλλους ήταν η καθημερινότητα.
Όσο για μένα τον θεατή, συγκλονίστηκα. Είναι άλλο να λες κάτω από το όριο φτώχειας κι άλλο να το βιώνεις στην αξία ενός δολαρίου.
Σημαντικότατο και απίστευτα ζωτικής σημασίας το μικροδάνειο 125 δολαρίων. Πλούτος αυθεντικός τα ραπανάκια, όνειρο σπάνιο η απόκτηση μιας μασίνας, η μιας κότας που γεννάει αυγά, πανηγύρι μια ώριμη μπανάνα!
Με όσα μου κοστίζει ένας καφές στο οποιοδήποτε καφενείο της αγοράς ζει τετραμελής οικογένεια τρεις ολόκληρες ημέρες!
Άρχισα έκτοτε να μετρώ τις αγορές μου με ημέρες ενός δολαρίου. Την προμήθεια αγαθών να αντιπαραθέτω με ερωτηματικό περί της αναγκαιότητάς της.
Αδιάφοροι για τον γύρω κόσμο συνεχίζουμε να πορευόμαστε και να διαμαρτυρόμαστε με αλαζονεία.
Ήρθαν τέσσερα παιδιά φοιτητές με μία φθηνή κάμερα και έφεραν στο φως ν' αντικρίσουμε κατάφατσα μια τραγική αλήθεια.
Έφεραν επίσης στο φως την ανθρώπινη πλευρά αυτού του απίστευτου κόσμου.
Άνθρωποι να προσφέρουν πρόθυμα απ' το υστέρημά τους. Άνθρωποι που δεν ξέχασαν να χαμογελούν, μέσα στην λάσπη, κάτω από μια στέγη να στάζει, άνθρωποι να δακρύζουν σκεπτόμενοι χαμένα όνειρα, να στέκονται αλληλέγγυοι στην μάνα που κρατά το άρρωστο παιδί της, που χαίρονται τους φίλους που αντέχουν με στωικότητα.
Αναρωτιέμαι τι μας χρειάζονται τόσοι πανάκριβοι κινηματογραφικοί εξοπλισμοί και πολυδάπανες (δεκάδων εκατομμυρίων) παραγωγές όταν με τέτοιο τρόπο μπορείς τελικά να αφηγηθείς τόσο ζωντανά μια ιστορία που είναι η ίδια η ζωή!
Δεν χρειάστηκε πολύ για να αναρωτηθείς τόσος φυσικός πλούτος πως γίνεται και δεν φθάνει στο πιάτο αυτού που τον καλλιεργεί;
Ποιός τον αρπάζει και δεν επιστρέφει τουλάχιστον λίγο καθαρό νερό, κάποια απόλυτα αναγκαία φάρμακα, μια στοιχειώδη εκπαίδευση;
Τα επεσήμαναν απλά χωρίς τεράστια προσπάθεια. Έστρεψαν την κάμερα από την παράγκα στις πλαγιές, στα νερά, στις λαϊκές αγορές, στην κατσαρόλα και στο βλέμμα των παιδιών.
Εύγε στους νέους που το επιχείρησαν.
Μπορείτε να το βρήτε σε Netflix ή Youtube.

Σκηνοθεσία: Zach Ingrasci, Sean Leonard, ChrisTemple
Φωτογράφος: Ryan Christoffersen, Sean Leonard
Editing: Sean Leonard

23 Ιανουαρίου 2016

Ο Χρόνος που Κυλά (Les Temps Qui Changent) - 2004

Ένας, ο πρωταγωνιστής, Antoine (Gérard Depardieu), προσπαθεί να βρει και να συναντήσει τον έρωτα που έχασε πριν 30 χρόνια. Ο έρωτας, η Cécile (Catherine Deneuve), παντρεμένη, αλλά όχι ιδιαίτερα ευτυχισμένη με το νεώτερο σύζυγό της. Στον τόπο διαμονής της, στην Ταγγέρη, φθάνουν ταυτόχρονα με τον αναζητόντα τον έρωτα Antoine, ο γιος της, η φίλη του και ο γιος της φίλης του, από άλλον άνδρα. Ο γιος θα συναντήσει τον εραστή του και η φίλη του θα επιδιώξει συνάντηση με την δίδυμη αδελφή της, που αρνείται να την συναντήσει για λόγους θρησκευτικούς. Είναι προσηλωμένη στο Ισλάμ, όπου οι κανονισμοί και οι αρχές δεν εγκρίνουν τη ζωή της αδελφής της.
Ταγγέρη, ένας κόσμος που πατάει το ένα πόδι στην παράδοση και στην Ανατολή και το άλλο στη Δύση. Ένας κόσμος που ανασυγκροτείται, χτίζεται. Υιοθετεί νέες συνήθειες, όπως πολυεθνικά fastfood, ακούει ξένη μουσική, έχει δύο ή και πολλές οικονομικές ταχύτητες, γίνεται πρόσφυγας, αναμένει τη συνάντηση με το όνειρο απέναντι στην Ευρώπη. Ευρωπαίοι αλλοδαποί που δεν θα ενσωματωθούν ποτέ με τους γηγενείς.
Ο σκηνοθέτης μας, André Téchiné, προχωρά έξι ιστορίες, άλλοτε συνδεδεμένες μεταξύ τους και άλλοτε όχι, όμως με ενδιαφέρον. Αφηγείται με κοντινά πλάνα την ένταση και με χαμηλό φως. Νιώθεις την ανακατάταξη και την ανασυγκρότηση στο χώρο, στις συμπεριφορές και θέσεις των χαρακτήρων. Δεν ανοίγονται τάφροι μόνο, αλλά και οι ζωές των ανθρώπων έρχονται πάνω-κάτω. Σείονται εκ θεμελίων.
Το ζητούμενο; Οι σχέσεις με ποιότητα, με συναίσθημα και ασφάλεια. Τη τελευταία τη νιώθεις κλονισμένη. Κλονισμένη και η συνέχεια της ζωής γενικότερα. Τρέχοντας, δεν αντιλαμβάνεσαι τις αλλαγές, τον χρόνο που κύλησε και τις αλλαγές που συνήθισες.
Οι ερμηνείες των Catherine Deneuve και Gérard Depardieu καλές, θυμίζουν ότι όχι απλώς είναι μεγάλοι ηθοποιοί, αλλά ότι υπήρξε κάποτε και ένα τέτοιο ‘είδος’. Είχε βαρύτητα η παρουσία τους ακόμη και μέσα στην ατσαλοσύνη του βαδίσματος του Depardieu. Δεν χρειάσθηκε να φλυαρήσει. Με λιτότητα και κάνοντας μία σύντομη βόλτα, έλεγε ο φακός ότι χρειαζόταν. Είχε την μουσική και το στίχο των τραγουδιών για συμπλήρωμα.
Θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάποιος ότι ήταν ασύνδετα τα γεγονότα και οι βίοι των χαρακτήρων ασυνάρτητοι. Οι αλλαγές των καιρών όμως δεν προκαλούν τα ανεξήγητα; Δεν είναι αυτό και το χαρακτηριστικό τους; Θέλεις απόσταση από την αλλαγή, θέλει χρόνο να κατασταλάξει το νέο, να αφομοιωθεί.
Υπήρχε όμως κάτι σταθερό, η ανάγκη της ανθρώπινης επαφής, της έκφρασης συναισθήματος, η αναφορά σε μια άλλη ψυχή.
Δεν ήταν μόνο ο Depardieu που κυνηγούσε την επιστροφή στο παρελθόν έντονα και επίμονα. Ήταν και οι άλλοι που αργά μεν, όμως κι εκείνοι συνάντησαν την εσωτερική τους ανάγκη και αφέθηκαν στην επιταγή της.
Η ταινία είναι τουλάχιστον δέκα ετών, εύχομαι να μπορέσετε να τη βρείτε κι εσείς και να την απολαύσετε. Εγώ την είδα στο MUBI, γνωστή συνδρομική ψηφιακή ταινιοθήκη για σινεφίλους.
Ίσως, δεν είναι τόσο ουτοπικό η εμμονή σε ένα όνειρο, όταν οι καιροί αλλάζουν τόσο γρήγορα και εσύ αναζητάς τον έλεγχό τους.
Προλαβαίνω τους αντιρρησίες: Ο André Téchiné κινείται στο επίπεδο του ρεαλισμού και όχι στην γλυκόπικρη εκδοχή ενός ρομαντικού πρωταγωνιστή.

Σκηνοθέτης: André Téchiné
Σενάριο: André Téchiné, Larent Guyot, Pascal Bonitzer
Φωτογραφία: Julien Hirsch
Μουσική: Juliette Garrigues
Editing: Martine Giordano
Ηθοποιοί
Catherine Deneuve: Cécile
Gérard Depardieu: Antoine
Gilbert Melki: Nathan
Malik Zidi: Sami
Lubna: Nadia και Aïcha
Nadem Rachati: Bilal
Tanya Lopert: Rachel
Nabila Baraka: Nabila
Idir Elomri: Saïd

6 Ιανουαρίου 2016

Το άλας της γης (The salt of the earth) - 2014



Περνώντας πριν δύο χρόνια μπροστά από τη Maison de la Photographie de la Ville de Paris είδα μία τεράστια ουρά να περιμένουν καρτερικά να επισκεφθούν την έκθεση του Sebastião Salgado. Θύμα της παραπληροφόρησης και κυρίως της προσωπικής μου άγνοιας, δεν επισκέφθηκα και δεν απήλαυσα την μοναδική δουλειά του τόσο ξεχωριστού και ίσως του μεγαλυτέρου εν ζωή φωτογράφου. Βλέπετε, είχα πεισθεί, όπως και άλλοι σαν εμένα, ότι ο Salgado ήταν ακόμη ένας δυτικός που έκανε καριέρα από τον πόνο του άλλου. (Salgado has been accused of fetishising and beautifying suffering and pain.) Πόσο λάθος ήμουν.
Περισσότερο για τον Wim Wenders και λιγότερο για τον Sebastião Salgado αποφάσισα πριν λίγες μέρες να δω την ταινία The salt of earth.
Ήταν τότε που μου έπεσε το σαγόνι σαν να δέχτηκα γροθιά στο στομάχι. Η ανθρωπότητα στην οθόνη μου. Άσχημη, όμορφη, κλαίουσα, ταλαιπωρημένη, γοητευτική, άγρια, αιμορραγούσα, αθώα και αποφασιστική, φωνασκούσα και σιωπηλή. Απαστράπτουσα και κουρελιασμένη. Δίπλα της και γύρω της, η απύθμενη ομορφιά της φύσης, επιβλητική, γοητευτική, απάτητη αλλά και λεηλατημένη, πληγωμένη και κατασπαραγμένη μαζί με τους άλλους συγκατοίκους μας, τα άλλα έμβια όντα, η χλωρίδα και η πανίδα του πλανήτη μας, να προσπαθούν να πάρουν μία θέση στον ήλιο και εμείς να σπρώχνουμε και να κατακρημνίζουμε.
Δύο μάστορες της τέχνης, ο Wim Wenders μαζί με τον υιό του Salgado, Juliano Ribeiro, αφηγήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο την δύναμη της τέχνης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι προς τιμή του Wim Wenders που έβαλε στην άκρη τον εγωισμό του και έβαλε δίπλα του το όνομα του νεαρού και πολύ υποσχόμενου Juliano Ribeiro Salgado.
Θέλει ιδιαίτερο ταλέντο να παρουσιάσεις ένα γίγαντα της τέχνης και να μην συνθλιφθείς στην προσπάθεια. Δεν συνέβη. Ο Wim Wenders, όχι μόνο δεν χάθηκε, αλλά εκατονταπλασίασε τους θαυμαστές του Sebastião Salgado. Σταθερά γνωρίσαμε και γοητευτήκαμε από την προσωπικότητα και το έργο του Sebastião Salgado.
Για να φτιάξεις το πορτραίτο ενός καλλιτέχνη, μιας τόσο σημαντικής, δυναμικής προσωπικότητας, είναι μεγάλο στοίχημα. Εκτιμώ ότι η συμβολή του υιού και του ίδιου του φωτογράφου ήταν σημαντική. Όπως πιστεύω ότι και της Lélia, της συζύγου και συνδημιουργού του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, ήταν καθοριστική. Χρειάζεσαι πολλαπλή πληροφόρηση για ενός τέτοιου μεγέθους πορτραίτο. Οι οικείοι είναι καθοριστικής συμβολής πόσο μάλλον αν προέρχονται από τον ίδιο χώρο. Διαρκώς τονίσθηκε κατά την διάρκεια της ταινίας η συμμετοχή της Lélia στην σύλληψη του αντικειμένου της αποστολής, του σχεδιασμού της καθώς και αυτού των εκδόσεων των βιβλίων. Διακριτικά θέλω να πιστεύω κι όχι εκ προθέσεως δεν εμφανίσθηκε η ίδια και ούτε πήρε δόξα μέσα από την δημοσιότητα του θεάματος. Εμφανίστηκε στο τέλος, όταν παρουσιάσθηκε το μεγάλο έργο της ανάπλασης της πατρικής φάρμας και της γύρω αυτής περιοχής. Ένα έργο πνοής για την Βραζιλία αλλά και μήνυμα ελπίδας για την ανθρωπότητα, αν ξυπνήσει βεβαίως και θελήσει να επουλώσει τις πληγές και καταστροφές που δημιούργησε. Δύο εκατομμύρια δένδρα φυτεύτηκαν και η αποψιλωμένη και κατά συνέπεια άνυδρη γη ξαναπρασίνισε κι έγινε το δάσος που ήταν.
Με πολύ έντεχνο τρόπο ενσωματώθηκε η κινηματογραφική δουλειά του Juliano Ribeiro Salgado και του Hugo Barbier που αναφέρεται στην οικογένεια του φωτογράφου, σε παλαιότερα συμβάντα της ζωής και του έργου του, με ιστορικές σκηνές από την πολιτική και κοινωνική ζωής της χώρας. Ήταν μέρη της ταινίας και μάλιστα πολύ αξιόλογα.
Γνώρισα τον άνθρωπο, τον άνδρα, τον καλλιτέχνη, το έργο του. Ακολούθησα βήμα προς βήμα την ματιά του στον κόσμο, είδα τον κόσμο μαζί του, πίσω από την φωτογραφική του μηχανή κι αυτό ήταν το επίτευγμα των σκηνοθετών και άλλων συντελεστών της ταινίας.
Κατανόησα γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι το άλας της γης. Ο θυσιάζων και θυσιαζόμενος, ο καταστροφεύς και ο λυτρωτής. Wenders says that compassion fuels Salgado’s vision, humanity being the “salt of the earth”.
Ναι, το πάθος, όχι μόνο του Salgado, αλλά και των σκηνοθετών είναι αυτό που την συναρπαστική δουλειά 40 και πλέον χρόνων τη βλέπεις και την θαυμάζεις, τη ρουφάς, αντιλαμβάνεσαι γιατί είναι ο άνθρωπος και το μεγαλείο της φύσης το άλας της γης. Είναι η πραγματικότητα. Αυτές οι ασπρόμαυρες εικόνες που δεν είναι στατικές, δεν είναι βουβές, που έρχονται από παλιά, που σε αγγίζουν και σε ταρακουνούν, είναι η πραγματικότητα. Είναι σκληρή, τόσο σκληρή η ίδια, που έρχεται σαν το κινούμενο κύμα των εξαθλιωμένων προσφύγων, σαν την αέναη κίνηση των εργατών στα ορυχεία χρυσού. «Reality,» says Salgado, «is full of depth of field.»
Περιττό να ομολογήσω πόσο χάρηκα που είδα την ταινία, πόσο λυπήθηκα που έχασα την έκθεση. Θα είναι ψέμα αν πω ότι δεν έτρεξα να δω που αλλού στον κόσμο έχει τώρα έκθεση του μην και συμπίπτουν οι δρόμοι μας.
Σκηνοθέτες: Wim Wenders Juliano Ribeiro Salgado
Σενάριο: Wim Wenders Juliano Ribeiro Salgado David Rosier
Φωτογραφία: Hugo Barbier Juliano Ribeiro Salgado
editing: Maxine Goedicke,Rob Myers
Μουσική: Laurent Petitgand
http://www.theguardian.com/film/2015/jul/19/the-salt-of-the-earth-review-wim-wenders-sebastiao-salgado-juliano-ribeiro-photography
http://www.theguardian.com/artanddesign/2015/may/18/sebastiao-salgado-photo-london-photography