23 Απριλίου 2015

Tο Μαύρο Ψωμί (Pa Negre) - 2010

Είναι λίγες οι φορές που ταινία με δύσκολο θέμα, χωρίς ευχάριστη εξέλιξη, να κερδίζει τον άμεσο και αβίαστο θαυμασμό σου.
Τα δάκρυα μου ακόμη κυλούσαν όταν αναφώνησα, «Εύγε!».
Ατμοσφαιρική; Ναι.
Σκοτεινή; Ναι.
Δεικτική; Επίσης.
Λυρική; Ασυζητητί!
Βία; Αρκετή…
Καταγγελτική; Με διακριτικότητα, αλλά ναι.
Με σταθερή ροή; Σίγουρα.
Μια ταινία που αγγίζει την τελειότητα. Της άξιζε το Όσκαρ ξενόγλωσσης, που δεν έλαβε το 2011. Συμπτωματικά είδα τυχαία την βραβευμένη In a Better World της Susanne Bier την ίδια μέρα. Δυστυχώς για την πολύ καλή σκηνοθέτιδα, η ταινία της υπολειπόταν και των δικών της παλαιότερων ταινιών αλλά και κυρίως της Ισπανικής εκπροσώπησης.
Στην Ισπανία λίγο μετά την λήξη του εμφυλίου, δεκαετία του 30, με την χώρα διχασμένη σε νικητές και ηττημένους, σε ένα ορεινό, απομονωμένο χωριό, με άθλιες συνθήκες διαβίωσης, φτώχεια, εκμετάλλευση από μία οικογένεια, τους Manubens, αφεντικά στο βίο τους, στον κόπο τους, στη γη, στα ζώα, στην εξέλιξή τους, στη ζωή τους. Οι πλούσιοι αφεντάδες, οι αρχές και η Εκκλησία πειθήνιο όργανο και στυλοβάτης των αφεντικών και συμφερόντων τους.
Οι «κόκκινοι» υπό κατατρεγμό για ιδεολογικούς και όχι μόνο λόγους. Ίσως είναι το άλλοθι της δίωξης τους.
Σε αυτόν τον κοινωνικά ασφυκτικό κλοιό δεν έχουν θέση οι άρρωστοι, φθισικοί, οι διαφορετικοί ομοφυλόφιλοι, μένουν απροστάτευτα τα ορφανά και ικανοποιούν την σεξουαλική πείνα  των ισχυρών οι φτωχές, άπορες γυναίκες, οι έχουσες ανάγκη.
Σ’ αυτό το περιβάλλον εξελίσσεται η ταινία, διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του μικρού πρωταγωνιστή, του Andreu. Παρακολουθούμε την οικογένεια του, την άμεση και ευρύτερη, στην δύσκολη έως δυσβάσταχτη ζωή τους.
Ο Andreu στο κυνήγι αναζήτησης της αλήθειας, των ορίων ανάμεσα σε ψέμα και αλήθεια ωριμάζει. Όχι χωρίς τίμημα. Αυτές τις πληγές της ψυχής του παρακολουθούμε κι εμείς  από πίσω του ή μέσα του, ενώ αυτός αγωνιά να ξεκαθαρίσει διάφορα φονικά, να βεβαιωθεί για την αθωότητα ή όχι του πατέρα του. Ματώνει για να πάρει απάντηση στο τι είναι ψέμα. Προκειμένου να μην πληγωθεί ένα παιδί οργιάζει η υποκρισία ενηλίκων. Ένα παιδί που προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα δάκρυα της μάνας και του πατέρα του, που ανακαλύπτει την αποκρουστική πλευρά του επιβαλλόμενου έρωτα. Ένα παιδί υπό τον τρόμο των φαντασμάτων, φαντασμάτων κατασκευασμένων για την εξασφάλιση της καθεστηκυίας τάξης. Ενοχλεί και είναι πικρή η διαπίστωση ότι μπορεί να είναι συγκάλυψη εγκληματικών πράξεων η ιδεολογία.
Είναι αφόρητα επίπονη η διαπίστωση σε τι οδηγείται  ο άνθρωπος όταν είναι εξαρτημένος, ηττημένος, εξαθλιωμένος από την φτώχεια, ανελεύθερος.
Εξαιρετικοί ηθοποιοί. Αψεγάδιαστη υποκριτική ικανότητα από όλους. Καλά ζυγιασμένες σκηνές.
Θεαματικό και απίστευτα οδυνηρό το άνοιγμα της ταινίας σφραγίζει με την βία του, όλη η  βαναυσότητα των συνθηκών του τόπου και της χρονικής στιγμής του δράματος, συνοδεύει τον θεατή μέχρι το τέλος, υπενθυμίζοντας την σκληρότητα και βιαιότητα της εποχής. Ο θεατής έχει καθηλωθεί από το σκηνοθέτη, τον Agusti Villaronga. Τον κρατάει μέχρι τέλους  η άνευ όρων, αρχικά, παράδοσή του στο πρώτο κεφάλαιο.
Πολλοί χαρακτήρες πολλές φορές στριμώχνονται. Όμως απαραίτητοι για την απόδοση μιας κοινωνίας που ασφυκτιά.
Δεν έχω εμπειρία της εποχής στην Ισπανία. Η μικρή κοινωνία του Νότου της Ευρώπης είναι γνωστή μια και οι συνθήκες που την διαμορφώνουν είναι ίδιες. Λιγοστοί πόροι, φτώχεια, συγκέντρωση του πλούτου σε λίγους, μια πολιτεία ανύπαρκτη που υπηρετεί τα συμφέροντα συγκεκριμένων, μια καθόλου αθώα και αμέτοχη Εκκλησία. Χώρες όμως που δεν τις έβαψε εμφύλιος, δεν τις έβαψε αίμα μαχόμενων αδελφών, ίσως δεν βίωσαν, ούτε βιώνουν με τον ίδιο τρόπο την τότε πραγματικότητα και την σημερινή εικονική μεταφορά της.
Ο σκηνοθέτης με δεξιοτεχνία και με υψηλών προδιαγραφών αισθητική φωτογραφία, editing, μουσική, διαλόγους, φως, προσεγμένα σκηνικά, λιτότητα σε κινήσεις κυρίως με αξιοθαύμαστο βοηθό το φως, αφηγήθηκε ένα θέμα με περιεχόμενο που αφορά πολλούς και με θέση ορατή, αλλά όχι επιβαλλόμενη.
Ξαναείδα τον κόσμο με τα μάτια της ψυχής του Andreu. Αξίζει να το βιώσετε κι εσείς.

Σκηνοθέτης                   Agusti Villaronga
Σενάριο.                       Agusti  Villaronga
Βιβλίο Συγγραφέας        Pa Negre του Emili Teixidor
Φωτογραφία                 Antonio Riestra
Editing                         Raul Roman
Μουσική                       Jose Manuel Pagan

Ηθοποιοί
Αndreu                          Francesc.  Colomer
Nuria                             Marina Comas
Florencia                       Nora Navas
Farriol                           Roger Casamajor
Ció                                Luisa Castell
Avia                              Elisa Crehuet

13 Απριλίου 2015

Interstellar - 2014

Οφείλω να παραδεχτώ ότι η ταινία είναι ευφάνταστη. Σενάριο, σκηνοθεσία, σκηνικά σε αφήνουν άφωνη.
Όταν είσαι μικρή/ός και έρχεσαι αντιμέτωπη/ος με «σπουδαία» πράγματα που παρουσιάζουν ή πραγματοποιούν άλλοι, νομίζεις ότι, όταν θα μεγαλώσεις, θα είσαι σε θέση να τα πραγματώσεις κι εσύ.
Ο προβληματισμός προκύπτει όταν βρίσκεσαι συνομήλικος με τους δημιουργούς και θαυμάζεις την δουλειά τους.
Ο Alain de Botton, στο διάσημο πλέον βιβλίο του «Status Anxiety», λέει ότι έτσι αρχίζει η ζήλια. Η αιτία είναι ότι ζηλεύουμε μόνο εκείνους με τους οποίους νιώθουμε όμοιοι, φθονούμε μόνο τα μέλη της ομάδας αναφοράς… 
Δεν ζήλεψα όμως, και είπα: «Μπράβο τους, πως τα σκέφθηκαν, και πως τα παρουσιάζουν!» κι εγώ να πηγαίνω μπρος-πίσω με το τηλεχειριστήριο για να επαναλάβω τους διαλόγους μήπως και καταλάβω κάτι για την «βαρύτητα», την σχέση της με τον «χρόνο», και άλλα παρόμοια…
Ο λόγος, όπως ο τίλος προετοιμάζει, για την ταινία Ιnterstellar.
Η ανθρωπότητα διέρχεται την μετά τον λοιμό εποχή, την μετά των αποστολών στο διάστημα, την μετά των πολεμικών επιχειρήσεων άρα και αντίστοιχων εξοπλισμών εποχή.
Οι επιστήμονες αμφισβητούνται, οι έξυπνοι αγρότες χρειάζονται. Η ιστορία ξαναγράφεται.
Παραδεκτή και στα σχολικά βιβλία η έννοια της προπαγάνδας.
Αναλλοίωτη και αδιαμφισβήτητη η αγάπη. Η κινητήριος δύναμη για να τολμήσεις, να αψηφήσεις τον φόβο, να ακυρώσεις τις αναστολές.
Η ταινία έχει ως πλαίσιο της τα προαναφερθέντα.
Η σκόνη, αποτέλεσμα ίσως ανομβρίας, σκεπάζει τα πάντα και τα σπαρτά, με ορατό κίνδυνο την καταστροφή της σοδειάς. Οι άνθρωποι απελπισμένοι έχουν χάσει την ελπίδα και δεν πιστεύουν στο αύριο, ως καλύτερο του σήμερα.
Η οικογένεια του πρωταγωνιστή, μία εκ των πολλών, με μορφωμένο, ικανό, αρχηγό, πρώην πιλότο της ΝΑΣΑ. Συμβιώνει με τον πατέρα της πεθαμένης γυναίκας του και τα δυο παιδιά του, ένα γιο και μία ιδιαίτερα προικισμένη με μυαλό κόρη. Τόσο που αρχικά εμφανίζεται ότι έχει μεταφυσικές επικοινωνιακές ικανότητες.
Η ιστορία θα πάρει μία νέα τροπή με αφορμή ένα υπερφυσικό μήνυμά της.
Κάπου μια ομάδα επιχειρεί, όχι να σώσει την υπάρχουσα ζωή στην γη, αλλά να σωθεί η ζωή του ανθρώπινου είδους σε άλλο πλανήτη.
Ξεκινά η ιστορία μας, με επάνω-κάτω, αμείωτο ενδιαφέρον και αγωνία.
Φρόντισαν οι σεναριογράφοι, ο σκηνοθέτης, ο φωτογράφος, η ομάδα των σκηνικών, των οπτικών εφέ, και κυρίως ο editor του φιλμ, να δημιουργήσουν δυόμισι ώρες συμμετοχής σε μία ταινία επιστημονικής φαντασίας. Φρόντισαν να πιστεύεις ότι ζεις μια αλήθεια. 
Δεν ευχαριστήθηκα τελικά με την ηθοποιία των πρωταγωνιστών. Έμοιαζαν αταίριαστοι στον ρόλο τους, ίσως και η επιλογή τους να έφταιγε. Η μεν Anne Hathaway έμοιαζε σαν παιδάκι και καθόλου σαν αφοσιωμένη επιστήμονας, ο δε Matthew McConaughey περισσότερο με redneck cowboy έμοιαζε. Τα δε δάκρυά του δεν με συγκίνησαν. Εξαίρεση η Jessica Chastain και Mackenzie Foy ως Murph στις αντίστοιχες ηλικίες. Ούτε καν ο Μat Damon έπεισε στην σύντομη παρουσία του.
Καλός πάντα βέβαια ο Μichael Caine ως γηραιός επιστήμονας.
Αξιοσημείωτη η ευρηματικότητα και η φαντασία της ομάδας των τεχνικών, είναι τόσοι πολλοί που δεν αναφέρονται, υπό την καθοδήγηση του σκηνοθέτη. Εξαιρετική η μουσική του Hans Zimmer, δεν μπορούσε να είναι καλύτερη.
Του το οφείλω του Christopher Νοlan ότι, παρ’ όλην την «ε, τι μας είπε τώρα; Ωραίο παραμυθάκι» ταινία του, μου παρέμεινε τελικά η ανησυχία. «Λες έτσι να είναι, άραγε;» 
Βέβαια να σημειωθεί ότι η επιστημονική έμπνευση και πληροφορία  προέρχεται από τον Kip Stephen Thorne που γεννήθηκε το 1940 και είναι Αμερικανός θεωρητικός φυσικός, γνωστός για την συμβολή του στην φυσική της βαρύτητας και στην αστροφυσική. Επί πολλά χρόνια φίλος και συνάδελφος των Stephen Hawking και Carl Sagan, κατείχε σαν καθηγητής την έδρα Feynman θεωρητικής Φυσικής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας. Είναι βασικά ένας από τους κυρίους ερευνητές αστροφυσικών εφαρμογών της θεωρίας της σχετικότητας. Συνεχίζει ακόμη την επιστημονική έρευνα και ήταν συνεργάτης και σύμβουλος, καθώς και παραγωγός, στo Interstellar.
Πολλές φορές αναρωτιέσαι για την ποιότητα, την ηθοποιία, την πειστικότητα, την είσπραξη μηνύματος, όλα αυτά, ενώ κάπου αιωρείται η σκέψη ότι πρόκειται για κατασκεύασμα νοητικό, ένα καλοφτιαγμένο ψέμα. Παρ' όλες τις προσδοκίες μας, μας πείθουν εξίσου και οι εισπράξεις των ταμείων. Σύμφωνα με στοιχεία του περασμένου Μαρτίου το Interstellar εισέπραξε 188 εκατ. δολάρια στην Β. Αμερική και 484.7 εκατ. σε άλλες περιοχές παγκοσμίως, έναντι ενός προϋπολογισμού παραγωγής 165 εκατ δολαρίων. Υπολογίζοντας όλες τις σχετικές δαπάνες το deadline.com ανέφερε ότι η ταινία έκανε τελικά κέρδος μόνο 47.16 εκατ δολάρια. Σε σύγκριση με προηγούμενα φιλμ του Holywood ‘Golden Boy’  Christopher Nolan ήταν μία πολύ μέτρια ταινία. Με τόσο θόρυβο που δημιούργησε περιμέναμε πολύ περισσότερα.

Σκηνοθέτης                            Christopher Nolan
Σενάριο                                 Jonathan Nolan, Christopher Nolan
Φωτογράφος                         Hoyte Van Hoytema
Editor                                   Lee Smith
Μουσική                                Hans Zimmer
Διανομή ρόλων                       John Papsidero
Σκηνικά                                 Gary Fettis

Ηθοποιοί
Matthew McConaughey            Cooper
Anne Hathaway                      Dr. Amelia Brand
Matt Damon                           Dr. Mann
David Gyasi                            Dr. Romilly
Wes Bentley                           Dr. Doyle
Bill Irwin                                robot TARS 
Josh Stewart                          robot CASE
Jessica Chastain                      Murphy "Murph" Cooper
Mackenzie Foy.                       Νεαρη Murphy
Ellen Burstyn                          Γηραία  Murphy
Michael Caine                         Dr. John Brand
Casey Affleck                         Tom Cooper
Timothée Chalamet                 Νεαρός Tom

6 Απριλίου 2015

The Judge

Νιώθω την ανάγκη να δικαιολογηθώ για ποιο λόγο αναφέρομαι σε ταινίες που κυκλοφόρησαν όπως η εν λόγω τον Οκτώβριο του 2014 στις αίθουσες.
Πρώτον, δεν την παρακολουθώ σε αίθουσα, ζω σε επαρχία με όλες τις αίθουσες κλειστές εκτός της Κινηματογραφικής λέσχης (που προβάλλει 2 ημέρες την εβδομάδα), δεύτερον, δεν κατεβάζω παράνομα ταινίες από το διαδίκτυο, όπως πολύ συχνά ακούγεται να γίνεται και τρίτον, περιμένω τις επιλογές του video club που ευτυχώς συνεχίζει να υπάρχει μια και στηρίζεται από τα παιδιά που τους αρέσει να νοικιάζουν και να παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Αυτά για την ιστορία και τους αναγνώστες του μέλλοντος.
141 λεπτά κρατάει αυτό το δράμα. Θα μπορούσε να είναι εκτός από εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία, που για μένα τελικά δεν ήταν.
Πετυχημένος δικηγόρος στο Σικάγο, υπερασπιστής του υπόκοσμου, επιστρέφει στην πατρίδα του, επαρχία, πολιτεία Ιndiana των ΗΠΑ.
Επιστρέφει για την κηδεία της μητέρας του, η αφορμή. Επιθυμεί τον επαναπροσδιορισμό του, αυτό που συμβαίνει όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι στο θάνατο μπροστά, με αυτό που αφήσαμε πριν χρόνια και δεν αντιμετωπίσαμε. Διαλέξαμε την φυγή.
Κυρίως έρχεται αντιμέτωπος με τον πατέρα του, έναν αδέκαστο, αυστηρό δικαστή. Έναν επίσης αυστηρό πατέρα, με τρεις γιους, τους οποίους μεγάλωσε και επιβράβευσε ή τιμώρησε σαν σε δίκη, μην επιτρέποντας το συναίσθημα να διαφανεί, να υπερισχύσει.
Ως είναι φυσικό αυτό δημιουργεί βαθιά ρήγματα, επώδυνα και ίσως αξεπέραστα. Η κόντρα με τον πετυχημένο δικηγόρο γιο του είναι μεγάλη και άκαμπτη, τουλάχιστον για τον γιο που μοιάζει να ζητά την αναγνώριση και την επιβράβευση.
Ένα συμβάν, φόνος ή ατύχημα, θα αποδείξει η δίκη, θα φέρει την ανατροπή και την εξέλιξη στην ταινία.
Ένα παλιό αμόρε, Vera Farmiga, θα χρησιμοποιηθεί για να υπάρχει και ο έρωτας στην ταινία, ενώ μοιάζει να επιχειρεί να συμπληρώσει την εικόνα του νεαρού γιου, πριν εγκαταλείψει τα πάτρια εδάφη.
Η ταινία έχει πολλά περιττά κομμάτια τα οποία αδικούν τις εξαιρετικές ερμηνείες και τα μηνύματα που θα μπορούσε να διαμηνύσει.
Ο editor Mark Livolsi θα μπορούσε να διαχειρισθεί καλύτερα και συντομότερα τα πλάνα και να εκφρασθεί η αντιπαράθεση των «πατέρας - γιος - αδελφός» με «παλιά αγάπη - Hank Palmer».
Συρθήκαμε μπρος πίσω, άνευ λόγου και με εκπλήξεις, που όμως δεν μας συνεπήραν, αν και αυτή ήταν η πρόθεση.
Οι σεναριογράφοι David Dobkin (ιστορία), Nick Schenk (ιστορία), και Bill Dubuque μπούκωσαν το σενάριο στην προσπάθεια να μην αφήσουν ακάλυπτη καμμιά πτυχή της ιστορίας.
Είναι ενδιαφέρον το θέμα ιδιαίτερα για οικογένειες με ισχυρές ξεχωριστές  προσωπικότητες. Είναι θέμα που απασχολεί αυτούς που αναρωτιούνται ακόμη:
Τι είναι δικαιοσύνη; Τιμωρία; Πόσο σκληρός παραμένεις σε δύσκολες καταστάσεις; Χρειάζεσαι ώμο να γείρεις ενώ η ζωή και τα γεγονότα σε λυγίζουν;
Απόλαυσα ηθοποιία, την φωτογραφία του Janusz Kaminski, ξαναείδα τον μικροαστισμό της επαρχίας που από μακριά μοιάζει κάπως «τι ωραία και καλά που περνάνε εκεί κοντά στην φύση».
Το καλό τέλος δεν μ’ έπεισε. Κατά την άποψη μου η ταινία έπρεπε να κλείσει αμέσως μετά την δίκη. Η αγωνία του σκηνοθέτη David Dobkin, μην και δεν καλύψει ένα τόσο σοβαρό θέμα, ήταν έκδηλη.
Καμμία φορά ένιωθα ότι ήταν βιωματική η ταινία για τον σκηνοθέτη. Ειδικά στις προσωπικές και ίσως δυνατότερες στιγμές της αντιπαράθεσης πατέρα και γιου, Robert Duvall με Robert Downey, Jr. Αν ήταν κείμενο θα είχε υπογραμμισθεί. Στην εικόνα απλά βοήθησαν όλοι να το νιώσουμε μέσα μας.

Σκηνοθέτης                  David Dobkin
Σενάριο                       David Dobkin (ιστορία), Nick Schenk (ιστορία), Bill Dubuque
Φωτογραφία                Janusz Kaminski
Μουσική                      Thomas Newman
Editing                        Mark Livolsi
Διανομή ρόλων             Kerry Barden,Paul Schnee


Ηθοποιοί
Robert Downey, Jr.      Henry "Hank" Palmer
Robert Duvall               Δικαστής Joseph Palmer
Vera Farmiga               Samantha "Sam" Powell
Vincent D'Onofrio         Glen Palmer
Jeremy Strong              Dale Palmer
Billy Bob Thornton         Dwight Dickham
Sarah Lancaster            Lisa Palmer
David Krumholtz           Mike Kattan
Emma Tremblay            Lauren Palmer
Ken Howard.                Δικαστής Warren
Leighton Meester          Carla Powell
Dax Shepard                 C.P. Kennedy
Denis O'Hare                Doc Morris
Frank Ridley                Ένορκος Forema
Mark Kiely                   Mark Blackwell

22 Μαρτίου 2015

The Guard - 2011

Μετά την ταινία Calvary του John-Michael MacDonagh, αναζήτησα να δω ό,τι έχει δημιουργήσει ο αναφερόμενος σκηνοθέτης, ή όπου συμμετείχε ο Brendan Gleeson.
The Guard του 2011 ήταν η πρώτη που συνάντησα.
Σκηνοθέτης και σεναριογράφος ο John Michael MacDonagh, πρωταγωνιστής ο Brendan Gleeson.
Απόλαυσα μία εξαιρετική ταινία. Ευφυές σενάριο, ευρηματική σκηνοθεσία, υποδειγματική υποκριτική.
Λάτρεψα τον Brendan Gleeson ως ηθοποιό, θαύμασα τον χαρακτήρα του.
Αν στο Calvary το θέμα είναι η Καθολική Εκκλησία, εδώ είναι η Αστυνομία. Και τα δύο διαδραματίζονται στην Ιρλανδία. Το διαδραματίζονται είναι φτωχό σαν έννοια. Στην πραγματικότητα διεισδύουν βαθιά στον κοινωνικό ιστό της χώρας. Το κάνει ανώδυνα, ακούραστα και με χιούμορ.
Η δεύτερη, ή τρίτη ανάγνωση των σκηνών και διαλόγων σου επιτρέπει να «δεις». Να δεις τις λεπτές αποχρώσεις που λες «είμαι εδώ κι όχι εκεί».
Αναζητώντας την καταγωγή του John Michael MacDonagh, βρήκα ότι γεννήθηκε στο Λονδίνο. Επέμενα γιατί δεν με έπεισε ότι μπορεί κανείς να αναφέρεται στην Ιρλανδία με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο χωρίς να είναι ο ίδιος Ιρλανδός. Είναι πραγματικά εκ καταγωγής Ιρλανδός. Θα αναρωτηθεί κάποιος και τι σημασία έχει αυτό; Όμως έχει.
Όταν οι Αθηναίοι επισκέπτονται την περιοχή μου και περιγράφουν τις εμπειρίες τους, αυτά που είδαν, έφαγαν, συνάντησαν, βίωσαν, αγγίζουν τον τόπο ακόμη και στις καλύτερες των προθέσεων, παρασάγγας απέχουν από την ιδιαίτερη πραγματικότητα.
Εδώ την αγγίζει την Ιρλανδία όπως αγγίζουμε την πατρίδα, άλλοτε με τρυφερότητα, άλλοτε με θυμό. Την χαϊδεύει και την κατακεραυνώνει. Εμείς βλέπουμε μέσα από αυτόν τους ανθρώπους, τις απόψεις τους, τη ματιά τους για τον κόσμο, τις συμπεριφορές και τις στάσεις  τους. Εννοείται ότι είναι μία δίωρη ταινία και όχι ακαδημαϊκή διατριβή.
Μολονότι επιλέγει να αφηγηθεί μία αστυνομικής φύσης ιστορία με χαρακτηριστικά του 1970, μία ταινία ειρωνικά προσεγγίζουσα αντιστοίχου περιεχομένου ταινίες του Hollywood κατά την ταπεινή μου άποψη, περιγράφει την διαμορφωμένη υφιστάμενη κατάσταση στο χώρο αστυνομία-έγκλημα-δράστες-υπόκοσμος-κοινωνία.
Με αφορμή διακίνηση ναρκωτικών και εμπλοκή κάποιων άθελα, κάποιων ηθελημένα, άλλων διαπλεκόμενων και άλλων άμεσων συμφερόντων, οδηγείσαι με ενδιαφέρον, ευχάριστα, χωρίς να σε βαρύνει περιττή βία, αποφεύγοντας βίαιες, και όπως έχουμε συνηθίσει, στάζουσες με αίμα αποτροπιαστικές εικόνες στην αποκατάσταση.
Άψογη η διανομή ρόλων, δυνατές οι ερμηνείες ακόμη και στους δευτερεύοντες ρόλους. Ενώ παραμένουν αξιοπρόσεχτοι όλοι, γυναίκες, σύζυγοι, μητέρα, πόρνες, διευθυντές, έμποροι ναρκωτικών, «βαποράκια», εκτελεστές, εξακολουθεί να κυριαρχεί στην σκηνή ο Brendan Gleeson. Είναι καλός ο Don Cheadle ως ειδικός δίωξης εγκλήματος του FΒΙ. Ίσως δίπλα σε έναν άλλον, λιγότερο ικανό πρωταγωνιστή, να έλαμπε περισσότερο… ήταν η ατυχία του!
Λέγεται ότι η συνεργασία του John Michael MacDonagh με τον Brendan Gleeson άρχισε από το in Bruges, όπου το σενάριο ήταν του αδελφού του John-Martin MacDonagh. 
Ανεξάρτητα από που ξεκίνησε, ήταν επιτυχημένη και εύχομαι να συνεχίσει η συνεργασία τους.
Ο χαρακτήρας του Gerry Boyle, που υποδύεται ο Brendan Gleeson, βαδίζει έναν ιδιαίτερο δρόμο. Είναι ταυτόχρονα αδιάφορος αλλά και εν εγρηγόρσει, τρυφερός και αφοσιωμένος στην μητέρα του, σκληρός, όταν πρέπει, ενημερωμένος και, όπως οι περισσότεροι Ιρλανδοί, βαρύς πότης. Είναι όπως «έτσι είναι ο σωστός άνδρας και αστυνομικός», ή κατασκευάστηκε έτσι για να αρέσει;
Αρέσει πάντως σε όλους. «Βγάζει» την καλή και κακή μας πλευρά, μια και ταυτιζόμαστε μαζί του.
Αναρωτήθηκα κι εγώ, όπως και ο Don Cheadle: «Εσύ πρέπει να είσαι πολύ βλάκας, ή πανέξυπνος!»
Αναρωτήθηκα πως δεν μ' εκνευρίζει ένας άνδρας που δυο είδη γυναίκας υπάρχουν γι αυτόν. Η μάνα του και η πόρνη. Άραγε επέλεξε να μείνει εργένης;
Οικειοποιείται παράνομα όπλα και τα χαρίζει για το «καλό σκοπό» στον αγώνα του ΙRA.
Ερωτηματικά πολλά και στο τέλος απογοήτευση επειδή τελείωσε... θέλεις κι άλλο... λύπη για το πως. Μόλις λίγα λεπτά πριν διασκέδαζες ακόμη με την θεατρική έκβαση της λύσης.
Μου αρέσουν οι σκηνοθέτες που χωρίς στόμφο και υπερβολές, με λεπτότητα, ελαφρά ειρωνεία και καυστικότητα διαχειρίζονται λεπτά θέματα. Υπενθυμίζοντας ότι είσαι θεατής, συμβαίνουν μεν επί σκηνής, μουσική υπόκρουση Calexico, αλλά είναι η σκληρή πραγματικότητα που εσύ ηθελημένα αγνοείς στην καθημερινότητα σου.
Τι άλλο να περιμένεις λοιπόν από μία ταινία;

Σκηνοθέτης                  John Michael MacDonagh
Σενάριο                       John Michael MacDonagh
Φωτογραφία                Larry Smith
Editing                        Chris Gill
Μουσική                      Calexico
Διανομή Ρόλων             Jina Jay

Ηθοποιοί
Brendan Gleeson          αστυνόμος Gerry Boyle
Don Cheadle                πράκτορας FBI Wendell Everett
Mark Strong.                Clive Cornell
Liam Cunningham         Francis Sheehy-Skeffington
Fionnula Flanagan         μητέρα του Gerry Boyle, Eileen Boyle
Michael Og Lane           Eugene Moloney
David Wilmot               Liam O'Leary
Sarah Greene               Sinéad Mulligan
Rory Keenan                Garda Aidan McBride
Dominique McElligott     Aoife O'Carroll
Katarina Čas                Gabriela McBride
Dermot Healy               Jimmy Moody
Pat Shortt                    Colm Hennessy

13 Μαρτίου 2015

Calvary - 2014

Η λέξη μας έρχεται από την λατινική calvaria,που προέρχεται από την ελληνική Γολγοθάς, ο λόφος όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς, που με την σειρά της από την αραμαική gulgulta κρανίου τόπος, την εβραϊκή gulgoleth που σημαίνει κρανίο.
Βέβαια σημαίνει και κάθε απεικόνιση της Σταύρωσης σε πίνακα η γλυπτό.
Στην ταινία νομίζω με την μεταφορική και συμβολική έννοια του Γολγοθά.
Σε ένα χωριό της Ιρλανδίας Easkey, County Sligo, ένας ιερέας μέσω της εξομολόγησης ενός πληγωμένου καταρρακωμένου εξομολογούμενου θα μάθει ότι θα τον δολοφονήσει σε μία εβδομάδα, ως διαμαρτυρία και καταγγελία, λύτρωση  για τον βιασμό που υπέστη, από ιερέα, στοματικό και παραφύση, από την ηλικία των επτά χρονών, για πέντε συνεχή χρόνια, μέρα παρά μέρα.
Η ταινία ξεκινά με τον πατέρα James μετά βίας να χωρά στο εξομολογητήριο και την συγκλονιστική εξομολόγηση του πιστού.
Η εν λόγω ταινία του John Michael McDonagh είναι ένα διαμαντάκι.
Ταινία προβληματισμού, εσωτερικής και εξωτερικής σύγκρουσης, αμφισβήτησης, αισθητικά άψογη.
Φωτογραφία, μουσική, ηθοποιία, δέσιμο. Κυλά με τον ίδιο ρυθμό και ενδιαφέρον από την αρχή μέχρι το τέλος.
Κοντινά και μακρινά πλάνα εναλλάσσονται προκειμένου να κρατήσουν τον θεατή σε στενή παρακολούθηση συμμετέχοντα.
Η ταινία επιφανειακά μοιάζει να ακολουθεί το προσωπικό δράμα και δυσκολίες ενός καθολικού ιερέα, όμως χρησιμοποιώντας την ρουτίνα επικοινωνίας ενός συνετού, κυριολεκτικά ιερωμένου, με τα μέλη του ποιμνίου του δέχεται ο θεατής  δια του δημιουργού μια, εις βάθος ανάλυση, μια καθολικής κι όχι μόνο κοινωνίας.
Ο πατήρ James την τελευταία εβδομάδα που του απομένει, στο πλαίσιο των καθηκόντων, θα αναδείξει:
Τις οικογενειακές σχέσεις, την κατ´ επίφαση ιερότητα των κληρικών, την αμφισβήτηση της δικαιοσύνης, το θέμα ζωή και θάνατος, την ζωή χωρίς στόχο, την αδιαφορία, την αμφισβήτηση του Θεού, του κλονισμού της πίστης, την  αθεΐα, την κυνικότητα, το αλληλοσύνδετο των σχέσεων μας στις μικρές κοινωνίες, την έννοια της αμαρτίας, την αγάπη για τον άλλον, την υποκρισία, την συγχώρηση, την αμαρτία και αρετή.
Θα κλείσει με την μέγιστη των αρετών και το γιατί της σταύρωσης.
Η ταινία πάει βαθιά και θέτει το θέμα του ρόλου της Εκκλησίας στην ζωή μας, στην Ιρλανδία ειδικότερα.
Αμφισβητούμε, διαμαρτυρόμεθα. Έως εκεί.
Αδυνατούμε να ερμηνεύσουμε παρά μόνο με τον κυνισμό την ζωή μας. Χαμένοι.
Όταν μπροστά μας στέκεται η ακεραιότητα, το ενδιαφέρον, η αιτιολόγηση, στρέφουμε το πρόσωπο και σαρκάζουμε, ενίοτε χτυπούμε.
Ο πατήρ James υφίσταται στωικά τους πάντα και τα πάντα, με αφοσίωση, προσήλωση, ενδιαφέρον και διάθεση για βοήθεια και νουθεσία.
Συγκρούσεις δύσκολες μέσα από καταστάσεις μιας παραπαίουσας ηθικά κοινωνίας. Άνθρωποι χαμένοι σε αδιέξοδους δρόμους, τον προκαλούν και του ζητούν την άποψη του, λύση για χρόνια βαλτωμένα και εκτρεφόμενα εκ των έσω και επιβαλλόμενα προβλήματα.
Του χρεώνουν την φθορά της Εκκλησίας, τα υπαρξιακά διλήμματα, την κοινωνική παρακμή, την υποκρισία, ακόμη τον οδηγούν στον θάνατο προς εξιλέωση της ανηθικότητας της ίδιας της Εκκλησίας.
Παράλληλα με αυτόν συνυπάρχουν και οι άλλες εκφράσεις και εκπροσωπήσεις της Εκκλησίας δια των εκπροσώπων της σε όλες τις διαβαθμίσεις. Δυο κόσμοι πορεύονται και συγκρούονται, συνυπάρχουν και εξοντώνονται σε αυτό το υπέροχο δημιούργημα του John Michael McDonagh μια και το έγραψε, εκτός του ότι το σκηνοθέτησε.
Ήθελε δύναμη να μιλήσει και να αφηγηθεί τον ρόλο της Εκκλησίας, τις προσμονές μας από αυτήν, τις καταγγελίες μας γι αυτήν.
Είχε προηγηθεί η ταινία του Stephen Frears, Philomena, αλλά η παρούσα προχωράει περισσότερο, θέτει το προσωπικό δίλημμα ενός ακέραιου ηθικά και άξιου κληρικού. Ενός κληρικού που αντιστέκεται με αρωγό την Πίστη του. Ενός κληρικού που είναι δίπλα στον άνθρωπο. Ενός κληρικού που τολμάει, υποστηρίζει, αποδέχεται, πονάει, ματώνει, θυσιάζεται για την λύτρωση.
Για να αντιληφθεί κανείς την δυσκολία θα έπρεπε να φανταστεί να κάνει αντίστοιχη ταινία για την Ορθοδοξία στην Ελλάδα. Μοιάζει σχεδόν ανέφικτο.
Το να διαχειριστείς ένα απεχθές εγκληματικό σκάνδαλο και παράλληλα να αναδείξεις τι σημαίνει πνευματική ποιμενικότητα είναι άθλος, κι αυτό με μεγάλη επιτυχία διαχειρίσθηκε ο σκηνοθέτης. Η ερμηνεία κι όχι μοναδική μέσα από την καρδιά του Brendan Gleeson επίσης απαραίτητο συστατικό της επιτυχίας.

Σκηνοθέτης.            John Michael McDonagh
Σενάριο                   John Michael McDonagh
Φωτογραφία.           Larry Smith,
Editing.                   Christi Gill
Μουσική.                 Patrick Cassidy
Διανομή ρόλων.       Jina Jay
Ηθοποιοί

Brendan Gleeson      ΠατήρJames
Chris O'Dowd.          Jack Brennan
Kelly Reilly              Fiona
Aidan Gillen             Γιατρός. Frank Harte
Dylan Moran             Michael Fitzgerald
Isaach de Bankolé     Simon
M. Emmet Walsh      Συγγραφέας
Marie-Josée Croze    Teresa
Domhnall Gleeson     Freddie Joyce
David Wilmot           Πατήρ Leary
Pat Shortt                Brendan Lynch
Gary Lydon              Επιθεωρητής Stanton
Killian Scott             Milo Herlihy
Orla O'Rourke          Veronica Brennan
Owen Sharp             Leo
David McSavage        Επίσκοπος Garret Montgomery

9 Μαρτίου 2015

Samba - 2014

Μου αρέσουν οι σκηνοθέτες που, ενώ καταπιάνονται με ένα μεγάλο και ‘βαρύ’ θέμα, κρατούν τον θεατή στην θέση του ευχάριστα, αλλά όχι χωρίς προβληματισμό.
Τοποθετήθηκα εξ αρχής όπως και αυτοί οι γνωστοί μας δημιουργοί Olivier Nakache και Eric Toledano του «The Intouchables».
Η ταινία τους ξεκινά λέγοντας εν συντομία το τι θα μας απασχολήσει.
Από το σαλόνι ενός πολυτελούς ξενοδοχείου, όπου λαμβάνει χώρα ένα ξέφρενο γαμήλιο πάρτι, οδηγούμεθα στο μαγειρείο, στην λάντσα και στο πίσω μέρος, με τους σκουπιδοτενεκέδες. Είμαστε μαζί με τους αόρατους ανθρώπους ενός γλεντιού-ζωής που όμως είναι ορατοί. Αυτούς που ετοιμάζουν και καθαρίζουν για μας. Θέμα η μετανάστευση. Η μετακίνηση ανθρώπων υπό άγριες συνθήκες, για μια καλύτερη ζωή, στον ‘παράδεισο’ της Δύσης.
Είναι;
Διαλέγουν οι δημιουργοί μέσω της πρωταγωνίστριας και της ζωής της να δείξουν το τίμημα του παραδείσου.
Ο Samba, νέος από την Σενεγάλη, συλλαμβάνεται, έχοντας αθετήσει εκ προθέσεως ή μη, να εγκαταλείψει το Παρίσι, αφού δεν του δίνεται η  άδεια παραμονής. Μετά από δεκάχρονη παραμονή διεκδικώντας την άδεια θα βρεθεί στο χώρο φύλαξης αλλοδαπών, φυλακές, θα δικασθεί και θα αναγκαστεί ή να φύγει ή να ζήσει χωρίς χαρτιά, λάθρα.
Οι προσδοκίες και αναμονές τόσο της οικογένειας του στην Σενεγάλη, η βοήθεια που περιμένουν από αυτόν, ο θείος Lamouna αφ’ ετέρου, που επιβίωσε και πρόκοψε στα ξένα, θα τον αναγκάσουν να επιλέξει την ζωή του αόρατου, του ανθρώπου χωρίς ταυτότητα, το θέμα δηλαδή της ταινίας.
Θα συναντήσει την Αlice,που εθελοντικά βοηθά την υπηρεσία βοήθειας μεταναστών ενώ παράλληλα αφηγείται κι εμείς μαθαίνουμε, ότι ο παράδεισος τον οποίο άλλοι διεκδικούν αλλά αυτήν την «έκαψε» ουσιαστικά, δεν υπάρχει. Διεκδικούμε πρόσωπο, υπόσταση σε ένα ανταγωνιστικό απρόσωπο περιβάλλον, που συνεχώς ζητάει όλο και περισσότερο από μας, μέχρι που μας «εξαφανίζει». Γινόμαστε κι εμείς αόρατοι.
Μέσα από την σχέση τους αναδεικνύεται με χιούμορ, αλλά αρκετά δεικτικά η περίπλοκη ζωή μας, οι παράλληλες ζωές μας.
Καθοριστικό ρόλο και υποστηρικτικό έχει ο θείος του Samba και o νεοαποκτηθείς φίλος του Wilson, παράνομος κι αυτός, που ενώ είναι από το Αλγέρι, προς καλύτερη επιβίωση επιλέγει να δηλώνει Βραζιλιάνος.
Εξαιρετικός στο ρόλο του ο Samba. Τον λατρέψαμε στο «The Intouchables», συνεχίζεται η σχέση μας κι εδώ. Γίνεται παιδί, έχει δυναμική, χιούμορ, τρυφερότητα. Η υποκριτική ικανότητά του σώζει και την ταινία από το να μην γίνει μελοδραματική, αν και κάποιοι το ισχυρίζονται. Ενίσταμαι. Η Alice υποδύεται άριστα την υποτονική, ιδιαίτερη γυναίκα, ο δε Wilson αποδεικνύεται ένας υπέροχος με φρεσκάδα κωμικός.
Κάτω από το βάρος των προβλημάτων αυτών των ανθρώπων, αυτών που συναντούμε στο δρόμο, στα πίσω μέρη των εστιατορίων, στους σκουπιδότοπους, στα υπόγεια των καταστημάτων, στα γιαπιά, στα εργοτάξια, στα συνεργεία καθαρισμού, υπάρχει ο άνθρωπος, και αυτός και εσύ. Υπάρχουμε και οι ανάγκες μας είναι ίδιες για έρωτα, φιλίες, όνειρα.
Οι σκηνοθέτες κατόρθωσαν και δέσανε όλους τους προβληματισμούς με μια τρυφερότητα, με ευρηματικό διάλογο, έξυπνες ατάκες και πλάνα, βλέμματα και συγκρίσεις, γρήγορες εναλλαγές σκηνών και περασμάτων. Το σημαντικότερο, ανέπτυξαν την άλλη ματιά, έστω του θεατή, σε μια εποχή που σκληραίνει η στάση μας απέναντι στο μεγάλο κύμα εισερχομένων στο χώρο μας.
Είχαν επίσης  συνεργό στην αποτελεσματικότητα του έργου την μουσική του Ludovico Einaudi, που μας θύμιζε τις ανθρώπινες ανάγκες μας. Αυτές της θετικής ματιάς στο αύριο. Λέγεται ρομαντισμός; Αδιαφορώ για τον χαρακτηρισμό.
Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να δει μετά την ταινία αδιάφορα ένα ξένο δίπλα του.
Αναρωτιέμαι γιατί δεν είναι εξίσου σημαντικό να σε ‘ξυπνήσουν’ με τρυφερότητα ενώ εξυμνείτε, όταν το κάνει, η σκληρότητα, το αίμα, η βία. Το ένα λέγεται κοινωνικό δράμα και το άλλο δράμα που χαϊδεύει και ευχαριστεί τον θεατή. Έχουμε δει αρκετές ταινίες γι αυτό το θέμα και δεν θεωρώ ότι η ταινία αυτή υστερεί σε εύσημα από αυτά που ήδη έδωσα σε άλλες, όπως των αδελφών Dardenne «Le silence de Lorna» και του Κώστα Γαβρά «Eden is West». Την επιλέγω ως ισάξια.

Σκηνοθέτες.                   Olivier Nakache,Eric Toledano
Σενάριο.                        Olivier Nakache, Eric Toledano   
                                    Delphine & Muriel Coulin
Editing.                         Dorian Rigal-Ansous
Φωτογραφία.                 Stéphane Fontaine
Μουσική.                       Ludovico Einaudi

Ηθοποιοί
Omar Sy.                       Samba
Charlotte Gainsbourg      Alice
Tahar Rahim.                 Wilson

Youngar Fall                  Θείος Lamouna

23 Φεβρουαρίου 2015

Ida - 2013

Με πρόλαβε η απονομή των Όσκαρ.
Ο λόγος για την ταινία Ida. Είναι γεγονός ότι έχουμε ξεσυνηθίσει σε ταινίες «τέχνη για την τέχνη».
Είναι επίσης γεγονός ότι ο σκηνοθέτης προσπάθησε να αρθρώσει πολιτικό λόγο αλλά κατα την γνώμη μου δεν τα κατάφερε. Θέματα κολοσσούς επιχείρησε να αγγίξει, Σταλινισμό και Ολοκαύτωμα.
Νύξεις υπήρξαν και μάλιστα αθώες. Τόσες όσες θέλει η Ακαδημία για να βραβεύσει. Οι πολλές αναλύσεις κουράζουν και οι προβληματισμοί απομακρύνουν θεατές. Πρέπει να δηλώνεις ότι καταθέτεις κοινωνική και πολιτική κριτική αλλά από μακριά. Κάτι τέτοιο επιχείρησε ο Pawel Pawlikowski. Το Όσκαρ το πήρε βεβαίως.
Με αφορμή την επίσκεψη της Anna/Ida στην θεία της, το μοναδικό εναπομείναν μέλος της οικογενείας της, λίγο πριν δώσει τον όρκο της μοναχής, μαθαίνουμε την ιστορία της Πολωνίας από την κατοχή και μετά. Ξεκινούν ένα ολιγοήμερο ταξίδι στη επαρχία, αναζητώντας τα αίτια  θανάτου των γονιών της Ida και του παιδιού της Wanda σε μια ταινία «δρόμου».
Ξετυλίγουν το παρελθόν, γνωρίζονται, αλληλοεπηρεάζονται ταξιδεύοντας σε μία γκρίζα χώρα, καταθλιπτική, καταρρέουσα. Δυο γυναίκες, δυο γενιές με πολύ καλές ερμηνείες ομολογουμένως αναζητούν ό,τι έχασαν, γονείς, παιδί, πατρίδα, υπόσταση, αξιοπρέπεια, τον εαυτό τους, το μέλλον. Συναντούν πρόσωπα, που με την σειρά τους συμπληρώνουν την εικόνα της χώρας. Ο αγρότης, ο παραιτημένος ηλικιωμένος, ο κληρικός, ο καφετζής, ο πετυχημένος του συστήματος, οι αρχές, ο μουσικός.
Κουρασμένοι, απρόσωποι, νεκροί-ζωντανοί πολίτες εκπροσωπούν την χώρα. Αγρίμια φοβισμένα που φρόντισαν οι Γερμανοί, οι Κομουνιστές και η Εκκλησία να τα καταστήσουν ανθρωποειδή χωρίς βλέμμα. Εξαίρεση η τέχνη, η μουσική εν προκειμένω και οι νέοι που προσπαθούν να βρουν αποκούμπι στην διασκέδαση ή στην εκκλησία.
Είναι σκέψεις που προκύπτουν, συμπεράσματα που εκ των υστέρων ως θεατής καταλήγεις, ενώ προσπαθείς να απαντήσεις το ερώτημα «τι ήθελε να πει;».
Παρηγοριά η υπέροχη και ποιητική φωτογραφία, η δραματικότητα της εικόνας των προσώπων, των τοπίων, οι ερμηνείες, η ομορφιά των πρωταγωνιστών και η απουσία μουσικής επένδυσης. Εξαίρεση, η τελευταία σκηνή. Οι θεατές ακούν το τι ακούν οι πρωταγωνιστές, αξιοπρόσεχτη επιλογή και μέσο αντίθεσης των γενιών και έκφρασης της μουσικής πραγματικότητας στην κοινωνία του 1960. Ραδιόφωνο, συγκρότημα, συλλογή δίσκων. Σημείωση έστω και ασήμαντη. Κυρίαρχο πρόσωπο μέχρι τέλους παραμένει η Wanda ενώ η ταινία ονομάζεται Ida. Θα  τολμούσα να πω ότι οι δύο γυναίκες είναι η πριν και η μετά Πολωνία, ένα και το αυτό πρόσωπο. Αυτό εξάλλου υπαινίσσεται όταν η Ida εισέρχεται στο ρόλο της Wanda και ταυροποιείται με αυτήν έστω προσωρινά πριν συνεχίσει την αναζήτηση του μέλλοντος της.
Ίσως.
Από τις ταινίες που έχω δει κι έχουν ως χώρο αναφοράς την Πολωνία, συγκράτησα, μόνο το γκρι, την λάσπη και τα υπό κατάρρευση κτίρια θύματα μιας αδηφάγου υγρασίας. Μία Εκκλησία δε παντού παρούσα και καταλυτική για την εξέλιξη της ζωής των ανθρώπων, του μύθου στην ταινία. Αναζήτησα επιβεβαίωση ή διάψευση  για την χώρα από ανθρώπους που την γνωρίζουν ή επισκέφθηκαν. Διχάζονται οι γνώμες. Εγώ θα κρατήσω για αυτήν την χώρα, την ανεπανάληπτη «Διπλή Ζωή της Βερονίκ» και την μουσική της, τις δε άλλες ταινίες θα της ακυρώσω από την μνήμη μου κι ας έλαβαν και Όσκαρ.
Μικρή λεπτομέρεια.
Ο φωτογράφος, που έκανε αυτά τα υπέροχα πλάνα-φωτογραφίες, δεν ήταν η αρχική επιλογή του σκηνοθέτη. Ο αρχικά βοηθός ανέλαβε την φωτογράφηση. The original plan had been for Żal to assist Lenczewski. Lenczewski became ill, and Żal took over the project. 
Είχε τύχη.
Αν δεν σ’ ενδιαφέρει το τι θέλει να πει ο δημιουργός αλλά το πως διαλέγει να το πει, παραμένει μία καλή επιλογή.

Σκηνοθέτης           Pawel Pawlikowski
Σενάριο                Pawel Pawlikowski Rebecca Lenkiewicz
Φωτογραφία         Lukasz Zai  Ryszard Lenczewski
Editing                 Jaroslaw Kamiński
Μουσική               Kristian Eidnes Andersen


Ηθοποιοί
Anna/Ida              Agata Tzebuchowska
Wanda                 Agata. Kulesza
Μουσικός              David Orgodnik

16 Φεβρουαρίου 2015

Gone Girl - 2014

Ζούμε σε μία κοινωνία που οι ρόλοι των δύο φύλων είναι υπό επαναπροσδιορισμό. Θα έλεγα σε πλήρη σύγχυση. Επίσης άλλοι παράμετροι κοινωνικοί και οικονομικοί εντείνουν την σύγχυση με αποτέλεσμα οι σχέσεις μας με το άλλο φύλο να είναι σε μεγάλο βαθμό δύσκολες και συχνά ακυρωμένες.
Είναι δύσκολο να αναφερθεί κανείς σε παγκόσμιο επίπεδο και να γενικεύσει έτσι όταν στο ήδη γηγενές διαμορφωμένο κλίμα έρχεται μία ταινία από την άλλη πλευρά του ωκεανού, όπως το Gone Girl, που ταράσσει τα νερά και ερμηνεύεις με τα δικά σου δεδομένα το προσφερόμενο θέαμα.
Η ιστορία αφορά ένα ζευγάρι με πέντε χρόνια γάμου και ξεκινά με την εξαφάνιση της συζύγου την ημέρα της 5ης επετείου του γάμου. Θα ακολουθήσει ένα γεμάτο δίωρο όπου ο David Fincher, ο σκηνοθέτης, βασισμένος στο ομώνυμο βιβλίο της Gillian Flynn, μας οδηγεί βήμα-βήμα στην λύση του μυστηρίου.
Το κάνει καλά. Μας παγιδεύει σε μία αγωνία διαρκείας 149' λεπτών, ανανεώνοντας την συνεχώς και κυρίως εκεί που πιστεύεις ότι βρήκες τη λύση του μυστηρίου.
Οι χαρακτήρες του έργου αποδίδονται με αξιοσημείωτη επιτυχία, έχοντας επιλέξει σωστά τους ηθοποιούς του στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ως και στους δευτερεύοντες.
Εξέχουσα η ερμηνεία της Rosemund Pike στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ερμηνεύει αυτό που η κοινωνία που μέσω των γονιών κυρίως επιθυμεί, την γοητευτική Amazing Amy. Όμορφη, πανέξυπνη, μορφωμένη, πλούσια, διακεκριμένη. Συναντά, ως είναι αναμενόμενο, τον τέλειο άνδρα με ένα μικρό αρχικά, μεγάλο αργότερα, μείον. Είναι άλλης οικονομικής και κοινωνικής τάξης αλλά όλα τα σκεπάζει η γλύκα -ζαχαρόσκονη στην ταινία- του έρωτα.
Ο άνδρας, ο Nick, Ben Affleck συνεπαρμένος αρχικά, χάνει το ενδιαφέρον με την πάροδο του χρόνου, σκηνοθέτης και σεναριογράφος κάτι ψελλίζουν περί οικονομικής κρίσης του 2008, άνεργος κατά συνέπεια θα προσανατολιστεί αλλού και το ζευγάρι αρχίζει και χάνει την συνοχή του και την πρωταρχική αίγλη.
Ο όχλος και τα media ως αρχαίος χορός κριτικάρουν, διαμορφώνουν, οξύνουν τις καταστάσεις κατά περίσταση. Ενοχοποιούν, αφορίζουν, επευφημούν, καταγγέλλουν.
Θύματα όλοι πρωταγωνιστές και μη της προς τα έξω εικόνας μας.
Θα παραμείνουν αληθινοί η αδελφή του Nick και ο δικηγόρος που με το αζημίωτο θα αναλάβει να επαναφέρει τη τάξη. Πτυχή κι αυτός μιας κοινωνικής πραγματικότητας, όπως και η Αστυνομία.
Παρ όλη την καλή δομή της ταινίας, το αμείωτο ενδιαφέρον και την εξασφαλισμένη αγωνία του θεατή, δεν ανέδειξε όσα κοινωνικά θέματα υπαινίχθηκε. Τα άφησε  μετέωρα. Οι παρεκκλίνουσες συμπεριφορές, οι αντιδράσεις του συζύγου και πρωταγωνιστή, του κοινού, των ΜΜΕ, η μαζική υστερία δεν αντιμετωπίστηκαν ως φαινόμενα κοινωνικά που έχουν τα αιτία τους και κατά συνέπεια τις ενδεχόμενες λύσεις.
Παραμένουν αναπάντητα ερωτηματικά πχ. αν πρόκειται για ψυχοπάθεια  της πρωταγωνίστριας, ή αποτελεί  απόρροια ενός κοινωνικού συστήματος. Ήταν ένας από τους σύγχρονους συζύγους ή εξαίρεση;
Σχέση «γάμος» σημαίνει ο απόλυτος έλεγχος του μυαλού του άλλου; Σύμφωνα δε με τους δημιουργούς, είναι η γυναίκα εκείνη που το επιδιώκει και το επιβάλλει;
Είναι νομοτέλεια ή όχι η απιστία;
Τι συμβαίνει; Αντιστράφηκαν οι παραδοσιακοί ρόλοι των φύλων;
Η σύγχρονη γυναίκα  από φεμινίστρια έγινε κακέκτυπο ενός ρόλου που είχαμε συνηθίσει να αποδίδεται στον άνδρα;
Ποιος διαμορφώνει τις εικόνες μας;
Ασαφείς οι θέσεις από την πλευρά των δημιουργών και φυσικά εγκλωβισμένος αριστοτεχνικά στην ένταση και αγωνία ο θεατής, παραμένει κι αυτός εν συγχύσει. Να φοβάται όλες τις γυναίκες ή τις γυναίκες τύπου Amy;
Θα μπορούσε κανείς να απολαύσει το δίωρο μιας καλοδουλεμένης ομολογουμένως ταινίας. Να ξεπεράσει τις θέσεις του για τα δύο φύλα, το γάμο, το κόσμο των τάξεων… αλλά τα ταμεία προκαλούν να είμαι απαιτητική.
(Ιανουάριος  21, 2015, Gone Girl εισέπραξε $167,459,363 στην Β.Αμερική και  $199,700,000, σε άλλες χώρες συνολικά  $367,159,363 απέναντι προϋπολογισμού κόστους $61 million.
Πολλά έσοδα σημαίνει μαζικότητα θέασης και επιτακτικότερη η ερώτηση πόσο αθώα μπορεί είναι η τέχνη;
θα αναφέρω την δήλωση της συγγραφέως του ομώνυμου βιβλίου και σεναριογράφου Gilian Flynn. (In  a November 2014 interview, Flynn admitted that the critical gender-related response did affect her: «I had about 24 hours where I hovered under my covers and was like: «I killed feminism. Why did I do that? Rats. I did not mean to do that.» And then I very quickly kind of felt comfortable with what I had written.») 
Από τον Νοέμβριο που είδα την διαφήμιση της στο Παρίσι ήθελα να την δω και την είδα.
Πολυσυζητημένος ο David Fincher και best seller η Gillian Flynn, η επιτυχία δεδομένη.
Εφησυχασμένος θεατής; Όχι

Σκηνοθέτης                   David Fincher
Σενάριο-Βιβλίο               Gillian Flynn
Φωτογραφία.                Jeff Cronenweth
Μουσική.                      Trend Reznor. Atticus Ross
Διανομή ρόλων.             Larry Mayfield
Editing.                        Kirk Baxter

Ηθοποιοί
Ben Affleck                  Nick Dunne
Rosamund Pike             Amy Elliott-Dunne
Tyler Perry                   Tanner Bolt, δικηγόρος
Carrie Coon                  Margo "Go" Dunne,  αδελφή του Nick 
Kim Dickens                  Αστυνόμος Rhonda Boney 
Emily Ratajkowski         Νandie Fitzgerald, μαθήτρια και ερωμένη του Nick 
Lisa Banes                    Marybeth Elliott, μητέρα της  Amy
David Clennon              Rand Elliott, πατέρας της  Amy
Scoot McNairy              Tommy O'Hara πρώην συμμαθητής της Amy
Neil Patrick Harris         Desi Collings,  πρώην φίλος της Amy

22 Ιανουαρίου 2015

The Immigrant - 2013

Όταν είδα την ταινία ήρθανε μπροστά μου εικόνες που εδώ και χρόνια ως τρομακτικές τις είχα απωθήσει. Την δεκαετία του 90, την εποχή που η παράνομη διακίνηση γυναικών από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ήταν στην ακμή της, είχα επισκεφθεί ένα χώρο φύλαξης τέτοιων παράνομων γυναικών.
Ο James Gray, σκηνοθέτης της ταινίας The Immigrant, έπρεπε κι αυτός να δει αυτούς τους χώρους και την εικόνα εκείνων των γυναικών. Πρώην σταύλος είχε μετατραπεί σε μέρος διαμονής όπου κοιμόταν, έτρωγαν και εξυπηρετούσαν τις προσωπικές τους ανάγκες. Τραγικές, τρομαγμένες, εξαθλιωμένες φιγούρες. Το βλέμμα τους σαν περικυκλωμένου αγριμιού, άνθρωποι χωρίς χαρτιά, χωρίς παρελθόν πλέον, με άγνωστο μέλλον, πλήρως εξαρτημένες από ένα εγκληματία που νόμιζε ότι ήταν και ‘επιχειρηματίας’. Τέρατα επιστημονικής φαντασίας ωχριούσαν μπροστά του. Κτήνος με ανθρωπομορφή, εκείνος κρατούσε την ζωή τους στα χέρια του. Εκείνος δεν έπρεπε να δυσαρεστηθεί, πόσο μάλλον να θυμώσει.
Ήταν ο χώρος που χρησιμοποιούσε πριν τις προωθήσει στην ‘αγορά’. Ήταν τόσος ο θυμός, η λύπη, η αγανάκτηση και η αποστροφή μου που εδώ και χρόνια έχω θάψει στρουθοκαμηλικά την εικόνα τους στο βάθος του μυαλού μου. Νόμιζα. 
Για να είμαι ειλικρινής, ο James Gray στη ταινία του προσπάθησε να αναδείξει αυτό το πρόβλημα, την διαφθορά, το εμπόριο λευκής σαρκός, την εξάρτηση ανθρώπου από άνθρωπο, την παρανομία, την ζωή της νύχτας, το με τι αγοράζεται το όνειρο μιας καλύτερης ζωής, την ανάγκη, την αδικία, τη σκληρότητα, τη βία, την απάνθρωπη συμπεριφορά αγοράς σεξ, την απερίγραπτη σκληρότητα της μάζας, την συμπεριφορά των ανδρων, το τι θεωρείται ηθικό και τι ανήθικο. Όμως τα ωραιοποίησε λίγο μέσα από ένα έρωτα, ωραιοποίησε τις συνθήκες, κράτησε αμόλυντο το βλέμμα της Marion Cotillard.
Δύο αδελφές από την Πολωνία, την εποχή της μεγάλης μετανάστευσης του 1920, φθάνουν στην Αμερική, και αναπόφεκτα πρέπει να περάσουν απο τον έλεγχο του Ellis Island.
Θα πέσουν θύμα εκεί ενός ανθρώπου της νύχτας, που με το πρόσχημα ότι θα βοηθήσει την μία εκ των δύο αδελφών,που χαρακτηρίστηκε ασθενής, θα οδηγήσει την άλλη στη πορνεία.
Εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα του Joaquin Phoenix. H Marion Cotillard διατηρεί την μανιέρα της, που είναι ο αναμενόμενος τρόπος που κοιτάζει, κλαίει. Η υπέροχη ματιά της, τα συνεχώς βουρκωμένα μάτια της βοηθούν στην ανάδειξη του πόνου, της απόγνωσης, της λύπης, όμως το έχουμε ξαναδεί ήδη και το περιμένουμε.
Είναι πρόθεση του σκηνοθέτη να προβάλλει το χαρακτήρα και τη σύγκρουση ανάμεσα στο ‘θέλω’ και στο ‘πρέπει’ και εν μέρει το επιτυγχάνει. Αυτή η σύγκρουση εμφανίζεται σχεδόν σε όλους τους βασικούς χαρακτήρες. Είναι όμως εμφανέστερη και πιο δυνατή στον Joaquin Phoenix.
Ο σκηνοθέτης δήλωσε ότι θέλησε να μιλήσει γι αυτό που έζησαν εκατομμύρια άνθρωποι τότε, η οικογένεια του και χιλιάδες γυναίκες. James Gray said The Immigrant is 80% based on recollections from my grandparents, who came to the United States in 1923, and he described it as my most personal and autobiographical film to date. He was also inspired by Giacomo Puccini's opera Il Trittico. Το ξερίζωμα, τη προσφυγιά, τη θελημένη ή επιβαλλόμενη, έμμεσα ή άμεσα, η δεύτερη ακόμη χειρότερη.
Το πέτυχε. Χρησιμοποίησε το φως και τις σκιές, το chiaroscuro, για την δραματικότητα των σκηνών. Σκεφτόμουν πως ο φωτογράφος της ταινίας είναι ο ίδιος με του Μagic in the Moonlight. Όμως εκεί ανέδειξε το άπλετο φως. Φως ήθελε ο σκηνοθέτης, ο Woody Allen, και αυτός επιτυχώς ανταποκρίθηκε. Ανταποκρίθηκε επίσης επιτυχώς στο The Immigrant, στο χλωμό φως της νύχτας, του σκοτεινού κόσμου, του δράματος.
Η εποχή αναδείχτηκε αρκετά καλά με τα σκηνικά και η έλλειψη φωτός κάλυψε τις αδυναμίες, προσέδωσε αληθοφάνεια.
Ο σκηνοθέτης επέλεξε να αφήσει κάποιους διαλόγους στην Πολωνική γλώσσα ως μέρος της πειστικότητας, δικαίωμα στη μνήμη κι όχι στη λήθη. Because Gray wrote about 20 pages of dialogue in Polish, Cotillard  «had to learn Polish to take on the role and speak English with a credible Polish accent.»
Είναι μία ταινία χρήσιμη σε κάθε γενιά που δεν έζησε εκείνη την μετανάστευση, είτε μέσα από βιώματα, είτε μέσα από αφηγήσεις προσφιλών και αγαπημένων ανθρώπων.
Είναι αξιέπαινος ο δημιουργός που την επέλεξε σαν θέμα και τίμησε τους προγόνους του, διατήρησε την μνήμη του, και τη δική μας. Η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι δεν ήταν όσο απαιτούσε η ιστορία ειλικρινής. Ήταν κάπως «γλυκανάλατη» όπως συνήθως αποκαλείται, θα έλεγα ωραιοποιημένη.
Θα παραμείνει όμως μία ταινία κλασσική, ταινία αναφοράς.

Σκηνοθέτης               James Cray
Σενάριο                    James Gray, Ric Menello
Φωτογραφία             Darius Khondji
Μουσική                    Christofer Spelman
Editing                     John Axelrad, Kalya Emter
Διανομή ρόλων          Douglas Aibel
Σκηνικά                    David Schlesinger

Ηθοποιοί
Marion Cotillard         Eva Cybulska
Joaquin Phoenix         Bruno Weiss
Jeremy Renner           Orlando the Magician / Emil



12 Ιανουαρίου 2015

Magic in the moonlight - 2014

Είδα την τελευταία ταινία του Woody Allen «Magic in the Moonlight» κατά την διάρκεια της πτήσης Μόναχο - Βοστόνη.
Ήταν από τις καλύτερες επιλογές. Το λέω γιατί είδα άλλες δύο ταινίες στην ίδια πτήση, που όμως δεν μου χάρισαν την ευχαρίστηση που ο Woody μόνο ξέρει να χαρίζει.
Ταινία εποχής, με εξαιρετικούς ως συνήθως ηθοποιούς.
Η ταινία τοποθετείται χρονικά στην δεκαετία του 20, τον περασμένο αιώνα, στην Γαλλική Ριβιέρα.
Η ομορφιά του τοπίου ήταν αφοπλιστική, όπως επίσης ήταν κτίρια, κήποι, φυσικό περιβάλλον και χλιδή.
Ένας μάγος καλείται από έναν άλλο μάγο φίλο του να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει τις ικανότητες μιας Αμερικανίδας νεαρής πνευματίστριας, η οποία φιλοξενείται μαζί με την μητέρα της, με το αζημίωτο βέβαια, από πλούσια οικογένεια, στην Νότια Γαλλία. Η οικογένεια έχει συγγενική σχέση με τον έναν, Howard Burkan, γειτονική, φιλική με τον άλλον, τον πρωταγωνιστή Stanley, μια και γειτονεύει με την οικία της αγαπημένης θείας του, την οποία επισκέπτεται από παιδί και διατηρεί ουσιαστική και οικογενειακή σχέση.
Απρόθυμα μεν, αλλά με αρκετή σιγουριά και εγωισμό, αποφασίζει να πάει να τους επισκεφθεί, προκειμένου να αποκαλύψει κατά την γνώμη του την μεγάλη απάτη.
Άθεος ο ίδιος, δεν δέχεται τίποτα το οποίο δεν έχει λογική εξήγηση.
Η πνευματίστρια, που έχει κλέψει τον θαυμασμό όλων, υπόσχεται να φέρει σε επικοινωνία την χήρα οικοδέσποινα με τον προ καιρού αποθανόντα σύζυγό της και ιδιοκτήτη της έπαυλης.
Όλοι έχουν παραδοθεί στις ικανότητες της, ο δε γυιός της οικογένειας τής έχει αφιερώσει την καρδιά του μαζί με πρόταση γάμου.
Όλα αυτά συνοδεύονται βεβαίως από ακριβά δώρα και καλή ζωή, δελεαστικές ταξιδιωτικές προτάσεις, άμα την σύναψη γάμου.
Οξυδερκείς διάλογοι, ετοιμότητα στις ερωτοαπαντήσεις, ενδιαφέροντες προβληματισμοί, ισχυρά επιχειρήματα λαμβάνουν χώρα διαρκώς και ανεξάρτητα με τους συνομιλούντες.
Η λογική ενάντια στο συναίσθημα, το ανεξήγητο απέναντι στο απτό, η πνευματικότητα ενάντια στην επιστήμη. Συζητήσεις με πυκνότητα νοήματος και ταχύτητα.
Για ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα το πλήθος των γνώσεων του Woody Allen ως προς το θέμα και το εύρος αυτών των γνώσεων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Allen από νωρίς έδειξε ενδιαφέρον σε ταχυδακτυλουργικά και μαγικά κόλπα. Έχει δε συμπεριλάβει τέτοια μαγικά σε πολλά έργα του, όπως The great Ronaldo, Scoop, The curse of the jade scorpion, Alice, και You will meet a tall dark stranger. Είναι δε γνωστό ότι στην δεκαετία  του 20 ακμάζουν αυτού του είδους οι παραστάσεις και έχουν αναδειχθεί διάφοροι επιδέξιοι επαγγελματίες του είδους. Υπήρχε ‘ρεύμα’ και τρέλα γι’ αυτά. Κάποιοι, όπως ο Arthur Conan Doyle, ο δημιουργός του Sherlock Holmes, το αντιμετώπισε μάλιστα πολύ σοβαρά
Οι ηθοποιοί του Allen μπόρεσαν και ανταποκρίθηκαν πολύ καλά σ’ αυτό και έφεραν εις πέρας την απόδοση του κειμένου με πειστικότητα, αλλά χωρίς να βαρύνουν την ατμόσφαιρα, χωρίς να παύσει να είναι εκ πρώτης όψεως μία ρομαντική κομεντί.
Τώρα, γιατί πρέπει να δίνονται χαρακτηρισμοί, ποτέ  δεν  μπόρεσα να απαντήσω στην ερώτηση. Ο Allen προκαλεί τέτοιο προβληματισμό σε όλες τις ταινίες του. Καταπιάνεται με σοβαρά, ή όπως λέγεται ‘βαριά’, θέματα με ελαφρότητα, αφήνοντας θεατές και κριτικούς να προβληματίζονται. Το βέβαιο είναι ότι είναι παραπάνω από ευχάριστα τα 97 λεπτά της θέασης.
Ενώ γνωρίζεις από την αρχή την έκβαση της ιστορίας, παραμένεις με το ενδιαφέρον αμείωτο στην παρακολούθηση. Θα συμπλήρωνα ότι δεν σου αρκεί ο χρόνος που σου έδωσε. Απάντηση στο «πως, ενώ γνωρίζεις την ιστορία, δηλαδή δεν σε κρατά όμηρο η εξέλιξη, παραμένεις θεατής με  ευχαρίστηση» αποτελεί η τελειομανία του Allen. Όλα είναι προσεγμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Εικόνα και ήχος στην υπηρεσία του θεατή. Κουστούμια, πολυτέλεια, ήχος, αβρότητα, θέα, εργαλεία για να σε πείσουν και να σε κρατήσουν εσένα, τον θεατή. Τελειώνοντας, δεν θα αποφύγεις να πεις για μια ακόμη φορά «ε, είναι μάστορας ο άνθρωπος». Μπόρεσε και χάρισε έναν έρωτα και προβληματισμό και, το σημαντικότερο, σε αφήνει με όνειρα και προσδοκίες.
Δεν ξέρω αν μπορούσες να πεις ότι αυτή θα είναι η 'ταινία της χρονιάς'. Το βέβαιο είναι ότι, με το λεπτό Allen χιούμορ που την διατρέχει, σε παρασύρει στην αποδοχή της και τελικά σε μαγεύει.

Σκηνοθέτης             Woody Allen
Σενάριο                  Woody Allen
Φωτογραφία           Darius Khondji
Κουστούμια             Sonia Grande.             
Διανομή ρόλων        Juliet Taylor ,Patricia Dicerto
Editing                    Alisa Lepselter

Ηθοποιοί
Sophie                     Emma Stone
Stanley                    Colin Firth
Brice                       Hamish  Linklater
Howard. Burkan        Simon McBurney
Vanessa                   Eileen Atkins
Grace                      Jacki Weaver